Τρίτη, 29 Απριλίου 2014




Δημήτρης Μπαλτάς 

μνοι το Πάθους καί τς νάστασης πό ναούς τς νατολικς Θεσσαλίας, παρουσίαση καί σχολιασμός Κ. Δρυγιαννάκης-Κ. Καραγκούνης, κδοτική Δημητριάδος, Βόλος 2014, σελ. 159+ 2 cd

παροσα κδοση το νεοσύστατου Τομέως Ψαλτικς Τέχνης καί Μουσικολογίας τς καδημίας Θεολογικν Σπουδν τς ερς Μητροπόλεως Δημητριάδος ποτελε μία συμβολή στήν στορία τς ψαλτικς τέχνης πού καλλιεργεται κτός τν μεγάλων κκλησιαστικν κέντρων (λ.χ. Πατριαρχεα, Μητροπόλεις, Μονές). Τό γεγονός ατό ποκτ διαίτερη σημασία, άν μάλιστα ληφθε π’ ψιν τι «λάχιστες μαρτυρίες χουν πισημανθε ως τώρα σχετικά μέ τήν κατάσταση τς Ψαλτικς στήν ερύτερη περιφέρεια κατά τούς βυζαντινούς καί μεταβυζαντινούς χρόνους» (σσ. 13-14).
Συγκεκριμένα, τά 2 cd πού παρουσιάζω δ, περιλαμβάνουν «μνους τς Μεγάλης βδομάδας καί τς νάστασης, χογραφημένους σέ περιοχές τν νομν Μαγνησίας καί Λαρίσης, κυρίως σέ περιφερειακές κκλησίες καί μονές. Πρόκειται γιά πιτόπιες χογραφήσεις, λες πραγματοποιημένες σέ ρες κολουθιν καί τίς περισσότερες φορές λάθρ. ς κ τούτου, πρόκειται γιά χογραφήσεις πού ποτυπώνουν τό ψαλτικό γίγνεσθαι χωρίς πεμβάσεις καί ξωραϊσμούς» (σ. 19).   
σον φορ τό ζήτημα τν νθρωπολογικν καί μουσικολογικν κριτηρίων βάσει τν ποίων γιναν ο συγκεκριμένες χογραφήσεις, Κωστής Δρυγιαννάκης διευκρινίζει χαρακτηριστικά τι «δέν πρχε καμμία μέθοδος, κανένα σύστημα … λη καταγραφή πυροδοτήθηκε πό τό νστικτο καί τή φυσική περιέργεια … ασθητική , μλλον, αρα το τόπου λλά καί το ναο ποτελοσαν καθοριστικό παράγοντα πιλογς» (σ. 21).
Τό ποτέλεσμα τν πιτόπιων χογραφήσεων το Κ. Δρυγιαννάκη νέδειξε «τήν παρξη νός σημαντικο ριθμο κανπν εροψαλτν πού βρίσκονται μακριά πό τήν αγλη το κέντρου» (σ. 30).
πωσδήποτε παροσα κδοση μπορε νά νδιαφέρει τούς στορικούς τς κκλησιαστικς μουσικς παραδόσεως πέραν το «κέντρου», τούς εροψάλτες τν μεγάλων στικν κέντρων πού σως κούσουν διαφορετικές τν γνωστν ψαλτικές προσεγγίσεις, λλά καί τόν πλό πιστό πού συμμετέχει τρόπον τινα στήν Ψαλτική τέχνη στήν ερύτερή της διάσταση.
ς σημειωθε, τέλος, τι τόμος εναι πλαισιωμένος πό φωτογραφικό λικό (passim), βασική βιβλιογραφία (σσ. 145-147) καί ναλυτικά περιεχόμενα τν 2 cd(σσ. 149-151 καί 154-155).

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ν.Ἰ. Καρμίρης, Ἡ ποίησις καί τά εἴδωλα, Φρέαρ, Ἀθήνα 2014, σελ. 59

Στόν τόμο αὐτόν ἀναδημοσιεύται ἕνα δοκίμιο τοῦ φιλολόγου καί θεολόγου Νικολάου Καρμίρη (1930-1978), τό ὁποῖο εἶχε παρουσιασθεῖ σέ τέσσερις συνέχειες στίς Ἀκτῖνες (τ. 146, 147, 148 καί 149, Φεβρ.-Μάϊος 1954).
Μέ τήν ἀναδημοσίευση αὐτή ἀνασύρεται ἀπό τήν λήθη, ὅπως σημειώνει στόν «Πρόλογο» ὁ Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἕνα «καταποντισμένο γραφτό, πού ἔμεινε δίχως συνέχεια, ἀλλά δέν πρέπει νά χαθεῖ» (σ. 8). Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά προσθέσω ὅτι ἀνασύρεται ἀπό τήν λήθη καί τό ὄνομα τοῦ συγγραφέα, ὁ ὁποῖος σπούδασε στήν Ἑλλάδα (Ἀθήνα), καί στό ἐξωτερικό (Παρίσι, Φρανκφούρτη καί Χαϊδελβέργη) καί δίδαξε στά πανεπιστήμια τῆς Θεσσαλονίκης καί τῆς Ἀθήνας, ἐνῶ ἀναμείχθηκε καί μέ τήν πολιτική ζωή, μετέχοντας στίς κυβερνήσεις Παρασκευόπουλου (1963 καί 1966-7), σύμφωνα μέ τίς χρήσιμες πληροφορίες πού δίδει στά «Ἐπιλεγόμενα» τοῦ τόμου ὁ Δημήτρης Ἀγγελῆς.
Τό δοκίμιο πού παρουσιάζω σήμερα -ἔχει σημασία νά θυμίσω ὅτι πρωτοδημοσιεύθηκε τό 1954- ἀναφέρεται στήν στάση τοῦ ποιητῆ καί τοῦ κριτικοῦ ἀπέναντι στά εἴδωλα καί στούς εἰδωλολάτρες. «Σήμερον, λέγει ὁ Καρμίρης, ἡ δημιουργία καί ἡ κριτική, δέν ἔχουν κριτήρια» (σ. 21). Ἀφοῦ ὁ εἰδωλολάτρης γκρεμίσει τούς «δεσμούς μέ τό παρελθόν» (σ. 20), ἐνῶ παράλληλα ἡ «εὐαισθησία ἔχει πτωχύνει» (σ. 23), ἔρχονται νά κυριαρχήσουν τά εἴδωλα, ἤτοι ὁ θεοποιημένος ὑλισμός (σ. 48, σημ. 56). Τότε ἀσφαλῶς τίθεται τό πρόβλημα τῆς ἐλευθερίας. Τό εἴδωλο, γιά τόν Καρμίρη, «δεσμεύει τήν ἐλευθερίαν. Ταπεινώνει τήν ὕπαρξιν. Εἴτε ἔχει τήν μορφήν ἀρχαίου ξοάνου εἴτε μοντέρνας προλήψεως» (σ. 24). Ἀλλά ὁ εἰδωλολάτρης φοβᾶται, σύμφωνα μέ τόν Καρμίρη, ἕνα πρᾶγμα: «τήν ζωήν εἰς τήν ἁπλῆν της καί ὑγιᾶ μορφήν. Τήν ζωήν χωρίς διεγερτικά, χωρίς προσωπίδας, χωρίς ἐπεξηγήσεις καί παραπομπάς» (σ. 41).
Παραδέχεται ὁ Καρμίρης ὅτι «ὁ ποιητής, ὅσο δουλεύει εἰς τά Εἴδωλα –τά ὅποια εἴδωλα- στερεῖ ἀπό τόν ἑαυτό του τήν ἀληθῆ χαράν τοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Τό εἴδωλον εἶναι ἀναιμικόν, ἀποτελεῖται ἀπό κύτταρα πού δέν ζοῦν καί δέν ἔζησαν ποτέ» (σ. 53).
Ὁ ἀναγνώστης θά διακρίνει τήν εὐρύτατη  ἐκ μέρους τοῦ Νικολάου Καρμίρη γνώση τῆς ἑλληνικῆς (βλ. τίς ἀναφορές στούς Πίνδαρο, Σοφοκλῆ, Σολωμό, Σικελιανό, καί Σεφέρη) καί τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας (βλ. τίς σχετικές προσεγγίσεις συγκεκριμένων ποιημάτων τοῦ Μπωντλαίρ, καί κυρίως τοῦ Ἔλιοτ καί τοῦ Κλωντέλ). Ἐπίσης, εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Καρμίρης προσεγγίζει τά σχετικά ζητήματα ἐξ ἀπόψεως τῆς «εὐρωπαϊκῆς χριστιανικῆς παραδόσεως». Στό πλαίσιο αὐτό γράφει ὅτι «εἰς τόν ἀγῶνα κατά τῶν εἰδώλων, ἐάν ἔμενε μόνος ὁ ποητής θά ἡττᾶτο. Ἐάν δέν εἶχε βαθύτατα ἀφομοιώσει τήν εὐρωπαϊκήν χριστιανικήν παράδοσιν, τίποτε δέν θά τόν ἔσωζε ἀπό τήν ἀπελπισίαν καί τόν θάνατον» (σ. 40).
Νομίζω ὅτι ἄν καί τό δοκίμιο ἀνήκει σέ μία μακρινή ἐποχή ἀπό τήν ἄποψη τῆς κριτικῆς τῆς λογοτεχνίας, εἶναι ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρον καί ἀπό ὁρισμένης πλευρᾶς ἐπίκαιρο. Ἀπό τήν γνωστή θεωρία τῆς «τέχνης γιά τήν τέχνη» ἕως τήν σύγχρονη ἀντίληψη ὅτι «ὁ καλλιτέχνης εἶμαι ἐγώ» κατατίθεται εὐλαβικά ἡ προσέγγιση τοῦ Καρμίρη.