Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Michel Bakounine, Confession, Éditions Le passager cladestin, Neuvy-en Champagne, 2013, σελ. 211

Οἱ ἐκδόσεις Le passager cladestin ἐπανεξέδωσαν τήν γαλλική μετάφραση (1932) τοῦ αὐτοβιογραφικοῦ ἔργου Ἐξομολόγηση τοῦ Μ. Μπακούνιν (1814-1876), μέ μία κατατοπιστική εἰσαγωγή (σελ. 9-27) τοῦ  J.-Chr. Angaut. Παρενθετικά νά σημειώσω ὅτι στήν ἔκδοση πού παρουσιάζω σήμερα, δέν ὑπάρχουν τά πολύτιμα σχόλια τοῦ M. Nettlau τῆς δυσεύρετης πλέον ἔκδοσης τοῦ 1932. 
Ὁ Μπακούνιν συνέθεσε τήν Ἐξομολόγηση τό καλοκαίρι τοῦ 1851, ἐνῶ ἦταν φυλακισμένος στίς φυλακές τοῦ Πετροπαυλόφσκ, στήν Ἁγία Πετρούπολη. Ἔχει σημασία νά τονισθεῖ ὅτι «τήν ἐποχή πού ἔγραφε τήν Ἐξομολόγησή του, ὁ Μπακούνιν δέν ἦταν ἀναρχικός καί δέν εἶχε δημιουργηθεῖ τό ἀναρχικό κίνημα» (σ. 11).
Τό κείμενο τῆς Ἐξομολόγησης καλύπτει ἕνα εὐρύ πλαίσιο θεμάτων πού ξεκινοῦν ἀπό τήν ἐποχή τῶν σπουδῶν τοῦ Μπακούνιν στήν Γερμανία, ὅπου μελετώντας προβλήματα τῆς μεταφυσικῆς κατέληξε στήν «ματαιότητα κάθε μεταφυσικῆς» (σ. 34). Tότε ἀκριβῶς ἄρχισε ὁ Μπακούνιν νά ἀσχολεῖται μέ πολιτικά ζητήματα (σ. 37). 
Παρά τό γεγονός ὅτι βρέθηκε ἐπί χρόνια στό ἐξωτερικό, ὁ Μπακούνιν ἰσχυρίζεται ὅτι διατηρεῖ τήν ρωσσική του συνείδηση (σ. 55), ἐνῶ παράλληλα ἐκφράζει τό «μίσος τῶν Σλάβων γιά τούς Γερμανούς» (σσ. 84-87, σ. 91).
Ἄν καί ὁ Μπακούνιν ἔχει κατηγορηθεῖ κατά καιρούς, καί μάλιστα ἀπό τόν ἴδιο τόν Μάρξ, ὡς πράκτορας (!) τῆς ρωσσικῆς κυβέρνησης, στήν ἀνάγνωση τῆς Ἐξομολόγησης ὁ ἀναγνώστης θά διαπιστώσει ὅτι  ὁ Μπακούνιν προχωρεῖ καί στήν ἐκτενέστατη κριτική τῶν πραγμάτων στήν Ρωσσία τῆς ἐποχῆς του (λ.χ. τῆς προβληματικῆς ἐκπαίδευσης τοῦ λαοῦ [σ. 103], τῆς ἐξαθλίωσης τῶν Ρώσσων ἀγροτῶν [σ. 106], τῆς διαφθορᾶς [σ. 105], τοῦ καθεστῶτος τῆς δουλείας καί τοῦ φόβου [σ. 109]), ἐνῶ  μάλιστα ἀναδεικνύει «τήν πίστη στήν δυνατότητα, στήν ἀναπόφευκτη ἀναγκαιότητα τῆς ρωσσικῆς ἐπανάστασης» (σ. 101, σ. 114, σ. 163) καί «τό πάθος τῆς καταστροφῆς» (σ. 136). Γιά τήν ἱστορία θά σημειωθεῖ ὅτι ὁ διάδοχος τοῦ Νικολάου Α΄, ὁ Ἀλέξανδρος Β΄, ὑπέγραψε τήν ἐξορία τοῦ Μπακούνιν στήν Σιβηρία (1857). 
 Ἐκτός τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀναφορῶν (λ.χ. τῆς ἀμφισβήτησης τῆς κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας [σσ. 117-119]) θά σημειωθεῖ ὅτι στήν Ἐξομολόγηση ὁ Μπακούνιν ἀποτυπώνει ἐπιγραμματικά τό credo του: «Ἡ ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας μου στήν εὐτυχία τοῦ ἄλλου, τῆς προσωπικῆς μου ἀξιοπρέπειας στήν ἀξιοπρέπεια ὅλων ἐκείνων πού μέ περιβάλλουν, τῆς ἐλευθερίας στήν ἐλευθερία τῶν ἄλλων» (σ. 121).
Σέ μία συνολική ἀποτίμηση, θά τονίσω ὅτι τό κείμενο τῆς Ἐξομολόγησης εἶναι σημαντικό τόσο ἀπό προσωπικῆς, ὅσο καί ἀπό ἱστορικῆς καί πολιτικῆς σκοπιᾶς. Ὁ ἀναγνώστης θά διακρίνει ὁπωσδήποτε τήν εἰλικρίνεια τῆς προσέγγισης τῶν ζητημάτων ἐκ μέρους τοῦ Μπακούνιν, γεγονός τό ὁποῖο φαίνεται νά ἐπιδοκιμάζει καί ὁ ἴδιος ὁ τσάρος Νικόλαος Α΄ σέ ὁρισμένα σχόλια πού ἔχει κάνει πάνω στό κείμενο τῆς Ἐξομολόγησης.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014


 

Δημήτρης Μπαλτᾶς

 
Στέφανος Εὐαγγελίδης, Μήδειες καί Κλυταιμνῆστρες  στήν Κύπρο τῆς Ἀγγλοκρατίας, Ἐκδόσεις Ἁρμίδα, Λευκωσία 2014, σελ. 188


Τό παρόν βιβλίο εἶναι μία μελέτη τῆς γυναικείας ἐγκληματικότητας στήν Κύπρο κατά τήν ἐποχή τῆς Ἀγγλοκρατίας (1878-1960). Ὁ συγγραφέας ἐπιχειρεῖ νά δείξει ὅτι «μέ αὐτό τόν τρόπο βλέπουμε τήν ‘’ἄλλη’’ Κύπρο, τήν κρυμμένη Κύπρο, μία Κύπρο γεμάτη ἐγκληματικότητα, πολύ μεγαλύτερη ἀπό τή σημερινή» (σ. 10).
Κατ’ οὐσίαν τό βιβλίο, τό ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό δώδεκα κεφάλαια, διακρίνεται ἀπό ἕνα μέρος θεωρητικό (ἱστορικό-κριτικό) καί ἀπό ἕνα μέρος πρακτικό (στό ὁποῖο καταγράφονται ὀκτώ συγκεκριμένες περιπτώσεις ἐγκλημάτων πάθους, στίς ὁποῖες γυναῖκες νά δολοφονοῦν πρόσωπα τοῦ στενοῦ οἰκογενειακοῦ τους περιβάλλοντος). 
Κρίνεται σκόπιμο νά σημειωθεῖ ὅτι «ἡ ἐγκληματικότητα δέν ἦταν ἀσφαλῶς δημιούργημα τῆς Ἀγγλοκρατίας» (σ. 23). Συγκεκριμένα, οἱ Ἄγγλοι «παρέλαβαν μία νοσοῦσα κοινωνία μέ σχεδόν διαλυμένο κοινωνικό ἱστό … Τό χαμηλό βιοτικό ἐπίπεδο καί ἡ σχεδόν μηδενική ἀξία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς πού κληροδότησε ἡ Τουρκοκρατία, εἶναι οὐσιαστικά ἡ βάση τοῦ προβλήματος» (σ. 41). Τίς αἰτίες αὐτές θά πρέπει τίς δεῖ κανείς σέ συνάφεια μέ τό γεγονός ὅτι «τό τί ἐθεωρεῖτο ἔγκλημα ἀπό τίς Ὀθωμανικές  ἦταν γιά αἰῶνες ἀπροσδιόριστο, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἐμπιστοσύνη τοῦ κόσμου οὔτε στούς νόμους οὔτε στούς ἐκφραστές του» (σ. 49). Αὐτή ἡ προβληματική ἄσκηση ἐξουσίας καί ἀπονομή δικαιοσύνη ἐκ μέρους τῶν Ὀθωμανῶν ὁδήγησε στήν μετατροπή τῆς Κύπρου «σ’ ἕνα εἶδος ἀνοιχτῆς φυλακῆς γιά βαρυποινίτες πού προέρχονταν ἀπό διάφορα μέρη τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας» (σ. 29).
Εἶναι εὐνόητο ὅτι μέ τήν ἔλευση τῶν Βρετανῶν στήν Κύπρο δέν ἐξαλείφθηκε ἡ ἐγκληματικότητα στο νησί, παρά τό γεγονός ὅτι ἀναδιοργανώθηκε ἡ ἀστυνομία (σσ. 29-35) καί ἱδρύθηκαν νέα δικαστήρια (σσ. 49-51). Να τονισθεῖ ὅτι  ὁ συγγραφέας προσεγγίζει κριτικά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπισε ἡ ἀγγλική δικαιοσύνη τά διαπραχθέντα ἐγκλήματα, βασιζόμενος στα ἀστυνομικά καί στά δικαστικά ἀρχεῖα ἀλλά καί στίς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς.  
Τό βιβλίο κοσμεῖται ἀπό σπάνιο φωτογραφικό ὑλικό ἀλλά καί ἐπίσημα ἔγγραφα πού ἀφοροῦν τούς διαπράξαντες τά ἐγκλήματα (μαρτυρίες, ἰατρικές βεβαιώσεις, ἀποφάσεις γιά ἐκτελέσεις τῶν ἐνόχων κ.ἄ.)  
Σέ μία συνολική ἀποτίμηση, ὁ συγγραφέας ἐπιτυγχάνει νά δώσει τεκμηριωμένα, χωρίς ὑπερβολές καί ἐπαναλήψεις, τήν εἰκόνα μιᾶς ‘’ἄλλης’’ Κύπρου, καί ὁπωσδήποτε πέρα ἀπό ἐξωραϊσμούς καί συγκινήσεις. Εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ γυναῖκες «δέν εἶναι οὔτε ἄγγελοι οὔτε δαίμονες. Εἶναι ἄνθρωποι. Καί οἱ ἄνθρωποι ἐγκληματοῦν. Ἡ διάπραξη ἑνός ἐγκλήματος ἀπό γυναίκα δέν εἶναι κάτι ἀφύσικο. Εἶναι ἁπλά ἀνθρώπινο» (σ. 13). Ἀλλά οἱ κλειστές καί ἀπομονωμένες κοινωνίες, ὅπως καί ἡ κυπραϊκή τῶν προηγουμένων αἰώνων, δέν τό ἔχουν ἀντιληφθεῖ αὐτό, ἴσως καί μέχρι σήμερα.
Ὁπωσδήποτε τό βιβλίο μπορεῖ να ἀναγνωσθεῖ ἀπό ἕνα εὐρύτερο κοινό, μέ κοινωνικούς προβληματισμούς καί ἱστορικά ἐνδιαφέροντα.

 

 

 

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014






Δημήτρης Μπαλτᾶς

Δημήτριος Χ. Πάντος, Ἰωάννης Κομνηνός (Ἱερόθεος Δρύστρας) 1657-1719. Ὁ βίος, τό συγγραφικό του ἔργο καί ἡ ἐκκλησιαστική καί πολιτική του δράση, Ἐκδόσεις Κληροδοτήματος Β. Μωραΐτου, Ἀθῆναι 2014, σελ. 404

Ἡ παροῦσα ἐργασία τοῦ ἀειμνήστου φίλου Δ. Πάντου, ἡ ὁποία εἶδε τό φῶς τῆς δημοσιότητας πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες, εἶχε κατατεθεῖ τό 2007 ὡς διδακτορική διατριβή στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ μία συμβολή στόν βίο (σελ. 63-188) καί τό ἔργο (σελ. 189-322) τοῦ Ἰωάννη Κομνηνοῦ, ἑνός ἀπό τούς σημαίνοντες λογίους τοῦ 17ου αἰ. Ὁ Ἰωάννης Κομνηνός ὑπῆρξε μία πολύπλευρη προσωπικότητα, διακρινόμενη ἀπό ἕνα «κοσμοπολίτικο πνεῦμα» (σ. 11), καί ἔδρασε κυρίως στήν Ρουμανία σέ σημεῖο ὥστε νά θεωρεῖται «ἀπό τούς σημαντικότερους ἐκπροσώπους τῶν ρουμανικῶν Γραμμάτων» (σ. 12).  Μάλιστα ἡ ἐκλογή τοῦ Ἰωάννου Κομνηνοῦ στήν μητρόπολη Δρύστρας θεωρεῖται ὅτι «ἐπιβεβαιώνει τίς στενές του σχέσεις μέ τίς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες» (σ. 338).
Ὅσον ἀφορᾶ τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Ἰωάννου Κομνηνοῦ, ὁ συγγραφέας ἀποτιμᾶ ὅτι αὐτό «διακρίνεται [ἀπό] ἕνα εὐρύ φάσμα θεμάτων, ἀπό θεολογικά καί ἱστορικά ἔργα μέχρι τή Γεωγραφία καί τή Φυσική» (σ. 343). 
Στό Παράτημα τοῦ βιβλίου ὁ Δ. Πάντος ἐκδίδει γιά πρώτη φορά ὅλες τίς αὐτόγραφες ἐπιστολές τοῦ Ἰωάννου Κομνηνοῦ (σελ. 349-369).
Τό βιβλίο, λοιπόν, πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι μία ἐξαντλητική ἔρευνα στόν λόγιο τῆς τουρκοκρατίας Ἰωάννη Κομνηνό, βασισμένη σέ ἀνέκδοτο καί ἀρχειακό ὑλικό. 


Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μιχαήλ Mπακούνιν
καί Ριχάρδος Βάγκνερ

Μία συνάντηση

Συνήθως τονίζεται -καί ὑπερτονίζεται- ἡ ἀντισημιτική στάση τοῦ μεγάλου μουσικοῦ Ριχάρδο Βάγκνερ (1813-1883) καί ὁ θαυμασμός πού ὁ ἴδιος θά προκαλέσει πολύ ἀργότερα στόν Ἀδόλφο Χίτλερ (1889-1945). Ὅταν δέν τονίζεται ἡ σχέση αὐτή, τότε συνήθως ἀποδίδεται στόν Βάγκνερ ὁρισμένη παραφροσύνη. Ὅμως, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ μεγάλες προσωπικότητες εἶναι μεγάλες ἐπειδή εἶναι καί πολύπλευρες, Μία ὄψη τῆς πολύπλευρης προσωπικότητας τοῦ Βάγκνερ θά δείξω στό παρόν σημείωμα. 
Κατ’ ἀρχάς θά θυμίσω ὅτι ὁ Ρ. Βάγκνερ, λόγῳ τῆς ρομαντικῆς καταγωγῆς του ἤ τῆς ἰδιαίτερης ἐπαναστατικῆς του φύσης, συναντήθηκε στήν Δρέσδη, σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις, μέ τόν μεγάλο Ρῶσσο ἐκπρόσωπο τῆς ἀναρχικῆς θεωρίας Μ. Μπακούνιν (1814-1876).

Στήν σχετικά πρόσφατη διεθνή βιβλιογραφία ἡ «συνάντησή» τους ἔχει ἀποτελέσει ἀντικείμενο ἔρευνας. Ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀναγνώστης μπορεῖ νά ἀνατρτέξει  στόν τόμο «Michael Bakunin, Gottfried Semper, Richard Wagner und der Dresdner Mai-Aufstand 1849» (σελ. 100) ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη στο πλαίσιο τοῦ Symposium des Forschungsinstituts der Friedrich-Ebert-Stiftung, 27. Oktober 1995).

Ὅσον ἀφορᾶ τήν συνάντηση τῶν δύο ἀνδρῶν, θά σημειωθοῦν τά ἑξῆς. Πρῶτα, τήν 1η Ἀπριλίου, ὁ Βάγκνερ διευθύνει τήν 9η Συμφωνία τοῦ Μπετόβεν στήν Δρέσδη. Μεταξύ τῶν ἀκροατῶν βρίσκεται καί ὁ Μπακούνιν, ὁ ὁποῖος συγχαίροντας τόν Βάγκνερ μετά τήν συναυλία, τοῦ λέγει: «Ἀκόμα κι ἄν ὅλα τά πράγματα καταστραφοῦν στό μέλλον, αὐτό τό ἔργο τέχνης πρέπει νά μείνει ἀνέπαφο, ἀκόμα καί μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς μας».

Λίγο ἀργότερα, οἱ δύο ἰδιαίτερες αὐτές φυσιογνωμίες θά συναντηθοῦν στά ὁδοφράγματα τῆς Δρέσδης, στήν γνωστή ἐξέγερση τῆς 3ης-9ης Μαΐου 1849, πού ἐκδηλώθηκε ἐναντίον τῆς μοναρχίας τῆς Σαξωνίας. Σχετικά μέ τήν ἒξέγερση τῆς Δρέσδης γιά τήν ὁποία δέν ὑπάρχει κάποια εἰδική μελέτη στήν ἑλληνική, ὁ Ρῶσσος φιλόσοφος Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) ἂναφέρει, στό ἔργο του Ἡ Ρωσσική Ἰδέα, τήν χαρακτηριστική πληροφορία ὅτι οἱ εξεγερμένοι κρατοῦσαν στά χέρια τους τήν Madonna τοῦ Rafaello.
Μπορεῖ νά κατανοήσει κανείς τήν συμμετοχή τοῦ Βάγκνερ στά ὁδοφράγματα, ἀλλά καί τήν γενικότερη «συνάντησή» του μέ τίς ἀντιλήψεις τοῦ Μπακούνιν, ἄν προσέξει τό χαρακτηριστικό  ἀπόσπασμα  τοῦ κειμένου του «Τέχνη καί ἐπανάσταση»: «Θέλω νά καταστρέψω τήν ἐξουσία τοῦ ἑνός ἐπί τοῦ ἄλλου, τή βασιλεία τῶν νεκρῶν στους ζωντανούς, τῆς ὕλης στο πνεῦμα. Θέλω νά συντρίψω τήν ἐξουσία τῶν ἰσχυρῶν, τοῦ νόμου καί τῆς ἰδιοκτησίας … Τό μόνο ἱερό πρᾶγμα εἶναι ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος, καί δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο πάνω ἀπ’ αὐτόν» (Ἡ ἀναφορά ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό βιβλίο τοῦ H. Arvon, Mιχαήλ Μπακούνιν, μετ. Π. Γκέκα, Πλέθρον, 2009, σ. 47). Ἄς σημειωθεῖ ὅτι στήν ἴδια συνάφεια κινεῖται καί τό κείμενο τοῦ Βάγκνερ μέ τίτλο «Τό μελλοντικό ἔργο τέχνης» (βλ. M. Nettlau, Ἱστορία τῆς ἀναρχίας, Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1999, σ. 77). 
Φαίνεται λοιπόν ὅτι πολλές φορές διατηρεῖται στήν μνήμη τῶν ἀνθρώπων μία ὁρισμένη πτυχή  κάποιας μεγάλης προσωπικότητας, ὅπως εἶναι ὁ Ρ. Βάγκνερ, καί λησμονοῦνται ἄλλες, ἐξίσου ἐνδιαφέρουσες, πτυχές τῆς ζωῆς τους, ἐλάχιστες ἀπό τίς ὁποῖες ἔδειξα μέ τό σύντομο σημείωμά μου.

 (Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Ρήξη)












Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Πώλ Βέν, Ὅταν ὁ κόσμος μας ἔγινε χριστιανικός (312-394 μ.Χ.), μετ. Γ. Καράμπελας, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 2012, σελ. 201

Στό μικρό αὐτό βιβλίο ὁ γνωστός στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό Γάλλος ἱστορικός Πώλ Βέν ( Paul Veyne) νά ἑρμηνεύσει τήν ἐμφάνιση καί κυρίως τήν ἑδραίωση τοῦ χριστιανισμοῦ κατά τον 4ο αἰ. μ.Χ., πρᾶγμα πού ὀφείλεται στην ἰδιαίτερη προσωπικότητα  τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωξε «νά κάνει τόν χριστιανισμό τή νέα θρησκεία. Θρησκεία εὐνοούμενη μέ κάθε τρόπο, σέ ἀντίθεση μέ τόν παγανισμό» (σ. 17), καί μάλιστα χωρίς «νά ἐπιβάλει μέ τή βία στούς ὑπηκόους του τή νέα πίστη» (σ. 19). Ἐπί τοῦ προκειμένου συμπεραίνει ὁ Βέν ὅτι «ἡ αὐτοκρατορία του ἦταν συγχρόνως χριστιανική και παγανιστική» (σ. 23).
Τίς αἰτίες γιά τήν διάδοση καί τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ ὁ Βέν τίς ἀναζητεῖ «στίς φιλανθρωπίες, στο κοινοτικό συναίσθημα, στήν συλλογική θέρμη τῶν ἀφιερωμένων στόν Κύριο συγκεντρώσεων» (σσ. 44-45).
Στήν ἱστορική παρουσίαση τοῦ Βέν παρουσιάζεται καί ἡ σύγκριση, καί μάλιστα ἐκτενής, μεταξύ τοῦ γερασμένου παγανισμοῦ και τοῦ πρωτοποριακοῦ χριστιανισμοῦ  (ἐνδεικτικῶς βλ. σσ. 50-51, σ. 61, σ. 82), τήν ὁποία, νομίζω, θά ἔπρεπε να δοῦν μέ προσοχή οἱ σύγχρονοί μας παγανιστές, οἱ ὁποῖοι, ἀνιστόρητα και ἄκριτα τίς περισσότερες φορές, κατακεραυνώνουν τόν χριστιανισμό καί τόν Κωνσταντίνο. Στό ἴδιο πλαίσιο, ὁ Βέν θά τονίσει ὅτι ὁ αὐτοκράτορας «οὔτε ἄλλαξε τήν κοινωνία οὔτε ἐκχριστιάνισε τό δίκαιο» (σ. 66).
Ἀρκετές σελίδες ἀφιερώνει ὁ Γάλλος ἱστορικός στήν σχέση Ἐκκλησίας καί αὐτοκρατορίας, ἀκριβέστερα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Καίσαρα, οἱ ρόλοι τῶν ὁποίων «ἦταν διακριτοί» (σ. 100). Μάλιστα ὁ Βέν ὑποστηρίζει ὅτι «ὁ χριστιανός Κωνσταντίνος δέν χρειάστηκε νά διαχωρίσει τόν Θεό καί τόν Καίσαρα, ἦταν ἤδη διαχωρισμένοι ἐξαρχῆς» (σσ. 157-158).
Το τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου ἀφορᾶ τήν σχέση τῆς σύγχρονης Εὐρώπης μέ τόν χριστιανισμό. Ἡ τοποθέτηση τοῦ Βέν ὅτι «δέν εἶναι ὁ χριστιανισμός πού βρίσκεται στίς ρίζες τῆς Εὐρώπης ἀλλά ἡ σημερινή Εὐρώπη πού ἐμπνέει τόν χριστιανισμό ἤ ὁρισμένες παραλλαγές του» (σ. 164) θα συναντήσει μᾶλλον ὁρισμένες ἐνστάσεις κυρίως ἀπό τούς θρησκευόμενους Εὐρωπαίους.  Πάντως ἡ ἄποψη τοῦ Βέν ὅτι «ἡ λ. χριστιανός παραμένει για πολλούς ὄχι μία ταυτότητα ἀλλά ἕνα εἶδος κληρονομικοῦ πατρώνυμου» (σ. 166) ἀπεικονίζει μέ μεγάλη ἀκρίβεια τήν σύγχρονη εὐρωπαϊκή πραγματικότητα.
Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι το βιβλίο εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον τόσο γιά τούς πιστούς ὅσο καί γιά τούς μή πιστούς, τόσο γιά τούς εἰδικούς ἐπιστήμονες ὅσο καί γιά τό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό. Γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ὑπάρχουν ὁρισμένα σημεῖα πού εἶναι συζητήσιμα (λ.χ. ὅτι ἡ χριστιανική θρησκεία εἶναι πολυθεϊστική [σ. 33] ἤ ὅτι ἡ «στροφή» τοῦ Κωνσταντίνου μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ ἐκείνην τῶν μπολσεβίκων [σ. 67]), ἀλλά νομίζω ὅτι δεν εἶναι οὔτε χρήσιμο οὔτε ἀναγκαῖο νά σταθεῖ κανείς σ’ αὐτά. Μεγαλύτερη σημασία ἔχει τό γεγονός ὅτι γιά τόν Βέν ὁ ὁποῖος μάλιστα αὐτοαποκαλεῖται «ἄπιστος» (σ. 36), ὁ Κωσνταντίνος ἀνέδειξε καί καθιέρωσε εἰρηνικά τόν χριστιανισμό, ἐνῶ συγχρόνως ὁ χριστιανισμός πρόσφερε κάτι διαφορετικό καί καινούργιο στόν κόσμο (σ. 37).