Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017




          Δημήτρης Μπαλτᾶς


Μιχαήλ Μπαχτίν, Ὁ Ραμπελαί καί ὁ κόσμος του. Γιά τή λαϊκή κουλτούρα τοῦ Μεσαίωνα καί τῆς Ἀναγέννησης, μετ. Γ. Πινακούλας, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2017, σελ. 575

Ἡ μνημειώδης διατριβή τοῦ Ρώσου φιλοσόφου Μ. Μπαχτίν (1895-1975) παρουσιάστηκε προσφάτως στήν ἑλληνική, ὕστερα ἀπό ἀρκετές δεκαετίες, χάρη στόν μεταφραστικό ἄθλο τοῦ Γ. Πινακούλα καί τήν ἐκδοτική πρωτοβουλία τῶν Πανεπιστημιακῶν Ἐκδόσεων Κρήτης. 
Ἄν καί ἡ πρώτη μορφή τοῦ βιβλίου τοῦ Μπαχτίν γιά τόν Φρ. Ραμπελαί (1494-1553) γράφηκε περί τό 1940 καί ὁ τίτλος τοῦ διδάκτορα ἀπονεμήθηκε στόν Ρῶσο συγγραφέα τό 1952, τό βιβλίο του ἐκδόθηκε τελικά ὁλοκληρωμένο τό 1965. Προσδιορίζοντας δέ τόν χαρακτήρα τῆς ἐργασίας του ὁ Μπαχτίν τονίζει ὅτι αὐτή «ἔχει βασικά ἱστορικό-λογοτεχνικό χαρακτήρα, ἀλλά δέν θέτουμε σέ αὐτή εὐρύτερα αἰσθητικά ζητήματα, καί εἰδικά ζητήματα αἰσθητικῆς τοῦ γέλιου» (σ. 140). 
Νά σημειώσω ἐξ ἀρχῆς ὅτι, ἄν καί ὁ Μπαχτίν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καί ἀσκεῖ κριτική στήν ραμπελαισιανή (ἀκόμα καί τόν βαθμό πρόσληψης τοῦ Ραμπελαί στήν ρωσική φιλολογία, τήν προεπαναστατική καί τήν μετεπαναστατική) βιβλιογραφία μέχρι καί τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, στήν διατριβή του δέν ἀσχολεῖται μέ στοιχεῖα τοῦ βίου τοῦ Ραμπελαί (ἐκτός τῆς ἀναφορᾶς του στήν ἰατρική παιδεία τοῦ Γάλλου συγγραφέα). Ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐπιδράσεις πού δέχθηκε ὁ Ραμπελαί, ὁ Μπαχτίν βεβαιώνει ὅτι «οι κωμωδιογράφοι – ὁ Ἀριστοφάνης, ὁ Πλαῦτος, ὁ Τερέντιος- δέν ἄσκησαν μεγάλη ἐπίδραση» (σ. 115, σημ. 63).

Παράλληλα μέ τήν ἐξαντλητική ἐκ μέρους τοῦ Μπαχτίν ἀνάλυση συγκεκριμένων ἀποσπασμάτων (passim) ἀπό τά κείμενα τοῦ Ραμπελαί, ὁ Ρῶσος φιλόσοφος προβαίνει καί σέ συγκριτικές ἀναφορές τοῦ Γάλλου συγγραφέα μέ ὁρισμένα μνημειώδη ἔργα τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας, ὅπως τόν «Δόν Κιχώτη» τοῦ Θερβάντες (σσ. 28-29), καί τήν «Θεία Κωμωδία» τοῦ Δάντη (σσ. 466-467).  
Στήν ἐκτενῆ «Εἰσαγωγή» (σσ. 1-70) τοῦ συγγραφέα τίθενται τά ζητήματα τά ὁποῖα θά πραγματευθεῖ στήν συνέχεια. Ἄς κρατήσουμε ἐδῶ τήν ἐπισήμανση τοῦ Μπαχτίν ὅτι «ὁ Ραμπελαί εἶναι ἀναντικατάστατος γιά τή διείσδυση στήν ἴδια τήν βαθιά οὐσία τῆς λαϊκῆς γελαστικῆς κουλτούρας ... Τό ἔργο του εἶναι πραγματικά μία ὁλόκληρη ἐγκυκλοπαίδεια τῆς λαϊκῆς κουλτούρας» (σ. 69. Βλ. καί σσ. 527-528), ὅπως αὐτή ἀπεικονίζεται μέσα ἀπό τίς περιπέτειες τοῦ κεντρικῶν ἡρώων του, τοῦ Πανταγκρυέλ καί τοῦ Γαργαντούα.
Τό γεγονός ὅτι «οἱ ραμπελαισιανές εἰκόνες εἶναι ἐχθρικές πρός κάθε σταθερότητα καί σοβαρότητα» (σ. 2, σ. 509) συνδέεται ἀναμφίβολα μέ τήν «γελαστική ἀρχή πού ὀργανώνει τίς καρναβαλικές τελετές» (σ. 8, σσ. 98-100). Τονίζεται ἐδῶ ἡ διαφοροποίηση τῆς «ἐπίσημης γιορτῆς πού ἑδραίωνε τήν σταθερότητα … καί παραμόρφωνε τήν ἀληθινή φύση τῆς ἀνθρώπινης ἑορταστικότητας» ἀπό τό καρναβάλι «πού γιόρταζε τήν προσωρινή ἀπελευθέρωση ἀπό τήν κυρίαρχη ἀλήθεια» (σ. 12. Βλ. ὁμοίως σ. 113, σ. 247, σ. 254, σ. 318, σ. 468, σ. 547). Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Μεσαίωνα, μάλιστα ἀκόμα καί ὁ κατώτερος κλῆρος καί οἱ φοιτητές τοῦ πανεπιστημίου, μετεῖχαν καί στίς δύο αὐτές ζωές, τήν ἐπίσημη καί τήν καρναβαλική. Κυριότερο γνώρισμα τῆς γελαστικῆς ἀρχῆς στόν Ραμπελαί εἶναι, κατά τόν Μπαχτίν, ἡ «ὑλικοσωματική ἀρχή τῆς ζωῆς: τῶν εἰκόνων τοῦ ἴδιου τοῦ σώματος, τοῦ φαγητοῦ, τοῦ ποτοῦ, τῶν κοπράνων, τῆς σεξουαλικῆς ζωῆς» (σ. 23).
Ἐντοπίζοντας γεωγραφικά τίς διάφορες μορφές λαϊκο-γιορταστικῶν ἐκδηλώσεων (πού συνοψίζονται σέ ὅ,τι ὀνομάζεται καρναβάλι), ὁ Μπαχτίν θεωρεῖ ὅτι αὐτές ἐλάμβαναν χώρα περισσότερο στήν Ἰταλία, στήν Γαλλία καί στήν Γερμανία. Ἀλλά θά προσθέσει ὅτι «στήν Ρωσία αὐτή ἡ διαδικασία δέν συνέβη καθόλου∙ οἱ διάφορες μορφές τῆς λαϊκο-γιορταστικῆς διασκέδασης, τόσο γενικοῦ ὅσο καί τοπικοῦ χαρακτήρα (ἀποκριάτικης, χριστουγεννιάτικης, πασχαλινῆς κ.λπ.), παρέμεναν ἀσυγχώνευτες καί δέν ξεχώρισε κάποια μορφή, ἀνάλογη μέ τό δυτικοευρωπαϊκό καρναβάλι» (σσ. 253-254).
Ἄν καί ἡ ἱστορία τοῦ γέλιου ἀνάγεται σέ ἐποχή πρίν ἀπό τόν Μεσαίωνα (λ.χ. στό ἀρχαῖο σατυρικό δρᾶμα), ὁ Μπαχτίν τονίζει ὅτι κυρίως τό μεσαιωνικό γέλιο «φώτιζε τήν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου», διά τῆς νίκης «ἐπί τοῦ φόβου ἐνώπιον τοῦ ἐπέκεινα, τοῦ ἱεροῦ, τοῦ θανάτου, κάθε ἐξουσίας» (σ. 109). Νά σημειωθεῖ πάντως ὅτι αὐτή ἡ ὑπερνίκηση τοῦ φόβου ἀφορᾶ κατ’ ἐξοχήν στήν λαϊκή κουλτούρα, διότι, ἐξ ἀντιθέτου, ἡ «ἐπίσημη κουλτούρα χρησιμοποίησε συχνά, ἀκόμη καί καλλιέργησε, τόν φόβο, μέ στόχο τήν ταπείνωση καί τήν καταπίεση τοῦ ἀνθρώπου» (σ. 389, σημ. 10). Γιά παράδειγμα, δέν εἶναι λοιπόν τυχαῖο τό γεγονός ὅτι «ὁ Ραμπελαί ἔγραψε τόν Πανταγκρυέλ στή διάρκεια τῶν θεομηνιῶν πού ἐνέσκηψαν στή Γαλλία τό 1532», οἱ ὁποῖες «ἦταν ἰσχυρές γιά νά ἀφυπνίσουν κοσμικούς φόβους καί ἐσχατολογικές ἰδέες… Ὁ Πανταγκρυέλ ἦταν, σέ σημαντικό βαθμό, μία εὔθυμη ἀπάντηση, στόν κοσμικό φόβο καί στή θρησκευτική-ἐσχατολογική διάθεση πού ἀφύπνισαν αὐτές οἱ θεομηνίες» (σ. 393). Πέραν αὐτοῦ, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τόν φόβο ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τούς ἀγέλαστους καί σοβαρούς ἀνθρώπους ἀποτελεῖ ἕνα γενικώτερο στόχο τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Ραμπελαί.
Μέ ἀφετηρία τίς παραπάνω ἑρμηνευτικές ἀρχές ὁ Μπαχτίν θά προσεγγίσει στό ἔργο τοῦ Ραμπελαί συγκεκριμένα ζητήματα, τά σημαντικότερα τῶν ὁποίων εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἐκθρόνιση-ἐνθρόνιση τῶν βασιλέων (σ. 191, σ. 230, σ. 232, σ. 279, σ. 444), οἱ βρισιές (σ. 191, σ. 218, σ. 408), ἡ διακωμώδηση ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν καί κειμένων (σ. 193, σ. 212, σ. 264, σ. 383, σ. 406), ἡ γυναίκα (σ. 278) καί ὁ θάνατος (σ. 379, σ. 387, σ. 430, σ. 470, σ. 472, σ. 4760). Γιά τήν κατανόηση αὐτῶν τῶν ζητημάτων εἶναι ἀναγκαῖο νά προσθέσω ὅτι ἐκεῖνοι πού γελοιοποιεῖ ὁ Ραμπελαί εἶναι «οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ παλαιοῦ κόσμου πού πεθαίνοντας γεννᾶ» (σ. 239). Ἀλλά, προς ἀποφυγήν παρερμηνειῶν, ὁ Μπαχτίν παρέχει τήν διευκρίνηση ὅτι, ἐνῶ «στό ἔργο τοῦ Ραμπελαί ὑπάρχουν πολλοί ὑπαινιγμοί σέ ἱστορικά πρόσωπα καί γεγονότα», δέν πρέπει «νά ἀναζητοῦμε κάποιο συγκεριμένο καί μοναδικό κλειδί γιά κάθε εἰκόνα … Ἡ ἱστορικο-ἀλληγορική μέθοδος δέν μπορεῖ, στίς περισσότερες περιπτώσεις, νά δώσει μιά ἀκριβή ἀποκρυπτογράφηση, ἀφοῦ ἡ παράδοση εἶναι ἀντιφατική, καί κάθε σύγκριση καί εἰκασία εἶναι αὐθαίρετη» (σ. 133).
Τό 5ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τοῦ Μπαχτίν ἀναφέρεται στό γκροτέσκο ὕφος γνωρίσματα τοῦ ὁποίου εἶναι «ἡ μεγαλοποίηση, ὁ ὑπερβολισμός, τό υπέρμετρο» (σ. 353). Παρενθετικά θά σημειώσω ἐδῶ τήν διατύπωση τοῦ σπουδαίου Ρώσου σκηνοθέτη Βσέβολοντ Μέγιερχολντ (1874-1940) ὅτι «τό γκροτέσκο περιφρονώντας χωρίς συμβιβασμούς τίς κάθε εἴδους μικρολεπτομέρειες δημιουργεῖ ὅλη τήν πληρότητα τῆς ζωῆς … Τό γκροτέσκο ἀνακατεύει τά ἀντίθετα, δημιουργώντας ἐνσυνείδητα τήν ὀξύτητα τῶν ἀντιθέσεων καί παίζοντας μόνο  μέ τήν δική του ἰδιορρυθμία (Κείμενα γιά τό θέατρο, τ. Α΄, μετ. Ἀ. Βογιάζος, Ἰθάκη, Ἀθήνα 1982, σ. 144). Ἀναφερόμενος λοιπόν ὁ Μπαχτίν στόν Ραμπελαί, δείχνει ὅτι τό πρόσωπο, τό στόμα, ἡ κοιλιά καί ὁ φαλλός, τό φαγητό καί τό πιοτό παίζουν τόν σημαντικότερο ρόλο στό γκροτέσκο σῶμα (σσ. 366-368). Συμπεραίνει δέ ὁ Μπαχτίν ὅτι «τό γκροτέσκο σῶμα συνυφαίνεται ὄχι μόνο μέ τά κοσμικά ἀλλά καί μέ τά κοινωνικο-οὐτοπικά μοτίβα, πάνω ἀπό ὅλα, μέ τό μοτίβο τῆς ἀλλαγῆς τῶν ἐποχῶν καί τῆς ἱστορικῆς ἀνανέωσης τῆς κουλτούρας» (σ. 376).
Ἐάν τό ἔργο τοῦ Ραμπελαί ἀπεικονίζει τήν λαϊκή γελαστική κουλτούρα τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσαίωνα καί τῆς Ἀναγέννησης, ἔχει ἐπίσης ἐνδιαφέρον νά δοῦμε τήν ἑορταστικότητα καί τό γέλιο στίς συνθῆκες τοῦ συγχρόνου ἀστικοῦ πολιτισμοῦ μας. Ὁ ἴδιος ὁ Μπαχτίν ὑποστηρίζει σχετικά ὅτι «ἡ ἑορταστικότητα στίς συνθῆκες τῆς ἀστικῆς κουλτούρας ἁπλῶς στένεψε καί διαστρεβλώθηκε, ἀλλά δέν πέθανε» (σ. 320). Γιά παράδειγμα, ἡ σύγχρονη ἑορταστικότητα δέν στηρίζεται στήν «ἐλευθερία ἀπό τίς λεκτικές νόρμες, ἀπό τίς καθιερωμένες γλωσσικές ἱεραρχίες» (σ. 547), ὅπως βεβαίως συμβαίνει στό ἔργο τοῦ Ραμπελαί. Διότι, γιά τόν Μπαχτίν, ὁ Ραμπελαί «δέν μιλοῦσε στήν γλῶσσα τῶν ἐννοιῶν, ἀλλά στήν γλῶσσα τῶν λαϊκῶν-γελαστικῶν εἰκόνων» (σ. 509). Πάντως, νομίζω ὅτι σήμερα, στίς συνθῆκες τόσο τοῦ ἰδιωτικοῦ ὅσο καί τοῦ συλλογικοῦ βίου, ἀπουσιάζουν οἱ εὐωχικές-γελαστικές εἰκόνες, ὅπως τίς παρουσιάζει ὁ Ραμπελαί καί τίς ἑρμηνεύει ὁ Μπαχτίν. Γίνονται βεβαίως ἀκόμη, ἀνά τόν κόσμο, γιορτές καρναβαλιοῦ, ἀλλά δέν μποροῦμε νά μιλήσουμε γιά τήν καρναβαλοποίηση τοῦ λόγου καί ἐν γένει τῆς ζωῆς, ὅπως τήν ἐπεδίωξε ὁ Ραμπελαί καί τήν ἀνέδειξε ὁ Μπαχτίν.
Σέ μία γενικώτερη ἀποτίμηση, θά σημειώσω ὅτι τό βιβλίο τοῦ Μπαχτίν παραμένει μία ἐνδιαφέρουσα καί μέ συναρπαστικό τρόπο γραμμένη ἑρμηνευτική τοῦ ραμπελαισιανοῦ ἔργου, μέ πρωτοτυπία ἀξεπέραστη.

(Στέπα 7, 2017, σσ. 310-312)

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017



Δημήτρης Μπαλτᾶς 

Πρόλογος στόν τόμο Ν. Μπερντιάγιεφ, Γιά τόν Ντοστογιέφσκι (μετ. Δημ. Τριανταφυλλίδης, ἐκδόσεις s@mizdat, Ἀθήνα 2017)

Στόν παρόντα τόμο παρουσιάζονται γιά πρώτη φορά σέ ἑλληνική μετάφραση τρία κείμενα τοῦ γνωστοῦ Ρώσου φιλοσόφου Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) πάνω σά πρόσωπα καί ζητήματα πού θίγει τό ἔργο τοῦ μεγάλου Ρώσου μυθιστοριογράφου Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881).
Συγκεκριμένα, πρόκειται γιά τό κείμενο τοῦ Μπερντιάγιεφ  «Ὁ Μέγας Ιεροεξεταστής», τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό Α΄ κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Ἡ νέα θρησκευτική συνείδηση καί ἡ κοινωνία» (Ἁγία Πετρούπολη, 1907), καί τά ἄρθρα του «Ἡ περί ἀνθρώπου ἀποκάλυψη στό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι» καί «Ὁ Σταβρόγκιν» πού εἶχαν δημοσιευθεῖ στό περιοδικό Ρωσική σκέψη (1918 και 1914 ἀντιστοίχως).
Ἄς δοῦμε τώρα ἀναλυτικότερα ὁρισμένες, τίς κυριότερες κατά τήν γνώμη μου, τοποθετήσεις τοῦ Μπερντιάγιεφ σ’ αὐτά τά ὁμολογουμένως ἐνδιαφέροντα κείμενα.
Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ «Θρύλος τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» ἐκτίθεται ἀπό τόν Ἰβάν Καραμάζωφ (βλ. Ἀδελφοί Καραμάζωφ, τ. Β΄, μετ. Ἄ. Ἀλεξάνδρου, ἐκδ. Γκοβόστη, Ἀθήνα, χ.χ. σσ. 99-121). Ἡ δράση τοῦ «Μύθου» τοποθετεῖται στήν Ἱσπανία τήν ἐποχή τῆς φοβερῆς Ἱερῆς Ἐξέτασης. Μέγας Ἱεροεξεταστής συλλαμβάνει καί εἶναι ἕτοιμος νά ὁδηγήσει στήν πυρά καί τόν Χριστό πού θέλησε νά ἐπισκεφθεῖ τήν γῆ.
Στόν διάλογο, ἤ ἀκριβέστερα μονόλογο, πού ἀκολουθεῖ, ὁ Ἰβάν ἀναφέρεται ἀναλυτικά στούς τρεῖς πειρασμούς τοῦ Χριστοῦ στήν ἔρημο. Σχολιάζοντας τόν πρῶτο πειρασμό (Κατά Ματθ. 4, 3-4) ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής διατείνεται ὅτι ὁ Χριστός ἔδωσε στήν ἀνθρωπότητα τήν ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως ἀλλά ὄχι τήν ἐπίγεια εὐημερία. Ὁπωσδήποτε ὁ Μπερντιάγιεφ θεωρεῖ τήν «ἀπόρριψη τῆς ἐλευθερίας ἐν ὀνόματι τῆς εὐτυχίας τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ Θεοῦ ἐν ὀνόματι τῆς ἀνθρωπότητας» ὡς μία ἀπό τίς βασικές θέσεις τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ. Ἀλλά ἡ σκέψη τοῦ Μπερντιάγιεφ προχωρεῖ ἀπό τό θρησκευτικό πλαίσιο  τοῦ «Θρύλου» σ’ ἕνα εὐρύτερο ἀνθρωπολογικό καί πολιτικό πλαίσιο: «Σέ κάθε ἱκανοποιημένο θετικιστή τῆς ἐποχῆς μας βρίσκεται ἕνας μικρός Μέγας Ἱεροεξεταστής, ζεῖ το πνεῦμα του σέ ὅλους τούς φανατικούς ὑπερασπιστές τῆς ἐπίγειας εὐημερίας». Γιά τόν Ρῶσο φιλόσοφο, σοσιαλισμός πού ὑποσχόταν τότε, ἀλλά καί σήμερα, τήν οἰκοδόμηση τῆς ἐπίγειας βασιλείας, εἶναι «μία ἀπό τίς μορφές τοῦ πρώτου πειρασμοῦ».
Ὁ δεύτερος πειρασμός (Κατά Ματθ. 4, 6-7) ἑρμηνεύεται ἀπό τόν Μεγάλο Ἱεροεξεταστή ὡς μία σύνοψη τῶν μοτίβων «θαῦα, μυστήριο καί αὐθεντία», τά ὁποῖα ἐπίσης ἀπορρίπτει τό πνεῦμα τοῦ θετικισμοῦ καί τοῦ ἀγνωστικισμοῦ. Σχολιάζοντας ὁ Μπερντιάγιεφ τήν κριτική τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, ἐπισημαίνει ὅτι αὐτός «κατηγορεῖ τόν Χριστό γιά ἀνεπαρκή ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους, γιά ἀριστοκρατική ἀντίληψη, γιά ὑπερεκτίμηση τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου». Ὡστόσο, στήν σκέψη τοῦ Ρώσου φιλοσόφου, τονίζεται κυρίως ἡ πίστη: «Δέν θέλουμε θαύματα γιά νά πιστέψουμε, ἀλλά τήν πίστη ἡ ὁποία κάνει θαύματα, δέν θέλουμε τήν αὐθεντία ἀλλά τήν ἐλευθερία, δέν θέλουμε τό μυστήριο πού μᾶς καταπιέζει ἀλλά τήν ἐνόραση ἐκείνου τοῦ μυστηρίου». 
Ὁ τρίτος πειρασμός (Κατά Ματθ. 4, 8-10) εἶναι, γιά τόν Μπερντιάγιεφ, «ὁ δρόμος τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε πρόκειται γιά τήν ἐξουσία ἑνός, πολλῶν ὅλων, εἶναι ἡ θεοποίηση τοῦ κράτους». Ἐδῶ εἶναι σαφής ἡ ἐπίσης πολιτική ἑρμηνεία τοῦ χωρίου.
Συνοψίζοντας τήν ἀναφορά του στούς τρεῖς πειρασμούς πού θίγει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής μέ ἀφετηρία τά ἀντίστοιχα εὐαγγελικά χωρία, ὁ Μπερντιάγιεφ ὁ ὁποῖος ὁμοίως ἐπιθυμεῖ τήν λύση τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ-κοινωνικοῦ προβλήματος, θέτει τά ὅρια σ’ αὐτήν τήν προοπτική: «Χωρίς νά υποκύψουμε στόν πειρασμό τῆς αὐθεντίας τῶν ἐξωτερικῶν θαυμάτων, χωρίς νά ἀπαρνηθοῦμε τήν ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως … διατηρώντας τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου». 
Εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Νικόλαος Μπερντιάγιεφ μίλησε πρῶτος, κατά τόν 20ό αἰ., γιά τό πρόσωπο καί τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, καί μάλιστα πολύ πρίν ἀπό τούς Γάλλους ὑπαρξιστές ἤ τούς Ρώσους θεολόγους τῆς Διασπορᾶς: «Τό νά εἶσαι πρόσωπο, τό νά ἔχεις ἀτομικότητα, σημαίνει ὅτι πρέπει νά ὁρίσεις τή δική σου ἰδιαίτερη ἀποστολή στό σύμπαν, νά ἐπιβεβαιώσεις τήν πληρότητα τοῦ μοναδικοῦ Εἶναι στό οἰκουμενικό Εἶναι, σημαίνει νά τρέφεσαι με τούς χυμούς τῆς ἐν Θεῷ ζωῆς».
Γιά τόν Μπερντιάγιεφ ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής περιφρονεῖ ἀκριβώς τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Προσθέτει δέ ὅτι, ἐπειδή «στόν Μάρξ καί στόν μαρξισμό ὑπάρχουν τά χαρακτηριστικά τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστή», ὁ Μάρξ περιφρονεῖ καί αὐτός, κατά παρόμοιο τρόπο, τήν προσωπικότητα. 
Ἀσφαλῶς ὁ Μπερντιάγιεφ ὄχι μόνον ἑρμηνεύει ἀνθρωπολογικά τόν «Θρύλο τοῦ Μεγάλου «Ἱεροεξεταστῆ», ὅπως εἴδαμε παραπάνω, ἀλλά, στά ἄρθρα πού συμπληρώνουν τόν παρόντα τόμο, ὁ Ρῶσος φιλόσοφος θεωρεῖ τόν Ντοστογιέφσκι ὡς μεγάλο ανθρωπολόγο, ὡς ἐρευνητή τῆς ἀνθρώπινης φύσης: «Ὅλη ἡ τέχνη τοῦ Ντοστογιέφσκι δέν εἶναι παρά μία μέθοδος ἀνθρωπολογικῶν ἀναζητήσεων καί ἀνακαλύψεων».
Κατά τον Μπερντιάγιεφ, αν και στο έργο του Ντοστογιέφσκι ἀνευρίσκεται τό στοιχεῖο τοῦ διονυσιακοῦ καί τοῦ ἐκστατικοῦ, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο δέν χάνεται σέ μία «ἀπρόσωπη ἑνότητα», ὅπως στίς ἀρχαῖες διονυσιακές τελετές, ἀλλά διατηρεῖται καί «παραμένει στό βάθος τοῦ Εἶναι».
Στο άρθρο «Η περί ανθρώπου αποκάλυψη στο έργο του Ντοστογιέφσκι» ο Μπερντιάγιεφ χρησιμοποιεί πολλά χωρία από τις «Σημειώσεις από το Υπόγειο» του Ρώσου μυθιστοριογράφου, ένα αφήγημα στο οποίο ο  Ντοστογιέφσκι «θέτει τά θεμέλια τῆς νέας ἀνθρωπολογίας του». Μάλιστα ὁ Μπερντιάγιεφ θεωρεῖ ὅτι «τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι χωρίζεται σέ δύο περιόδους- πρίν ἀπό τίς ‘’Σημειώσεις ἀπό τό Ὑπόγειο’’ καί μετά τίς ‘’Σημειώσεις ἀπό τό Ὑπόγειο’’». Κυρίαρχη ἀνθρωπολογική ἀρχή καί στό ἰδιαίτερο αυτό ἀφήγημα εἶναι, γιά τόν Μπερντιάγιεφ, ἡ ἐλευθερία. Στό δεύτερο αὐτό κείμενο ὁ Ρῶσος φιλόσοφος διερευνᾶ, ἀνθρωπολογικά καί ὄχι ψυχολογικά, ὁρισμένες τραγικές φιγοῦρες τῶν ἔργων τοῦ Ντοστογιέφσκι, ὅπως τόν Ρασκόλνικοφ, τόν Βερσίλοφ, τόν Μίτια Καραμάζοφ, τόν Σταβρόγκιν.
Ἰδιαίτερα ἡ μορφή τοῦ Σταβρόγκιν ἀπό τούς «Δαίμονες» τοῦ Ντοστογιέφσκι θά ἀπασχολήσει, ἀπό ἀνθρωπολογικῆς πλευρᾶς, τόν Μπερντιάγιεφ στό τρίτο κείμενο πού πλαισιώνει τόν παρόντα τόμο: «Τό θέμα τῶν ‘’Δαιμόνων’’ εἶναι τό πῶς μία μεγάλη προσωπικότητα, ὁ ἄνθρωπος Νικολάι Σταβρόγκιν, ἔχει ἐξαντληθεῖ, ἔχει ἀπονεκρωθεῖ μέσα στόν χαοτικό δαιμονισμό πού ἔχει γεννήσει ἡ ἴδια». Συγκεκριμένα, στήν περίπτωση τοῦ Σταβρόγκιν, ἡ προσωπικότητα χάνεται μέσα «στόν δαιμονισμό τῶν παθῶν, τῶν ἐπαναστατικῶν καί τῶν ἐρωτικῶν, καί στήν ἀνθρώπινη ἀθλιότητα». Ὁ ἀνθρωπολογικός τύπος τοῦ Σταβρόγκιν αποτελεί, για τον Μπερντιάγιεφ, τήν ἐνσάρκωση ἑνός «ἀκραίου ἀτομικισμοῦ. Ἐάν ἡ δημιουργικότητα συνιστᾶ τό δεύτερο χαρακτηριστικό τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, μετά τήν ἐλευθερία, εἶναι σαφές ὅτι ὁ Σταβρόγκιν δέν διακρίνεται ἀπό καμία δημιουργική πράξη (λ.χ. τήν ἀγάπη). Ἀναλυτικότερα ὁ Μπερντιάγιεφ ὑποστηρίζει ὅτι «ἡ τραγωδία τοῦ Σταβρόγκιν θέτει τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπό τήν κατά φύση ζωή καί ὁ ὁποῖος λαχταράει τή δική του … Ὁ Σταβρόγκιν, ὅπως καί ὁ Νίτσε, δέν γνώριζε τή θρησκευτική συνείδηση, στήν ὁποία θά ἔβλεπε τήν ἀποκάλυψη τῆς θείας φύσης τῆς ἀνθρώπινης δημιουργίας». 
Τέλος, νά σημειώσω ὅτι τό ὕφος τοῦ Μπερντιάγιεφ στά κείμενα πού συναπαρτίζουν τόν παρόντα τόμο, ὅπως καί στό σύνολο τοῦ ἔργου του, εἶναι σαφές καί συναρπαστικό. Ὁπωσδήποτε ὁ λόγος του, χωρίς τίς μακροσκελεῖς δευτερεύουσες προτάσεις καί τίς κουραστικές παραπομπές, δέν στερεῖται ἐπιστημονικότητας καί τεκμηρίωσης. 





Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017




д. Балтас


архимандрит Георгий  Капсанис (1935-- 2014)


Старец Георгий бал пастырем братства монастыря Григориат на протяжении более 40 лет. Благодаря своему бесценному вкладу в современную церковную деятельность был признан одним из самых выдающихся деятелей современного Афонского монашества.
Великое дарование и проникновенный  дух  старца Георгия блестяще явили себя в богословской литературе. После обретения ученой степени в богословии, он работал некоторое время на Богословском факультете Афинского университета  на кафедре пастырского богословия и канонического права. Особую известность приобрела его докторская диссертация  о пастырстве  заключенных (Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τῶν φυλακισμένων, Ἀθῆναι 1969). Он также подготовил диссертацию на тему: Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας (Πειραιεύς 1975) которая не была представлена из-за  переезда отца Георгия на Святой Афон в монастырь  Григориат и принятия им возложенных на него  монастырским братством игуменских обязанностей.
Этот очень важный труд был позже издан вместе с другими работами старца, ознаменовавшими собой новую эпоху в современном греческом богословии. Наиболее важными из них являются: Τό τέμπλον τῶν ναῶν μας (Ἀθῆναι 1970), Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ὡς ἱεραπόστολος (Ἀθῆναι 1972), Τρόποι βελτιώσεως τῆς κατηχητικῆς προσφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν νεολαίαν (Ἀθῆναι 1972), Ὀρθόδοξος παράδοσις καί παπισμός (1978), Θέματα Ἐκκλησιολογίας καί Ποιμαντικῆς (1999), Ὀρθοδοξία καί οὑμανισμός (1995), Σταυρός τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή μας (1997), Ὀρθόδοξος μοναχισμός καί Ἅγιον Ὄρος (1997), Κυριακή Προσευχή (1997), Ἐμπειρίες τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ (1997), θέωσις ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου (2004), ‘’ἰδεολογική’’ ὀρθοδοξία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων (2005), Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὡς διδάσκαλος τῆς θεώσεως (2006).
Являясь настоящим монашеским, богословским и пастырским светочем, отец Георгий также был зачинателем и в области иностранного миссионерства. По его собственной инициативе и вдохновению монастырь святого Георгия вместе с остальными членами братства на протяжении более тридцати пяти лет оказывает помощь и поддержку  православному миссионерству.