Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013



Dimitris Baltas


Giles Lipovetsky-Jean Serroy, L’ esthétisation du monde. Vivre à âge du capitalisme artiste, Callimard, Paris 2013, σελ. 493

Στήν ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρουσα μελέτη τους οἱ δύο συγγραφεῖς προσεγγίζουν κριτικά, μέ πολλά παραδείγματα ἀπό τήν σύγχρονη οἰκονομική ζωή καί τέχνη, τό φαινόμενο τοῦ λεγομένου «καλλιτεχνικοῦ καπιταλισμοῦ» (capitalisme artiste), μέ ἄλλα λόγια «τήν καλλιτεχνική διάσταση τοῦ καπιταλισμοῦ» (σ. 39).
Στήν ὁριοθέτηση αὐτοῦ τοῦ φαινομένου οἱ συγγραφεῖς ἐπισημαίνουν ὅτι «μετά τήν τέχνη-γιά-τούς-θεούς, τήν τέχνη-γιά-τούς-βασιλεῖς καί τήν τέχνη-γιά-τήν-τέχνη, σήμερα θριαμβεύει ἡ τέχνη-γιά-τήν-ἀγορά» (σ. 26). Ἔτσι ἡ σύνδεση τῆς οἰκονομίας μέ τήν αἰσθητική εἶναι ἐμφανής, ἐδῶ καί δεκαετίες, σέ ὅλες σχεδόν τίς πτυχές τῆς καθημερινότητάς μας (σ. 49, σ. 69, σ. 71 καί ἄφθονα παραδείγματα στά κεφάλαια ΙΙ, ΙΙΙ, IV καί V).
Στήν ἐποχή τοῦ λεγομένου «καλλιτεχνικοῦ καπιταλισμοῦ», ἡ οἰκονομία καί ὁ πολιτισμός συνδέονται καί ἀλληλοεπηρεάζονται (αὐτό μπορεῖ νά διαπιστωθεῖ λ.χ. στήν σύγχρονη μουσική, στήν ἀρχιτεκτονική, στόν κινηματογράφο, ἀκόμη καί στήν αἰσθητική τοῦ προσωπικοῦ μας χώρου κ.ἄ.).
Ὅμως, ἡ διαφαινόμενη ὑποταγή τοῦ αἰσθητικοῦ στό οἰκονομικό στοιχεῖο ἔχει ἀναπόφευκτα ὁδηγήσει στό ὅτι «δέν ὑπάρχουν πιά συζητήσεις περί τῆς τέχνης, οὔτε κάποιος ὀντλογικός σκοπός [τῆς τέχνης], οὔτε ἐσχατολογικό ὅραμα» (σ. 115).
Ἀπό πρακτικῆς πλευρᾶς, ὁ θρίμαβος τοῦ «καλλιτεχνικοῦ καπιταλισμοῦ» διακρίνεται στήν κατανάλωση καί μᾶλλον στήν ὑπερκατανάλωση προϊόντων τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς καί αἰσθητικῆς (πβ. σ. 136 καί σ. 287). Ὀρθῶς πάντως ἐπισημαίνουν οἱ συγγραφεῖς ὅτι «καταναλώνουμε διαρκῶς ὄμορφα πράγματα, ἀλλά ἡ ζωή μας δέν εἶναι ὄμορφη» (σ. 32).
Ἰδιαίτερη ἀναφορά στό βιβλίο ἐπιχειροῦν γίνεται στό ζήτημα τοῦ «αἰσθητικοῦ καταναλωτῆ», δηλαδή ἐκείνου τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ τύπου πού καταναλώνει τά προϊόντα τῆς βιομηχανικῆς αἰσθητικῆς (πβ. σ. 166). Ἐν τέλει δημιουργεῖται ἕνας νέος τύπος τοῦ homo æstheticus μέ μία αἰσθητική ἀντίληψη ἀτομικιστική, ἰδιάζουσα καί πιό συγκεκριμένα ἀποπροσανατολισμένη ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀποδοχή «τῆς μόδας καί τῶν προϊόντων ὀμορφιᾶς» (σ. 375). Ἐπικρατοῦντος τοῦ homo consumans, ὁ homo æstheticus καταλήγει βαθμιαία στόν ἀφανισμό ἤ, κατ’ ἄλλη περίπτωση, σέ μία ἰδιάζουσα ἀτομικιστική αἰσθητική ἡ βασική παραδοχή τῆς ὁποίας εἶναι: «Ὁ καλλιτέχνης εἶμαι ἐγώ» (βλ. σχετικῶς σ. 114 καί σ. 425).
Στό τελευταῖο κεφάλαιο (VI) τοῦ βιβλίου τους οἱ δύο συγγραφεῖς συζητοῦν τήν σχέση τῆς αἰσθητικῆς μέ τήν ἠθική. Ἐνδεχομένως θά προκαλέσει ἐντύπωση ἡ τοποθέτησή τους ὅτι σήμερα, στήν ἐποχή τοῦ ὑπερκαταναλωτισμοῦ καί τῆς ἀτομοκρατίας, «δέν ἔχουμε χάσει τήν ψυχή μας: ἡ ἠθική παρακμή εἶναι ἕνας μύθος»(σ. 427), παρά τίς διαφωνίες ἐπί ἠθικῶν ζητημάτων οἱ ὁποῖες καθημερινῶς πολλαπλασιάζονται (πβ. σ. 428) ἤ παρά τό γεγονός ὅτι ἡ αἰσθητική δέν συσχετίζεται πλέον μέ τήν ἠθική, καθ’ ὅσον μάλιστα ἔχει καταστεῖ ἁπλῶς ἕνα «ἀντικείμενο καταναλώσεως» (σ. 435).
Μέσα στό πλῆθος τῶν προσεγγίσεων καί τῶν παραδειγμάτων πού περιέχονται στό βιβλίο εἶναι ἀναπόφευκτο νά χρησιμοποιοῦν οἱ συγγραφεῖς πολλές ἐπαναλήψεις ὅρων καί διατυπώσεων (ἐνδεικτικῶς βλ. σ. 49, σ. 69, σ. 270, σ. 342, σ. 351, 417 κ.ἄ.). 
Τό προσεγγιζόμενο ἐκ μέρους τῶν δύο συγγραφέων φαινόμενο τῆς αἰσθητικῆς διαστάσεως τοῦ καπιταλισμοῦ ἀφορᾶ κυρίως τήν δυτική Εὐρώπη καί τήν Ἀμερική. Πάντως ἐνδιαφέρει καί τίς χῶρες ὅπου ὁ καπιταλισμός λειτουργεῖ λιγότερο συστηματικά καί ἀπόλυτα καί ὅπου ἡ παράδοση ὁρίζει ἀκόμη σέ κάποιον βαθμό τήν αἰσθητική τῆς καθημερινότητας τοῦ βίου.






Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013



 Ε. Troubezkoy

Τά χαρακτηριστικά τῆς θεωρίας τοῦ Μarx καί τοῦ Engels γιά τήν σημασία τῶν ἰδεῶν στήν ἱστορία


μετάφραση-σημειώσεις
Dimitris Baltas


Ι


Χωρίς νά θέτει τόν σκοπό μιᾶς λεπτομεροῦς ἀναλύσεως τῆς ὑλιστικῆς ἀντιλήψεως τῆς ἱστορίας στό σύνολό της, τό παρόν δοκίμιο ἔχει πιο σεμνό στόχο, νά ὑποβάλει σέ κριτικό ἔλεγχο ὁρισμένες ἀπό τις θέσεις τοῦ Marx καί τοῦ Engels πού ἅπτονται τῆς σημασίας τῶν ἰδεῶν στήν ἱστορία. Ἡ σύγχρονη κριτική ἔχει κάνει ἐξαιρετικῶς πολλά σ’ αὐτήν τήν κατεύθυνση· τά τελευταῖα, κυρίως, χρόνια, ἔχουν ἐμφανισθεῖ πολλά πολύτιμα ἔργα, ὅπου ἀποδεικνύεται  τό ἀβάσιμο τῶν κυριωτέρων θέσεων τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ, τό ἀνολοκλήρωτο τῶν δομῶν του καί οἱ ἐσωτερικές ἀντιφάσεις του. Παρά ταῦτα, τό ζήτημα δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ λήξαν: ἀπό τήν μία πλευρά,  τό ἴδιο τό πάθος γιά τόν ἀγῶνα κατά τῆς πλέον δημοφιλοῦς στήν ἐποχή μας μορφῆς τοῦ ἱστορισμοῦ ἔχει παρασύρει κάποιους κριτικούς σέ ὑπερβολές καί ἀνακρίβειες πού πρέπει νά διορθωθοῦν· ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὅσο θεμελιώδης κι ἄν εἶναι ἡ κριτική ἐργασία τῶν ἐρευνητῶν[1], ὅπως ὁ Barth[2], ὁ Stammler, ὁ Masaryk[3], ὁ Bernstein[4], ὁ Woltmann[5] καί ἄλλων, ἐμπεριέχει ὁρισμένα κενά τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητο νά συμπληρωθοῦν.
Ἡ βασική δυσκολία,  τήν ὁποία οὕτως ἤ ἄλλως πρέπει νά ἀντιμετωπίζει ἡ κριτική, συνίσταται στήν ἀσάφεια τῶν κυρίων θέσεων τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ. Ὁ Καθηγητής Stammler, γνωστός κριτικός τοῦ μαρξισμοῦ, συγκλίνει μέ τόν Κautzky, ἕνα ἀπό τούς ἐπιφανέστερους συγχρόνους μαρξιστές, στό ὅτι ὁ ἱστορικός ὑλισμός εἶναι κοσμοθεωρία πού δέν εἶναι ἀρκετά διαμορφωμένη[6]. Στήν μπροσοῦρα πού δημοσιεύθηκε τό 1899 καί ἡ ὁποία περιέχει τίς ἐπιθέσεις τοῦ Μarx κατά τοῦ Βernstein[7], ὁ Kaoutsky δηλώνει εὐθέως ὅτι ἡ θεωρία τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ, μέχρι στιγμῆς, βρίσκεται στό ἀρχικό στάδιο τῆς ἐξελίξεώς της. Ὅσο πιό δύσκολο εἶναι νά συλλάβει κανείς τήν σκέψη, τόσο πιό δύσκολο εἶναι νά τήν κριτικάρει. Τῆς ἐκτιμήσεως τῆς κάθε διδασκαλίας πρέπει νά προηγεῖται ἡ διασαφήνισή της· ἐν τῷ μεταξύ, κάθε κριτικός πού θά ἐπιχειρήσει νά διατυπώσει τήν σκέψη τοῦ Marx μέ μεγαλύτερη σαφήνεια ἀπ’ ὅ τι τήν ἔχει διατυπώσει ὁ ἴδιος, κινδυνεύει νά ἐπισύρει πάνω του μομφές γιά τήν ἐκ προθέσεως διαστρέβλωση ἤ τήν μή κατανόηση τοῦ μαρξισμοῦ. Γιά νά ἀποφύγει τίς μομφές αὐτές, εἶναι ἀπαραίτητο, στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, νά ἐκθέσει κανείς τίς ἀπόψεις τοῦ Marx καί τοῦ Engels μέ τίς δικές τους ἐκφράσεις, ἐπισημαίνοντας σ’ αὐτές τίς ἐκφράσεις ὅλα ὅσα φαίνονται ἀσαφῆ.
Σχετικά μέ τό ζήτημα πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἔχει ἐξαιρετικῶς μεγάλη σημασία τό περίφημο κείμενο τοῦ «Προλόγου» τοῦ Marx στήν Κριτική τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας[8]. Τίθεται τό ἐρώτημα τί προσφέρει τό κείμενο αὐτό γιά τόν χαρακτηριστικό τῆς σημασίας τῶν ἰδεῶν στήν ἱστορία. Δικαίως ἡ σύγχρονη κριτική εἶχε ἐπισημάνει σ’ αὐτό σειρά ἀσαφειῶν καί θά ἤθελα ἐδῶ νά κάνω μόνον μία σύνοψη τῶν ὅσων εἶχαν πεῖ νωρίτερα ἄλλοι.
Κατά τήν ἄποψη τοῦ Marx, τόν ρόλο τοῦ πρωταρχικοῦ αἰτίου τῆς ἱστορίας παίζουν «οἱ ὑλικές παραγωγικές δυνάμεις» ὑπό τίς ὁποῖες, προφανῶς, θά πρέπει νά ἐννοήσει κανείς «τόν τρόπο παραγωγῆς». Ὁ Μarx λέγει εὐθέως ὅτι ὁ τρόπος παραγωγῆς τῆς ὑλικῆς ζωῆς καθορίζει, γενικότερα, τήν ζωτική διαδικασία πού βιώνει ἡ κοινωνία- τήν κοινωνική, τήν πολιτική καί τήν πνευματική». Ὅμως, μέ ποιά ἔννοια τήν καθορίζει; Ἀποτελεῖ, ἄραγε, ὁ «τρόπος παραγωγῆς» τό μοναδικό πρωταρχικό αἴτιο τῆς κοινωνικῆς ἐξελίξεως ἤ ἕνα ἀπό τά αἴτια[9] πού λειτουργεῖ ἀπό κοινοῦ μέ ἄλλες αἰτίες καί συνθῆκες; Στήν ἀρχή τοῦ ἀναφερθέντος κειμένου, ὁ Marx λέγει ὅτι «τό σύνολο τῶν παραγωγικῶν σχέσεων», ἤ ἀλλιῶς «ἡ οἰκονομική διάρθρωση τῆς κοινωνίας», ἀντιστοιχεῖ[10] σέ συγκεκριμένη βαθμίδα ἐξελίξεως τῶν «ὑλικῶν παραγωγικῶν δυνάμεων». Ὅμως, ἀπό τήν περαιτέρω ἔκθεση προκύπτει ὅτι τέτοια ἴσως δέν ὑφίσταται: σέ μία δεδομένη στιγμή τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως οἱ παραγωγικές σχέσεις «μετατρέπονται ἀπό μορφές ἐξελίξεως παραγωγικῶν δυνάμεων σέ δεσμά τους». Ἡ ἴδια ἡ δυνατότητα ἀγώνα τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων κατά τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου κοινωνικοῦ καθεστῶτος ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ὕπαρξη τοῦ τελευταίου δέν καθορίζεται μόνον ἀπό αὐτές· ὅμως, ἡ παραδοχή κάποιων ἄλλων αἰτίων κοινωνικῆς ἐξελίξεως, πού δέν ἀνάγονται, στήν ἔσχατη βαθμίδα[11], στίς «ὑλικές παραγωγικές δυνάμεις», θά ἦταν ἀντίθετη μέ τήν ἴδια τήν οὐσία τῆς ὑλιστικῆς ἀντιλήψεως τῆς ἱστορίας.
Εἶναι, ἐξ ἴσου, ἀσαφές πῶς ἀντιλαμβάνεται ὁ Marx τήν σχέση μεταξύ τῆς οἰκονομικῆς διαρθρώσεως τῆς κοινωνίας καί τῶν μορφῶν τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως, τῶν ἰδεῶν. Σάν ἀπάντηση στό ζήτημα πού μᾶς ἀπασχολεῖ βρίσκουμε στό ἀναφερθέν κείμενο ὄχι μία φιλοσοφική προσέγγιση ἀλλά μία ἁπλή ἀρχιτεκτονική σύγκριση: οἱ παραγωγικές σχέσεις στό σύνολό τους ἀποτελοῦν τήν «οἰκονομική διάρθρωση τῆς κοινωνίας», «ἐκείνη τήν ρεαλιστική βάση, πάνω στήν ὁποία ἀνυψώνεται τό νομικό καί τό πολιτικό ἐποικοδόμημα»· στό ἐποικοδόμημα αὐτό, μέ τήν σειρά τους, «ἀντιστοιχοῦν ὁρισμένες μορφές κοινωνικῆς συνειδήσεως». Προφανῶς ἐδῶ ἔχουμε νά κάνουμε μέ μία ἐξήγηση πού δέν ἐξηγεῖ ἀπολύτως τίποτε. Στήν ἀρχιτεκτονική, τό θεμέλιο δέν ἐξηγεῖ τό ἐποικοδόμημα ἐκεῖνο πού ἀνυψώνεται πάνω του. Τό θεμέλιο δέν εἶναι τό αἴτιο τοῦ ἐποικοδομήματος. Γιά νά ἐξηγήσει κανείς γιατί καί μέ ποιό τρόπο προέκυψε τό ἕνα ἤ τό ἄλλο ἐποικοδόμημα πάνω ἀπό τό συγκεκριμένο θεμέλιο θά πρέπει νά βρεθεῖ τό ἕνα ἤ τό ἄλλο αἴτιο. Ἀκόμα, στήν συγκεκριμένη περίπτωση ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἕνα περίεργο ἐποικοδόμημα· ἔχει τήν ἱκανότητα, στήν διάρκεια μακροῦ διαστήματος, νά ἐπιζεῖ τοῦ θεμελίου του: «λόγῳ τῆς ἀλλαγῆς τῆς οἰκονομικῆς βάσεως», λέγει ὁ Marx, «γκρεμίζεται, ἀργά ἤ γρήγορα, τό τεράστιο ἐποικοδόμημα τῶν νομικῶν καί τῶν πολιτικῶν θεσμῶν, στούς ὁποίους ἀντστοιχοῦν οἱ μορφές κοινωνικῆς συνειδήσεως». Oἱ ὑπογραμμισμένες ὑπό τοῦ γράφοντος λέξεις «ἀργά ἤ γρήγορα» δείχνουν ὅτι μέ τήν κατάργηση τοῦ θεμελίου δέν γκρεμίζεται ἀμέσως τό ἐποικοδόμημα. Περαιτέρω τίθεται τό ἐρώτημα τί σημαίνει ὅτι «στό νομικό καί στό πολιτικό ἐποικοδόμημα ἀντιστοιχοῦν συγκεκριμένες μορφές κοινωνικῆς συνειδήσεως». Ὑπάρχει, ἄραγε, ἐδῶ ἁπλός παραλληλισμός ἤ αἰτιώδης σχέση μεταξύ τῶν γνωστῶν θεσμῶν καί τῶν ἰδεῶν; «Δέν καθορίζει ἡ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων», διαβάζουμε παρακάτω, «τό εἶναι τους, ἀλλά, ἀντιθέτως, τό κοινωνικό τους εἶναι καθορίζει τήν συνείδησή τους»[12]. Εἶναι προφανές ὅτι οὔτε μέ αὐτήν τήν ἐπεξήγηση κερδίζει ἡ σκέψη τοῦ Marx ὡς πρός τήν σαφήνεια· διότι, θά διερωτηθεῖ κανείς, μόνον  τό κοινωνικό εἶναι, μόνον οἱ παραγωγικές δυνάμεις καί σχέσεις παραγωγῆς καθορίζουν τήν ἐξέλιξη τῆς συνειδήσεως τῶν ἀνθρώπων, ἤ, ἐκτός ἀπό τούς οἰκονομικούς παράγοντες, καί παράλληλα μέ αὐτούς, ὑπάρχουν καί ἄλλα αἴτια, ἄλλες συνθῆκες, πού καθορίζουν τήν ἐξέλιξη τῆς συνειδήσεώς μας; Τέλος, παραμένει ἀσαφές ἄν αὐτοί οἱ οἰκονομικοί παράγοντες πρέπει νά κατανοοῦνται ὡς παράγωγα αἴτια ἤ μόνον ὡς ἀναγκαῖες συνθῆκες ἐξελίξεως τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως. Τό ἐρώτημα αὐτό μένει χωρίς ἀπάντηση ἀπό τόν Marx, ἐνῶ ἡ μία ἤ ἡ ἄλλη ἐπίλυσή του θά εἶχε γιά ὁποιαδήποτε διδασκαλία τεράστια σημασία. Εἶναι σαφές ὅτι τό ἔδαφος δέν ἀποτελεῖ τό παράγωγο αἴτιο τῆς ἀναπτύξεως ἑνός φυτοῦ, διότι χωρίς τόν σπόρο δέν μπορεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ νά παραγάγει κανένα δημητριακό· τό παράγωγο αἴτιο ἑνός φυτοῦ πρέπει νά ἀναζητηθεῖ στόν ἴδιο τόν σπόρο. Ἀνάλογη διαφορά ὑπάρχει μεταξύ τοῦ παραγώγου αἰτίου καί τῶν συνθηκῶν τῆς ἀναπτύξεως τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως. Ἄραγε διαβλέπει (θά ἦταν ἐξαιρετικῶς σημαντικό νά τό γνώριζε κανείς)  ὁ  Marx στίς παραγωγικές δυνάμεις καί σχέσεις ἐκεῖνο μόνον τό ἔδαφος πάνω στό ὁποῖο, παράλληλα μέ ἄλλα αἴτια, ἀναπτύσσονται συγκεκριμένες μορφές κοινωνικῆς συνειδήσεως ἤ θεωρεῖ ὅτι ὁ οἰκονομικός παράγων ἀποτελεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐπαρκῆ βάση γιά νά ἑρμηνευθεῖ ἡ ἀνάπτυξη τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως;
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, σχεδόν ἡ κάθε λέξη τοῦ γνωστοῦ κειμένου Κριτική τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας προκαλεῖ πολλά ἐρωτήματα καί ἀπορίες. Τό κείμενο δέν ἀφήνει χῶρο γιά ἀμφιβολίες μόνον ὡς πρός τό ἑξῆς: ἡ συνείδηση καί ἡ βούληση τῶν ἀνθρώπων, κατά τήν ἄποψη τοῦ Marx, δέν ἀποτελοῦν παράγοντες ἀναπτύξεως τῆς οἰκονομικῆς διαρθρώσεως τῆς κοινωνίας· οἱ παραγωγικές δυνάμεις δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τήν συνείδηση καί τήν βούλησή τους. Ἀντιθέτως, ἡ διαδικασία ἐξελίξεως τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως καί τῆς βουλήσεως βρίσκεται σέ κάποια ἐξάρτηση ἀπό τίς παραγωγικές δυνάμεις καί τίς παραγωγικές σχέσεις· σέ τί συνίσταται ἡ ἐξάρτηση αὐτή, ὁ Marx δέν καθορίζει ἀκριβῶς.
Ἡ διατύπωση τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ εἶχε δοθεῖ ἀπό τόν Marx κατά τό 1859. Πρό καί μετά τήν ἐποχή ἐκείνη, τόσο αὐτός ὅσο καί ὁ Engels ἐξέφραζαν τίς ἴδιες σκέψεις· ἐν συνεχείᾳ ἄλλαξαν κάπως καί συμπλήρωσαν τήν ἀρχική τους ἰδέα· ὅμως, στήν διδασκαλία τους παρέμειναν οὐσιώδεις ἀσάφειες καί κενά. Στό Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μεταξύ τῶν κυριωτέρων παραγόντων τῆς ἐξελίξεως τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, μαζί μέ τούς τρόπους παραγωγῆς, ἐμφανίζονται τρόποι ἀνταλλαγῆς καί ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων[13]. Στό ἄρθρο «Ἡ 18η Μπρυμαίρ τοῦ Λουδοβίκου Βοναπάρτη» γίνεται λόγος γιά τό «ἐποικοδόμημα διαφόρων αἰσθημάτων, ψευδαισθήσεων, σκέψεων καί ἀντιλήψεων»[14]. Στόν Α΄ τόμο τοῦ ΚεφαλαίουMarx ὑπογραμμίζει τήν σημασία τῶν ἐργαλείων παραγωγῆς ὡς «ἐνδείξεων τῶν κοινωνικῶν σχέσεων τῶν ἀνθρώπων»[15]. «Στήν τεχνική τῆς ἐργασίας», λέγει σ’ αὐτό τό σημεῖο, «ἀποκαλύπτεται ἡ φύση τῶν ζωτικῶν σχέσεων καί τῶν ἀντιστοίχων πρός αὐτές διανοητικῶν ἀντιλήψεων». Στόν Γ΄ τόμο τοῦ ΚεφαλαίουMarx διαβλέπει στίς σχέσεις παραγωγῆς «τήν βάση ὅλης τῆς κοινωνικῆς διαρθρώσεως»[16]· συγχρόνως, ὅμως, παραδέχεται ὅτι αὐτή ἡ οἰκονομική βάση τῆς κοινωνικῆς ἐξελίξεως μπορεῖ νά ἐκδηλώνεται διαφορετικά στήν πραγματικότητα, ἐξαρτώμενη ἀπό μία σειρά συγκεκριμένων συνθηκῶν, ὅπως εἶναι οἱ συνθῆκες τῆς ἐξωτερικῆς φύσεως, οἱ φυλετικές σχέσεις, οἱ ἐξωτερικές ἱστορικές ἐπιρροές. Γενικότερα, σέ ὅλα τά συγγράμματα τοῦ Marx οἱ «ὑλικές συνθῆκες τῆς ὑπάρξεως» ἔχουν τόν ρόλο τοῦ ἀρχικοῦ αἰτίου τῆς ἱστορικῆς διαδικασίας· παντοῦ ὑποδεικνύεται ἡ ἐξάρτηση τῶν ἰδεῶν ἀπό τίς οἰκονομικές σχέσεις, ἀλλά πουθενά δέν βρίσκουμε τόν ἀκριβῆ ὁρισμό τῆς φύσεως αὐτῆς τῆς ἐξαρτήσεως.
Τό ἴδιο θά πρέπει νά πεῖ κανείς γιά τά ἔργα τοῦ Engels. Στήν πολεμική πραγματεία Anti-Dühring λέγει: «τά τελικά αἴτια τῶν κοινωνικῶν ἀνατροπῶν θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν ὄχι στά κεφάλια τῶν ἀνθρώπων, ὄχι στήν αὐξανόμενη κατανόηση ἐκ μέρους τους τῆς αἰώνιας ἀλήθειας καί τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά στήν ἀλλαγή τῶν τρόπων παραγωγῆς καί ἀνταλλαγῆς: θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν ὄχι στήν φιλοσοφία, ἀλλά στήν οἰκονομία τῆς συγκεκριμένης ἐποχῆς»[17]. Στό ἴδιο σύγγραμμα, μεταξύ τῶν τελικῶν αἰτίων πού ἐξηγοῦν τό πολιτικό καθεστώς καί τίς κυρίαρχες ἀντιλήψεις τῆς συγκεκριμένης ἐποχῆς, ὁ Engels περιλαμβάνει καί τούς τρόπους ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων· στό βιβλίο Ἡ καταγωγή τῆς οἰκογένειας [τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καί τοῦ κράτους] περιλαμβάνει καί τήν «ἀναπαραγωγή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς»[18], δηλαδή τήν γενετήσια ἀναπαραγωγή τῶν ἀνθρώπων· τέλος, στό γράμμα πού ἔγραψε κατά τό 1894, ὁ Engels κατατάσσει στά οἰκονομικά αἴτια πού καθορίζουν τήν πορεία τῆς ἱστορίας, τήν τεχνική παραγωγῆς καί μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων, τήν καταγωγή καί τήν γεωγραφική θέση. Γιά τό ὑπό ἐξέταση ζήτημα, τό πιό ἐνδιαφέρον, ἴσως, εἶναι τό χωρίο ἀπό τήν βιογραφία τοῦ Marx πού εἶχε συντάξει ὁ Engels, ὅπου ἐκτιμᾶται ἡ σημασία τῆς δειχθείσης ἀπό τόν τελευταῖο ἀνατροπῆς στήν ἀντίληψη τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. Ὅλη ἡ προηγούμενη ἱστορία, γράφει, προερχόταν ἀπό τήν ἀντίληψη ὅτι τά τελικά αἴτια τῶν ἱστορικῶν ἀλλαγῶν ἀποτελοῦν ἀλλαγές τῶν ἀνθρωπίνων ἰδεῶν καί ὅτι ἀπό ὅλες τίς ἱστορικές ἀλλαγές οἱ σημαντικότερες, οἱ κυρίαρχες σέ ὅλην τήν ἱστορική διαδικασία, εἶναι οἱ πολιτικές. Ἀντιθέτως ὁ Marx ἔχει ἀποδείξει ὅτι οἱ ἰδέες δέν συνιστοῦν τά πρωταρχικά αἴτια τῆς ἱστορικῆς διαδικασίας, ὅτι οἱ ἀλλαγές στίς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων, ὅπως καί οἱ πολιτικές ἀνατροπές, καθορίζονται ἀπό τόν ταξικό ἀγῶνα, πού ἀποτελεῖ τήν οὐσία τῆς ἱστορίας[19]. Μέ ἀκριβῆ γνώση τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς δεδομένης κοινωνίας, ὅλα τά ἱστορικά φαινόμενα, καί συγκεκριμένα ὅλες οἱ ἀντιλήψεις καί οἱ ἰδέες τῆς δεδομένης ἐποχῆς, ἐξηγοῦνται κατά τόν πλέον ἁπλό τρόπο, «κατά τίς ζωτικές συνθῆκες τῆς οἰκονομίας καί τίς καθορισμένες ὑπ’ αὐτῶν κοινωνικές καί πολιτικές σχέσεις». Ὁ Marx, γιά πρώτη φορά, κατέστησε σαφές τό γεγονός πού ἀγνοοῦσαν οἱ ἱστορικοί, ὅτι «οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά τρῶνε, νά πίνουν, νά κατοικοῦν σέ σπίτια καί νά ντύνονται, ἄρα νά ἐργάζονται, προτοῦ νά ἐκφράσουν τίς διαφωνίες τους γιά τήν ἐξουσία καί νά ἀσχοληθοῦν μέ τήν πολιτική, τήν θρησκεία, τήν φιλοσοφία κ.ἄ.»[20]. Ἡ οἰκονομική ἑρμηνεία τῆς γενέσεως τῶν ἰδεῶν, ὅπως προκύπτει, φαντάζει, γιά τόν Engels, ἁπλή καί ἐξαντλητική. Ἄς δοῦμε λοιπόν ἄν τά πράγματα ἔχουν ἔτσι.


ΙΙ


Γιά τό ζήτημα τῶν σχέσεων τῶν ἰδεῶν μέ τήν οἰκονομική διάρθρωση τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, παρατηρεῖται, τόσο στόν Marx ὅσο καί στόν Engels, τυπική ταλάντευση μεταξύ τῶν δύο διαφορετικῶν χαρακτηρισμῶν.
Ἀπό τήν μία πλευρά, οἱ «μορφές τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως» εἶναι γι’ αὐτούς κατ’ οὐσίαν τό «ἐποικοδόμημα». Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, βλέπουν στίς ἰδέες ἀντανακλάσεις τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων, τό «κοστούμι» ἤ τήν «μάσκα» τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Οἱ ἐκφράσεις αὐτές ἀπαντῶνται συχνά στό βιβλίο γιά τόν Feuerbach[21] καί σέ ἄλλα ἔργα τοῦ Engels. Ἡ ἴδια σκέψη, παρεμπιπτόντως, καταγράφεται στό Κομμουνιστικό Μανιφέστο πού εἶχαν συντάξει ὁ Μarx καί ὁ Engels. Ὁ Marx στόν «Πρόλογο» τῆς Κριτικῆς τῆς φιλοσοφίας τοῦ δικαίου κατά τόν Hegel χαρακτηρίζει τήν θρησκεία ὡς οὐράνια ἀντανάκλαση τῶν ἐπιγείων σχέσεων καί ἰδιαιτέρως τῶν ἐπιγείων μαρτυρίων τῆς ἀνθρωπότητας. Συνεπῶς, γι’ αὐτόν, «ἡ κριτική τοῦ οὐρανοῦ μεταβάλλεται σέ κριτική τῆς γῆς, ἡ κριτική τῆς θρησκείας σέ κριτική τοῦ δικαίου, ἡ κριτική τῆς θεολογίας σέ κριτική τῆς πολιτικῆς»[22]. Στόν Α΄ τόμο τοῦ Κεφαλαίου ἀναφέρεται στόν χριστιανισμό ὡς ἀντανάκλαση τῆς ἐμπορικῆς παραγωγῆς[23]. Ἡ θρησκεία εἶναι, γι’ αὐτόν, ἀντανάκλαση τοῦ οἰκονομικοῦ status·  οἱ θρησκευτικές ἰδέες τῆς ἀστικῆς τάξεως ἀνάγονται στήν λατρεία τοῦ ἐμπορίου· στίς σχέσεις δικαίου τῆς ἀστικῆς κοινωνίας, μορφή τῶν ὁποίων εἶναι τό συμβόλαιο, «ἀντανακλῶνται» οἱ οἰκονομικές σχέσεις. 
 Δέν εἶναι δύσκολο νά βεβαιωθεῖ κανείς ὅτι ἐδῶ ἔχουμε νά κάνουμε μέ χαρακτηρισμούς ὄχι μόνον διαφορετικούς ἀλλά καί μεταξύ τους ἀσυμβίβαστους. Τό «ἐποικοδόμημα» δέν εἶναι, σέ καμμία περίπτωση, «ἀντανάκλαση» τοῦ θεμελίου του καί, προφανῶς, δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει γι’ αὐτό σάν «κοστούμι».  Ἡ ἐπιστημονική ἑρμηνεία τῆς σχέσεως τῶν ἰδεῶν μέ τήν οἰκονομία, στόν Marx καί στόν Engels, ἀντικαθίστανται ἀπό ἀντιφατικές μεταξύ τους συγκρίσεις καί παραστάσεις.
Ὁ χαρακτηρισμός τῶν ἰδεῶν ὡς ἀντανάκλαση οἰκονομικῶν σχέσεων[24] εἶναι ἀρκετά διαδεδομένος μεταξύ τῶν διαδόχων τοῦ Marx. Γι’ αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας σ’ αὐτόν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, προκαλεῖ ἐντύπωση ὅτι οἱ λέξεις, ὅπως ἀντανάκλαση, εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀόριστες ἐκφράσεις πού δέν ἐξηγοῦν τίποτε. Γενικότερα, κάθε ἀντανάκλαση εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἀποτέλεσμα τῆς κοινῆς ἐνεργείας δύο τουλάχιστον αἰτίων- τοῦ ἀντικειμένου πού ἀντανακλᾶται σέ κάτι καί τοῦ περιβάλλοντος πού ἀντανακλᾶ μέσα του τό συγκεκριμένο ἀντικείμενο. Λ.χ. ἡ ἀντανάκλασή μου στόν καθρέφτη καθορίζεται ὄχι μόνον ἀπό τίς ἰδιότητες τοῦ παρουσιαστικοῦ μου ἀλλά καί ἀπό τίς ἰδιότητες τοῦ ἴδιου τοῦ καθρέφτη. Ἡ ἀντανάκλασή μου στόν λεῖο, λακαρισμένο καθρέφτη θά ἀναπαράγει μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια τά χαρακτηριστικά μου· ὅμως, ἡ ἀντανάκλασή μου σέ κοῖλο καθρέφτη ἤ σέ στρογγυλό σαμοβάρι δέν θά μοιάζει καθόλου μέ τό πρωτότυπο ἤ θά ἔχει μαζί του ὁμοιότητες γελοιογραφίας. 
Γι’ αὐτό, ἐάν ἰσχυρισθοῦμε, μαζί μέ τόν Marx καί τόν Engels, ὅτι οἱ πολιτικές, ἠθικές καί θρησκευτικές ἰδέες εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀντανακλάσεις τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων, τῶν συμφερόντων καί τῶν ἀπαιτήσεων, δέν σημαίνει ὅτι δίνουμε μία ἱκανοποιητική ἑρμηνεία τῶν ἰδιαιτεροτήτων αὐτῶν τῶν ἰδεῶν.  Πρῶτα ἀπό ὅλα, τίθεται τό ζήτημα ἄν σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ἡ ἀντανάκλαση μοιάζει στό πρωτότυπο, ἄν ὑπάρχει ὁμοιότητα μεταξύ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων καί τῶν ἰδεῶν ἐκείνων πού κατά τόν Marx καί κατά τόν Engels ἀποτελοῦν ἀντανακλάσεις. Ἀπό τά παραδείγματα, πού ἀναφέρουν καί οἱ δύο συγγραφεῖς, εἶναι προφανές ὅτι δέν μπορεῖ νά γίνει λόγος γιά καμμία ὁμοιότητα. Ἄς πάρουμε [σάν παράδειγμα] τίς πολιτικές ἰδέες. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Engels στό βιβλίο γιά τόν Feuerbach ἀποκαλεῖ τό κράτος «ἀντανάκλαση τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν καί τῆς παραγωγῆς τῆς κυρίαρχης τάξεως»[25]. Εἶναι προφανές ὅτι ἐδῶ ἔχουμε νά κάνουμε μέ μία ἀντανάκλαση πού δέν παρουσιάζει τήν παραμικρή ὁμοιότητα μέ τό ἀντανακλώμενο ἀντικείμενο. Ἀποκαλώντας τό κράτος «ἀντανάκλαση» ὁ Engels, ἤθελε νά πεῖ, προφανῶς, ὅτι τό κράτος ἀποτελεῖ ὄργανο καταπιέσεως τῶν κατωτέρων τάξεων ἀπό τήν κυρίαρχη τάξη, ὅτι ἀποτελεῖ σκόπιμο μέσο γιά τά συμφέροντα τῆς τελευταίας καί ὄχι ὅτι ἔχει κάποια ὁμοιότητα[26] μέ τά συμφέροντα αὐτά. Ἄς δοῦμε ἄλλα παραδείγματα. Ἐάν ὁ Marx καί ὁ Engels, σέ κάποια ἔργα τους, ἀπεικονίζουν τίς ἰδέες τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ὡς ἀντανάκλαση συμφερόντων τῆς ἀστικῆς τάξεως ἤ τήν χριστιανική θρησκεία ὡς ἀντανάκλαση τῆς καπιταλιστικῆς παραγωγῆς, αὐτό, ἄραγε,  σημαίνει ὅτι ἡ ἐκμετάλλευση τῶν μή ἐχόντων ἀπό τούς ἔχοντες παρουσιάζει κάποια ὁμοιότητα[27] μέ τήν θρησκεία τῆς ἀγάπης καί τῆς συγχωρήσεως τῶν πάντων ἤ μέ τίς ἰδέες τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητας καί τῆς ἀδελφότητας; Εἶναι προφανές ὅτι ἐδῶ γίνεται λόγος περί τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ ἰδέες τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ὀφείλουν τήν ὕπαρξή τους σ’ ἐκεῖνα τά ἀστικά συμφέροντα, γιά τά ὁποῖα λειτουργοῦν ὡς προκάλυμμα καί δικαιολογία, καί περί τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ χριστιανική θρησκεία ἀντλεῖ τήν ζωτική της δύναμη ἀπό τίς συνθῆκες τῆς καπιταλιστικῆς παραγωγῆς στίς ὁποῖες δίδει, δῆθεν, μία θρησκευτική ἔγκριση.
Μεταξύ τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων, πού κατά τόν Marx καί τόν Engels λειτουργοῦν ὡς ἡ πραγματική βάση τῆς ἱστορίας, καί τῆς ἰδεολογικῆς ἀντανακλάσεώς τους στούς ἀνθρώπους ἤ στούς ἀνθρώπινους θεσμούς δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή ὁμοιότητα. Πῶς ἐξηγεῖται αὐτό; Ἐξηγεῖται, προφανῶς, μέ τό γεγονός ὅτι οἱ ἰδιότητες τῆς κάθε ἀντανακλάσεως καθορίζονται ὄχι μόνον ἀπό τίς ἰδιαιτερότητες τοῦ ἀντανακλώμενου ἀντικειμένου ἀλλά καί ἀπό τίς ἰδιαιτερότητες τοῦ ἀντανακλοῦντος περιβάλλοντος. Γιά νά ἐξηγήσει κανείς πῶς ἀντανακλῶνται οἱ οἰκονομικές σχέσεις στόν ἄνθρωπο, θά πρέπει νά λάβει ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τίς οἰκονομικές σχέσεις ἀλλά καί τόν ἄνθρωπο γενικότερα, ὅλον τόν ψυχισμό τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπεξεργάζεται σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῆς λογικῆς καί τῆς ψυχολογίας τό ποικίλο ὑλικό τῶν ἐντυπώσεων πού ἔχει ἀντληθεῖ ἀπό τήν σφαῖρα τῆς οἰκονομίας. Ἐδῶ ἡ οἰκονομική ἑρμηνεία τῆς ἱστορίας φθάνει στό τέλος: εἶναι προφανές ὅτι μόνον μέ τά οἰκονομικά αἴτια δέν θά ἑρμηνεύσουμε οὔτε ἐκεῖνες τίς ἰδέες πού λειτουργοῦν ὡς δικαιολογία τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Γιά νά κατανοηθεῖ ὁτιδήποτε στήν γένεση καί στήν ἐξέλιξη τῶν ἰδεῶν, εἶναι ἀναγκαῖο νά ἑστιάσει κανείς στίς ἰδιαιτερότητες τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ, δηλαδή νά εἰσαχθεῖ στήν ἱστορία ἕνας παράγων πού δέν ἀνάγεται οὔτε στίς παραγωγικές δυνάμεις οὔτε στίς οἰκονομικές σχέσεις.
Κατ’ οὐσίαν, ἡ ἔκφραση «ἀντανάκλαση» δέν ταιριάζει καθόλου μέ τήν ἀπεικόνιση τῶν ἰδεῶν στίς οἰκονομικές σχέσεις. Γι’ αὐτό ὁ Engels καταφεύγει, συχνότερα καί μέ μεγαλύτερη βούληση, σέ ἄλλες ἐκφράσεις. Λ.χ, ἀποκαλεῖ τίς ἰδέες «κοστούμι» ἤ «μάσκα» τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Στό βιβλίο του γιά τόν Feuerbach λέγει ὅτι τόν καιρό τῆς ἀγγλικῆς ἐπαναστάσεως ὁ καλβινισμός λειτούργησε ὡς «κοστούμι» γιά τά συμφέροντα τῆς ἀστικῆς τάξεως[28]· στό ἴδιο σημεῖο ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ χριστιανισμός στό τελευταῖο στάδιο τῆς ἐξελίξεώς του λειτουργεῖ σάν «ἰδεολογικό ἔνδυμα» μόνον τῶν κυρίαρχων τάξεων[29]· στό ἄρθρο γιά τόν «πρώϊμο χριστιανισμό»[30] ἀποκαλεῖ τήν θρησκεία «μάσκα τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων».
Ἐδῶ ἡ ἀνεπάρκεια τῆς οἰκονομικῆς ἑρμηνείας τῆς ἱστορίας φαίνεται πιό παραστατικά. Δέν θά ὑπεισέλθω ἐδῶ στήν ἀνάλυση τῆς περίεργης ἀπόψεως περί τοῦ γεγονότος ὅτι κάθε θρησκεία, καθ’ ἑαυτή, εἶναι μόνον «μάσκα τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων», ἄν καί γιά τήν ἀναίρεσή της ἀρκεῖ ἡ πλέον ἐπιφανειακή γνωριμία μέ τήν ἱστορία τῆς θρησκείας. Προτιμῶ νά ἐπισημάνω ἐκεῖνο τό μερίδιο ἀλήθειας πού περικλείεται στούς λόγους τοῦ Engels. Οἱ κυρίαρχες τάξεις, ὄντως, ἀρέσκονται νά καλύπτουν τά συμφέροντά τους μέ κάποια ἰδεολογία καί πολύ πρόθυμα καταφεύγουν στήν μία ἤ τήν ἄλλη θρησκεία. Λ.χ. οἱ ἰδιοκτῆτες φυτειῶν τῆς Ἀμερικῆς δικαιολογοῦσαν τήν δουλεία, [λέγοντας] ὅτι δυνάμει τῆς καθορισθείσης ὑπό τοῦ Θεοῦ τάξεως τῶν πραγμάτων ἡ λευκή, ὡς ἀνώτατη φυλή, πρέπει νά κυριαρχεῖ ἐπί τῆς μαύρης ὡς κατώτερης, θρασείας φυλῆς. Ἀνάλογα ἐπιχειρήματα διατυπώνονταν ἀπό τούς δικούς μας φεουδάρχες, γιά νά δικαιολογήσουν τήν ἐξουσία, τήν δοθεῖσα ὑπό τοῦ Θεοῦ, τοῦ πατέρα-γαιοκτήμονα ἐπί τῶν τέκνων-δουλοπάροικων. Γενικότερα, τά συντηρητικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένων τῶν συγχρόνων συντηρητικῶν, ἀρέσκονται νά παρουσιάζουν τήν ἐπωφελῆ γι’ αὐτούς τάξη τῶν πραγμάτων, ὡς τάξη κραταιά καί κοινωνική, καθορισθεῖσα ἀπό τόν Θεόν. Ἡ ἴδια ἐπιδίωξη νά βροῦν στήν θρησκεία στήριγμα γιά τά ταξικά συμφέροντά τους παρατηρεῖται ὄχι μόνον μεταξύ τῶν κυρίαρχων ἀλλά καί μεταξύ τῶν ἀσθενῶν τάξεων. Ἔτσι, κατά τήν ἐποχή τοῦ Λουθήρου, οἱ Γερμανοί ἀγρότες πού εἶχαν ἐξεγερθεῖ κατά τῶν ἀφεντικῶν τους, ἰσχυρίζονταν ὅτι δέν θέλουν νά λειτουργοῦν ὡς ἰδιοκτησία τῶν γαιοκτημόνων, διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τόν τσοπάνη μέχρι τόν βασιλιά, ἔχουν ἐξιλεωθεῖ μέ τό αἷμα τοῦ Σωτῆρος, ἄρα δέν πρέπει νά εἶναι δοῦλος κανείς σέ κανένα. Στόν λαό μας, μερικές φορές μπορεῖ νά ἀκούσει τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἐκκλησία προσεύχεται, δῆθεν, μόνον ὑπέρ τῶν «ὀρθοδόξων ἀγροτῶν» καί ὄχι ὑπέρ τῶν «τῶν πλουσίων καί τῶν εὐγενῶν». Ἐάν, ὅμως, ἡ θρησκεία προβαλλόταν, κατά καιρούς, σάν προκάλυμμα κάποιων τάξεων, δέν εὐθύνεται γι’ αὐτό οὔτε ἡ ἴδια οὔτε, εἰδικότερα, ὁ χριστιανισμός πού εὐαγγελίζεται τήν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί, συνεπῶς, ἵσταται πάνω ἀπό ὁποιεσδήποτε τάξεις· εὐθύνονται γι’ αὐτό οἱ ἄνθρωποι πού, ἄστοχα, ἀναμειγνύουν τήν Πρόνοια μέ τά ἐπίγεια συμφέροντά τους καί συχνά μέ τήν λάσπη τῆς ζωῆς τους. Ἄλλωστε, ὅπως κι ἄν ἔχουν τά πράγματα, ἡ συνειδητή ἤ ἡ ἀσυνείδητη ὑποκρισία, τόσο ἡ προσωπική ὅσο καί ἡ ταξική, εἶναι ἀναμφισβήτητη· ὅμως, αὐτή καί μόνον ὁμιλεῖ κατά καί ὄχι ὑπέρ τοῦ Engels.
Στήν ὑποκρισία αὐτή ὑπάρχουν, προφανῶς, δύο πλευρές. Πρῶτον, τό ταξικό συμφέρον καί δεύτερον, ἡ ἐνάρετη μάσκα μέ τήν ὁποία αὐτό καλύπτεται. Σέ πολλές, ἄν ὄχι στήν πλειοψηφία, τῶν περιπτώσεων μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων δέν ὑπάρχει κάτι τό κοινό. Τί κοινό μπορεῖ νά ὑπάρχει λ.χ. μεταξύ τῆς δουλοπαροικίας, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μή ἐχόντων καί τῆς εὐλάβειας; Προφανῶς τίποτε. Ἐάν λέγομε ὅτι ἡ εὐλάβεια ἀποτελεῖ μάσκα γιά κάποια ἰδιοτελή συμφέροντα, τότε ἰσχυριζόμαστε ὅτι τά συμφέροντα αὐτά εἶναι, κατ’ οὐσίαν, ξένα ὡς πρός τήν εὐλάβεια, ὅτι ἡ μάσκα διαφέρει ριζικά ἀπό αὐτό γιά τό ὁποῖο λειτουργεῖ σάν μάσκα.
  Τίθεται, λοιπόν, τό ἐρώτημα πῶς βρέθηκε αὐτή ἡ μάσκα καί ἀπό ποῦ προέκυψε. Ἐάν ἑρμηνεύσουμε τήν ὑποκρισία ἤ μέ συνειδητές ἐκτιμήσεις ἤ μέ κάποια ἀσυνείδητα μοτίβα-παροτρύνσεις γιά τά ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι δέν δίδουν σαφῆ ἐξήγηση στόν ἑαυτό τους, θά πρέπει, ἐν πάσῃ περιπτώσει, γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ φαινομένου, νά εἰσαγάγουμε ἕνα ψυχικό παράγοντα, πού δέν ἔχει σχέση μέ τά συμφέροντα, ἐκείνη τήν δραστηριότητα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τό ὑλικό συμφέρον ἐνδύεται μέ τό μή προσιδιάζον σ’ αὐτό περίβλημα ἰδεῶν. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, εἶναι σαφές ὅτι μέ τά οἰκονομικά συμφέροντα δέν θά ἑρμηνεύσουμε οὔτε τήν εἰλικρινῆ εὐλάβεια οὔτε τήν ψεύτικη εὐλάβεια. Τό οἰκονομικό συμφέρον, καθ’ ἑαυτό, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει καμμία ἰδέα· ὠθούμενοι ἀπό τό συμφέρον, μποροῦμε, σέ μερικές περιπτώσεις, νά κατανοήσουμε τήν ἀναγκαιότητα τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ἰδέας· ὅμως, αὐτή ἡ ἀναγκαιότητα δέν μπορεῖ νά δημιουργήσει τίς ἀντίστοιχες σ’ αὐτήν ἰδέες, ὅπως ἡ πείνα δέν μπορεῖ νά δημιουργήσει ψωμί.
Ἐάν προσέξουμε τό ἴδιο τό γεγονός τῆς ταξικῆς ὑποκρισίας, αὐτό θά ἀποδειχθεῖ γιά μᾶς διδακτικό καί γιά ἄλλους λόγους. Αὐτή ἡ ὑποκρισία εἶναι ὁ φόρος[31], τόν ὁποῖο τά συμφέροντα ὑποχρεοῦνται νά πληρώνουν στίς ἰδέες. Τό γεγονός ἐκεῖνο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδή ντρέπονται γιά τά ἰδιοτελή συμφέροντά τους, προσπαθοῦν νά τά καλύψουν μέ κάθε τρόπο, νά τά κλείσουν κάτω ἀπό τήν μάσκα τῶν ἠθικῶν καί τῶν θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων, ἀποδεικνύει ὅτι τό συμφέρον δέν εἶναι ἡ μοναδική δύναμη πού καθοδηγεῖ τήν ἀνθρώπινη κοινωνία: Ἐάν τά ταξικά συμφέροντα πρέπει νά ὑπολογίζουν, μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο, τίς κυρίαρχες στήν κοινωνία θρησκευτικές, ἠθικές καί περί δικαίου ἀντιλήψεις, νά ἀναζητοῦν σ’ αὐτές τήν δικαιολογία καί τό στήριγμα, αὐτό ἀποδεικνύει ὅτι πάνω ἀπό τά ταξικά συμφέροντα ὑπάρχει ἄλλη, διαφορετική ἀπό αὐτά καί ἀνώτερη ὡς πρός αὐτά δύναμη- ἡ δύναμη τῆς ἰδέας. 


ΙΙΙ


Ὅσον ἀφορᾶ τό ζήτημα τῆς σημασίας τῶν ἰδεῶν, στήν ἱστορία τῆς κριτικῆς τοῦ μαρξισμοῦ ἐπισημαίνεται κάποια ἐξέλιξη πού ἔχει συντελεσθεῖ στίς ἀντιλήψεις τοῦ Marx καί κυρίως τοῦ Engels. Συγκεκριμένα, κατά τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς τους ὁ Marx καί ὁ Engels εἶχαν μεταβάλλει κάπως τήν ἀρχική τους ἄποψη, δηλαδή εἶχαν ἀρχίσει νά ἀναγνωρίζουν ὅτι τήν ἱστορική ἐξέλιξη ἐπηρεάζουν, ἐκτός ἀπό τά οἰκονομικά αἴτια, καί ἄλλες, μή οἰκονομικές ἀρχές. Ἔτσι ὁ Marx στόν Γ΄ τόμο τοῦ Κεφαλαίου λέγει ὅτι ἡ πολιτική ἰσχύς τοῦ κράτους, ἄν καί ἀρχικῶς εἶναι καθορισμένη ἀπό τίς οἰκονομικές σχέσεις, μπορεῖ ἡ ἴδια, μέ τήν σειρά της, νά ἐπηρεάζει τίς οἰκονομικές σχέσεις[32]. Ὁ Engels, στό γράμμα πού εἶχε γράψει κατά τό 1890, ἀναγνωρίζει εὐθέως ὅτι καί ὁ ἴδιος καί ὁ Marx ὑπερέβαλαν παλαιότερα τήν σημασία τοῦ οἰκονομικοῦ παράγοντος στήν ἱστορία. Ἡ παραγωγή καί ἡ ἀναπαραγωγή τῆς πραγματικῆς ζωῆς, γράφει, εἶναι ἡ καθοριστική στιγμή· ὅμως, αὐτή δέν εἶναι ἡ μοναδική[33] στιγμή πού προκαθορίζει τήν πορεία τῆς ἱστορίας: τήν ἱστορική διαδρομή ἐπηρεάζουν, ἐκτός αὐτοῦ, διάφορα στοιχεῖα τοῦ πολιτικοῦ καί τοῦ νομικοῦ ἐποικοδομήματος πάνω στήν οἰκονομική βάση, οἱ μορεφές τῆς κρατικῆς δομῆς, οἱ μορφές δικαίου καί, τέλος, ὅλες οἱ πιθανές ἀντανακλάσεις τοῦ ταξικοῦ ἀγώνα στόν ἄνθρωπο, δηλαδή οἱ πολιτικές καί οἱ νομικές θεωρίες, οἱ φιλοσοφικές καί οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις. Μέ δύο λόγια, ὁ Engels ἀναγνωρίζει τήν σημασία τῶν ἰδεολογικῶν παραγόντων στήν ἱστορία.
Νομίζω, ὅμως, ὅτι οἱ κριτικοί, πού διακρίνουν στά λόγια τοῦ Engels κάποια ὑποχώρηση ἀπό τίς βασικές ἀρχές τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ, ὑπερβάλλουν κάπως ὅσον ἀφορᾶ στήν σημασία τῆς ἀλλαγῆς πού συντελέσθηκε στήν σκέψη του. Στήν πραγματικότητα, οἱ σκέψεις πού ἔχει διατυπώσει ὁ Engels κατά τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἀποτελοῦν μᾶλλον συμπλήρωση τῆς ἀρχικῆς θέσεως τοῦ Marx παρά ὑποχώρηση ἀπό αὐτήν[34]. Ἄν καί ὁ Engels ὁμιλεῖ περί τῶν ἰδεῶν ὡς αἰτίων τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως, δέν ἀναγνωρίζει σ’ αὐτές τήν σημασία τῶν φορέων τῶν πρώτων αἰτίων: οἱ ἰδέες ἐξακολουθοῦν νά ἐξετάζονται σάν ἀντανακλάσεις τοῦ ταξικοῦ, δηλαδή τοῦ οἰκονομικοῦ ἀγώνα στούς ἀνθρώπους· τούς πολιτικούς καί τούς νομικούς θεσμούς ἐξακολουθεῖ νά τούς χαρακτηρίζει ὡς «ἐποικοδόμημα» πάνω στήν οἰκονομική βάση· τέλος, ἡ παραγωγή παραμένει γι’ αὐτόν ἡ «ἔσχατη ἱεραρχική βαθμίδα» στήν ἱστορία. Μέ δύο λόγια, ἡ σκέψη τοῦ Engels συνοψίζεται στό ὅτι μοναδικός πρωταρχικός παράγων τῆς ἱστορίας εἶναι ἐκεῖνος πού καθορίζει τήν πορεία της στήν ἔσχατη ἱεραρχική βαθμίδα[35] εἶναι ὁ οἰκονομικός- ἡ παραγωγή· ὅλα τά ἄλλα αἴτια πού ἐπηρεάζουν τήν πορεία τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως- οἱ νομικοί καί οἱ πολιτικοί θεσμοί, ὅπως οἱ ἰδέες- εἶναι κατ’ οὐσίαν αἴτια μή πρωταρχικά ἀλλά παράγωγα, καθορισμένα ἀπό τήν λειτουργία τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν· τά ἰδεολογικά αἴτια εἶναι, κατ’ οὐσίαν, εἴτε στοιχεῖα ἐποικοδομήματος πάνω στήν οἰκονομική βάση εἴτε ἀντανακλάσεις οἰκονομικῆς πάλης στούς ἀνθρώπους.
Στά γράμματα τοῦ Engels, κατά τήν δεκαετία τοῦ 1890, ἡ ἄποψη τοῦ Marx παρουσιάζεται σέ τελειοποιημένη μορφή· ἀλλά καί ὑπό τήν μορφή αὐτή δέν ἀντέχει τήν κριτική. Ἡ ἀδυναμία της ἀποκαλύπτεται, ὅταν ἐμβαθύνουμε στήν οὐσία τῆς παραγωγῆς, τοῦ παράγοντος ἐκείνου πού ὁ Marx θεωρεῖ βασικό αἴτιο τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως. Στόν Α΄ τόμο τοῦ ΚεφαλαίουMarx χαρακτηρίζοντας τήν ἀνθρώπινη ἐργασία, λέγει παρεμπιπτόντως τό ἑξῆς: «Ἐμεῖς προϋποθέταμε στόν στοχασμό μας τέτοια κατάσταση ἐργασίας, ἡ ὁποία προσιδιάζει ἀποκλειστικῶς στόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀράχνη ἐπιτελεῖ λειτουργίες πού μοιάζουν μέ τίς ἐνέργειες τοῦ ὑφαντουργοῦ, ἐνῶ ἡ μέλισσα μπορεῖ νά ντροπιάσει μέ τήν οἰκοδόμηση τῶν κέρινων κυψελῶν της τόν ὁποιονδήποτε ἀρχιτέκτονα. Ὅμως ὑπάρχει κάτι πού διακρίνει ἐξ ἀρχῆς τόν κακό ἀρχιτέκτονα ἀπό τήν καλή μέλισσα. Συγκεκριμένα, προτοῦ νά πλάσει τήν κυψέλη ἀπό τό κερί, τήν εἶχε ἤδη χτίσει στό κεφάλι του. Στό τέλος τῆς ἐργασίας προκύπτει τό συμπέρασμα τό ὁποῖο στήν ἀρχή τῆς διαδικασίας ὑπῆρχε στήν ἀντίληψη τοῦ ἐργάτη καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὑπῆρχε ἤδη ἰδανικά. Ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀλλάζει τήν μορφή τῆς ὕλης πού τοῦ ἔχει δοθεῖ ἀπό τήν φύση ἀλλά καί πραγματοποιεῖ σ’ αὐτό τό φυσικό ὑλικό τόν σκοπό του τόν ὁποῖον συνειδητοποιεῖ, ὁ ὁποῖος, σάν κανόνας, καθορίζει τόν τρόπο τῆς ἐνέργειάς του καί στόν ὁποῖο πρέπει νά ὑποτάξει τήν βούλησή του. Καί ἡ ὑποταγή αὐτή δέν εἶναι μεμονωμένη πράξη. Ἐκτός ἀπό τήν ἔνταση τῶν ὀργάνων πού ἐκτελοῦν τήν σωματική ἐργασία, σέ ὅλην τήν διάρκειά της εἶναι ἀπαραίτητη ἡ σκόπιμη βούληση πού ἐκδηλώνεται στήν προσοχή· καί [ἡ βούληση] εἶναι ἀπαραίτητη πολύ περισσότερο, ὅσο λιγότερο ἡ ἐργασία ὡς πρός τό περιεχόμενό της καί τόν τρόπο ἐκτελέσεώς της συναρπάζει τόν ἐργάτη, ὅσο λιγότερο ὁ ἐργάτης τήν ἀπολαμβάνει σάν ἐλεύθερο παιχνίδι τῶν σωματικῶν καί τῶν πνευματικῶν δυνάμεών του»[36].
Εἶναι δύσκολο νά βρεῖ κανείς πιό ἐπικίνδυνη ἀντίρρηση κατά τῆς φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας τοῦ Marx ἀπό τόν χαρακτηρισμό τῆς ἐργασίας τόν ὁποῖο παρέχει ὁ ἴδιος. Ὅσον ἀφορᾶ τό περιεχόμενο τῆς φιλοσοφίας τῆς ἐργασίας, ἡ «ὅλη πνευματική διαδικασία» πού βιώνει ἡ κοινωνία καθορίζεται ἀπό τήν παραγωγή: σέ καμμία περίπτωση, οἱ συνειδητές ἐπιλογές τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι πρωταρχικά αἴτια τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως, διότι τό περιεχόμενό τους καθορίζεται ἀπό τίς παραγωγικές σχέσεις. Ἐν τῷ μεταξύ, ἀπό τό προαναφερθέν χωρίο προκύπτει ὅτι κάθε ἐργασία καί συνεπῶς κάθε παραγωγή εἶναι καθορισμένη ἀπό τήν ἰδέα[37]: προτοῦ νά ἀναλάβει τήν ἐργασία, ὁ ἄνθρωπος τήν ἔχει ἤδη ἐπιτελέσει στό μυαλό της. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἰδέα, ὡς συνειδητός τρόπος παραγωγῆς, προηγεῖται τῆς ἴδιας τῆς παραγωγῆς· ἡ παραγωγή εἶναι ἐνσάρκωση τῆς ἰδέας στήν ὕλη. Ἐάν, ὅμως, εἶναι ἔτσι, τότε, ὡς φαινόμενο, καθορισμένο ἀπό τήν ἰδέα, ἡ παραγωγή δέν μπορεῖ νά εἶναι πλέον ὁ πρωταρχικός[38] παράγων τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως.
Ἀκριβῶς τό ἴδιο μπορεῖ νά λεχθεῖ σχετικά μέ ὅλους τούς οἰκονομικούς παράγοντες τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως: ἡ κατάσταση τῆς τεχνικῆς καί οἱ τρόποι μετακινήσεως καθορίζονται, κατά πρῶτον, ἀπό ἐκείνους τούς συνειδητούς σκοπούς παραγωγῆς καί μετακινήσεως καί, κατά δεύτερον, ἀπό μία ὁλόκληρη σειρά ἐφευρέσεων στήν σφαῖρα τῆς μηχανικῆς. Ἡ δημιουργική δραστηριότητα τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ καί ἡ σκόπιμη βούληση προηγοῦνται, καί πάλι, τοῦ οἰκονομικοῦ φαινομένου καί τό καθορίζουν ἀφ’ ἑαυτοῦ: ἡ κάθε οἰκονομία ἀποτελεῖ ἐκδήλωση συνειδητῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ οἰκονομία καθορίζεται ὄχι μόνον ἀπό τήν δραστηριότητα τῆς συνειδήσεως καί τῆς βουλήσεως ἀλλά καί ἀπό μία σειρά ἀνεξαρτήτων ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐξωτερικῶν συνθηκῶν τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, ὅπου αὐτός πραγματοποιεῖ τούς οἰκονομικούς σκοπούς του. Ὅμως, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἡ οἰκονομία εἶναι ἕνα  περίπλοκο ἀποτέλεσμα τῆς ἀλληλεπιδράσεως τῆς συνειδητῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ περιβάλλοντος πού τόν περιβάλλει, δέν μπορεῖ νά ἐξετάζεται πλέον ὡς παράγων πού καθορίζει στήν ἔσχατη ἱεραρχική βαθμίδα τήν πορεία τῆς ἀνθρώπινης ἐξελίξεως. Ὁ Engels, ὅπως ἔχουμε δεῖ, ἐπέπληττε τόν παλαιό ὑλισμό ὄχι ἐπειδή ἔβλεπε στίς ἰδέες του τά αἴτια τῆς κοινωνικῆς ἐξελίξεως, ἀλλά δέν ἐπιχειροῦσε νά τίς ἀναγάγει στά πρωταρχικά αἴτια. Ἀνάλογη ἐπίπληξη μπορεῖ νά γίνει καί στόν ἴδιο τόν Engels. Τό λάθος του δέν συνίσταται στό ὅτι βλέπει στά οἰκονομικά φαινόμενα ἕνα σημαντικό παράγοντα τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως ἀλλά στό ὅτι δέν θεωρεῖ ἀναγκαῖο νά ἀναγάγει αὐτά τά φαινόμενα στά πρωταρχικά τους αἴτια.
Σήμερα, δέν πρόκειται νά ἀρνηθεῖ κανείς τόν σημαντικό ρόλο τῶν οἰκονομικῶν αἰτίων στήν ἱστορία· ἡ ἀναμφίβολη συμβολή τοῦ Marx καί τῶν διαδόχων του συνίσταται στό ὅτι ὑπογράμμισαν καί πρόβαλαν τήν σημασία τους. Ἀλλά στήν ἔσχατη ἱεραρχική βαθμίδα ἡ πορεία τῆς ἱστορίας καθορίζεται ὄχι ἀπό οἰκονομικά αἴτια, ἀλλά ἀπό μία σειρά πρωταρχικῶν δεδομένων, πού καθορίζουν τήν ἴδια τήν κοινωνία, ὅπως καί ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς: [καθορίζεται] ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ ἐξωτερικοῦ περιβάλλοντος, ἀπό τίς ἰδιαιτερότητες τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κοινωνίας καί, τέλος, ἀπό τήν σφαῖρα τοῦ πρέποντος, πού κατευθύνει τήν συνείδηση καί τήν δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου. 






IV


Οἱ ἐλλείψεις τῆς μαρξικῆς διδασκαλίας σχετικά μέ τήν σημασία τῶν ἰδεῶν στήν ἱστορία ἀποκαλύπτονται, κατά τόν καλύτερο τρόπο, σέ ὅλα αὐτά πού ὑποστηρίζουν ὁ Marx καί ὁ Engels σχετικά μέ τήν καταγωγή τῶν ἰδεῶν περί τῆς δικαιοσύνης. Ἐδῶ σημειώνεται, καί  πάλι, ἡ τυπική γιά τόν ἱστορικό ὑλισμό ταλάντευση μεταξύ τῶν δύο ἀντιθέτων χαρακτηρισμῶν: τό δίκαιο ἐννοεῖται εἴτε ὡς ἡ ἄμεση ἀναντάκλαση αὐτῶν ἤ τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν παραγόντων εἴτε ὡς ἐποικοδόμημα πάνω στήν οἰκονομική βάση.
Στίς προσπάθειες νά ἑρμηνεύσουν τούς νομικούς θεσμούς ὡς ἄμεσες ἀντανακλάσεις τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων ὁ Marx καί ὁ Engels δέν σφάλλουν. Ἔχουμε ἤδη δεῖ ὅτι στόν «Πρόλογο» στήν Κριτική τῆς πολιτικῆς οἰκονομίαςMarx λέγει ὅτι οἱ σχέσεις ἰδιοκτησίας εἶναι, κατ’ οὐσίαν, «νομική ἔκφραση γιά τίς σχέσεις παραγωγῆς». Στόν Α΄ τόμο τοῦ Κεφαλαίου δηλώνει ὅτι τό συμβόλαιο εἶναι μία σχέση τῆς βουλήσεως τῶν ἀνθρώπων ὅπου ἀντανακλῶνται οἱ οἰκονομικές σχέσεις. Ὅπως στόν Marx, ἔτσι καί στόν Engels συναντᾶ κανείς συχνά τόν προσδιορισμό τοῦ δικαίου ὡς ἐκφράσεως τῆς οἰκονομικῆς κυριαρχίας τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης τάξεως. Στό ἔργο Ἡ ἀθλιότητα τῆς φιλοσοφίας. Ἀπάντηση στήν Φιλοσοφία τῆς ἀθλιότητας τοῦ P. Proudhon[39] Marx δίδει τήν πιό γενικευμένη ἔκφραση τῆς σκέψεως ὅτι «ἡ νομοθεσία, τόσο ἡ πολιτική ὅσο καί ἡ ἀστική, προφέρει μόνον, ἐκφράζει μέ τά λόγια ἐκεῖνο πού θέλουν οἱ οἰκονομικές σχέσεις».
Οἱ ἐπικριτές τοῦ Marx ὑποδείκνυαν, ἐπανειλημμένως, ὅτι ἕνας τέτοιος τρόπος διατυπώσεως εἶναι ἀνεφάρμοστος στήν εὐρύτερη σφαῖρα τῆς νομοθεσίας, λ.χ. στούς νόμους πού καθορίζουν τήν θέση διαφόρων λατρειῶν στό κράτος ἤ πού ἅπτονται τῆς λαϊκῆς μορφώσεως. Καί, ὄντως, εἶναι δύσκολο νά ὑποδείξει κανείς τί εἴδους οἰκονομικά φαινόμενα ἀντανακλῶνται λ.χ. στούς νόμους τῆς πατρίδας μας πού ἐπιτιμοῦν τόν προσηλυτισμό τῶν ὀρθοδόξων σέ ἄλλες θρησκεῖες ἤ πού ἀπαγορεύουν τίς προσευχές ὁρισμένων αἱρετικῶν. Εἶναι μᾶλλον ἀπίθανο νά βρεθεῖ ἕνας ἐκπρόσωπος τοῦ οἰκονομικοῦ ὑλισμοῦ πού θά προσπαθήσει νά ὑποστηρίξει ὅτι λ.χ. ὁ κόμης Tolstoi εἰσήγαγε στήν Ρωσσία τήν κλασσική σχολή μέ τίς δύο ἀρχαῖες γλῶσσες, ἐπειδή «αὐτό ἤθελαν οἱ οἰκονομικές συνθῆκες» ἤ ὅτι τόν τελευταῖο καιρό οἱ ἀλλαγές στίς οἰκονομικές συνθῆκες ἀναγκάζουν τόν νομοθέτη νά ἀντικαταστήσει τίς ἀρχαῖες γλῶσσες μέ τήν πατριδογνωσία καί τό σχέδιο. Δέν εἶναι ὅλες οἱ ἀνάγκες τοῦ λαοῦ καί τοῦ κράτους, πού ὑπόκεινται σέ νομοθετική μεταρρύθμιση, ἀνάγκες κατ’ οὐσίαν οἰκονομικές. Ὅμως, ἀκόμη κι ἄν αὐτές οἱ ἀνάγκες ἦσαν ἀνάγκες οἰκονομικές στήν πρωταρχική τους πηγή[40], ἄραγε μπορεῖ νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι ἡ νομοθεσία ἀντανακλᾶ ἐπακριβῶς ἐκεῖνες τίς ἀνάγκες καί τά συμφέροντα πού ἔχει κληθεῖ νά ὑπηρετεῖ;
 Ἐάν οἱ νόμοι ἦσαν λεκτική διατύπωση μόνον αὐτῶν πού θέλουν οἱ οἰκονομικές σχέσεις, δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἀναντιστοιχία μεταξύ αὐτῶν καί τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν πού προκάλεσαν τήν ἐμφάνισή τους, πολύ περισσότερο [δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχει] ἀντίφαση: στήν νομοθεσία δέν θά συναντοῦσε κανείς λάθη[41]. Παρ’ ὅλον ὅτι συναντᾶ κανείς σέ κάθε νομοθεσία πολλά ἀντιφατικά μέ τίς οἰκονομικές καί ἄλλες ἀνάγκες πού ὁ νομοθέτης εἶχε ὑπ’ ὄψιν του νά ἱκανοποιήσει, γίνεται δεκτό ὅτι οἱ ἀνάγκες γενικότερα καί οἱ οἰκονομικές ἀνάγκες συγκεκριμένα δέν ἀποτελοῦν καθόλου τό μοναδικό αἴτιο πού συγκροτεῖ τήν νομοθεσία. Ἄλλο αἴτιο εἶναι ἡ σκέψη[42] τοῦ νομοθέτη, ἡ ὁποία δέχεται τήν ἐπίδραση τῆς σκέψεως ὅλης τῆς κοινωνίας ἤ μερικῶν στρωμάτων της, τήν ἐπίδραση τῶν ἐπιστημονικῶν θεωριῶν, τῶν ἰδεολογικῶν παραγόντων. Ὁ κανόνας δικαίου, πού ἐκδίδεται ἀπό τόν νομοθέτη, εἶναι πάντοτε διατύπωση τῆς ἐκτιμήσεως[43] πού ὁ νομοθέτης δίδει στίς οἰκονομκές ἀνάγκες. Ἡ ἐκτίμηση αὐτή μπορεῖ νά εἶναι ἐσφαλμένη καί ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου οἱ κανόνες δικαίου συχνά δέν ὁδηγοῦν σ’ ἐκείνους τούς σκοπούς, πού εἶχαν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν κατά τήν σύνταξή τους, ἀλλά σέ ἀποτελέσματα διαμετρικῶς ἀντίθετα. Οἱ νόμοι πού προστατεύουν τήν βιομηχανία ἤ τήν γεωργία τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης χώρας πολύ συχνά ἀποδεικνύονται καταστροφικές γιά τήν ἴδια τήν βιομηχανία ἤ τήν γεωργία. Μπορεῖ, ἄραγε, νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι αὐτοί οἱ νόμοι εἶναι λεκτική ἔκφραση αὐτῶν πού θέλουν οἱ οἰκονομικές σχέσεις; Δέν θά ἦταν ἀκριβέστερο νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι μέ αὐτό πού εἶναι δέν ἐκφράζουν παρά ἐσφαλμένη ἐκτίμηση ἐκ μέρους τοῦ νομοθέτη τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν[44];
Εἴδαμε ὅτι ὁ Engels, κυρίως κατά τά τελευταῖα χρόνια, δέν ἀρνεῖται τήν ἐπίδραση τῶν ἰδεολογικῶν αἰτίων στήν νομοθεσία. Ὅμως, αὐτά τά ἰδεολογικά αἴτια μποροῦν νά ἀναχθοῦν στά οἰκονομικά αἴτια, ἔστω στήν «ἔσχατη ἱεραρχική βαθμίδα»; Ἡ ἴδια ἡ δυνατότητα τῶν σφαλμάτων τοῦ νομοθέτη ἀποδεικνύει τό ἀντίθετο: προκύπτει ὅτι ἡ ἐπίδραση τῶν οἰκονομικῶν αἰτίων στήν νομοθεσία καί συνεπῶς καί στήν διανοητική δραστηριότητα δέν φαντάζει ἀνυπέρβλητη.
Τό ἀβάσιμο τῆς μαρξικῆς διδασκαλίας ἀποκαλύπτεται, ἴσως πιό παραστατικά, στά χωρία τοῦ ἔργου τοῦ Marx καί τοῦ Engels, ὅπου τό δίκαιο ἀπεικονίζεται ὡς ἐποικοδόμημα πάνω στήν οἰκονομική βάση. Μεταξύ τῶν σχετικῶν κειμένων, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ σκέψη τοῦ Engels στό βιβλίο του γιά τόν Feuerbach. Ὁ εἱρμός τῆς σκέψεως εἶναι τό κράτος. «Γιά τήν διαφύλαξη τοῦ γενικοῦ συμφέροντος ἡ κοινωνία δημιουργεῖ τήν κρατική ἐξουσία. Ὅμως, ὅταν συγκροτηθεῖ ἡ κρατική ἐξουσία, αὐτονομεῖται ὡς σύνολο ἀπό τήν κοινωνία, πρᾶγμα πού αὐξάνει στόν βαθμό πού ἡ ἐξουσία γίνεται ὄργανο κάποιας κοινωνικῆς τάξεως, ἡ κυριαρχία τῆς ὁποίας ἐπί τῶν ἄλλων τάξεων ἀποτελεῖ γι‘ αὐτήν αὐτοσκοπό. Ἡ ἀγώνας τῶν καταπιεσμένων τάξεων κατά τῆς κυρίαρχης τάξεως γίνεται κατ’ ἀνάγκην ἀγώνας πολιτικός, δηλαδή ἀγώνας πού κατευθύνεται κυρίως κατά τῆς πολιτικῆς κυριαρχίας αὐτῆς τῆς τάξεως· παράλληλα ἡ συνειδητοποίηση τῆς σχέσεως αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνα μέ τό οἰκονομικό ὑπόστρωμά του ἀμβλύνεται ἤ ἴσως χάνεται … Τό κράτος, ἀφοῦ αὐτονομηθεῖ ἀπό τήν κοινωνία, ἀμέσως παράγει καί ἄλλη ἰδεολογία. Στούς κατ’ ἐπάγγελμα πολιτικούς, στούς θεωρητικούς τοῦ κρατικοῦ δικαίου, στούς νομικούς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου χάνεται, γιά πρώτη φορά, ἡ συνειδητοποίηση τῆς σχέσεως τοῦ δικαίου μέ τίς οἰκονομικές πράξεις. Ἐπειδή, κατά περίπτωση, οἱ οἰκονομικές πράξεις, γιά νά λάβουν νομοθετική μορφή, πρέπει νά ἐνδυθοῦν τήν μορφή τῶν νομικῶν μοτίβων, καί παράλληλα, ἐπειδή πρέπει νά ἀναθεωρηθεῖ ὅλο τό σύστημα δικαίου, οἱ νομικοί πράττουν σάν εἶναι ἡ νομική μορφή τό πᾶν καί οἱ οἰκονομικές πράξεις τό τίποτε. Τό δίκαιο, δημόσιο καί ἰδιωτικό, ἐξετάζονται ὡς αὐτόνομες περιοχές, ἀναπτυσσόμενες ἀνεξάρτητα ἀπό τίς οἰκονομικές πράξεις»[45].
Δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι ἡ σκέψη τοῦ Engels ἔχει διατυπωθεῖ μέ σαφήνεια. Προφανῶς θέλει νά πεῖ ὅτι τό δίκαιο δέν εἶναι ἄμεσο ἀλλά ἔμμεσο ἀποτέλεσμα οἰκονομικῶν πράξεων. Κατά τήν διαδικασία τῆς παρασκευῆς τῶν νόμων ἡ δραστηριότητα τῶν νομικῶν καί τῶν νομοθετῶν παίζει τόν ρόλο τοῦ μεσολαβοῦντος μεταξύ τῶν κανόνων δικαίου καί τῶν οἰκονομικῶν πράξεων πού τούς καθορίζουν στήν ἔσχατη ἱεραρχική βαθμίδα[46]. Δέν εἶναι δύσκολο νά παρατηρήσει κανείς ὅτι ἡ οἰκονομική ἑρμηνεία τοῦ δικαίου δέν εἶναι ἐδῶ διακριτή. Ἐάν ἡ συνείδηση τῶν νομικῶν καί τῶν νομοθετῶν μπορεῖ νά συσκοτίζει καί νά διαστρεβλώνει[47] τίς οἰκονομικές πράξεις, προφανῶς αὐτή δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἀπό αὐτά, ὡς πρωταρχικά αἴτια· παίζει τόν ρόλο τοῦ αὐτόνομου αἰτίου, τοῦ μή ἀναγόμενου στήν οἰκονομία[48] παράγοντος τῆς παρασκευῆς τῶν νόμων. Ἐδῶ ἀποδεικνύεται καί πάλι ὅτι ὁ ἀνθρώπινος ψυχισμός τῶν νομικῶν καί τῶν νομοθετῶν δέν εἶναι μόνον ἕνα παθητικό περιβάλλον, ὅπου ἀντανακλῶνται οἱ οἰκονομικές σχέσεις ἀλλά εἶναι δημιουργική ἀρχή[49], πού ἐπεξεργάζεται τίς ἐντυπώσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου. 
Ὅπως κι ἄν προσεγγίσουμε τούς κανόνες δικαίου, ἀποδεικνύεται ὅτι καί «στήν ἔσχατη ἱεραρχική βαθμίδα» οἱ οἰκονομικές πράξεις δέν εἶναι τό μοναδικό αἴτιο πού καθορίζει τήν δημιουργία τους. Ὅπως ἔχουμε ἤδη δεῖ, ὁ Marx στόν «Πρόλογο»[50] τοῦ ἔργου Κριτική βασικῶν θέσεων τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας παραδέχεται ὅτι τό «νομικό ἐποικοδόμημα» μπορεῖ νά ἐπιζήσει τῆς οἰκονομικῆς του βάσεως: ἡ διαδικασία ἀναθεωρήσεως τοῦ δικαίου δέν ἀκολουθεῖ πάντοτε ἀμέσως τήν ἀλλαγή τῶν σχέσεων πού ἀντιστοιχοῦν σ’ αὐτό. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἐπιβράδυνση στήν ἐξέλιξη τοῦ δικαίου δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ μέ τά οἰκονομικά αἴτια: αὐτή ἀποδεικνύει ὅτι σέ μερικές περιπτώσεις ἡ δράση τῶν οἰκονομικῶν αἰτίων πού θά ἔπρεπε νά τροποποιήσουν τό δίκαιο, παραλύει ἀπό ἄλλα αἴτια πού δέν ἔχουν οἰκονομικό χαρακτήρα. Ποιά εἶναι τά αἴτια αὐτά; Προφανῶς τόν πλέον σημαντικό ρόλο παίζει ἐδῶ ἡ ἱστορική παράδοση, δηλαδή ἕνα αἴτιο ψυχολογικοῦ χαρακτήρα, ἕνα φαινόμενο κοινωνικῆς ψυχολογίας. Ἐάν οἱ νομικοί θεσμοί ἀντέχουν λόγῳ τῆς δυνάμεως τῆς παραδόσεως ἐναντίον τῶν οἰκονομικῶν αἰτίων πού ἐπιδιώκουν νά τούς καταστρέψουν, αὐτό ἀποδεικνύει, ἄλλη μιά φορά, ὅτι ἐκτός ἀπό τά οἰκονομικά αἴτια ὑπάρχει, ἀκόμα, ὁ μή ἀναγόμενος στήν οἰκονομία ψυχολογικός παράγων πού καθορίζει τήν ὕπαρξη καί τήν ἐξέλιξη τοῦ δικαίου.  
Τέλος, τό ἀβάσιμο τῆς ἀποκλειστικῶς οἰκονομικῆς ἑρμηνείας τοῦ δικαίου ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι κάθε [οἰκονομική] διαχείριση καθ’ ἑαυτή καθορίζεται ἀπό τό δίκαιο. Κάθε διαχείριση προϋποθέτει, πρῶτα, τόν συνειδητό τρόπο παραγωγῆς τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἐπιτελεῖ στόν ἐξωτερικό κόσμο, καί ἔπειτα τήν συνεργασία πολλῶν ἀνθρώπων γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Εἶναι σαφές ὅτι ἡ συνειδητή συνεργασία τῶν ἀνθρώπων θά ἦταν ἀδύνατη χωρίς τήν γνωστή διάκριση τῆς ἐλευθερίας καί τῆς δραστηριότητας καθενός ἀπό τούς μετέχοντες στήν παραγωγή: ἀναπόφευκτα προϋποθέτει τό γνωστό σύνολο τῶν περιουσιακῶν στοιχείων ἀλλά καί τά δικαιώματα  ὁρισμένων ἀνθρώπων [πού εἶναι] στήν ὑπηρεσία ἄλλων ἀνθρώπων. Χωρίς αὐτά τά δικαιώματα καμμία ἀπό τίς παραγωγικές καί γενικότερα ἀπό τίς οἰκονομικές σχέσεις τῶν ἀνθρώπων δέν θά ἦταν δυνατή. Ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Stammler, οἱ παραγωγικές σχέσεις, κατ’ οὐσίαν, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό «ἐπακριβῶς καθορισμένες σχέσεις δικαίου, διευθετημένες ἀπό τά δικαιώματα τῶν σχέσεων ἑνός ἀτόμου ἀπέναντι στόν ἄλλο»[51]. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ὅτι τό δίκαιο στό σύνολό του δέν μπορεῖ νά ἐννοηθεῖ οὔτε ὡς ἀντανάκλαση οἰκονομικῶν σχέσεων οὔτε ὡς ἐποικοδόμημα πάνω στήν οἰκονομική βάση.

V


Ἡ προσπάθεια τῆς ἀποκλειστικῶς οἰκονομικῆς ἑρμηνείας τῆς ἱστορίας τοῦ δικαίου ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στήν ἄρνηση τοῦ φυσικοῦ δικαίου ὡς αὐτόνομου χαρακτήρα τῆς νομικῆς ἐξελίξεως.  Ἔχουμε ἤδη δεῖ ὅτι, κατά τόν Engels, «τά τελικά αἴτια τῶν κοινωνικῶν ἀνατροπῶν θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν ὄχι στά κεφάλια τῶν ἀνθρώπων, ὄχι στήν αὐξανόμενη κατανόηση ἐκ μέρους τους τῆς αἰώνιας ἀλήθειας καί τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά στήν ἀλλαγή τῶν τρόπων παραγωγῆς καί ἀνταλλαγῆς: θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν ὄχι στήν φιλοσοφία, ἀλλά στήν οἰκονομία τῆς συγκεκριμένης ἐποχῆς»[52]. Ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἀλήθειας καί τοῦ δικαίου ἐννοοῦνται, προφανῶς, ἐδῶ οἱ ἀντιλήψεις γιά τό δίκαιο ὅπως αὐτό πρέπει νά εἶναι[53] ἐν ἀντιθέσει μέ τό θετικό δίκαιο, μέ ἄλλα λόγια ἐννοεῖται ἐδῶ τό φυσικό δίκαιο. Ὁ Engels δέν ἀρνεῖται τήν ἐπίδραση τῶν φυσικῶν-νομικῶν ἀντιλήψεων στήν πορεία τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως, ἀλλά δέν ἀναγνωρίζει σ’ αὐτές τήν σημασία τῶν πρωταρχικῶν αἰτίων, «τῶν τελικῶν αἰτίων τῶν κοινωνικῶν ἀνατροπῶν», διότι, κατά τήν μαρξική ἄποψη, οἱ περί τοῦ δικαίου ἰδέες εἶναι, κατ’ οὐσίαν, συνέπειες τῶν οἰκονομικῶν αἰτίων, ἄμεσες ἤ ἔμμεσες ἀντανακλάσεις τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων.
Λ.χ. οἱ ἀντιλήψεις γιά τήν ἐλευθερία καί τήν ἰσότητα πού ἐμψύχωναν τούς Γάλλους ἐπαναστάτες δέν πρέπει νά κατατάσσονται στά τελικά αἴτια τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἐπειδή οἱ ἴδιες οἱ ἔννοιες βασίζονται στίς συνθῆκες καί στίς ἀνάγκες τῆς ἐμπορικῆς παραγωγῆς. Ἡ καπιταλιστική παραγωγή προϋποθέτει τήν ἐλευθερία[54] τοῦ καπιταλιστή- νά ἀγοράζει τήν ἐργασία τοῦ ἐργάτη- καί τήν ἐλευθερία τοῦ ἐργάτη- νά πωλεῖ τήν ἐργατική δύναμή του στήν ἀγορά· σ’ αὐτό τό συμβόλαιο ὁ ἐργάτης πού πωλεῖ τήν ἐργασία του καί ὁ καπιταλιστής πού τήν ἀγοράζει λειτουργοῦν ὡς πρόσωπα νομικῶς ἰσότιμα· συνεπῶς ἡ ἀναγκαιότητα τῆς καπιταλιστκῆς παραγωγῆς εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἐλευθερία ἀλλά καί ἡ ἰσότητα. Παρεμπιπτόντως, ὁ Marx στόν Α΄ τόμο τοῦ Κεφαλαίου λέγει ὅτι ἡ σφαῖρα τῆς κυκλοφορίας ἤ τῆς ἐμπορικῆς συναλλαγῆς, στό πλαίσιο τῆς ὁποίας συντελεῖται ἡ πώληση καί ἡ ἀγορά τῆς δυνάμεως τοῦ ἐργάτη ἀποτελεῖ τήν «πραγματική Ἐδέμ τῶν ἐμφύτων δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ κυριαρχοῦν μόνον ἡ ἐλευθερία, ἡ ἰσότητα, ἡ ἰδιοκτησία καί ὁ Bentham. Ἐλευθερία! Διότι ὁ ἀγοραστής καί ὁ πωλητής τοῦ ἐμπορεύματος, λ.χ. τῆς δυνάμεως τοῦ ἐργάτη, καθορίζονται στήν πράξη μόνον ἀπό τήν ἐλεύθερη βούλησή τους. Κλίνουν συμβόλαιο μόνον μέ τήν ἰδιότητα τῶν ἐλεύθερων προσωπικοτήτων. Τό συμβόλαιο εἶναι τό τελικό ἀποτέλεσμα στό ὁποῖο οἱ βουλήσεις [τῶν ἀνθρώπων] βρίσκουν τήν νομική ἔκφρασή τους. Ἰσότητα! Διότι ὑπεισέρχονται σέ σχέσεις ὁ ἕνας ἔναντι τοῦ ἄλλου μόνον ὡς κάτοχοι ἐμπορευμάτων καί ἀνταλλάσσουν τά ἰσοδύναμα μέ ἰσοδύναμα. Ἰδιοκτησία! Διότι ὁ καθένας διαθέτει μόνον αὐτό πού τοῦ ἀνήκει. Bentham! Διότι ὁ καθένας ἀπό αὐτούς φροντίζει μόνον γιά τόν ἑαυτό του. Ἡ μοναδική δύναμη πού φέρνει τόν ἕνα κοντά στόν ἄλλο καί τούς θέτει σέ ἀμοιβαία σχέση εἶναι ὁ ἐγωϊσμός τους, τό προσωπικό τους ὄφελος, τό ἰδιωτικό τους συμφέρον. Καί ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ καθένας τους σκέπτεται τόν ἑαυτό του καί κανείς δέν σκέπτεται τόν ἄλλο, ὅλοι, λόγῳ τῆς προκαθορισμένης ἁρμονίας τῶν πραγμάτων ἤ ὑπό τήν προστασία τῆς σοφῆς πρόνοιας, πράττουν τό ἀμοιβαῖο ὄφελος, τό κοινό καλό, τό κονό συμφέρον»[55].
Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ὅτι οἱ ἰδέες τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἰσότητας ἔχουν τίς ρίζες τους στίς οἰκονομικές σχέσεις[56] καί στό συμφέρον καί κυρίως στό ταξικό συμφέρον «τῶν ἀγοραστῶν τῆς δυνάμεως τοῦ ἐργάτη», δηλαδή τῆς ἀστικῆς τάξεως. Ἡ νομική ἐλευθερία καί ἰσότητα στήν σύγχρονη κοινωνία δέν ἀποκλείουν τήν οἰκονομική ἐξάρτηση καί τήν πραγματική ἀνισότητα· ἡ νομική ἰσότητα συνυπάρχει μέ τήν κυριαρχία τῆς ἀστικῆς τάξεως καί τήν δουλεία τοῦ προλεταριάτου. Τό σύγχρονο κοινωνικό καθεστώς, τό ὁποῖο στηρίζεται στήν κυριαρχία τῆς ἀστικῆς τάξεως, εἶναι ἀντίθετο πρός τά συμφέροντα τοῦ ἐργάτη· ἐξ αὐτῶν προκύπτουν τό σοσιαλιστικό ἰδεῶδες τοῦ προλεταριάτου, τό αἴτημα τῆς ἐξαλείψεως τῶν τάξεων καί τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας στά μέσα παραγωγῆς. Τόσο τό φυσικό-νομικό ἰδεῶδες τοῦ 18ου αἰ. ὅσο καί τό σύγχρονο σοσιαλιστικό ἰδεῶδες δέν ἀποτελοῦν, ἀπό μαρξικῆς πλευρᾶς, παρά ἀντανακλάσεις τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων καί συμφερόντων. Σέ αὐτά τά οἰκονομικά δεδομένα καί ὄχι στό ἰδεολογικό περίβλημά τους πρέπει νά ἀναζητεῖ κανείς τά τελικά αἴτια τῶν κοινωνικῶν καί τῶν πολιτικῶν ἀνατροπῶν, λ.χ. τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καί τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ μέλλοντος, ἡ ὁποία θά ἀντικαταστήσει τό ἀστικό οἰκονομικό καθεστώς μέ τό σοσιαλιστικό καθεστώς.
Σέ ὅλην αὐτήν τήν διδασκαλία ὑπάρχει μεγάλο μερίδιο ἀλήθειας. Εἶναι ἀδύνατο νά ἀρνηθεῖ κανείς ὅτι οἱ οἰκονομικές πράξεις παίζουν πρωταρχικό ρόλο στίς κοινωνικές ἀνατροπές, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, γενικότερα, τείνουν νά συμφωνοῦν μέ τίς νομικές καί τίς πολιτικές ἀρχές πού ἀντιστοιχοῦν στά συμφέροντά τους.  Εἶναι ἄλλο ζήτημα ἄν μόνον τά οἰκονομικά συμφέροντα πρέπει νά ἐξετάζονται ὡς αὐτόνομα αἴτια τῶν κοινωνικῶν ἀνατροπῶν, ἄν μόνον αὐτά καθορίζουν τά νομικά καί  τά πολιτικά ἰδεώδη τῶν ἀνθρώπων.
Ἐπειδή ὁ Marx καί οἱ ὀπαδοί του δέν ἀρνοῦνται τήν ἐπίδραση τῶν ἰδεολογικῶν παραγόντων, ἄρα καί τῶν φυσικῶν-νομικῶν ἀντιλήψεων περί τῆς κοινωνικῆς ἀναπτύξεως, θά πρέπει νά ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μόνον μέ τό τελευταῖο μέρος τοῦ τεθέντος ζητήματος. Προηγουμένως εἴχαμε ἀποδείξει τό ἀβάσιμο τῶν προσπαθειῶν νά ἑρμηνευθοῦν αὐτές οἱ ἰδέες μόνον ἀπό τά οἰκονομικά αἴτια. Τώρα πρέπει νά βεβαιωθοῦμε ὅτι οἱ νομικές ἰδέες δέν ἀποτελοῦν ὡς πρός αὐτό [τό ζήτημα] ἐξαίρεση. Καί σ’ αὐτά ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση ἐκδηλώνεται ὡς δημιουργική[57] ἀρχή· καί σ’ αὐτά ὑπάρχει κάτι πού δέν ἀνάγεται στά οἰκονομικά δεδομένα καί δέν ἐξηγεῖται μόνον ἀπό αὐτά.
Οἱ νομικές ἰδέες δέν εἶναι μόνον ἀντανακλάσεις τῶν ὑφισταμένων οἰκονομικῶν σχέσεων, ἐπειδή ἡ κάθε ἰδέα ἐκφράζει κάτι πού πρέπει νά ὑφίσταται· ἐνῶ τό γεγονός ὅτι πρέπει νά ὑφίσταται ὑπερβαίνει πάντοτε τήν πραγματικότητα: συχνά ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τό ἱστορικά συγκροτημένο καί ποτέ δέν καλύπτεται ἀπό αὐτό. Ὅταν οἱ μεγάλοι Γάλλοι συγγραφεῖς, πρίν ἀπό τήν γαλλική ἐπανάσταση, διατύπωναν τίς ἀρχές τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἰσότητας, τό ἰδεῶδες τους συμπεριελάμβανε κάτι πού δέν ὑπῆρχε στήν τότε περιρρέουσα πραγματικότητα. Ἐκεῖνο τό δίκαιο τοῦ μέλλοντος, ὑπέρ τοῦ ὁποίου ἀγωνίζονταν, δέν ἔμοιαζε μέ τίς τότε ὑπάρχουσες νομικές καί οἰκονομικές σχέσεις· οἱ τελευταῖες δέν καθορίζονταν ἀπό τήν ἀρχή τῆς πολιτικῆς ἰσότητας ἀλλά ἀπό τήν διαμετρικῶς ἀντίθετη φεουδαρχική-ἀριστοκρατική ἀρχή. Ἐάν ἰσχυρισθοῦν ὅτι αὐτό τό ἰδεῶδες ἀποτέλεσε, κατά τήν προεπαναστατική ἐποχή, ἔκφραση πραγματικῶν ἐπιδιώξεων, δηλαδή ἀναγκῶν καί συμφερόντων τῆς γαλλικῆς ἀστικῆς τάξεως, δέν εἶναι δύσκολο νά ἀποδείξει κανείς ὅτι κάθε ἰδεῶδες, γενικότερα, δέν ταυτίζεται μέ τίς ἀνάγκες καί τά συμφέροντα πού ἔχει κληθεῖ νά ὑπηρετεῖ, ὅτι ἐμπεριέχει κάτι πού δέν ἐμπεριέχεται σ’ αὐτά.
 Αὐτό ἀποδεικνύεται μέ τό γεγονός ὅτι, ὅπως τά μεμονωμένα πρόσωπα, οἱ κοινωνικές τάξεις, ἀκόμα καί ὁλόκληροι λαοί, δέν ἀντιλαμβάνονται πάντοτε ὀρθῶς τά συμφέροντά τους. Τό νομικό καί τό κοινωνικό ἰδεῶδες μπορεῖ νά περιέχει τό στοιχεῖο τῆς αὐθαιρεσίας καί τῆς φαντασίας: Ἴσως εἶναι ἔκφραση τῶν πραγματικῶν συμφερόντων, ἴσως, ὅμως, εἶναι καί ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως περί τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Οἱ ἴιδοι οἱ ὀπαδοί τῆς ὑλιστικῆς ἀντιλήψεως τῆς ἱστορίας, ξεκινώντας ἀπό τόν Marx, συμφωνοῦν στό ὅτι στίς νομικές ἰδέες τῶν προγόνων τους ἐμπεριέχονται πολλά ψευδή στοιχεῖα. Ἕνα ἀπό τά ἀγαπημένα θέματα τοῦ Marx καί τοῦ Engels εἶναι ὅτι ὅλα τά φιλελεύθερα καί σοσιαλιστικά ἰδεώδη τῆς πρό αὐτῶν ἐποχῆς ἦσαν οὐτοπικά, ἐν ἀντιθέσει μέ τό ἰδεῶδες τοῦ ἐπιστημονικοῦ σοσιαλισμοῦ πού γιά πρώτη φορά διατυπώθηκε ἀπό τόν Marx. Εἶναι προφανές ὅτι, ἐπειδή οἱ οὐτοπίες καί οἱ αὐταπάτες δέν ἀντιστοιχοῦν στά πραγματικά συμφέροντα, οἰκονομικά καί ἄλλα, δέν μποροῦν νά ἑρμηνευθοῦν μόνον ἀπό αὐτά.
Ἄς ὑποθέσουμε, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὅτι τό νομικό ἰδεῶδες ἔχει οἰκοδομηθεῖ στά συγκεκριμένα δεδομένα τῆς ἐπιστήμης καί δέν ἐμπεριέχει τήν παραμικρή οὐτοπία. Εἶναι σαφές, καί πάλι, ὅτι μόνον τό συμφέρον δέν δημιουργεῖ τήν συνείδηση τοῦ ἀληθοῦς καί δέν ἀπελευθερώνει τήν ἀνθρώπινη σκέψη ἀπό πλάνες. Τό νομικό ἰδεῶδες, οὐτοπικό ἤ ἐπιστημονικό, ψευδές ἤ ἀληθές, ἀποτελεῖ πάντοτε ἀποτέλεσμα σύνθετης διανοητικῆς διαδικασίας καί μάλιστα δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τά συμφέροντα, ἐάν αὐτή ἡ διαδικασία ὁδηγήσει τελικῶς στήν ἐπιστημονική ἀνακάλυψη ἤ στό οὐτοπικό ὄνειρο. Σέ κάθε περίπτωση, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἀποτελεῖ, στήν ἱστορία, ἕνα ἀπό τά πρωταρχικά αἴτια, εἶναι παράγων αὐτόνομος, πού δέν ἀνάγεται στά οἰκονομικά ἤ σέ ἄλλα αἴτια.

(σημείωση: Τό δοκίμιο τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου Ε. Τρουμπετσκόϊ εἶχε περιληφθεῖ στόν τόμο Προβλήματα ἰδεαλισμοῦ [1902]. Ἡ ἑλληνική μετάφραση περιέχεται στό βιβλίο τοῦ Δ. Μπαλτᾶ, Τομές στή ρωσσική σκέψη, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα, 2009, σσ. 9-50)




[1] Ἐξ ὅσων γνωρίζω, κανένα ἔργο τοῦ P. Barth, τοῦ T. Masaryk, τοῦ E. Bernstein καί τοῦ L. Woltmann δέν ἔχει μεταφρασθεῖ στήν ἑλληνική (σ.τ.μ.)
[2] Τό σημαντικό ἔργο τοῦ P. Barth (1858-1922) ἐπιγράφεται Philosophie der Geschichte als Sociologie (Leipzig, 1897) [σ.τ.μ.]
[3] φιλόσοφος καί πολιτικός Τ. Masaryk (1850-1937) ἐμπνέεται ἀρχικῶς ἀπό τόν A. Comte ἀλλά ἐν συνεχείᾳ στρέφεται πρός τήν θρησκευτική φιλοσοφία (σ.τ.μ.)
[4]E. Bernstein (1850-1932) καί ὁ Kaoutsky (1854-1938) θεωροῦνται σημαντικοί μαρξιστές διανοούμενοι (σ.τ.μ.)
[5] Ὁ  L. Woltmann (1871-1907) εἶναι καντιανός φιλόσοφος, ἱδρυτής τῆς Πολιτικῆς Ἀνθρωπολογίας (σ.τ.μ.)
[6] Βλ. Stammler R., Ἐγχειρίδιον φιλοσοφίας τοῦ δικαίου, μετ. Δ. Ι., Κοσμοπούλου Ἀθῆναι 1964, σ. 58 (σ.τ.μ.)
[7] Οἱ ἐπικρίσεις τοῦ Marx γιά τόν Bernstein ἀφοροῦν τήν σύνταξη τοῦ «Προγράμματος τοῦ Συνεδρίου τῆς Gotha» (Βλ. Κ. Μάρξ, Κριτική τοῦ Προγράμματος τῆς Γκότα, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2007, σσ. 15-40). Kατά τόν J. Ellul (Οἱ διάδοχοι τοῦ Marx, μετ. Β. Τομανᾶς, ἐκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 41) ὁ Bernstein εἶχε συντάξει τό «Πρόγραμμα τῆς Gotha» καί ὕστερα ἀπό τίς ἐπικρίσεις τοῦ Marx ἀπέρριψε καί ὁ ἴδιος τό πρόγραμμα. Πάντως κύριος συντάκτης τοῦ «Προγράμματος τῆς Gotha» θεωρεῖται ὁ ἡγέτης τοῦ Σοσιαλδημοκρατικοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος Β. Liebknecht. Ὑπνεθυμίζεται ὅτι τό Συνέδριο τῆς Gotha εἶχε στόχο τήν ἕνωση ὅλων τῶν Γερμανῶν σοσιαλιστῶν (σ.τ.μ.) 
[8] Σημ. τοῦ Troubezkoy: Τό κείμενο αὐτό μπορεῖ νά θεωρεῖται εὐρέως γνωστό, ἀλλά πρός διευκόλυνση τῶν ἀναγνωστῶν παραθέτουμε τό σημαντικότερο τμῆμα του. «Στήν κοινωνική παραγωγή τῆς ζωῆς τους οἱ ἄνθρωποι ὑπεισέρχονται σέ συγκεκριμένες, ἀπαραίτητες, ἀνεξάρτητες ἀπό τήν βούλησή τους σχέσεις- σχέσεις παραγωγῆς πού ἀντιστοιχοῦν σέ ὁρισμένη βαθμίδα ἐξελίξεως τῶν ὑλικῶν παραγωγικῶν δυνάμεών τους. Τό σύνολο αὐτῶν τῶν παραγωγικῶν σχέσεων ἀποτελεῖ τήν οἰκονομική διάρθωση τῆς κοινωνίας, ἐκείνη τήν ρεαλιστική βάση πάνω στήν ὁποία ἀνυψώνεται τό νομικό καί τό πολιτικό ἐποικοδόμημα καί στό ὁποῖο ἀντιστοιχοῦν ὁρισμένες μορφές κοινωνικῆς συνειδήσεως. Ὁ τρόπος παραγωγῆς τῆς ὑλικῆς ζωῆς καθορίζει, γενικότερα, τήν ζωτική διαδικασία πού βιώνει ἡ κοινωνία- τήν κοινωνική, τήν πολιτική καί τήν πνευματική. Δέν καθορίζει ἡ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων τό εἶναι τους, ἀλλά, ἀντιθέτως, τό κοινωνικό τους εἶναι καθορίζει τήν συνείδησή τους. Στήν γνωστική βαθμίδα τῆς ἐξελίξεώς τους, οἱ ὑλικές παραγωγικές δυνάμεις τῆς κοινωνίας ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τίς ὑπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις, ἤ, μέ νομική ὁρολογία, μέ ἐκεῖνες τίς σχέσεις ἰδιοκτησίας μεταξύ τῶν ὁποίων μέχρι πρό τινος λειτουργοῦσαν· οἱ σχέσεις αὐτές μετατρέπονται ἀπό μορφές ἐξελίξεως παραγωγικῶν δυνάμεων σέ δεσμά τους. Τότε ἔρχεται ἡ ἐποχή τῆς κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως: λόγῳ τῆς ἀλλαγῆς τῆς οἰκονομικῆς βάσεως γκρεμίζεται, ἀργά ἤ γρήγορα, τό τεράστιο ἐποικοδόμημα τῶν νομικῶν καί τῶν πολιτικῶν θεσμῶν, στούς ὁποίους ἀντστοιχοῦν οἱ μορφές κοινωνικῆς συνειδήσεως…» [Πβ. Ἔ. Φίσερ, Τί εἶπε πραγματικά ὁ Mάρξ, μετ. Μπ. Γραμμένου, ἐκδ. Γλάρος, Ἀθήνα 1975, σ. 180. Πβ. Κ. Papaioannou, Marx et les marxistes, Gallimard, Paris 2001, σσ. 102-103] σ.τ.μ.
[9] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[10] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[11] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[12] Βλ. ὁμοίως Κ. Μάρξ- Φρ. Ἔνγκελς, Ἡ Γερμανική Ἰδεολογία, τ. Α΄, μετ. K. Φιλίνη, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 1997, σ. 68 (σ.τ.μ.)

[13] Βλ. Κ. Μάρξ- Φρ. Ἔνγκελς, Τό Μανιφέστο τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, Γ. Κόττη, ἐκδ. Θεμέλιο, Ἀθήνα 1999, σσ. 50-51 (σ.τ.μ.)
[14] Κ. Μάρξ, Ἡ 18η Μπρυμαίρ τοῦ Λουδοβίκου Βοναπάρτη, μετ. Φ. Φωτίου, ἐκδ. Θεμέλιο, Ἀθήνα 1986, σ. 56 (σ.τ.μ.)
[15] Κ. Μάρξ, Τό Κεφάλαιο, τ. Α΄, μετ. Π. Μαυρομμάτης, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2006, σ. 193 (σ.τ.μ.)
[16] Κ. Μάρξ, Τό Κεφάλαιο, τ. Γ΄, μετ. Π. Μαυρομμάτης, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2007, σ. 972 (σ.τ.μ.) 
[17] Βλ. Φρ. Ἔνγκελς, Ἀντι- Ντίρινγκ. Ἡ ἀνατροπή τῆς ἐπιστήμης ἀπό τόν κύριο Εὐγένιο Ντίρινγκ, μετ. Ἀ. Ἰωαννάτου, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2006, σ. 416  (σ.τ.μ.)
[18] Βλ. Φρ. Ἔνγκελς, Ἡ καταγωγή τῆς οἰκογένειας, τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καί τοῦ κράτους, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2005, σσ. 75- 79 (σ.τ.μ.) 
[19] Πβ. Κ. Μάρξ- Φρ. Ἔνγκελς, Ἡ Γερμανική Ἰδεολογία, τ. Α΄, μετ. Κ. Φιλίνη, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 1997, σ. 94 (σ.τ.μ.)
[20] Βλ. Κ. Μάρξ- Φρ. Ἔνγκελς, Ἡ Γερμανική Ἰδεολογία, τ. Α΄, μετ. Κ. Φιλίνη, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 1997, σ. 73 (σ.τ.μ.)
[21] Βλ. ἐνδεικτικῶς Φρ. Ἔνγκελς, Ὁ Λούντβιχ Φόϋερμπαχ καί τό τέλος τῆς κλασικῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας, μετ. Γ. Μπλάνας, ἐκδ. Ἐρατώ, Ἀθήνα 2004, σ. 196. Κ. Μάρξ-Φρ. Ἔνγκελς, Ἡ Γερμανική Ἰδεολογία, τ. Α΄, μετ. Κ. Φιλίνη, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 1997, σ. 61 (σ.τ.μ.)
[22] Βλ. Κ. Μάρξ, Κριτική τῆς ἑγελειανῆς φιλοσοφίας τοῦ Κράτους καί τοῦ δικαίου, μετ. Μπ. Λυκούδης, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1978, σ. 18 (σ.τ.μ.) 
[23] Βλ. Κ. Μάρξ, Τό Κεφάλαιο, τ. Α΄, μετ. Π. Μαυρομμάτης, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2006, σ. 92 (σ.τ.μ.) 
[24] Πβ. Κ. Papaioannou, Marx et les marxistes, Gallimard, Paris 2001, σ. 83 (σ.τ.μ.) 

[25] Βλ.  Φρ. Ἔνγκελς, Ὁ Λούντβιχ Φόϋερμπαχ καί τό τέλος τῆς κλασικῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας, μετ. Γ. Μπλάνας, ἐκδ. Ἐρατώ, Ἀθήνα 2004, σ. 228 (σ.τ.μ.)
[26] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[27] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[28] Βλ. Φρ. Ἔνγκελς, Ὁ Λούντβιχ Φόϋερμπαχ καί τό τέλος τῆς κλασικῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας, μετ. Γ. Μπλάνας, ἐκδ. Ἐρατώ, Ἀθήνα 2004, σ. 236 (σ.τ.μ.) 
[29] Βλ. Φρ. Ἔνγκελς, Ὁ Λούντβιχ Φόϋερμπαχ καί τό τέλος τῆς κλασικῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας, μετ. Γ. Μπλάνας, ἐκδ. Ἐρατώ, Ἀθήνα 2004, σ. 238 (σ.τ.μ.) 
[30] Τό ἄρθρο τοῦ Fr. Engels ἐπιγράφεται «Contributions à lhistoire du christianisme primitif» (Paris, 1894) [σ.τ.μ.]

[31] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[32] Βλ. ἐνδεικτικῶς Κ. Μάρξ, Τό Κεφάλαιο, τ. Γ΄, μετ. Π. Μαυρομμάτης, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2007, σ. 419, σ. 972 (σ.τ.μ.) 
[33] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[34] Σημ. τοῦ Troubezkoy: «Ἤδη στό βιβλίο γιά τόν Feuerbach ὁ  Engels ἀναγνωρίζει τήν ἐπίδραση τῶν μοτίβων (Ideelle Triebkrafte) στήν ἱστορική ἐξέλιξη. Τό λάθος τοῦ παλαιοῦ ὑλισμοῦ δέν συνίσταται, κατά τήν γνώμη του, στό ὅτι ἀναγνώριζε αὐτά τά μοτίβα ἀλλά στό ὅτι τά ἐξήταζε ὡς τά τελικά αἴτια, δηλαδή δέν εἶχε προσπαθήσει νά ἀναγάγει τίς ἰδέες στά κινητήρια αἴτιά τους». [Βλ. Φρ. Ἔνγκελς, Ὁ Λούντβιχ Φόϋερμπαχ καί τό τέλος τῆς κλασικῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας, μετ. Γ. Μπλάνας, ἐκδ. Ἐρατώ, Ἀθήνα 2004, σ. 220 (σ.τ.μ.)]
[35] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[36] Βλ. Κ. Μάρξ, Τό Κεφάλαιο, τ. Α΄, μετ. Π. Μαυρομμάτης, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2006, σ. 191 (σ.τ.μ.) 
[37] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[38] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[39] Βλ. P.-J. Proudhon, Sustème des contradictions économiques ou Philosophie de la misère [1846], tom. I, II, III, Paris 1983. Οἱ σελ. 165-321 τοῦ τόμ. ΙΙ περιλαμβάνουν τό ἔργο τοῦ K. Marx ὑπό τήν ἐπιγραφή Misère de la philosophie [1847] (σ.τ.μ.)
[40] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[41] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[42] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[43] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[44] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[45] Βλ. Φρ. Ἔνγκελς, Ὁ Λούντβιχ Φόϋερμπαχ καί τό τέλος τῆς κλασικῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας, μετ. Γ. Μπλάνας, ἐκδ. Ἐρατώ, Ἀθήνα 2004, σσ. 230-231 (σ.τ.μ.)
[46] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[47] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[48] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[49] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[50] Βλ. σχετικῶς Ἔ. Φίσερ, Τί εἶπε πραγματικά ὁ Mάρξ, μετ. Μπ. Γραμμένου, ἐκδ. Γλάρος, Ἀθήνα 1975, σ. 180 (σ.τ.μ.)
[51] Σημ. τοῦ Troubezkoy: «Εἶναι αὐτονόητο ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ὀρθό μόνον σέ σχέση μέ τίς παραγωγικές σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδή μόνον οἱ συνειδητές σχέσεις μπορεῖ νά εἶναι σχέσεις δικαίου: στίς κοινωνίες τῶν ζώων οἱ παραγωγικές σχέσεις δέν καθορίζονται ἀπό τούς κανόνες δικαίου ἀλλά ἀπό τά ἔνστικτα. Γι’ αὐτό καί ἡ σκέψη τοῦ Stammler ὅτι τό δίκαιο καθορίζει γενικότερα τίς κοινωνικές σχέσεις, ὅτι ἔχει σχέση μέ τήν οἰκονομία, ὅπως ἡ μορφή μέ τήν ὕλη, εἶναι προφανῶς ἐσφαλμένη». (Βλ. ἀναλυτικῶς R. Stammler, Ἐγχειρίδιον φιλοσοφίας τοῦ δικαίου, μετ. Δ. Ι. Κοσμοπούλου, Ἀθῆναι 1964, σσ. 160-166) [σ.τ.μ.]
[52] Βλ. Φρ. Ἔνγκελς, Ἀντι- Ντίρινγκ. Ἡ ἀνατροπή τῆς ἐπιστήμης ἀπό τόν κύριο Εὐγένιο Ντίρινγκ, μετ. Ἀ. Ἰωαννάτου, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2006, σ. 416  (σ.τ.μ.) 
[53] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[54] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy.
[55] Βλ. Κ. Μάρξ, Τό Κεφάλαιο, τ. Α΄, μετ. Π. Μαυρομμάτης, ἐκδ. Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα 2006, σσ. 188- 189 (σ.τ.μ.) 
[56] Πβ. Κ. Papaioannou, Marx et les marxistes, Gallimard, Paris 2001, σ. 127 (σ.τ.μ.) 
[57] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Troubezkoy