Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018


Δημήτρης Μπαλτς


Ο μεταφράσεις το Ν. Μπερντιάγιεφ στά λληνικά


νας πό τούς πλέον μεταφρασμένους στήν λληνική πό τούς φιλοσόφους τς ρωσσικς Διασπορς εναι  Νικόλαος Μπερντιάγιεφ (1874-1948).
Τό πρτο μεταφρασμένο κείμενο το Μπερντιάγιεφ στήν λληνική  τοποθετεται στά μέσα τς δεκαετίας το 1940 (« γενική γραμμή τς σοβιετικς φιλοσοφίας», μετ. Π.Α.Κ., Φιλολογικά Χρονικά τ. Γ, 15. 5. καί 15.6. 1945)
Στίς ρχές τς δεκαετίας το ’50 μεταφράζονται πό το τότε μητροπολίτη Σάμου Ερηναίου τά ργα το Μπερντιάγιεφ Περί το προορισμο το νθρώπου. Δοκίμιον παραδόξου ηθικής (1950) καί τό Πνεμα καί λευθερία (1952), τά ποα μπορε να θεωρηθε τι νήκουν στήν λεγόμενη «θρησκευτική φιλοσοφία». Παρενθετικά θα σημειωθε τι  διος  Μπερντιάγιεφ,σέ πιστολή του πρός τόν μεταφραστή, παραιτεται τν δικαιωμάτων τν κδόσεων, ναγνωρίζοντας τίς δύσκολες κδοτικές συνθκες στήν λλάδα τς δεκαετίας το 1950.
Πιθανώτατα, κατά τήν δια δεκαετία,  τήν πόμενη, μεταφράζονται σ’να ατοτελές τομίδιο, μλλον δυσεύρετο σήμερα, τά πρτα πέντε κεφάλαια το ργου το ργου «Πνεμα το Ντοστογιέφσκι» (μετ. Χ. Μαρκέτης, κδόσεις Κεραμεύς, θναι, ..). Πλρες τό ργο τοΜπερντιάγιεφ θά παρουσιασθε μεταφρασμένο μερικά χρόνια ργότερα (μετ. Ν. Ματσούκας, κδόσεις Π. Πουρναρ, Θεσσαλονίκη 1972).
δ θά σημειώσω τι δέν εναι σύνηθες νά πάρχουν στήν λληνική δύο μεταφράσεις το διου ργου κάποιου διανοουμένου τς ρωσσικς Διασπορς.ντιθέτως, πολλά ργα τς ρωσσικς λογοτεχνίας το 19ου αχουν παρουσιασθε σέ πολλές μεταφράσεις στήν λληνική σέ λην τήν διάρκεια το 20ο α. καί σέ πολλές περιπτώσεις μέ λάχιστες διαφορές.
ργότερα, πρός τό τέλος τς δεκαετίας το 1960, θά παρουσιασθον μεταφρασμένα τά ργα το Μπερντιάγιεφ λήθεια καί ποκάλυψη (εσ.-μετ.-σχόλ. Χρ. Μαλεβίτσης, Δωδώνη, θήνα, 1967) καί τό Πνεμα καί πραγματικότητα (μετ. ντιγ. Χατζηθεοδώρου, κδόσεις τν Φίλων, θήνα, 1968).
Στίς ρχές τς δεκαετίας το 1970 θά δον τό φς τς δημοσιότητοςλλα δύο ργα το Μπερντιάγιεφ. Συγκεκριμένα. Τό 1971 κδίδεται  Τό Βασίλειο το Πνεύματος καί το Βασίλειο το Καίσαρος (μετ. Β. Γιούλτσης, Θεσσαλονίκη, 1971). 
κοτε θά δημοσιευθον μεταφράσεις πολλν ργων το Ρώσσου φιλοσόφου. Καταγράφω τά ξς:
χριστιανισμός καί τό πρόβλημα το κομμουνισμο, μετ. .., Σιδέρης, θήνα 1977. Τό πεπρωμένο το νθρώπου στόν σύγχρονο κόσμο, μετ. Ε.Β. Γιούλτση, κδόσεις Πουρναρ, Θεσσαλονίκη, 1980.Θεον καί νθρώπινον, μετ. Π. Αντωνιάδης, κδόσεις Πουρναρ, Θεσσαλονίκη, 1982. Πέντε στοχασμοί περί πάρξεως, κδόσεις Κοινότητα, μετ. Β. Τριανταφύλλου- Σ. Γουνελς, θήνα, 1983. Γιά τήν κοινωνική νισότητα, μετ. Ε. Νιάνιος, κδόσεις Πουρναρ, Θεσσαλονίκη, 1984. Δοκίμιο σχατολογικς μεταφυσικς, μετ. Χρ. Μαλεβίτσης, κδόσεις Imago, θήνα, 1984. Χριστιανισμός καί κοινωνική πραγματικότητα, μετ. Β. Γιούλτσης, κδόσεις Πουρναρ, Θεσσαλονίκη, 1986. Νέος Μεσαίωνας, μετ. Π. ντωνιάδης, κδόσεις Πουρναρ, Θεσσαλονίκη, 1987.  μορα τς κουλτούρας, μετ. Κ. Τσιρόπουλος, Εθύνη, θήνα, .. «Χριστιανισμός καί ντισημιτισμός», μετ. Δ. Μπαλτς,Σύναξη 132, 2014, σσ. 77-94. « θρησκευτικός χαρακτήρας τς ρωσικς φιλοσοφίας», μετ. Δημ. Μπαλτς, Φρέαρ 11, 2015, σσ. 290-298.  « πνευματική κατάσταση το σύγχρονου κόσμου», μετ. Δημ. Μπαλτς Σύναξη 134, 2015, σσ. 82-95. «νατολή καί Δύση», μετ. Δημ. Μπαλτς Στέπα 5, 2016, σσ. 222-235.
Κρίνεται σκόπιμο νά σημειωθε τι στήν λλάδα γινε γνωστός  Μπερντιάγιεφ τςξορίας καί χι τς Ρωσσίας, φο μέχρι σήμερα, ξ σων γνωρίζω, δέν χει μεταφρασθε κανένα ργο το Μπερντιάγιεφ κδοθέν πρίν πό τό 1923. ξαίρεση ποτελον τό δοκίμιο μέ τίτλο «Οι δαίμονες τς ρωσικς πανάστασης» (μετ. Δημ. Τριανταφυλλίδης, ρμός, θήνα 1999) τό ποο γράφη κατά τήν ποχή τςπανάστασης το 1917, πως καί τόμος «Γιά τόν Ντοστογιέφσκι» (εσ. Δημ. Μπαλτς, μετ. Δημ. Τριανταφυλλίδης).
πό τήν συνεχ μεταφραστική ργασία καί τίς πανεκδόσεις τν μεταφρασθέντων ργων του μπορε νά θεωρηθε τι Μπερντιάγιεφ νθουσίασε τό λληνικό ναγνωστικό τόσο γιά τό φος, σο καί κυρίως γιά τό περιεχόμενο το λόγου του, πως εχε κατακτήσει νωρίτερα καί τήν δυτική Ερώπη.

(ἐφημ. Χριστιανική, Χριστιανική, 2.11. 2017)


Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

            

Δημήτρης Μπαλτάς

Ἀντρέϊ Μπιέλυ, Πετρούπολη, μετ. Ἑλένη Μπακοπούλου, Ἀντίποδες, Ἀθήνα 2017, σελ. 787

Η ‘’Πετρούπολη’’ του Ρώσου λογοτέχνη και δοκιμιογράφου Α. Μπιέλυ (1880-1934), μεταφράστηκε προσφάτως στήν ἑλληνική χάρις στήν ἐξαιρετική μεταφραστική ἐργασία τῆς Ἑλ. Μπακοπούλου καί τήν ἄρτια ἐκδοτική παρουσίαση τῶν ἐκδόσεων ‘’Ἀντίποδες’’. 
Ἡ ἐποχή στήν ὁποία διαδραματίζονται τά γεγονότα εἶναι τό ἔτος 1905 (τό ὁποῖο στό βιβλίο ἀναφέρεται στίς σελ. 24, 125, 188, 568), ἕνα ὁρόσημο γιά τήν ρωσική κοινωνία, ἀφοῦ τότε συνέβη ἡ «πρώτη» λεγόμενη «ρωσική ἐπανάσταση». Βεβαίως ὁ συγγραφέας δίδει τήν κοινωνική ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, χαρακτηριστικά τῆς ὁποίας εἶναι μεταξύ ἄλλων ὅτι «ἡ ζωή ἀκριβαίνει καί ὁ κόσμος τῆς ἐργατιᾶς σύντομα δέν θά ἔχει τί νά φάει» (σ. 31, ὁμοίως σ. 46), καθώς ἐπίσης τό ὅτι «οἱ ἄνεργοι λιμοκτονοῦσαν» (σ. 43). Ἀποτέλεσμα αὐτῶν εἶναι ὅτι «πύκνωναν οἱ φασαρίες στούς δρόμους» (σ. 122), ἐνῶ παράλληλα «τά ἐργοστάσια ἦταν τρομερά ξεσηκωμένα ἐκεῖνες τίς μέρες» (σ. 123), καί ἡ «ἀπεργία ἑτοιμαζόταν» (σ. 160). Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς γενικῆς ἀναταραχῆς ἐντάσσεται καί τό σχέδιο τῆς «τρομοκρατικῆς ἐνέργειας ἐναντίον ἑνός ὑψηλόβαθμου ἀξιωματούχου» (σ. 318) τῆς κυβέρνησης, τοῦ Ἀπολλών Ἀπολλώνοβιτς Ἀμπλεοῦχοφ, τό ὁποῖο ἔχει κληθεῖ νά φέρει εἰς πέρας ὁ γιός του, ο Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς Ἀμπλεοῦχοφ.
Ὁ χρόνος τῆς ἀφήγησης τῆς ὑπόθεσης εἶναι, κατά τήν ἀναφορά τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέα, οἱ «εἴκοσι τέσσερις ὧρες» πρίν ἀπό τήν ἔκρηξη τοῦ ὡρολογιακοῦ μηχανισμοῦ, «οἱ ὁποῖες διευρύνθηκαν καί ἁπλώθηκαν στούς ψυχικούς χώρους» (σ. 665).
Τά κεντρικά πρόσωπα τοῦ μυθιστορήματος εἶναι ἀναμφισβήτητα ὁ Ἀπολλών Ἀπολλώνοβιτς Ἀμπλεοῦχοφ καί ὁ Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς Ἀμπλεοῦχοφ, ἡ σχέση τῶν ὁποίων παραμένει σέ ὅλες σχεδόν τίς σκηνές τοῦ ἔργου ψυχρή. Αὐτό διότι ὁ πατέρας «εἶχε καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἴδιος ὁ γιος του ἦταν ἕνα τελειωμένο κάθαρμα» (σ. 78, καί ὁμοίως σ. 193∙ ἐπίσης βλ. σ. 303: «ἕνα φρικτότατο κάθαρμα», σ. 370: «ἕνα νεαρό κάθαρμα», σ. 394: «ἕνα φρικτότατο κάθαρμα»). Μάλιστα τόν χαρακτηρισμό «τελειωμένο κάθαρμα» ἀποδέχεται γιά τόν ἑαυτό του (σ. 535) ὁ ἴδιος ὁ Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς στήν συνέχεια τοῦ ἔργου. Ἀλλά ὁμοίως καί ὁ γιος νωρίτερα ἔχει καταλήξει «στό ὁριστικό συμπέρασμα ὅτι «ὁ γονιός του εἶναι ἁπλούστατα ἕνα τελειωμένο κάθαρμα» (σ. 180).
Ὡστόσο, πέρα ἀπό τήν περιγραφεῖσα σχέση, ἔχει μεγάλη σημασία νά διακρίνουμε ὅτι ὁ καθένας ἀπό τούς δύο ἥρωες συμβολίζει μίαν ἄλλη Ρωσία. Ἄν ὁ Ἀπολλών Ἀπολλώνοβιτς Ἀμπλεοῦχοφ ἐκφράζει τήν γραφειοκρατική καί συντηρητική Ρωσία (ἐνδεικτικῶς βλ. σ. 14, σ. 27, σ. 54, σσ. 76-79, σ. 600 κ.ἄ.), ὁ γιος του, ὁ φοιτητής Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς Ἀμπλεοῦχοφ, ἐπηρεασμένος ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Διαφωτισμοῦ (σ. 398), συμβολίζει τήν ἐπαναστατική Ρωσία: «ἔχοντας ἐντρυφήσει στή μεθοδολογία τῶν κοινωνικῶν φαινομένων, ὁ Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς εἶχε προοιωνιστεῖ γιά τόν κόσμο φωτιά καί τσεκούρι» (σ. 119). Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι αὐτές οἱ δύο Ρωσίες συνυπάρχουν τήν ἴδια χρονική περίοδο. Ὑπό αὐτήν τήν ἔννοια, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἀκριβής ἡ προσέγγιση τοῦ D.S. Mirsky ὁ ὁποῖος τονίζει ὅτι «ὁ ρωσικός μηδενισμός στίς δύο του μορφές, δηλαδή ὁ φορμαλισμός τῆς γραφειοκρατικῆς Πετρούπολης καί ὁ ρασιοναλισμός τῆς ἐπαναστατικῆς παράταξης παρουσιάζεται ἐδῶ σάν τό σημεῖο ὅπου σμίγουν ὁ ὀλέθριος ρασιοναλισμός τῆς Δύσης καί οἱ καταστροφικές δυνάμεις τῆς ‘’Μογγολικῆς’’ στέπας» (Ἱστορία τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας, μετ. Ἰ. Ράλλη-Κ. Χατζηδήμου, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1977, σ. 400).
Ἀσφαλώς ἡ προϊστορία τοῦ ἐπαναστατικοῦ-τρομοκρατικοῦ στοιχείου πού θέλει νά ἐκφράσει, ἔστω καί μέ ὁρισμένες ἐπιφυλάξεις, ὁ Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς, ἀνευρίσκεται στίς δύο ἐπαναστατικές ὀργανώσεις τῶν τελευταίων δεκαετιῶν στήν Ρωσία τοῦ 19ου αἰ., τήν «Γῆ καί Ἐλευθερία» καί τήν «Λαϊκή Θέληση». Δέν εἶναι ἄνευ ἱστορικῆς σημασίας ἡ διαπίστωση τοῦ ἄγνωστου προσώπου μέ τό ὁποῖο συνομιλεῖ ὁ Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς: «οἱ ναρόντνικοι ἔχουν τή δύναμη, ὄχι οἱ μαρξιστές» (σ. 136). Ἐξ ἄλλου, ἡ συνεχής ἐπανάληψη ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέα τῶν λέξεων «ἄγνωστος» (σελ. 30-32, 38-39, 115, 117, 130-132, 134-138, 545 κ.ἄ.) καί «πληβεῖος» (σελ. 28, 35, 48-49, 155, 683), πού προσδιορίζουν τόν συνομιλητή (τόν Ἀλεξάντρ Ἰβάνοβιτς Ντούντκιν) τοῦ Νικολάι, ἐντάσσεται, καί αὐτή, στήν πρακτική τῶν ἐπαναστατικῶν ὀργανώσεων καί δημιουργεῖ μία συναρπαστική-αἰνιγματική ἀτμόσφαιρα.
Βεβαίως στό ἔργο ὑπάρχουν καί ἄλλοι ἥρωες, λιγότερο κεντρικοί ὅπως ἡ Ἄννα Πετρόβνα, σύζυγος τοῦ Ἀπολλών Ἀπολλώνοβιτς καί μητέρα τοῦ Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς, πού «εἶχε ἐγκαταλείψει τήν οἰκογενειακή ἑστία συνεπαρμένη ἀπό ἕνα Ἰταλό θεατρίνο» (σ. 65), ἡ Σόφια Πετρόβνα, πού εἶχε ἐρωτευθεῖ ὁ Νικολάι, καί ὁ δυστυχής, παρ’ ὀλίγον αὐτόχειρας, σύζυγός της, ἀλλά καί δευτερεύοντες ὅπως ὁ Μορκόβιν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται σάν διπλός πράκτορας.
Τέλος, θά πρέπει ἐπίσης νά προστεθεῖ ὅτι μέ τήν ἔκρηξη τῆς βόμβας (μέ τό «σαρδελοκούτι», ὅπως ἀποκαλεῖται) δέν ὁλοκληρώνεται τό μυθιστόρημα, ἀφοῦ στόν «Ἐπίλογο» παρουσιάζεται ἡ ζωή τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας Ἀμπλεοῦχοφ μετά τά γεγονότα. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Νικολάι Ἀπολλώνοβιτς Ἀμπλεοῦχοφ ἔχει απομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἐπαναστατική δράση, ἀσχολούμενος πλέον μέ τήν αἰγυπτιολογία (σ. 720).
Πέρα ἀπό τίς ἐπιδράσεις τοῦ Γκόγκολ, τοῦ Ντοστογιέφσκι καί τοῦ Σολοβιόφ στήν «Πετρούπολη» τοῦ Μπιέλυ, πέρα ἀπό τά στοιχεῖα τοῦ συμβολισμοῦ καί τοῦ ρεαλισμοῦ πού συνυπάρχουν στό ἔργο αὐτό, καθώς καί πέρα ἀπό τίς ὑφολογικές ἐπιλογές τοῦ συγγραφέα, εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ «Πετρούπολη» εἶναι ἕνα ἀπό τά ἀριστουργήματα τῆς ρωσικῆς καί τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας τοῦ 20οῦ αἰ.

(Στέπα τ. 8, 2017, σσ. 318-320)


Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017


Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἰδεολογικά ρεύματα καί πολιτική δράση
στήν προεπαναστατική Ρωσία (1825-1916)

Γιά νά κατανοήσει κανείς τίς ρίζες τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917 στήν Ρωσία, εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀνατρέξει στήν ἱστορία της, καί συγκεκριμένα στήν ἐποχή ἀπό τό 1825 μέχρι τό 1916, ὅπου θά ἀνακαλύψει τά ἰδεολογικά ρεύματα πού διαμορφώνονταν ἐκεῖ σταδιακά τόσο σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, δηλαδή συζητήσεων καί ἐπιδράσεων, ὅσο καί σέ πρακτικό, τό ὁποῖο ἀφορᾶ τήν κατά καιρούς πολιτική δράση πού ἀναλάμβαναν σέ κρίσιμες ἐποχές συγκεκριμένοι πολιτικοί σχηματισμοί (ὀργανώσεις καί κόμματα).
Στήν ἀρχή τῆς διαδρομῆς αὐτῆς θά πρέπει νά γίνει βεβαίως ἀναφορά στήν ἐξέγερση τῶν ἀποκληθέντων Δεκεμβριστῶν τό 1825, ὅταν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί τοῦ στρατοῦ μαζί μέ μερικές μονάδες τοῦ στρατοῦ ἀλλά καί διανοούμενοι, ἐπηρεασμένοι ἀπό τίς φιλελεύθερες ἀρχές τῆς ἀμερικανικῆς καί τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης, κινήθηκαν ἐναντίον τοῦ τσάρου Νικολάου Α΄ τήν  14η Δεκεμβρίου 1825 ἀπαιτώντας μεταρρυθμίσεις.
Στήν διαμόρφωση ἀλλά καί στήν ἐξέλιξη τῆς ρωσσικῆς σκέψεως τοῦ ιθ' ἀλλά καί τοῦ κ' αἰ. καθοριστική ὑπῆρξε ἡ συζήτηση καί ἡ ἀντιπαράθεση μεταξύ τῶν σλαβόφιλων καί τῶν δυτικόφιλων. Ἀπό τήν μία, οἱ σλαβόφιλοι (Α. Κομιάκωφ, Ἰ. Κιριέφσκι, Κ. Ἀκσάκωφ, Ἰ. Σαμάριν) ἦσαν γενικά ἐπιφυλακτικοί  στήν πορεία τῆς Ρωσίας προς τόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό, ἐνῶ, ἀπό τήν ἄλλη, οἱ δυτικόφιλοι, ἄν καί ὄχι ὅλοι, θεωροῦσαν ὅτι τό μέλλον τῆς Ρωσίας σχετίζεται μέ τήν εὐρωπαϊκή ἀνάπτυξη (περισσότερο ὁ Β. Μπελίνσκι, λιγότερο ἴσως ὁ Ἀ. Χέρτζεν καί ὁ Μ. Μπακούνιν, μέ πολλές διαφοροποιήσεις πάντως σέ ἐπιμέρους ζητήματα, καί σέ κάποιον βαθμό ὁ Ν. Τσερνισέφσκι καί ὁ Ν. Ντομπρολιούμποφ).
Μία ἄλλη, ἐπίσης ἐνδιαφέρουσα καί μακροχρόνια συζήτηση, μεταξύ τῶν Ρώσσων διανοουμένων τοῦ ιθ΄ αἰ., παρουσιάστηκε πάνω σέ ζητήματα τῆς σοσιαλιστικῆς θεωρίας. Συγκεκριμένα, στήν ρωσσική φιλοσοφία τοῦ ιθ' αἰ. ἀλλά καί τῶν ἀρχῶν τοῦ κ' αἰ. κυριαρχοῦν συνοπτικά τέσσερις, κυρίως, μορφές τῆς σοσιαλιστικῆς θεωρίας: α'. ἡ ἀναρχική θεώρηση (= ὁ ἐπαναστατικός σοσιαλισμός) τοῦ Μ. Μπακούνιν καί τοῦ Π. Κροπότκιν β'. ἡ θεώρηση τῶν narodniki (= τῶν Ρώσσων λαϊκιστῶν) μέ ἡγετική μορφή τόν Ν. Μιχάηλοφσκι γ'. ὁ «ὀρθόδοξος» μαρξισμός (= ἐπιστημονικός σοσιαλισμός) τοῦ Γεωργίου Πλεχάνωφ καί δ'. ὁ κριτικός μαρξισμός, ὁ ἀποκληθείς καί «νόμιμος μαρξισμός», ὅπως τόν ἐξέφρασαν ὁ Μ. Τουγκάν-Μπαρανόφσκι, ὁ Ν. Μπερντιάγιεφ, ὁ Σ. Μπουλγκάφωφ, ὁ Π. Στροῦβε, ὁ Σ. Φράνκ, ὁ Β. Κιστιακόφσκι καί ὁ Π. Νοβγκορόντσεφ. 
Σέ μία ἐπίσης πρώιμη ἐποχή, κατά τό 1851, ὅταν ἔγραφε τήν «Ἐξομολόγησή» του, ὁ Μπακούνιν εἶχε κάνει λόγο γιά τήν «ἀναγκαιότητα τῆς ἐπανάστασης στήν Ρωσία»[1]. Πάντως, ἡ μόνη ἐπαναστατική ἐνέργεια στήν Ρωσία καί πρίν ἀπό τό 1870 εἶναι ἡ ἀποτυχημένη ἀπόπειρα ἐκ μέρους τοῦ Ντμίτρι Καρακόζοφ δολοφονίας κατά τοῦ τσάρου Ἀλέξανδρου Β΄ στίς 4 Ἀπριλίου 1866.
Γιά τήν ἱστορία, θά πρέπει νά λεχθεῖ ὅτι ἡ πρώτη μορφή ἐπαναστατικῆς ὀργάνωσης στήν Ρωσσία τῆς δεκαετίας τοῦ 1860 ὑπῆρξε ἡ βραχύβια καί χωρίς ἰδιαίτερη πολιτική δράση «Λαϊκή Ἐκδίκηση», ἀποτελούμενη ἀπό μερικές δεκάδες φοιτητές, πού ἵδρυσε τό 1869 ὁ Σεργκέι Νετσάγιεφ, τήν μορφή τοῦ ὁποίου ἀπεικόνισε λογοτεχνικά Φ. Ντοστογιέφσκι, στό πρόσωπο το Πιότρ Βερχοβένσκι στούς Δαιμονισμένους.
Ἀλλά στήν ἑπόμενη κρίσιμη δεκαετία τοῦ 1870 ἱδρύονται στήν Ρωσσία οἱ δύο σπουδαιότερες ἐπαναστατικές ὀργανώσεις, ἡ «Γῆ καί Ἐλευθερία» (1876), ἡ ὁποία οὐσιαστικά ἐξέφραζε τίς ἀπόψεις τῶν ναρόντικων, καί μετά τήν διάσπασή της ἡ περισσότερο ἐξτρεμιστική «Λαϊκή Θέληση» (1879), ἡ ὁποία θά ὀργανώσει ἐπιτυχῶς τήν δολοφονία τοῦ τσάρου Ἀλέξανδρου Β΄ τήν 1η Μαρτίου 1881.
Μία ἰδιαίτερη μορφή τῆς δεκαετίας τοῦ 1870 εἶναι ὁ θεωρητικός τῆς ἐπανάστασης Πιότρ Τκάτσεφ ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε τήν πρόκληση πραξικοπήματος ἐκ μέρους ἑνός ἐπαναστατικοῦ κόμματος, τό ὁποῖο ἐν συνεχείᾳ θά πραγματοποιοῦσε τήν ἐγκαθίδρυση τῆς δικτατορίας τοῦ προλεταριάτου. Ὀρθῶς βεβαίως ὁ Μπερντιάγιεφ ἰσχυρίζεται  ὅτι ὁ Τκάτσεφ «πρέπει νά θεωρεῖται ὁ πρόδρομος τοῦ Λένιν»[2]
Στήν δεκαετία τοῦ 1880 θά κάνει τήν ἐμφάνισή του στήν Ρωσία ὁ μαρξισμός μέ τόν Γεώργιο Πλεχάνωφ, ὁ ὁποῖος «πίστευε πώς ἡ ἀνάπτυξη τοῦ καπιταλισμοῦ στή Ρωσία ἦταν ἀναπόφευκτη»[3]. Πάντως εἶναι γεγονός ὅτι ἡ τελευταία δεκαετία τοῦ 19ου αἰ. χαρακτηρίζεται ἀπό μία ἔντονη βιομηχανική ἀνάπτυξη, κυρίως χάρις στίς πρωτοβουλίες τοῦ ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν Σεργκέι Βίτε, ὁ ὁποῖος συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν ἐκβιομηχάνιση τῆς Ρωσίας.
Προς τό τέλος τοῦ 19ου  αἰ. θά διαμορφωθοῦν στήν Ρωσία δύο κόμματα πού θά παίξουν καθοριστικό ρόλο μέχρι τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917. Πρόκειται γιά τό μαρξιστικῶν καταβολῶν Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Ἐργατικό Κόμμα πού ἱδρύθηκε ὑπό τόν Βλαντίμιρ Λένιν τό 1898 καί τό ὁποῖο γενικά στηριζόταν στήν διαμορφούμενη ἀκόμη τότε ἐργατική τάξη καί τό Κόμμα τῶν Σοσιαλεπαναστατῶν, γνωστῶν καί ὡς Ἐσέρων, πού ἱδρύθηκε ἀπό τόν Βίκτορα Τσερνόφ τό 1902 καί τό ὁποῖο γενικά ἀπέδιδε μεγάλη σημασία στόν ρόλο τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Ἀπό τήν διάσπαση τοῦ ΡΣΕΚ θά προέλθει, ὡς γνωστόν, τό Κόμμα τῶν μπολσεβίκων πού θά καταλάβει βίαια, ἐνῶ ἤδη εἶχε χάσει τίς διεξαχθεῖσες ἐκλογές, τήν ἐξουσία ἀκριβῶς πρίν ἀπό ἑκατό χρόνια, τόν Νοέμβριο τοῦ 1917. Γιά τήν ἱστορία, θά σημειώσω ὅτι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. εἶχαν διαμορφωθεῖ καί δύο ἄλλα Κόμματα, πολύ μικρότερης ἐμβέλειας, στήν Ρωσία: ἡ «Ἕνωση τοῦ λαοῦ τῆς Ρωσίας» πού συγκέντρωνε στίς τάξεις του τούς μοναρχικούς καί τό «Συνταγματικό-Δημοκρατικό Κόμμα» (γνωστό καί ὡς Καντέτ) στό ὁποῖο μετεῖχαν οἱ μεσαῖες τάξεις καί οἱ φιλελεύθεροι διανοούμενοι.
Τό γεγονός πού θά σημαδέψει πολιτικά τήν Ρωσία στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. εἶναι ἀναμφίβολα ἡ «ἐπανάσταση τοῦ 1905». Πάντως, γιά τήν γαλλίδα ἀκαδημαϊκό H. Carrère dEncause, ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1905 ὑπῆρξε ἀποτυχημένη διότι ἀφ’ ἑνός μέν «δέν εἶχε κάποιον γιά νά τήν καθοδηγήσει», ἀφ’ ἑτέρου δέ «εἶχε περιορισμένο γεωγραφικά καί κοινωνικά χαρακτήρα»[4].
Ὁλοκληρώνοντας τήν περιδιάβαση στήν προεπαναστατική Ρωσία, θά σημειώσω ὅτι οἱ διανοούμενοι στήν Ρωσία ὄντως ἤθελαν καί προετοίμαζαν θεωρητικά ἐπί μακρόν τήν ἐπανάσταση, ἀλλά σέ καμμία περίπτωση μία ἐπανάσταση μέ τήν μορφή πού αὐτή ἔλαβε τό 1917. Γι’ αὐτό καί ὁ Μπερντιάγιεφ θά ἰσχυριστεῖ ὅτι «ἡ πραγμάτωση τῆς ἐπανάστασης ἀποδείχτηκε γι’ αὐτήν (ἐνν. τήν Διανόηση) ἡ καταστροφή της, τό τέλος της»[5].
 Ἀπό τά ἀναφερθέντα φαίνεται λοιπόν ὅτι ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1917 ὑπῆξε τό ἀναπόφευκτο προϊόν μιᾶς μακρόχρονης ζύμωσης στήν Ρωσία, τόσο θεωρητικῆς-ἰδεολογικῆς ὅσο καί πρακτικῆς. Πάντως σήμερα, ἑκατό χρόνια μετά, συζητεῖται μεταξύ τῶν διανοουμένων ἐάν αὐτή ἡ ἐπανάσταση ἄλλαξε πράγματι τόν κόσμο, καί τόν ρωσικό εἰδικότερα, πρός τό καλύτερο ἤ ἐάν διέψευσε σταδιακά, καί γιά διαφόρους λόγους, τίς ἐλπίδες τῶν λαῶν γιά ἐλευθερία καί δικαιοσύνη.  
(Τό παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Χριστιανική, 30.11. 2017. Αποτελεῖ συνεπτυγμένη μορφή τῆς ὁμιλίας τοῦ γράφοντος στήν ἐκδήλωση «Ρωσική ἐπανάσταση 1917. Ἰδεολογικές ζυμώσεις πού ὁδήγησαν σ’ αὐτήν, ἡ ρωσική Διανόηση καί ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική ματιά τοῦ Νικολάι Μπερντιάγιεφ», στήν αἴσθουσα τῆς ΕΣΗΕΑ, στίς 22.11. 2017)






[1] M. Bakounine, Confession, pres. par J.-Chr. Angaut, ἐκδ. Le passager cladestin, Neuvy-en-Champagne, 2013, σσ. 101-102, 114.
[2] Ν. Μπερδιάγιεφ, Οἱ πηγές καί τό νόημα τοῦ ρωσικοῦ κομμουνισμοῦ, μετ. Ε.Δ. Νιάνιος, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη, ἄ.ἔ., σ. 140.
[3] P. Bushkovitch, Ἱστορία τῆς Ρωσίας, μετ. Θ. Σπανοῦ, Αἰώρα, Ἀθήνα 2016, σ. 243.
[4] Hélène Carrère d’ Encause, L’ URSS. De la Révolution à la mort de Staline (1917-1953), Éditions du Seuil, Paris 2017, σ. 31.
[5] Ν. Berdiajew, Νέος Μεσαίωνας, μετ. Π. Ἀντωνιάδη, Ἐκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 117.  

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Père Nikolas Lossky (1929-2017)
Ιn memoriam

Πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἔφυγε ἀπό τήν ζωή ὁ π. Νικόλαος Λόσσκυ, ἀπό τίς τελευταῖες μεγάλες φυσιογνωμίες τῆς ρωσσικῆς Διασπορᾶς.
Ὁ Ν. Λόσσκυ ἦταν ἐγγονός τοῦ σπουδαίου Ρώσσου  φιλοσόφου Νικολάι Λόσσκυ καί γιός τοῦ πολύ γνωστοῦ στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό θεολόγου Βλαδίμηρου Λόσσκυ.
Ἤδη ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1960 τά ἐπιστημονικά ἐνδιαφέροντα τοῦ ἐκλιπόντος ἑστιάζονταν στήν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας στήν Δύση.
Στό πλαίσιο αὐτό ὁ π. Νικόλαος Λόσσκυ ἐκπόνησε τήν διατριβή του στόν ἄγγλο ἐπίσκοπο καί θεολόγο Lancelot Andrewes. Τό ἔργο αὐτό ἐκδόθηκε στά γαλλικά με τίτλο «Lancelot Andrewes (1555-1626); Αux sources de la theologie mystique de l’ Eglise d’ Angleterre» (Editions Cerf, Paris 1986) καί στά ἀγγλικά μέ τίτλο «Τhe Origins of the Church of England» (Oxford University Press, Oxford 1991).
θεματολογία τῆς πανεπιστημιακῆς διδασκαλίας τοῦ π. Νικολάου  περιελάμβανε τό ἀντικείμενο «Γλῶσσα καί Πολιτισμός στήν Βρετανία» στό πανεπιστήμιο Paris-X καί τό ἀντικείμενο «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησία στήν Δύση» στό Ἰνστιτοῦτο Ὀρθόδοξης Θεολογίας τοῦ Ἁγίου Σεργίου.
Πολύτιμη ἦταν συμβολή τοῦ Νικολάου Λόσσκυ Διαχριστιανικό Διάλογο καί στήν Οἰκουμενική Κίνηση, ὅπου μετεῖχε ἐνεργά, τόσο ὡς μέλος Ἐπιτροπῶν ὅσο καί ὡς συντάκτης σχετικῶν ἄρθρων, ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν.
Ὁ π. Νικόλαος Λόσσκυ ὑπῆρξε μία ἰδιαίτερη φωνή τοῦ κόσμου τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Δύση. 
Αιωνία του η μνήμη!  
(Στέπα τ. 8. 2017, σ. 328)