Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010



Δημήτρης Μπαλτάς

Tό νόημα τῶν λέξεων καί ἡ διεθνής πολιτική


Κατά μία ἄποψη, οἱ λέξεις ὑπάρχουν γιά νά ἐκφράζουν την ζῶσα πραγματικότητα καί δεν ἀποτελοῦν σύμβολα. Στήν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων λέξεις ὅπως εἰρήνη, ἀνθρωπισμός κ.ἄ. ἐπιβάλλεται νά ἀντιστοιχοῦν σέ πραγματικότητες τίς ὁποῖες ὅλοι κατανοοῦν καί ἀποδέχονται. Ἐάν οἱ λέξεις ἀλλάξουν περιεχόμενο, λογικῶς αὐτό θά πρέπει νά ὀφείλεται στήν κοινή συνείδηση λαῶν καί ἀνθρώπων καί ὄχι στό συμφέρον ἐκείνων πού χαράσσουν τήν διεθνή πολιτική. Στό παρόν θά γίνει ἀναφορά σ’ αὐτήν τήν σχέση τοῦ λόγου καί τῆς πράξεως, τῆς λέξεως καί τῆς πολιτικῆς.
Ἡ ἱστορική, ἀκόμη καί ἡ πρόσφατη, πραγματικότητα τῆς ἀναλήψεως στρατιωτικῆς δράσεως δείχνει τήν ἴδια λογική: ἡ διεθνής πολιτική ἐφαρμόζεται, ἤ καλύτερα ἐπιβάλλεται, ἀρχικά διά τῆς νοηματοδοτήσεως τῶν πραγμάτων καί ἔπειτα διά τῶν ὅπλων. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἰσχύει καί σήμερα ὁ λόγος τοῦ ἀρχαίου ἱστορικοῦ: «καί τήν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τά ἔργα ἀντήλλαξαν» (Θουκυδίδου Ἱστορίαι Γ΄, 82). Θά παραθέσω καί τήν μοναδική μετάφραση τοῦ Ἐ. Βενιζέλου: «καί κατήντησαν νά μεταβάλουν αὐθαιρέτως τήν καθιερωμένην σημασίαν τῶν λέξεων διά τῶν ὁποίων δηλοῦνται τά πράγματα». Προφανῶς ὁ λόγος ἔχει ἐπικαιρότητα, ἀφοῦ ὁ πόλεμος εἶναι διαρκής πραγματικότητα, ἀκόμη καί ὕστερα ἀπό τήν εἰρήνη (;) τοῦ β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Ἐάν ἑστιάσει κανείς τήν προσοχή στά γεγονότα τῆς τελευταίας δεκαετίας, θα διαπιστώσει, μεταξύ ἄλλων, ὅτι λέξεις ὅπως εἰρήνη, ἀνθρωπισμός, μειονότητες, ἄμαχος πληθυσμός, ἀμυντικός πόλεμος ἀλλάζουν περιεχόμενο ἐν ὀνόματι τῆς «διεθνοῦς τάξεως» και τοῦ «διεθνοῦς συμφέροντος». Ἔτσι ἔχει χαθεῖ ἡ «εἰωθυῖα ἀξίωσις τῶν ὀνομάτων», ἀφοῦ πλέον αὐτά ἀντιστοιχοῦν σέ μία νέα πραγματικότητα. Μπορεῖ λ.χ. να δεῖ κανείς τό περιεχόμενο τῆς λ. ἄμαχος στήν περίπτωση τῆς πρώην Γιουγκοσλαβίας καί στήν περίπτωση τοῦ Λιβάνου. Προφανῶς δέν ἀγνοεῖ κανείς οὔτε ἔχει προσωρινῶς λησμονήσει τί σημαίνει ἡ λ. ἄμαχος. Ὑποθετικῶς θά δεχθεῖ ὅτι ἔχουν ἀλλάξει τά συμφέροντα τῶν δυνάμεων πού καθορίζουν, ἔστω φαινομενικῶς, τά πράγματα σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο καί μάλιστα μέσα σέ λίγα χρόνια.
Ἐάν ὅμως οἱ ἀποκαλούμενοι «ἰσχυροί τῆς γῆς» νοηματοδοτοῦν τίς λέξεις ἀνάλογα μέ τήν πραγματικότητα πού κάθε φορά θέλουν νά ἐπιβάλουν στόν κόσμο, ἡ στάση τῶν λαῶν καί τῶν ἐθνῶν θά πρέπει νά προβάλει «τήν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων», ἀποκλείοντας ἔτσι τήν αὐθαιρεσία τοῦ λόγου καί τῆς πράξεως.
Ἐπειδή ἡ λέξη ἀντιστοιχεῖ σέ κάποιο πρᾶγμα καί δέν ὑπάρχουν λέξεις χωρίς νά ἔχουν μία συγκεκριμένη ἀντιστοιχία μέ κάποιο πρᾶγμα, εἶναι σαφές ὅτι ἡ ἑνότητα λέξεως καί πράγματος, θεωρίας καί πράξεως παρέχει ἀσφάλεια καί σταθερότητα στό πλαίσιο τῆς πολιτικῆς καί κυρίως πρός ὄφελος τῶν λαῶν. Μάλιστα θά ἦταν καί μία ἔντιμη συμπεριφορά τῶν ἡγετῶν πρός τούς λαούς πού τούς ἀναδεικνύουν.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Ἄρδην)
Δημήτρης Μπαλτάς

                                       Ἐκπαίδευση καί παιδεία στό καπιταλιστικό σύστημα

Σέ παλαιότερες ἐποχές γινόταν δεκτή, ὡς γνωστό, ἡ διάκριση μεταξύ τῆς ἐκπαιδεύσεως και τῆς παιδείας και τῶν ἀντιστοίχων συνεπειῶν, τῆς ἀμάθειας καί τῆς ἀπαιδευσίας. Μάλιστα ἐθεωρεῖτο ὅτι ὁ ἀμόρφωτος δέν εἶναι κατ’ ἀνάγκην και ἀπαίδευτος, διότι ἦταν πιθανό νά διαθέτει ἦθος, κοινωνική μόρφωση καί ἐμπειρία ζωῆς, ἀκόμη καί ἕνα πλούσιο συναισθηματικό κόσμο.
Ἀργότερα συζητήθηκε διά μακρῶν - καί μέχρι σήμερα ὑποστηρίζεται - ἡ ἄποψη ὅτι τό ἐκπαιδευτικό σύστημα ὄχι μόνον στήν Ἑλλάδα ἀλλά καί σέ ἄλλες χῶρες παρουσιάζει κρίση, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ σύγχρονος μαθητής – πολίτης ἔχει, κατά κανόνα, περισσότερες δυνατότητες στήν πρόσληψη γνώσεων, μέσα στό καπιταλιστικό σύστημα. Ἔτσι θά πρέπει νά προσδιορισθοῦν οἱ προϋποθέσεις καί τά κίνητρα τῆς συμπεριφορᾶς τῶν συγχρόνων μαθητῶν - πολιτῶν πού κινοῦνται πλέον μεταξύ τῆς ἀμάθειας καί τῆς ἀπαιδευσίας.
Εἶναι γεγονός ὅτι σέ χῶρες ὅπου ἔχει κυριαρχήσει κατ’ ἐξοχήν ὁ καπιταλισμός, κατεβλήθη προσπάθεια νά πλαισιωθεῖ ἡ ἐκπαιδευτική διαδικασία μέ τεχνικά μέσα καί νά δοθεῖ σ’ αὐτήν μία προοπτική περισσότερο οἰκονομική – τεχνοκρατική καί μακριά ἀπό τήν ἀνθρωπιστική παιδεία οἱ ἀξίες τῆς ὁποίας θεωροῦνται ὅτι ἔχουν συγκροτήσει τόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό. Αὐτός ὁ προσανατολισμός τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά διαμορφωθεῖ ἕνα ἀντίστοιχο πρότυπο στήν ἐκπαιδευτική διαδικασία σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ὁ μαθητής εἶναι «πελάτης» καί το μάθημα «ἐμπόρευμα». Ὁ ἐκπαιδευτικός κατά συνέπεια θά πρέπει νά γίνει ἕνας καλός «πωλητής» στήν «πώληση» τῶν γνώσεων. Σ’ αὐτό το πλαίσιο διακηρύσσεται μάλιστα ὅτι τό σημερινό σχολεῖο ἔρχεται νά τεθεῖ στήν ὑπηρεσία τῆς ἀναπαραγωγῆς τοῦ κεφαλαίου. Ἐξ αὐτῶν καί μόνον συνάγεται ὅτι ἡ παλιά διάκριση μεταξύ ἀμάθειας καί ἀπαιδευσίας διαμορφώνεται σήμερα διαφορετικά. Ἀμάθεια καί ἀπαιδευσία ἔχουν συναφές περιεχόμενο διότι ἀκριβῶς τό καπιταλιστικό σύστημα, ἤπιας ἤ σκληρῆς μορφῆς, ἔχει μετασχηματίσει τήν συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων καί τίς συνθῆκες τῆς κοινωνίας ὥστε να ὑπηρετοῦν τούς στόχους του πού εἶναι ἀποκλειστικῶς καί μόνον οἰκονομικοί - τεχνοκρατικοί. Ἔτσι ἡ ἐκπαίδευση καί ἡ παιδεία καί τά ἀντίστοιχα ἀποτελέσματά τους, ἡ ἀμάθεια καί ἡ ἀπαιδευσία, ὁρίζονται καί καθορίζονται ὑπό τούς ὅρους, τίς ἐπιλογές καί τίς προοπτικές τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος.
Ἀπό ἀπόψεως παιδευτικῆς εἶναι εὐδιάκριτο ὅτι στό καπιταλιστικό σύστημα δέν ὑπάρχει ἠθική συμπεριφορά. Ἐπίσης ἐδῶ τό ἀξιολογικό σύστημα ἔχει σαφῶς ἕνα ἀτομοκεντρικό χαρακτῆρα. Ἐάν λοιπόν ἡ ὀρθολογική (!) συμπεριφορά εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαμόρφωση πολιτῶν, πού ὡς μόνες ἀξίες στήν ζωή τους ἔχουν τήν καταναλωτική συμπεριφορά ἤ τήν ἀτομική ἐπιτυχία, τότε ὁ μαθητής δέν χρειάζεται νά ἀποκτήσει γνώσεις, οὔτε καί τήν καθόλου γνώση, οὔτε βεβαίως νά διαμορφώσει κριτική σκέψη. Ἀκριβέστερα, ὁ μαθητής χρειάζεται νά διαθέτει περισσότερο ὁρισμένες δεξιότητες γιά νά χειρίζεται συγκεκριμένα πράγματα κατόπιν συγκεκριμένων ἐντολῶν ὥστε νά γίνει ἀποτελεσματικός καί παραγωγικός (κατά τούς κανόνες τῆς ἀγορᾶς).
Περαιτέρω, μία τέτοια προοπτική τοῦ ἐκπαιδευκτικοῦ συστήματος σημαίνει ὅτι ἡ διαφθορά εἶναι πιό ἀποδεκτή ἀπό τήν ἀρετή, ἐφ΄ ὅσον ὅλοι, ἤ σχεδόν ὅλοι, εἶναι διατεθειμένοι νά λειτουργήσουν κατά τρόπο μή νόμιμο ἤ μή ἠθικά σωστό, ἀπό τούς φορεῖς τῆς ἐξουσίας μέχρι τούς ἁπλούς πολίτες. Ἄς δοῦμε το παράδειγμα τῆς βοήθειας πρός ἕνα ἡλικωμένο. Τό νά βοηθοῦσε κανείς μία ἡλικιωμένη νά διασχίσει τόν δρόμο ἦταν, μέχρι σήμερα, μία πράξη ἤθους καί ἀγωγῆς. Σήμερα, ὅμως, ὅταν το καπιταλιστικό σύστημα ἔχει διαμορφώσει τούς ὅρους τῆς πολιτικῆς - κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς συμπεριφορᾶς, ἡ κοινωνική ἀγωγή, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, ἀπουσιάζει. Ἐάν ἐπιχειρήσουν κάποιοι νά κλέψουν τήν τσάντα τῆς ἡλικιωμένης κυρίας, αὐτό θά θεωρηθεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύει μία μορφή, ἀφελή σέ κάθε περίπτωση, διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας. Ὡστόσο, ἐπειδή πέρα ἀπό τίς ἐξωτερικές συνθῆκες ὑπάρχει πάντοτε ὁ ἀνθρώπινος παράγων, μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι ἡ βοήθεια πρός τήν ἡλικιωμένη κυρία ἐξαρτᾶται ἀπό τόν βαθμό ἠθικῆς και τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Καί μία τελευταία παρατήρηση. Ἄν καί ὁ ἀστικός κόσμος ἔχει ἐλεγχθεῖ πολλές φορές, καί ὄχι ἀναιτίως, ὡς κόσμος τῆς συντηρητικότητας καί τῆς ὑποκρισίας, θά πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ σ’ αὐτόν μία δυνατότητα προτάξεως καί διατηρήσεως ὁρισμένων ἀξιῶν πού ἀπορρέουν καί ἀπό τήν ἀνθρωπιστική παιδεία, μέ τίς ὁποῖες μπορεῖ νά ἀντιταχθεῖ στόν ἐκπαιδευτικό προσανατολισμό τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος.
Ἀπό τά παραδείγματα καί τίς προσεγγίσεις προκύπτει ὅτι ἡ παλαιότερη διάκριση μεταξύ ἀμάθειας καί ἀπαιδευσίας ἔχει ἀμβλυνθεῖ. Ὁ ἀμαθής σήμερα, ὁ στερούμενος δηλαδή τῆς καθόλου γνώσεως καί τῆς κριτικῆς σκέψεως, ἀλλά ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ καλῶς τό καπιταλιστικό σύστημα, κυρίως ὡς καταναλωτική δύναμη, εἶναι σέ πολλές περιπτώσεις καί ἀπαίδευτος, κατά τήν ἔννοια ὅτι στερεῖται τῆς στοιχειώδους ἀγωγῆς, τῶν πνευματικῶν ἀναζητήσεων καί τοῦ ἤθους. Αὐτό ἀσφαλῶς ὀφείλεται στό ἴδιο τό καπιταλιστικό σύστημα καί τούς στόχους πού αὐτό ὁρίζει ἀπό ἀπόψεως ἐκπαιδευτικῆς καί παιδευτικῆς, κοινωνικῆς καί πολιτικῆς. Θά ὑπάρχει ὅμως πάντοτε ἡ βούληση τοῦ πεπαιδευμένου ἀνθρώπου νά ἐξεγερείται ἐνάντια στόν ὁλοκληρωτισμό αὐτοῦ τοῦ συστήματος.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εὐθύνη)

Δημήτρης Μπαλτάς

Ἀπό τά ἠθικά χαρακτηριστικά τοῦ μεταδημοκρατικοῦ ἀνθρώπου


Παρά ὁρισμένες ἐπιφυλάξεις, εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ἐποχή τῶν μεγάλων ἐπαναστάσεων πού ἄλλαξαν τόν κόσμο (1789, 1848 καί 1917) ὡς καί τῶν κινημάτων πού ἐκδηλώθηκαν κατά τίς δεκαετίες τῶν 1950-1970 ἔχει ὁριστικά παρέλθει. Ἔτσι ἀπό τήν προοπτική τῆς δημοκρατίας ὁ κόσμος ἔχει πλέον περάσει σέ μία μεταδημοκρατική ἐποχή τῆς ὁποίας τά ἠθικά χαρακτηριστικά θά ἐπιχειρήσω νά παρουσιάσω στήν παροῦσα κατάθεση.
Κύριο, ἴσως, ἠθικό γνώρισμα τῆς μεταδημοκρατικῆς ἐποχῆς εἶναι ἡ ἀπουσία οὐσιαστικῆς δημοκρατικῆς συμπεριφορᾶς τόσο ἐκ μέρους τῶν ἐξουσιαζόντων ὅσο καί ἐκ μέρους τῶν ἐξουσιαζομένων. Ἄν καί φαίνεται παράδοξο, οἱ σημαντικότερες ἀποφάσεις (λ.χ. στήν οἰκονομία) στόν σύγχρονο κόσμο δέν λαμβάνονται καί δέν ὑλοποιοῦνται ἀπό τούς λαούς ἀλλά ἀπό διεθνῆ κέντρα ἀποφάσεων πού ἐπηρεάζουν συνολικά τόν πλανήτη. Εἶναι εὐνόητο ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν καταλύονται οἱ ἀξίες τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἰσονομίας πού ὡς γνωστόν χαρακτηρίζουν τήν ἀληθινή δημοκρατία. Ἀσφαλῶς, ὅμως, ἡ ἀπόδοση εὐθυνῶν σέ διεθνεῖς παράγοντες, συνδυαζόμενη μέ τήν ἀδιαφορία τῶν πολιτῶν ἔναντι τῶν πολιτικῶν-κοινωνικῶν προβλημάτων, δείχνει, ἐπίσης, μία μή ἠθική πολιτική συμπεριφορά.
Μία ἄλλη παράμετρος τῆς μεταδημοκρατικῆς ἐποχῆς καί πολιτικῆς συμπεριφορᾶς συσχετίζεται μέ τήν οἰκονομία. Ἀφ’ ἑνός, οἱ «δυτικές δημοκρατίες», στό πλαίσιο τῆς ἐλεύθερης οἰκονομίας καί λόγῳ τῆς ἀπουσίας κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ, ἔχουν προχωρήσει σέ μία μεθοδευμένη οἰκονομική ἐκμετάλλευση τοῦ φθηνοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, προερχόμενου κυρίως ἀπό χῶρες τῆς νοτιοανατολικῆς Ἀσίας καί τῆς Κίνας. Εἶναι σαφές ὅτι οἱ παράγοντες τῆς καπιταλιστικῆς οἰκονομίας χρησιμοποιοῦν τήν ἐλευθερία πού ἐγγυᾶται ἡ δημοκρατία γιά νά ἐλέγχουν τήν παγκόμσια πλέον ἀγορά. Τήν ἴδια στιγμή, στίς «δυτικές δημοκρατίες» ἐπιχειρεῖται, κατά μία ἄποψη, μία «συνεργασία» πολιτικῶν δυνάμεων διαφορετικῶν ἰδεολογικῶν ἀρχῶν, ἀκριβῶς γιά νά παραμείνουν τά οἰκονομικά κεφάλαια στίς χῶρες τους καί ἔτσι νά μήν μειωθοῦν οἱ μισθοί τῶν ἐργαζομένων ἤ νά μήν αὐξηθοῦν οἱ ἄνεργοι στήν γηραιά ἤπειρο. Πρόκειται, δηλαδή, γιά ἕνα τίμημα πού ἤδη πληρώνουν καί θά πληρώνουν οἱ «δυτικές δημοκρατίες» λόγῳ τῆς νεοαποικιοκρατικῆς πολιτικῆς τους. Διότι ἀκριβῶς οἱ ἀξίες τῆς «ἐπιχειρηματικότητας» καί τοῦ «κέρδους» ἔχουν ἀντικαταστήσει τίς ἠθικές ἀξίες καί τά πρότυπα.
Τέλος, ἕνα ἄλλο ἠθικό γνώρισμα, τῆς μεταδημοκρατικῆς κοινωνίας, πρᾶγμα πού ἀποτελεῖ καί χαρακτηριστικό τῆς μετανεωτερικότητας, εἶναι ἡ τοποθέτηση τῶν ἀνθρώπων ἔναντι τῆς παραδοθείσης κληρονομίας τῶν παλαιοτέρων γενεῶν. Δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανένα ὅτι σέ ἄλλες ἐποχές ἡ δημοκρατική ἠθική δέν ἐπέτρεπε τήν περιφρόνηση ἀξιῶν καί προτύπων, τήν διαστρέβλωση τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας ἤ τήν προβολή τῆς ἱστορικῆς ἀσυνέχειας. Στό ἴδιο πλαίσιο, ἡ συνείδηση τοῦ ἠθικῶς πράττοντος δημοκρατικοῦ ἀνθρώπου ἀναγνώριζε ὅτι οἰκοδομεῖ κανείς τό παρόν καί τό μέλλον ἐμπνεόμενος (βεβαίως ὄχι μιμούμενος) ἀπό τίς ἀρχές καί τά ἐπιτεύγματα τοῦ παρελθόντος. Ἐάν μάλιστα ἡ ἀναφορά ἑστιασθεῖ στήν λεγόμενη «εὐρωπαϊκή ἰδέα», θά πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι αὐτή οἰκοδομήθηκε στίς ἀρχές τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς δημοκρατίας, τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου καί τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς, οἱ ὁποῖες ὅμως ἔχουν πλέον λησμονηθεῖ.
Ἐπιχειρήθηκε μία ἁδρομερής σκιαγράφηση ὁρισμένων, τῶν κυριοτέρων, χαρακτηριστικῶν πού εἰκονίζουν τόν μεταδημοκρατικό ἄνθρωπο. Βεβαίως δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι εὐθύνεται ἡ δημοκρατία ὡς ἀξιακό σύστημα γιά τήν ἀπαξίωσή της στήν πολιτική κοινωνία. Ὅπως δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι εὐθύνεται ἡ νομοθεσία ἤ οἱ νομοθετοῦντες γιά τήν μή τήρηση τῶν νόμων ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν σέ μία, τουλάχιστον θεωρητικῶς, εὐνομούμενη κοινωνία. Σέ κάθε περίπτωση, ὁ ἄνθρωπος ὁριοθετεῖ ἤ ἐπαναπροσδιορίζει τήν ἠθική δημοκρατική συμπεριφορά του. Τό ζήτημα εἶναι ἄν ἡ μετάβαση ἀπό τήν δημοκρατία στήν μεταδημοκρατία, συνοδευόμενη ἀπό μία νοσηρή πολιτικῶς καί ἠθικῶς συμπεριφορά, σημαίνει τήν ὁριστική ἀπώλεια τῶν ἀξιῶν πού ὁρίζουν τήν δημοκρατία καί ἄρα τόν θάνατο τῆς δημοκρατίας.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εὐθύνη)

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010


Δημήτρης Μπαλτάς

Ἡ σύγχρονη οἰκονομική κρίση ὡς πνευματικό πρόβλημα

Ἐξ ἀρχῆς εἶναι ἀναγκαῖο νά λεχθεῖ ὅτι ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση δέν εἶναι ἕνα πρωτοφανές γεγονός. Εἶναι ἴσως πιό τραγικό, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος, ὕστερα ἀπό τόν β΄ παγκόσμιο πόλεμο, πίστεψε ὅτι δημιούργησε ἕνα κόσμο διαρκοῦς ἀναπτύξεως, οἰκονομικῆς σταθερότητας, κοινωνικῆς ἰσορροπίας καί πολιτικῆς εἰλικρίνειας.
Στήν παροῦσα ἀναφορά θά φανεῖ ὅτι ἡ οἰκονομική κρίση σήμερα, ὅπως καί ἄλλοτε, δέν εἶναι πρόβλημα τῆς οἰκονομίας, καθ’ ὅσον ἡ πολιτική κρίση δέν εἶναι ἁπλῶς καί μόνον πρόβλημα τῆς πολιτικῆς. Ἀντιθέτως ἀποτελοῦν προβλήματα τοῦ πνεύματος, ἄλυτα μέχρι σήμερα, παρά τήν τεχνολογική ἀνάπτυξη πού ἔχει συντελεσθεῖ κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες. Ἐπιπλέον θά ἐπιχειρηθεῖ νά προσδιορισθεῖ ποιά εἶναι ἡ δέουσα συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν σημερινή οἰκονομική κρίση.
Ὁμολογεῖται ἀπό τούς περισσότερους, «εἰδικούς» καί μή, ὅτι ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς συμπεριφορᾶς ἄλογης, ἀπάνθρωπης καί ἀντικοινωνικῆς ἐκ μέρους κυρίως τῶν τραπεζῶν καί τῶν πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν. Διότι αὐτοί οἱ οἰκονομικοί ὀργανισμοί ἐπέτυχαν τήν συσσώρευση τοῦ πλούτου, δημιουργώντας μία εἰκονική οἰκονομία, διά τῆς ὁποίας ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ὑποθήκευσαν τήν ζωή καί τό μέλλον τους καί παράλληλα χρησιμοποιώντας φθηνό ἐργατικό δυναμικό ἀπό τόν «Τρίτο κόσμο». Οἱ ἴδιοι οἰκονομικοί ὀργανισμοί κατέστησαν τήν οἰκονομία τῶν κρατῶν καί τῶν πολιτῶν «τυχερό παίγνιο», πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀσφαλῶς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τά πραγματικά οἰκονομικά μεγέθη. Ἔτσι ἡ καπιταλιστική οἰκονομία ὁδήγησε σέ μία ἀνορθολογική οἰκονομική συμπεριφορά, τά ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας εἶναι πλέον παγκοσμίως ἐμφανῆ. Διά τῶν τρόπων πού ἀναφέρθηκαν ἡ καπιταλιστική οἰκονομία διευρύνει συνεχῶς τό χάσμα πλουσίων καί φτωχῶν καθιστώντας τούς φτωχούς φτωχότερους καί τούς πλούσιους πλουσιότερους. Δέν θά συζητήσω ἐδῶ τίς ἀντιστάσεις τῆς ἀστικῆς τάξεως στό χάσμα αὐτό πού εἶναι τραγικά περιορισμένες.
Πάντως ἐπιβάλλεται νά διευκρινισθεῖ ὅτι οἱ οἰκονομικές ἐπιλογές τῶν δυτικῶν κρατῶν ὑπῆρξαν ἀτυχεῖς, ὄχι ἐπειδή ἔκαναν ἐσφαλμένους μαθηματικούς ὑπολογισμούς, ἀλλά ἐπειδή περιφρόνησαν τόν παράγοντα «ἄνθρωπο». Ἀκριβῶς ἐπειδή τά μέσα πού χρησιμοποίησαν οἱ οἰκονομικοί ὀργανισμοί εἶναι κατ’ οὐσίαν νομιμοφανεῖς τρόποι ἐκμεταλλεύσεως καί τῶν κρατῶν καί τῶν πολιτῶν, ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση θά πρέπει νά κατανοηθεῖ ὡς πρόβλημα πνευματικό καί ἀνθρωπολογικό. Ἀναφερόμενος στήν σχέση τοῦ οἰκονομικοῦ μέ τό πνευματικό πρόβλημα ὁ Ρῶσσος φιλόσοφος Ν. Μπερντιάεφ ἔγραφε παλαιότερα ὅτι «τό πρόβλημα τοῦ δικοῦ μου ψωμιοῦ εἶναι πρόβλημα ὑλικό, ἀλλά τό πρόβλημα τοῦ ψωμιοῦ τῶν διπλανῶν μου, ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, εἶναι πνευματικό καί θρησκευτικό πρόβλημα. Ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ μονάχα γιά τό ψωμί, ζεῖ ὅμως μέ ψωμί, καί πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά ἔχουν ψωμί» (Οἱ πηγές καί τό νόημα τοῦ ρωσικοῦ κομμουνισμοῦ, μετ. Ε. Δ. Νιάνιος, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 265).
Στό σημεῖο αὐτό τίθεται τό ἐρώτημα ποιό μπορεῖ νά εἶναι τό καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν σημερινή οἰκονομική κρίση. Ὑπενθυμίζεται ὅτι κατά τόν Ἰμμ. Κάντ τό καθῆκον εἶναι «ἡ ἀναγκαιότητα μιᾶς πράξης πού προκύπτει ἀπό σεβασμό γιά τόν ἠθικό νόμο» (Τά θεμέλια τῆς μεταφυσικῆς τῶν ἠθῶν, μετ. Γ. Τζαβάρα, Ἀθήνα 1984, σ. 43). Προφανῶς αὐτή ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ καθήκοντος δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση σήμερα μέ νέες, καί δῆθεν ὀρθότερες, ἀριθμητικές πράξεις, οἱ ὁποῖες μάλιστα συνοψίζονται στήν τραγελαφική διατύπωση «ἐξυγίανση τοῦ τραπεζικοῦ συστήματος». Ἐξ ἄλλου, ἡ ἔκφραση περί τοῦ «σεβασμοῦ γιά τόν ἠθικό νόμο», ἐάν συσχετισθεῖ μέ τήν σημερινή οἰκονομική κρίση, θά πρέπει νά ἀφορᾶ, πλέον, στήν ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου στόν ἄνθρωπο, στήν τιμιότητα, στήν γνήσια θρησκευτικότητα, στόν λαϊκό πολιτισμό, στήν ἱστορική συνείδηση, στήν γῆ. Ἐπειδή ἡ τρέχουσα οἰκονομική κρίση εἶναι πρωτίστως πνευματικό καί ἠθικό πρόβλημα, τό καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου λογικά θά πρέπει εἶναι πνευματικό καί ἠθικό.
Ὡστόσο, μέ μία ρεαλιστική καί ὄχι τόσο πεσιμιστική προσέγγιση, τά πράγματα δέν φαίνεται νά ἔχουν τόν προσανατολισμό αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς, καθ’ ὅσον καταβάλλεται ἀκόμη προσπάθεια ἀπό τούς «εἰδικούς», δηλαδή αὐτούς πού δημιούργησαν τήν ζοφερή γιά τούς λαούς καί τά κράτη κατάσταση, νά ἀντιμετωπισθεῖ καί ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση διά οἰκονομικῶν τεχνασμάτων καί ὄχι διά τοῦ ἀνθρώπου καί χάριν τοῦ ἀνθρώπου.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εὐθύνη)


Δημήτρης Μπαλτάς

Ὄψεις τῆς περιβαλλοντικῆς ἠθικῆς τοῦ ἀνθρώπου

Ὁπωσδήποτε ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου πρός τό περιβάλλον εἶχε, τουλάχιστον πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια, ὡς ἀφετηρία τήν ἀντίληψη ὅτι αὐτό διέπεται ἀπό μία ἁρμονική τάξη ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία γιά τήν διατήρησή του. Στήν παροῦσα κατάθεση θά συζητηθοῦν ὁρισμένα χαρακτηριστικά τῆς ἠθικῆς πού διαμορφώνει ὁ ἄνθρωπος στήν σχέση του μέ τό περιβάλλον. Ἐάν τό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία ὀντολογική καί ὄχι μόνον ἠθική-λογική κατηγορία, τότε στήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό περιβάλλον θά πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ ἕνα κίνητρο πνευματικῆς καί ὄχι μόνον ὑλικῆς, τεχνολογικῆς, πολιτικῆς, κοινωνικῆς κ.ἄ. τάξεως.
Δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανένα ὅτι τό περιβάλλον, κυρίως κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες, ἔχει ὑποστεῖ ἀνεπανόρθωτες καταστροφές, διότι ἀκριβῶς οἱ ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου σέ ὅλους τούς τομεῖς ἔχουν σάν στόχο πρωτευόντως τό ἴδιον ὄφελος καί δευτερευόντως τήν διατήρηση τῆς περιβαλλοντικῆς ἰσορροπίας. Ἀπό τήν ἄλλη, ἐκτιμᾶται ὅτι οἱ δυνάμεις ἐσωτερικῆς ἀντιστάσεως τοῦ περιβάλλοντος στίς ἐν πολλοῖς αὐθαίρετες ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου ἐξαντλοῦνται σταδιακά.
Ἐάν ἀναζητήσει κανείς τά κίνητρα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ περιβάλλοντος, θά διαπιστώσει ὅτι τό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου δέν διαμορφώνεται πρωταρχικῶς ἀπό παραμέτρους οἰκονομικές, κοινωνικές, πολιτικές κ.ἄ. Διότι αὐτές εἶναι μόνον οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἤθους. Κατά συνέπεια, τό πρόβλημα τῆς φθορᾶς πού προκαλεῖ ὁ ἄνθρωπος στό περιβάλλον εἶναι πνευματικό καί ἀκολούθως οἰκονομικό, τεχνολογικό, κοινωνικό κ.ἄ. Σέ πολλές περιπτώσεις ὁ οἰκονομικός παράγων ἐντάσσεται βεβαίως στό πλαίσιο τῆς μονομεροῦς καπιταλιστικῆς ἀναπτύξεως. Ἀλλά στόν καπιταλισμό, ἐπειδή ὑπάρχει ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἄνθρωπο, ἡ ἠθική συμπεριφορά εἶναι ἀνύπαρκτη. Κατά παρόμοιο τρόπο, μή ἠθική συμπεριφορά φαίνεται νά παρουσιάζει ὁ ἄνθρωπος καί στήν σχέση του μέ τό περιβάλλον, ὅταν τό ἐκμεταλλεύεται λειτουργώντας μέ μοναδικό γνώμονα τήν ἀναπτυξιακή λογική τοῦ καπιταλισμοῦ. Ἐδῶ τό τίμημα τῆς προόδου ἔχει ἀνυπολόγιστες ἀλλά σταθερές καταστροφικές συνέπειες, περιβαλλοντικές ἀλλά καί προσωπικές.
Στήν σημερινή προσέγγιση, ἡ φθορά τοῦ περιβάλλοντος θά πρέπει νά θεωρηθεῖ περισσότερο ὡς ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας πού ἔλαβε ὁ ἄνθρωπος ὡς δωρεά ἀπό τόν Θεό, ἀφοῦ προηγουμένως παρερμήνευσε τήν δοθεῖσα κυριαρχία του ἐπί τῆς φύσεως. Διότι κυριαρχία δέν μπορεῖ νά σημαίνει οὔτε διατάραξη τῆς οἰκολογικῆς ἰσορροπίας οὔτε, ἀκόμη, πλήρη ἐκμετάλλευση τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν. Ἀντιθέτως σημαίνει περισσότερο τήν προστασία τοῦ χώρου στόν ὁποῖο ζῆ καί ἔπειτα ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν πού τοῦ παρέχει αὐτός ὁ χῶρος. Σέ τελική ἀνάλυση, ἀπό μιᾶς ὁρισμένης ἀπόψεως, δέν ἔχει κανένα δικαίωμα ὁ ἄνθρωπος ἐπί τοῦ περιβάλλοντος, ἐπί πράγματος δηλαδή πού ὁ ἴδιος δέν δημιούργησε καί δέν βοηθεῖ στήν διατήρησή του.
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος τῆς μεταβιομηχανικῆς κοινωνίας καί τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό περιβάλλον, τόν κόσμο τῆς γῆς, ἀπό τήν ὁποία ἔρχεται καί στήν ὁποία θά ἐπιστρέψει, τότε τό αἴτημα πού προβάλλεται ἐδῶ εἶναι ἡ γεφύρωση τοῦ χάσματος μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ περιβάλλοντος, παρά τίς δυσοίωνες προβλέψεις τῶν ἐπιστημόνων. Γιά τήν γεφύρωση αὐτή προϋποτίθεται μία διαφορετική ὀντολογική (καί ἄρα κοσμολογική καί ἀνθρωπολογική) ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου μέσα στό περιβάλλον στό ὁποῖο ζῆ καί κινεῖται. Τότε καί οἱ ἐκδηλώσεις τῆς συμπεριφορᾶς του θά ἐκφράζουν μία πιό στέρεη περιβαλλοντική ἠθική.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εὐθύνη)


Δημήτρης Μπαλτάς


Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόϊ. 
Ἑκατό χρόνια ἀπό τόν θάνατό του


Συμπληρώνονται φέτος ἑκατό χρόνια ἀπό τόν θάνατο ἑνός ἀπό τούς μεγάλους τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, τοῦ Λέοντος Τολστόϊ (1828-1910). Ἄν καί σέ μία im memoriam ἀναφορά δέν εἶναι δυνατό νά γίνει ἐξαντλητική παρουσίαση τῆς θεματολογίας, τοῦ ὕφους καί τῶν ἰδεῶν τοῦ συγγραφέα, ὡστόσο θά ἐπιχειρηθεῖ ἐν συνεχείᾳ νά δοθεῖ μία ἀκριβής εἰκόνα τῆς ζωῆς του καί νά διευρενηθοῦν ὁρισμένες πλευρές τῆς γραφῆς καί τῆς ἰδεολογίας του.
Ὁ Λέων Τολστόϊ γεννήθηκε στήν Γιάσναγια Πολιάνα στίς 28 Αὐγούστου 1828. Τό 1847 ἐγκαταλείπει τό τμῆμα νομικῶν σπουδῶν προφασιζόμενος λόγους ὑγείας. Τήν ἴδια χρονιά κληρονομεῖ τήν Γιάσναγια Πολιάνα, λίγα γειτονικά χωριουδάκια καί μερικές ἑκατοντάδες ψυχές (= δουλοπάροικους).
Τό 1852 δημοσιεύεται στόν «Σύγχρονο» τό πρῶτο κείμενο τοῦ Τολστόϊ μέ τίτλο «Παιδικά χρόνια». Ἀκολουθοῦν τό 1855 «Τά διηγήματα τῆς Σεβαστούπολης». Τό 1856 ἀπαλλάσσεται ὁριστικῶς ἀπό τά στρατιωτικά του καθήκοντα. Τρία χρόνια ἀργότερα ὁλοκληρώνει τό ἔργο «Οἰκογενειακή εὐτυχία». Ἀνοίγει ἕνα σχολεῖο στήν Γιάσναγια Πολιάνα γιά τά παιδιά τῶν χωρικῶν, ἐνῶ παράλληλα ἐκδίδει ἕνα περιοδικό μέ ἐκπαιδευτικά θέματα. Τό 1862 παντρεύεται τήν Σόνια Μπέρς. Ἀπό τό 1863 μέχρι τό 1869 γράφει τό ἐπικό μυθιστόρημα «Πόλεμος καί εἰρήνη», ἐνῶ τό 1877 τελειώνει τήν συγγραφή τοῦ δημοφιλοῦς ἔργου «Ἄννα Καρένινα». Ὕστερα ἀπό πολλούς θανάτους στήν οἰκογένεια (τριῶν παιδιῶν καί δύο ἀγαπημένων θείων) στρέφεται στήν χριστιανική πίστη παρουσιάζοντας τό δοκίμιο «Ἡ θρησκεία μου» τό 1883. Ἀπό τό 1884 ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του γράφει δοκίμια καί ἄρθρα μέ σχετική θεματολογία («Γιά τήν ζωή καί τόν θάνατο», «Βοήθεια γιά τούς πεινασμένους», «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας», «Τί εἶναι τέχνη;», «Ἡ δουλεία τῆς ἐποχῆς μας» κ.ἄ.). Στήν ἴδια ἐποχή ἐντάσσονται καί ὁρισμένα μικρά ἀριστουργήματα ὅπως «Ὁ θάνατος τοῦ Ἰβάν Ἰλίτς», «Ἡ σονάτα τοῦ Κρόϊτσερ», «Ἀφέντης καί ὑπηρέτης» καί «Ὁ πατήρ Σέργιος».
Τό 1901 (22 Φεβρ.) ἀφορίζεται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα ἀντικείμενο ἱστορικῆς ἔρευνας ἀλλά καί πεδίο ἀντιπαραθέσεων.
Τό 1908 οἱ θαυμαστές του ὀργανώνουν γιορτή γιά τά ὀγδοηκοστά γενέθλιά του.
Στίς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1910 φεύγει ἀπό τήν Γιάσναγια Πολιάνα, ὕστερα ἀπό συγκρούσεις δεκαετιῶν μέ τήν γυναίκα του, πρός ἄγνωστη κατεύθυνση. Στίς 7 Νοεμβρίου (20 Νοεμβρ., μέ τό νέο ἡμερολόγιο), στίς 6 τό πρωΐ, ὁ Λέων Τολστόϊ πεθαίνει στόν σιδηροδρομικό σταθμό τοῦ χωριοῦ Ἀστάποβο.
Τό 1958 πραγματοποιεῖται ἡ ἰωβηλαία ἔκδοση τῶν Ἁπάντων (σέ 90 τόμους) τοῦ μεγάλου συγγραφέα.
Ὕστερα ἀπό τό σύντομο χρονολόγιο τοῦ Τολστόϊ, θά παρουσιασθοῦν καί θά συζητηθοῦν ὁρισμένα, καίρια, ζητήματα τοῦ ἔργου του.
Κατ’ ἀρχάς, θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό ἔργο τοῦ Τολστόϊ, ὅπως καί τό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι (1821-1881), ἐντάσσεται ὄχι μόνον στήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας ἀλλά καί στήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας. Ἐκτός, δηλαδή, ἀπό τήν παρουσία του στήν λογοτεχνία, γιά τήν αἰσθητική τῆς ὁποίας ἔχουν γραφεῖ πολλά (Λ.χ. βλ. Γκ. Λούκατς, Μελέτες γιά τόν εὐρωπαϊκό ρεαλισμό, μετ. Τ. Πατρίκιος, Ἀθήνα 1957, σσ. 166-263) συζητεῖται ἡ παρουσία του στήν φιλοσοφία καί μάλιστα στήν πρακτική φιλοσοφία (Ἰω. Παναγιωτίδου, Φιλόσοφοι τοῦ ιθ΄ αἰ.. Σοπενχάουερ-Νίτσε-Τολστόη, Ἀθῆναι 1950, σ. 74). Ζητήματα, ὅπως τό καλό καί τό κακό, ἡ ἀνθρώπινη εὐτυχία, οἱ θρησκευτικές ἀναζητήσεις, ἡ ἀνατροπή τῶν δομῶν τοῦ κράτους εἶναι σαφῶς ζητήματα φιλοσοφικά καί ὄχι λογοτεχνικά. Καθαρῶς φιλοσοφικό ἔργο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ τό «Πόλεμος καί εἰρήνη» καί μάλιστα νά τύχει προσεγγίσεως ἀπό τήν σκοπιά τῆς φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας. Ἐπίσης, τό θέμα τοῦ θανάτου ὡς φυσικοῦ καί ἠθικοῦ κακοῦ κατέχει στόν Τολστόϊ μεγάλη ἔκταση (Βλ. Μιχ. Μακράκης, Ἡ αἴσθησις τοῦ θανάτου καί ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως εἰς τόν Λ. Τολστόη ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀναφορᾷ εἰς τό ἔργον αὐτοῦ Ἀνάστασις, Ἀθῆναι 1978, σσ. 50-98).
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, πού ἔχει ἀπασχολήσει τήν ἑρμηνευτική τῆς ἰδεολογίας του, εἶναι ὁ ὀρθολογισμός τοῦ συγγραφέα στήν προσέγγιση τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὁ Σεργκέϊ Μπουλγκάκωφ (1871-1944), σ’ ἕνα σημαντικό ἄρθρο γιά τόν Τολστόϊ, εἶχε παρατηρήσει ὅτι «στήν θρησκευτική κοσμοθεωρία του παραμένει ἕνας ἐκπρόσωπος τοῦ διαφωτιστικοῦ ὀρθολογισμοῦ, ὅπως αὐτός καλλιεργεῖται ἀπό τόν ιζ΄ αἰ.». (Βλ. Δημ. Μπαλτᾶς, Ρῶσσοι φιλόσοφοι. 19ος- 20ός αἰ., Ἐκδόσεις Σαββάλας, Ἀθήνα 2002, σ. 56). Ἀπό μία ἄλλη ὀπτική, ὁ γνωστός φιλόσοφος Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) ὑποστηρίζει ὅτι «ὁ Τολστόϊ εἶχε ἀπαιτήσει τήν ὕπαρξη τοῦ ἄλογου στοιχείου στήν ζωή, ἦταν ἐκεῖνος πού δέν ἤθελε κανένα συμβιβασμό μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου» (Ἡ Ρωσσική ἰδέα, Μόσχα 2000, σσ. 144-145, ρωσσ.).
Συνεξετάζεται μέ τό ζήτημα περί τοῦ ὀρθολογισμοῦ τοῦ Τολστόϊ τό αἴτημά του περί τῆς ἠθικῆς τελειοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου, πάντοτε στό πλαίσιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς (Ἐνδεικτικῶς βλ. Λ. Τολστόϊ, Ἡ θρησκεία μου, μετ. Σπ. Φραγκοπούλου, Ἀθῆναι, σ. 83, σ. 136). Ὡστόσο, ἡ προσπάθεια τοῦ Τολστόϊ νά μετατρέψει τόν χριστιανισμό σέ μία ἁπλή ἠθική διδασκαλία ἔχει ἐπικριθεῖ τόσο ἀπό τόν Βλαδίμηρο Σαλαβιώφ (1859-1900) ὅσο καί ἀπό τόν Σεργκέϊ Μπουλγκάκωφ (Βλ. σχετικῶς Δημ. Μπαλτᾶς, Σταθμοί τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2008, σ. 81).
Ἐξ ἄλλου, εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ συσχέτιση τῆς ἠθικῆς θεωρίας τοῦ Τολστόϊ μέ τήν πολιτική θεωρία τῆς «μή ἀντιστάσεως». Γράφει σχετικῶς ὁ Ρῶσσος μυθιστοριογράφος ὅτι «ἡ ἐκδίκησις καί ἡ ἀνταπόδοσις κακοῦ ἀντί τοῦ κακοῦ ὄχι μόνον ὠφέλιμα ἀλλ' οὐδέ καί λογικά εἶνε, ἐπαυξάνουν δέ ἀπεναντίας τό κακόν, ἐφ' ὅσον ὁ χριστιανισμός ἐναργῶς κατέδειξεν ὅτι ἡ μή ἀντίστασις εἰς τό κακόν τῆς βίας, ἡ ἐγκαρτέρησις ἄνευ τινός ἀγῶνος εἰς τήν βίαν, εἶνε τό μόνον μέσον πρός ἐπίτευξιν τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας τῆς ἁρμοζούσης εἰς τόν ἄνθρωπον» (Τό τέλος τῆς ἐποχῆς μας, μετ. Σ. Φραγκοπούλου, Ἐν Ἀθήναις 1923, σ. 22). Ὑπενθυμίζεται ὅτι ἡ ἀρχή τῆς «μή ἀντιστάσεως», ἡ ὁποία βασίζεται στήν εὐαγγελική ἐντολή τῆς ἀγάπης, ἐπηρέασε τόν μεγάλο Ἰνδό ἡγέτη Μαχάτμα Γκάντι (1869-1948) στούς ἐθνικούς καί στούς ἀγῶνες του.
Ἐάν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν τήν ρωσσική κοινωνία τοῦ 19ου αἰ., μέ τίς κρίσεις καί τίς ἀναζητήσεις της, τότε θά πρέπει νά κατανοήσει διαφορετικά καί πιό ἤπια τήν διαδρομή τῆς ἰδεολογικῆς πορείας τοῦ Τολστόϊ. Σέ μία τέτοια ἀποτίμηση ἀναφέρεται ὅτι «ὁ κόμης Λ. Τολστόη μέ τόν πολυχρόνιο πόνο, μέ τούς μαρτυρικούς ἀνθρωπιστικούς ἀγῶνας του, ἐξαγνίζεται στό κριτήριο τῆς ἀνθρωπίνης συνειδήσεως. Γι’ αὐτό ὁ δικαιόφρων ἄνθρωπος δέν θά ρίψῃ κατά τοῦ Τολστόη τόν λίθον τοῦ ἀναθέματος» (Ἰω. Παναγιωτίδου, Φιλόσοφοι τοῦ ιθ΄ αἰ.. Σοπενχάουερ-Νίτσε-Τολστόη, Ἀθῆναι 1950, σ. 81).
Μέ ἀφορμή τήν συμπλήρωση ἑκατό χρόνων ἀπό τόν θάνατο τοῦ μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα ἐπιχειρήθηκε μία ἁδρομερής παρουσίαση τῆς ζωῆς καί τῆς σκέψεώς του. Στόχος σέ μία τέτοια ἀναφορά δέν εἶναι μονομερῶς οὔτε ὁ ἔπαινος οὔτε ὁ ψόγος, ἀλλά ἡ ὑπόμνηση ὅτι ὁ Λ. Τολστόϊ ἀνήκει, καί αὐτός, ἀναμφισβήτητα στίς μεγάλες μορφές τόσο τῆς ρωσσικῆς ὅσο καί τῆς παγκόσμιας σκέψεως.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Χριστιανική)

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010


Δημήτρης Μπαλτάς

Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852).
Διακόσια χρόνια ἀπό τή γέννησή του


Μέ ἀπόφαση τῆς Unesco, τό 2009 ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «ἔτος Γκόγκολ», καθ’ ὅσον ἐφέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια ἀπό τήν γέννηση τοῦ μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα. Στό πλαίσιο αὐτό ἐντάσσεται καί ἡ σημερινή, σύντομη, περιδιάβαση στήν ζωή καί στό ἔργο τοῦ Ν. Γκόγκολ.
Ὁ Ν. Γκόγκολ γεννήθηκε στίς 31 Μαρτίου 1809 στό Σοροτσίνκ κοντά στήν Πολτάβα τῆς Οὐκρανίας.
Οἱ ἀναμνήσεις τῶν παιδικῶν του χρόνων, οἱ λαϊκοί μύθοι τῆς Οὐκρανίας καί οἱ πρῶτες (καί ἴσως μοναδικές) ρομαντικές στιγμές τῆς ζωῆς του ἀποτέλεσαν τό ὑλικό γιά τό δίτομο ἔργο του «Βραδιές στό χωριουδάκι κοντά στήν Ντικάνκα» (1831-1832).
Τά δύο ἑπόμενα ἔργα, τό «Μίργκοροντ» καί τά «Ἀραβουργήματα», πού ἐκδόθηκαν τό ἴδιο ἔτος (1835), περιέχουν διηγήματα γνωστά στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, ὅπως τό «Πῶς ἔστησαν καυγά ὁ Ἰβάν Ἰβάνοβιτς μέ τόν Ἰβάν Νικηφόροβοτς» καί τό «Ἡμερολόγιο ἑνός τρελοῦ». Στήν συλλογή «Μίργκοροντ» εἶχε περιληφθεῖ καί τό ἱστορικό μυθιστόρημα «Ταράς Μπούλμπα», τό ὁποῖο ἐξυμνεῖ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν ρωσσική γῆ.
Τό 1836 ὁ Γκόγκολ δημοσιεύει στόν «Σύγχρονο» τά σαρκαστικά διηγήματα «Ἡ Ἅμαξα» καί «Ἡ μύτη». Στό πρῶτο ἐξ αὐτῶν ὁ Γκόγκολ εἰρωνεύεται τήν ἐπαρχιώτικη συμπεριφορά τῶν τσιφλικάδων, ἐνῶ στό δεύτερο παρουσιάζει ἕνα παράλογο περιστατικό, μέ αἰχμές γιά τούς δημοσίους ὑπαλλήλους τῆς τσαρικῆς Πετρούπολης.
Ἀσφαλῶς μεταξύ τῶν πιό γνωστῶν ἔργων περιλαμβάνονται ὁ «Ἐπιθεωρητής» καί «Οἱ Νεκρές Ψυχές» (1842), τά ὁποῖα ἔχουν κωμικό, ἀλλά συνάμα καί καταγγελτικό χαρακτῆρα, ἀφοῦ καυτηριάζουν τήν διαφθορά τοῦ τσαρικοῦ κράτους καί τήν δουλοπαροικία. Στό ἕβδομο κεφάλαιο τῶν «Νεκρῶν Ψυχῶν» ὁ Γκόγκολ αὐτοπροσωπογραφεῖται, ὅταν λέγει ὅτι ὁ συγγραφέας «πού τολμάει νά κουνήσει τό δοχεῖο τῶν ἀθλιοτήτων ὅπου κατακάθεται ἡ ζωή μας, νά βουτήξει στήν ἄβυσσο μέ τούς σκάρτους χαρακτῆρες πού συναντοῦμε σέ κάθε βῆμα ὅσο κρατεῖ ἡ γήϊνη περιήγησή μας … δέ θά γνωρίσει τά χειροκροτήματα τοῦ λαοῦ, δέ θά δεῖ τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης … δέ θ’ ἀποφύγει τή σύγχρονη κριτική πού θά βρεῖ ἀσήμαντα τά προσφιλῆ του δημιουργήματα…» (Νικολάϊ Γκόγκολ, Νεκρές Ψυχές, μετ. Α. Σαραντόπουλος, Ἀθήνα 1993, σ. 198).
Τήν ἴδια χρονιά (1842) κυκλοφορεῖ ἡ πρώτη ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Γκόγκολ, στήν ὁποία περιλαμβάνεται καί τό περίφημο «Παλτό», τό ὁποῖο ἦταν ἡ αἰτία νά ἰσχυρισθεῖ ἀργότερα ὁ Ντοστογιέφσκι ὅτι ὅλοι οἱ Ρῶσσοι ρεαλιστές «ἔχουν βγεῖ ἀπό τό Παλτό τοῦ Γκόγκολ».
Τό 1847 ὁ Γκόγκολ δημοσιεύει τά «Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπό τήν ἀλληλογραφία μέ τούς φίλους μου», τά ὁποῖα ἐξυμνοῦν τήν συντηρητική ρωσσική ἐκκλησία τῆς ἐποχῆς του ἀλλά καί τήν ἀπολυταρχική διακυβέρνηση. Πρόκειται γιά ἕνα ἔργο πού ἔτυχε πολλῶν ἐπικρίσεων. Ἔτσι ὁ Μπελίνσκι, στήν Ἐπιστολή του, χαρακτηρίζει τόν Γκόγκολ «συνήγορο τοῦ κνούτου, ἀπόστολο τῆς ἀμάθειας, πρωταθλητή τοῦ σκοταδισμοῦ, ὑμνητή τῶν τατάρικων ἐθίμων» (Μπελίνσκι, Ἀνάλεκτα, μετ. Λ. & Μ. Γεωργίου, Ἀθήνα 1970, σ. 287). Ἄν καί ἡ Ἐπιστολή τοῦ Μπελίνσκι περιέχει πολλές ὑπερβολές καί ἀνακρίβειες, οἱ μελετητές συμφωνοῦν ὅτι αὐτή ὁδήγησε τόν Γκόγκολ σέ μία αὐτοκαταδίκη τοῦ ταλέντου του. Εἶναι γνωστό ὅτι ἔκαψε τά χειρόγραφα τοῦ β΄ τόμου τῶν «Νεκρῶν ψυχῶν». Ὡστόσο, δέν εἶναι ἐξίσου ἀποδεκτό μεταξύ τῶν εἰδικῶν ὅτι ὁ π. Ματθαῖος Κωνσταντινόφσκι, μέ τόν ὁποῖο ἦταν φίλος ὁ Γκόγκολ, ἄσκησε ἀρνητική ἐπίδραση στόν μεγάλο συγγραφέα (Βλ. σχετικῶς E. Berh-Sigel, λ. «Γκόγκολ Ν.», «Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια», τ. 4ος , Ἀθῆναι 1964, στ. 551).
Ὁ Γκόγκολ πεθαίνει, ὑπό ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες, στίς 4 Φεβρουαρίου 1852.
Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά κάνω ὁρισμένες παρατήρησεις. Νομίζω ὅτι ὁ Γκόγκολ δέν ἔγραψε ὅ,τι ἔγραψε ἐκπροσωπώντας τόν ρεαλισμό ἤ τόν νατουραλισμό. Ὁ πρωταρχικός στόχος τοῦ Γκόγκολ ἦταν νά δώσει τήν εἰκόνα τῆς ρωσσικῆς κοινωνίας τοῦ 19ου αἰ., συμμετέχοντας τρόπον τινα, ἀπό τήν δική του σκοπιά, στίς συζητήσεις γιά τόν προσδιορισμό τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ρωσσικῆς ψυχῆς καί τῆς ρωσσικῆς ταυτότητας. Ὑπό τό πρίσμα αὐτό, ὁ Γκόγκολ, μέ τά διηγήματα καί τά θεατρικά ἔργα του, ἀποτελεῖ γιά τήν Ρωσσία ὅ,τι ἀποτελεῖ ὁ Ποῦσκιν, μέ τήν ποίησή του. Ὁ δέ ρεαλισμός ἤ ὁ νατουραλισμός εἶναι τά χρησιμότερα ἐργαλεῖα γιά τήν ἀπεικόνιση αὐτή.
Ἐξ ἄλλου, τό ἔργο τοῦ Γκόγκολ ἐξετάζεται, ἐδῶ καί δεκαετίες, καί ἀπό φιλοσοφικῆς πλευρᾶς, καθ’ ὅσον θίγει ζητήματα φιλοσοφικῆς ἀνθρωπολογίας, ἠθικῆς καί κοινωνικῆς φιλοσοφίας καί θρησκευτικῆς ἠθικῆς. Στήν κατεύθυνση αὐτή λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ ἀνθρωπολογικοί τύποι καί οἱ παραδόσεις τῆς οὐκρανικῆς γῆς πού παρουσιάζονται μέ ἀκρίβεια στό γκογκολικό ἔργο.
Ὁπωσδήποτε ἡ ἀνακήρυξη τοῦ «ἔτους Γκόγκολ» εἶναι ἡ ἐλάχιστη ἀφορμή γιά τίς παλαιότερες γενιές νά ξαναθυμηθοῦν τήν καυστική γκογκολική ἀτμόσφαιρα καί γιά τίς νεότερες γενιές νά ἀνατρέξουν σ’ ἕνα ἀπό τούς μεγάλους τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα Χριστιανική)


Δημήτρης Μπαλτάς

N. Berdiaeff καί Vl. Lossky

In memoriam

Συμπληρώνονται φέτος 60 ἔτη ἀπό τόν θάνατο τοῦ μεγάλου Ρώσσου φιλοσόφου Ν. Μπερντιάεφ, πού ὑπῆρξε ἀπό τούς θεμελιωτές τῆς λεγομένης «θρησκευτικῆς φιλοσοφίας», καί 50 ἔτη ἀπό τόν θάνατο τοῦ Ρώσσου θεολόγου Βλ. Λόσσκυ, τοῦ ἀποκληθέντος «μάρτυρος τῆς ὀρθοδοξίας στήν Δύση».
Ὁ Μπερντιάεφ γεννήθηκε τό 1874 στό Κίεβο, ἐνῶ ὁ Βλ. Λόσσκυ, γιός τοῦ σπουδαίου Ρώσσου φιλοσόφου Νικολάου Λόσσκυ, γεννήθηκε τό 1903. Τό 1922 ἀναγκάσθηκαν νά ἐγκαταλείψουν, ὅπως καί ἄλλοι διανοούμενοι, τήν πατρῶα γῆ ὑπό τήν πίεση τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος. Ἐγκαταστάθηκαν τελικά στό Παρίσι.
Τόσο ὁ Μπερντιάεφ ὅσο καί ὁ Λόσσκυ εἶναι ἰδιαιτέρως γνωστοί στό ἑλλληνικό ἀναγνωστικό κοινό. Ὑπενθυμίζεται ὅτι τά σημαντικότερα ἔργα τους ἔχουν μεταφρασθεῖ στήν ἑλληνική καί ἀσφαλῶς ἔχουν ἐπηρεάσει τήν ἑλληνική θεολογική σκέψη κατά τό β΄ ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰ. Μεταξύ αὐτῶν θά πρέπει νά μνημονευθοῦν οἱ μεταφράσεις τῶν ἔργων τοῦ Μπερντιάεφ Περί τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί Πνεῦμα καί ἐλευθερία πού εἶχε ἐκπονήσει ὁ τότε μητρ. Σάμου Εἰρηναῖος, ὅπως καί ἡ μετάφραση τοῦ περίφημου ἔργου τοῦ Λόσσκυ Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας πού εἶχε παρουσιάσει ἡ πρεσβ. Στ. Πλευράκη.
Εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ Μπερντιάεφ καί ὁ Λόσσκυ προσέφεραν στήν Δύση, πού βασανιζόταν τότε ἀπό ποικίλα ἀδιέξοδα, ἕνα ἄλλο νόημα βίου καί μία ἄλλη πρόταση ζωῆς, ἐπί τῆ βάσει τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Αἰωνία των ἡ μνήμη.

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Ἀνάπλασις)

Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ὁ «μύθος τοῦ σπηλαίου» τοῦ Πλάτωνος στόν Συμεῶνα τόν Νέο Θεολόγο

Εἶναι γνωστό ὅτι ὅροι, εἰκόνες καί παραδείγματα τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας μετασχηματίζονται στήν χριστιανική καί μάλιστα τήν μυστική παράδοση, παρουσιαζόμενα ὑπό διαφορετική ὀπτική καί μέ διαφορετικό στόχο. Ἕνα παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ μετασχηματισμοῦ ἀποτελεῖ ἡ χρήση τοῦ πλατωνικοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» στούς Ἠθικούς Λόγους τοῦ Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου, πού θά διερευνηθεῖ στήν παροῦσα ἐργασία.

Γιά τήν συγκριτική ἐξέταση τῶν δύο παραδειγμάτων-ἑρμηνειῶν θά πρέπει νά ἀνατρέξει ἀρχικά κανείς στό ἕβδομο βιβλίο τῆς Πολιτείας (514A - 518D) τοῦ Πλάτωνος. Ἐκεῖ ὁ Ἱδρυτής τῆς Ἀκαδημίας, ἀναφερόμενος στήν ἐπίδραση τῆς παιδείας καί τῆς ἀπαιδευσίας, παρουσιάζει ὁρισμένους ἀνθρώπους νά βρίσκονται παιδιόθεν σ’ ἕνα σκοτεινό σπήλαιο- φυλακή, ἐνῶ μακριά ἀντανακλᾶ ἕνα φῶς. Ὡστόσο, ἐπειδή αὐτοί οἱ δεσμῶτες βλέπουν μόνον τίς σκιές τῶν ἄλλων καί τοῦ ἑαυτοῦ τους, αὐτός πού θά στρέψει τά μάτια πρός τό φῶς θά πονέσει καί θά ζητήσει νά ἐπανέλθει στό σκότος. Ἐάν ὅμως, ἔστω μέ τήν βία, ὁδηγηθεῖ στόν κόσμο τοῦ φωτός, θά ἀντιληφθεῖ ὅτι αὐτός ὁ κόσμος εἶναι καί ὁ ἀληθινός. Κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Πλάτωνος, τό σπήλαιο εἶναι ὁ κόσμος, ἐνῶ οἱ δεσμῶτες εἶναι οἱ ἄνθρωποι καί τό φέγγος ὁ ἥλιος. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν δεσμωτῶν ἀπό τά δεσμά τῆς ἀπαιδευσίας καί τῆς ἀγνοίας σημαίνει ἀκριβῶς τήν παιδεία καί τήν γνώση. Ἡ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου πρός τό φῶς εἶναι ἡ πορεία πρός τό ἀγαθόν , τό ὁποῖο ἐπιχειρεῖ νά ὁρίσει ὁ Πλάτων γράφοντας ὅτι ὁ δέ γε νῦν λόγος … σημαίνει ταύτην τήν ἐνοῦσαν ἑκάστου δύναμιν ἐν τῇ ψυχῇ καί τό ὄργανον ᾧ καταμανθάνει ἕκαστος … ξύν ὅλῳ τῷ σώματι στρέφειν πρός τόν φανόν ἐκ τοῦ σκοτώδους … Ἕως ἄν εἰς τό ὄν καί τοῦ ὄντος τό φανότατον δυνατή γένηται ἀνασχέσθαι θεωμένη· τοῦτο δ’ εἶναί φαμεν τό ἀγαθόν .
Μεταξύ τῶν μεταγενεστέρων ἑρμηνευτικῶν προσεγγίσεων τοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» θά σημειωθεῖ ἡ ἄποψη τοῦ Hegel ὅτι «ὁ Πλάτων καταφεύγει σέ μία εἰκόνα, σ’ ἕνα εἶδος μύθου, γιά νά δείξει τήν διαφορά μεταξύ τῆς κατάστασης τῆς φιλοσοφικῆς παιδείας καί τῆς κατάστασης ὅπου ἀπουσιάζει ἡ φιλοσοφία» . Ἀλλά καί ἄλλες προσεγγίσεις ἀναφέρονται κυρίως στόν γνωστικό-παιδευτικό χαρακτήρα ἀλλά καί στίς ἠθικές-πολιτικές προεκτάσεις τοῦ μύθου.

Ἐνῶ ἡ φιλοσοφική ἑρμηνευτική τοῦ μύθου κινεῖται στίς ἀναφερθεῖσες γνωσιολογικές κατευθύνσεις, ἔχει ἐνδιαφέρον νά παρατηρήσει κανείς τόν μετασχηματισμό τῆς πλατωνικῆς ἑρμηνείας τῆς εἰκόνας τοῦ σπηλαίου στήν χριστιανική (καί μάλιστα μυστική) παράδοση καί συγκεκριμένα στόν Συμεῶνα τόν Νέο Θεολόγο, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς στήν κατάσταση τῆς θείας ἐκστάσεως. Ἀναλυτικότερα.
Στόν Συμεῶνα, ἐάν ἕνας ἀπό τούς δεσμῶτες, πού εἶναι φυλακισμένος ἐπί πολλά ἔτη («ἀπό γεννήσεως») σέ μία ἀφεγγῆ φυλακή, ἀντικρύσει αἴφνης τόν αἰθέρα τοῦ οὐρανοῦ, ὀλίγον καί κατά μέτρον τῆς γενομένης ὀπῆς, ὅν οὐδέποτε εἶδεν οὐδέ εἶναι τοιοῦτόν τι λαμπρότατον φῶς ὑπενόησεν, ἔκπληξις εὐθύς λαμβάνει αὐτόν καί ὡς ἐξεστηκώς ὑπάρχει. Ἀνάλογη εἶναι ἡ ἐμπειρία πού βιώνει ὁ αἴφνης ἐν θεωρίᾳ τοῦ νοητοῦ φωτός γεγονώς, ἄρτι δηλονότι τῶν δεσμῶν ἀπολυθείς τῶν παθῶν τε καί τῆς αἰσθήσεως, ἐκπλήττεται καί ὡς ἐξεστηκώς τοῖς οὐ καλῶς ὁρῶσι νομίζεται . Ἔτσι ἡ σκοτεινή φυλακή τοῦ Πλάτωνος ἀντιστοιχεῖ, κατά τόν Συμεῶνα, μέ τήν σκοτεινή φυλακή τῶν παθῶν, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τά ὁποῖα ὁδηγεῖ στήν κατάσταση τῆς θείας ἐκστάσεως . Κρίνεται σκόπιμο νά προστεθεῖ ὅτι ἡ ἔκσταση τοῦ χριστιανικοῦ μυστικισμοῦ ὡς μία «ὑπέρ νοῦν» κατάσταση διαφέρει ἀπό τήν ἔκσταση τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, καθ’ ὅσον στήν δεύτερη περίπτωση ἡ ἔκσταση εἶναι μία διανοητική ἤ ψυχολογική κατάσταση.
Ἀλλά στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά διευκρινισθεῖ ὅτι γιά τόν Συμεῶνα ἡ συνήθεια τῆς ὁράσεως τοῦ φωτός τήν πολλήν ἔκπληξιν ἐκ τοῦ κατά μικρόν ἀφαιρεῖται … διότι ἡ κατά μικρόν τῆς ψυχῆς προκοπή, ἐν συνηθείᾳ τῆς τοῦ νοητοῦ φωτός ὁράσεως γινομένη, τῆς πολλῆς ἐκπλήξεως ἐξίσταται, μυηθεῖσά τι ἐντεῦθεν ἕτερον εἶναι τῆς καταστάσεως ταύτης καί θεωρίας τελειώτερόν τε καί ὑψηλότερον . Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἔκσταση («ἔκπληξη») εἶναι μία κατάσταση πού βιώνει ὁ ἀρχάριος στήν πνευματική ζωή. Ἀντιθέτως, ὁ ἄνθρωπος πού προοδεύει στήν πνευματική ζωή («ἡ κατά μικρόν τῆς ψυχῆς προκοπή») θά πρέπει νά γνωρίζει μία διαρκή ἐμπειρία τῆς θείας πραγματικότητας . Γι’ αὐτό, καί σέ ἀντίθεση μέ τήν πλατωνική ἐκδοχή κατά τήν ὁποία ὁ δεσμώτης θά ἐκφράσει τήν ἐπιθυμία νά ἐπανέλθει στό σκότος, ὁ Συμεών τονίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού βιώνει τήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός πρός τήν φυλακήν ταύτην ἐπιστραφῆναι καί βλέπειν αὖθις τά ἐν αὐτῇ ὅλως οὐ βούλεται . Παρά τήν διαφορετική ὀπτική, δέν θά ἦταν ἀβάσιμο νά δεχθεῖ κανείς ὅτι καί οἱ δύο ἑρμηνευτικές κατευθύνσεις προϋποθέτουν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐξ ἄλλου, ἡ συνείδηση, κατά τήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός, στόν Συμεῶνα εἶναι παροῦσα, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος συμπεραίνει ὅτι καί ὡς ἐν φωτί τότε, μᾶλλον μετά τοῦ φωτός, σύνεστι καί οὐχ ὡς ἐν ἐκστάσει διατελεῖ, ἀλλά καί ἑαυτόν καί τά καθ’ αὑτόν καθορᾷ καί τούς πλησίον βλέπει ἐν οἵοις εἰσί . Ἀντιθέτως ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ συνείδηση, κατά τήν ἕνωση μέ τόν Θεό, ἀπουσιάζει στόν Πλωτῖνο καί στόν Αὐγουστῖνο .

Ἀπό τήν συγκριτική ἐξέταση τῶν ἑρμηνειῶν τοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου φαίνεται ὅτι στήν ἀρχαία φιλοσοφία δίδεται προτεραιότητα στήν κατανόηση τοῦ ὄντος καί ἐν τέλει στήν γνώση τοῦ ἀγαθοῦ. Ἀντιθέτως, στήν χριστιανική μυστική παράδοση ὁ «μύθος τοῦ σπηλαίου» χρησιμοποιεῖται σέ ἕνα ὀντολογικό πλαίσιο, στήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός, δηλαδή, σέ τελική ἀνάλυση, στήν κοινωνία τοῦ κτιστοῦ μέ τίς ἐνέργειες τοῦ ἀκτίστου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό προϋποθέτει ὄχι μόνον τήν πορεία τοῦ κτιστοῦ πρός τό ἄκτιστο ἀλλά καί τοῦ ἀκτίστου πρός τό κτιστό.


(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη)

Δημήτρης Μπαλτᾶς

Διαφθορά θεσμῶν καί διαφθορά συνειδήσεων

Εἶναι γεγονός ὅτι θεσμοί καί ἀξίες σέ πολιτικό, ἐπαγγλεματικό, διαπροσωπικό καί πολιτιστικό πλαίσιο βρίσκονται σέ κρίση, χαρακτηριζόμενοι ἀπό συμπτώματα διαφθορᾶς. Ἐκτιμᾶται μάλιστα ὅτι ἡ διαφθορά ἀποτελεῖ «ἕνα πρόβλημα οἰκονομικῆς ἀποτελεσματικότητας καί ὄχι ἕνα ἠθικό ζήτημα» (Βλ. ἐφημ. Καθημερινή, 19. 4. 2007). Στήν σημερινή ἀναφορά θά δειχθεῖ κυρίως ὅτι ἡ διαφθορά τῶν συνειδήσεων, ἀτομικῶν ἀλλά καί συλλογικῶν, ἔχει ἐπιφέρει τήν διαφθορά τῶν θεσμῶν, ἀφοῦ ἔχει ἐν γένει διαστρέψει τό ἀξιολογικό πλαίσιο βάσει τοῦ ὁποίου ἔχει συγκροτηθεῖ ἡ κοινωνία.
Δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανένα ὅτι οἱ θεσμοί καθ’ ἑαυτούς δέν εἶναι διεφθαρμένοι, διότι στήν ἀντίθετη περίπτωση δέν θά εἶχαν προταθεῖ ἀπό τόν νομοθέτη καί δέν θά εἶχαν γίνει δεκτοί ἀπό τήν συλλογική συνείδηση, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχει κριθεῖ ὅτι λειτουργοῦν πρός ὄφελος τῆς πολιτικῆς κοινωνίας.
Ὡστόσο, ἐάν οἱ θεσμοί δέν παρουσιάζουν τήν προσδοκώμενη «λειτουργικότητα» καί «ἀποτελεσματικότητα», λογικά αὐτό ὀφείλεται σ’ αὐτούς πού τούς ὑπηρετοῦν. Λ. χ. ἐάν τό σημερινό σχολεῖο πάσχει σέ ὅλους σχεδόν τούς τομεῖς (ἐκπαιδευτικό, διοικητικό, οἰκονομικό κ. ἄ.), ἡ αἰτία θά πρέπει νά ἀποδοθεῖ στήν συνείδηση καί στήν ἠθική συμπεριφορά αὐτῶν πού διαχειρίζονται τά πράγματα στόν οἰκεῖο τομέα. Ὑπό αὐτό τό πρῖσμα, τό πρόβλημα ἔχει ρίζες πνευματικές καί ἠθικές, καί ἄρα ἡ οἰκονομική καί ἡ stricto sensu πολιτική προσέγγισή του ἔχουν ἕνα δευτερογενή χαρακτήρα. Ἄλλωστε ἡ διαφθορά δέν συσχετίζεται πάντοτε μέ ἄμεσες οἰκονομικές διαδικασίες. Παραδείγματα, ὅπως ἡ ἀλλοίωση ἀποτελεσμάτων σέ ἐξετάσεις τῶν δημοσίων ὀργανισμῶν, οἱ προσλήψεις σέ ὑπηρεσίες χωρίς (ἀντικειμενικά) κριτήρια, οἱ ἐκλογές ἀνθρώπων χωρίς ἐπιστημονικά ἐχέγγυα στίς πανεπιστημιακές κρίσεις, εἶναι σαφῶς συνέπειες μιᾶς διεφθαρμένης ἀντιλήψεως, ἀτομικῆς καί συλλογικῆς.
Ἐξ ἄλλου, ἐάν ἡ διαφθορά χαρακτηρίζει ἕνα μέρος τοῦ ὅλου καί ὄχι τό ὅλον, οἱ ἴδιοι οἱ θεσμοί ἴσως διαθέτουν ἐσωτερικῶς καί τούς τρόπους νά ἐλέγξουν τήν διεφθαρμένη ἀντίληψη. Ἐάν, ὅμως, γίνει δεκτό ὅτι ἡ διαφθορά χαρακτηρίζει πλέον τήν συλλογική καί ὄχι μόνον τήν ἀτομική συνείδηση, αὐτό δείχνει τουλάχιστον ὅτι πάσχει κατ’ ἀρχήν ἠθικῶς (ὄχι κατ’ ἀνάγκην οἰκονομικῶς) ὁλόκληρη ἡ συγκροτηθεῖσα κοινωνία. Διότι φαίνεται νά ἔχει ἀλλάξει σήμερα τό συλλογικό ἀξιολογικό πλαίσιο βάσει τοῦ ὁποίου συμπεριφέρονταν παλαιότερα οἱ πολίτες. Βεβαίως αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἀξίες, ἄν καί ἀντέχουν στόν χρόνο, δέν υἱοθετοῦνται σήμερα, στόν βαθμό πού ἔχουν «ἀντικατασταθεῖ» ἀπό τήν διεφθαρμένη ἀντίληψη καί συμπεριφορά.
Ὕστερα ἀπό τήν σκιαγραφεῖσα κατάσταση, τίθεται τό ἐρώτημα ἄν αὐτή εἶναι θεραπεύσιμη. Κατά τήν ἀναφερθεῖσα ἄποψη, ἡ διαφθορά «ἀντιμετωπίζεται μέ ὅρους management καί πολιτικῆς καί ὄχι μέ ὅρους ἠθικῆς». Ἐπειδή, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι οἰκονομικό γεγονός ἀλλά πνευματικό, τό ζήτημα εἶναι ἡ παρουσία τῆς συνειδήσεως καί τοῦ ἠθικοῦ χρέους. Ἄλλωστε ἡ οἰκονομική παράμετρος εἶναι στοιχεῖο πού κρίνει καί διαχειρίζεται ἡ ἀτομική, κυρίως, συνείδηση. Ἔτσι ἡ διεφθαρμένη συνείδηση θά ὁρίσει ἀναπόφευκτα καί διεφθαρμένους ὅρους management πρός ἴδιον ὄφελος.
Ἐπειδή ὁ λόγος εἶναι πλέον περί τῆς συλλογικῆς διαφθορᾶς, νομίζω ὅτι γιά τήν θεραπεία ἀπαιτεῖται μία μεταμόρφωση τῆς συνειδήσεως τοῦ ὅλου καί ὕστερα τοῦ ἐπί μέρους. Ἀσφαλῶς καί σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἀρκετές ἀτομικές συνειδήσεις θά παραμείνουν στόν κόσμο τῆς διαφθορᾶς. Ἀλλά ἴσως, κατά ἕνα τρόπο παραγωγικό, θά ξαναβρεῖ ἡ πολιτική κοινωνία, τήν ἠθική συμπεριφορά, τήν δικαιοσύνη, τήν ἀξιοκρατία, τήν ἀνιδιοτέλεια κ.ἄ. Ἀντιθέτως πρός τίς οἰκονομιστικές προσεγγίσεις τῶν καιρῶν, θά ἐπιμείνω στό γεγονός ὅτι ἀκόμη καί τό οἰκονομικό εἶναι κατ’ οὐσίαν πνευματικό πρόβλημα, πρόβλημα συνειδήσεως καί ἠθικοῦ χρέους.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περιοδικό ''Εὐθύνη'')

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010




Δημήτρης Μπαλτάς
Ντοστογιέφσκι, Ζητήματα Φιλοσοφικής Ανθρωπολογίας
Δοκίμιο - Μικρή Σειρά
Εναλλακτικές Εκδόσεις


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Πρόλογος

Βιβλιογραφία


α΄ Πηγές

β΄ Βοηθήματα

Εἰσαγωγή

Κεφ. α΄. Περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ

Κεφ. β΄. Ὁ ἄνθρωπος ὡς μυστήριο

Κεφ. γ΄. Ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας

Κεφ. δ΄. Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ

Κεφ. ε΄. Κράτος καί κοινωνία

Ἀντί ἐπιλόγου



Πρόλογος

Στήν πα­ροῦ­σα με­λέ­τη συ­ζη­τοῦν­ται ζη­τή­μα­τα τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Τά ὑ­πό κρί­ση ζη­τή­μα­τα θε­ω­ροῦν­ται ὡς ἐκ­φρά­σεις τῆς κο­σμο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Ρώσ­σου μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φου. Ἀ­σφα­λῶς θά πρέ­πει νά ση­μει­ω­θεῖ ἐξ ἀρ­χῆς ὅ­τι ὁ Ντοστογιέφσκι δέν εἶ­ναι ἕ­νας s­t­r­i­c­to s­e­n­su συ­στη­μα­τι­κός φι­λό­σο­φος, ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο ἕ­νας λο­γο­τέ­χνης μέ φι­λο­σο­φι­κές ἀ­να­ζη­τή­σεις καί προ­σεγ­γί­σεις. Ἀλ­λά ὁ­πωσ­δή­πο­τε δέν ἐν­δι­α­φέ­ρει τήν πα­ροῦ­σα ἐρ­γα­σί­α ἡ λο­γο­τε­χνι­κή-ὑ­φο­λο­γι­κή ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ντο­στο­γι­εφ­σκι­κοῦ ἔρ­γου.

Στό πρῶ­το κε­φά­λαι­ο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό, κα­τά τόν Ντοστογιέφσκι, καί συγ­κε­κρι­μέ­να συ­ζη­τεῖ­ται ἡ πί­στη στήν ὕ­παρ­ξη Του. Στό δεύ­τε­ρο κε­φά­λαι­ο ὁ Ντοστογιέφσκι σκι­α­γρα­φεῖ τόν ἄν­θρω­πο τοῦ πό­νου καί τῆς δυ­στυ­χί­ας. Ἡ γνω­στή δι­α­τύ­πω­ση: «ἐ­άν δέν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὅ­λα ἐ­πι­τρέ­πον­ται» ὁ­δη­γεῖ στήν συ­ζή­τη­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που (κεφ. γ΄) καί τῆς ἐ­πι­λο­γῆς τῆς δι­α­πρά­ξε­ως τοῦ κα­κοῦ ἐκ μέ­ρους του (κεφ. δ΄­). Τέλος, τό πέμ­πτο κε­φά­λαι­ο ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο συν­θε­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, κα­θ’ ὅ­σον ἀ­να­φέ­ρε­ται στή στά­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ κρά­τους ἔ­ναν­τι τῶν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῶν ζη­τη­μά­των πού ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐ­δῶ.



Δη­μή­τρης Μπαλτᾶς

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010


Δημήτρης Μπαλτᾶς

Η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης ως πράξη αντίστασης

Εάν η μνήμη του ανθρώπου είναι κριτήριο της ταυτότητάς του, τότε η απώλεια της ιστορικής μνή­μης θα πρέπει να σημαίνει απώλεια και της ιστορικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και εξ αιτίας της καταναλωτικής συνείδη­σης και της γενικότερης πολιτιστικής σύγχυσης, η ιστορική μνήμη διαγράφεται από την πολιτιστική και κοινωνική πραγματικότη­τα. Εν συνεχεία θα υποστηριχθεί ότι η διατήρη­ση της ιστορικής συνείδησης είναι κυρίως μία πρά­ξη αντίστασης απέναντι στις ως άνω κυρίαρ­χες αντιλήψεις των καιρών μας.

Αρχικά, η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης λειτουργεί κατά ένα τρόπο ανασταλτικό απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Εδώ θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν οδηγεί μόνον σε νέες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες (του τύπου «οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλου­σιότεροι») αλλά απειλεί σε μεγάλο βαθμό τις ιδιαιτερότητες επί μέρους λαών και ανθρώπων. Οπωσδήποτε η διαμορφωθείσα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία εμπεριέχει μία ασάφεια όσον αφορά τις αιτίες, τους στό­χους και εν γένει το νόημα της συ­γκρότησής της. Πρόκειται δηλαδή για μία ισοπεδωτική κοσμοαντίλη­ψη της οποίας τα κύρια χαρακτη­ριστικά (εθνολογικά, οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, ατομικά κ. ά.) δεν έχουν ακόμη αναλυθεί και ερμηνευθεί ικανοποιητικά.
Εξ άλλου, στο πλαίσιο της λε­γομένης μετανεωτερικότητας προβάλλεται η καταναλωτική και όχι η ιστορική συνείδηση. Κατά την αντίληψη αυτή, ο άνθρωπος ζει αποκλειστικά και μόνον για το παρόν, αφού το μέλλον είναι αβέβαιο και το παρελθόν ανύπαρκτο. Επομένως δεν αναζητεί ο άνθρωπος κάποιο νόημα ζωής αλλά αρκείται σε μία κατανα­λωτική συμπεριφορά, η οποία μάλι­στα, εάν δεν είναι και πολύ ορατή, δεν είναι και πολύ ενοχλητική. Σ' αυτήν την θεώρηση, η οποία υιοθετείται εν γένει στην εξαμερικανισμένη πλέον Δύση, η ιστορική συνείδηση δεν έχει κανένα ουσιαστικό ρόλο, αφού ενδιαφέρει περισσότερο η καταναλωτική συμπεριφορά της απρόσωπης μάζας και όχι η διατή­ρηση της ιστορικής μνήμης του συ­γκεκριμένου εθνικού στοιχείου. Λό­γου χάρη, θα ήλπιζε κανείς να παρα­μένει, ακόμη και σήμερα, επίκαιρο το νόημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά το 1821 ή της εθνικής αντίστασης κατά του Άξονος κατά το 1940.
Εάν εστιάσει κανείς στην γενι­κότερη πολιτιστική σύγχυση που έχει καλλιεργηθεί στην σημερινή ελληνική κοινωνική πραγματικότη­τα, θα διακρίνει ότι έχει πλέον χαθεί ό,τι ονομάζεται πολιτιστική κληρο­νομιά και επικρατεί ένα ασαφές πο­λιτιστικό φαινόμενο που επιτρέπει μία ανάμειξη ετερογενών στοιχεί­ων, είτε εισαγωγής είτε μιας χρήσε­ως. Τα ακόλουθα παραδείγματα δει­κνύουν του λόγου το αληθές. Αν δει ο αναγνώστης την πληθώρα των κατ' έτος εκδιδομένων βιβλίων, θα διακρί­νει ότι τα περισσότερα από αυτά γρά­φονται χωρίς να έχουν να πουν κάτι ιδιαίτερο ή καινούργιο. Ή, ακόμη, ας προσέξει την μουσική παραγωγή, κακίστης ποιότητας πολλές φορές, στην σύγχρονη Ελλάδα. Εάν μάλιστα ο αναγνώστης ασχοληθεί και με την σύγχρονη ιστοριογραφική αντίληψη που δέχεται, ατυχώς, ότι το ελληνικό έθνος έχει κατασκευασθεί τον 19° αι., τότε θα μείνει τουλάχιστον με μια αίσθηση αδικίας για την ιστορική αλήθεια. Είναι περιττό να αναφερθώ στην απουσία (ή αδυναμία;) του λε­γομένου «πνευματικού κόσμου», πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, να επιχειρήσει μία καίρια παρέμβαση στην πολιτιστική βαρβαρότητα των καιρών μας. Παρά τον οποιοδήποτε αντίλογο, είναι βέβαιο ότι από την σημερινή πολιτιστική ανάπτυξη απουσιάζει σχεδόν ο,τιδήποτε μπορεί να διασώσει την ιστορική συνείδηση και μνήμη.
Απέναντι στην σκιαγραφείσα κοι­νωνική και πολιτιστική πραγματικό­τητα, η διατήρηση της ιστορικής συ­νείδησης μπορεί να θεωρηθεί ως μια σύγχρονη πράξη αντίστασης στον νέο αυτόν τύπο του ιμπεριαλισμού, που παρουσιάζεται όχι τόσο στις ισχυρές αλλά κυρίως στις αδύναμες χώρες. Κατά την θεώρηση αυτή, ο σημερινός ιδιάζων ιμπεριαλισμός δεν έχει στρατιωτικό περιεχόμε­νο, όπως στο παρελθόν, αλλά είναι ένας ιμπεριαλισμός πρώτα της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και έπειτα της καταναλωτικής κοι­νωνίας. Αντιστοίχως, η σύγχρο­νη αντίσταση δεν μπορεί να είναι ένοπλη αλλά κυρίως πολιτιστική και ψυχολογική. Και η αρχή αυτής της διαφορετικής αντίστασης βρί­σκεται ακριβώς στην διατήρηση της ιστορικής συνειδήσεως.
Είναι προφανής, κατά τα ανωτέρω, η αναγκαιότητα της διατήρησης της ιστορικής συνείδησης στον σύγχρο­νο εξαμερικανισμένο δυτικό πολι­τισμό μέρος του οποίου επιθυμεί να αποτελέσει, ανεπιτυχώς, και η Ελλάδα. Σε τελική ανάλυση, επιβάλλεται να ερμηνευθεί αυτή η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης ως η έσχατη πράξη αντίστασης μέσα στην γενική παρακμή.