Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Τζώρτζ Στάϊνερ, Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι. Δοκίμιο παλαιᾶς κριτικῆς, μετ. Κώστας Σπαθαράκης, Ἀντίποδες, Ἀθήνα 2015, σελ. 492

Ἕνα ἔργο-σταθμός στήν λογοτεχνική κριτική, πρωτοδημοσιευμένο τό 1959, μεταφράστηκε προσφάτως στήν ἑλληνική. Πρόκειται γιά τό Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι τοῦ Τζ. Στάϊνερ πού ἐκδόθηκε ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἀντίποδες.
Στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου του ὁ Στάϊνερ γράφει χαρακτηριστικά ὅτι «σέ ἀντίθεση τόσο πρός τόν βιβλιοκριτικό ὅσο καί πρός τόν ἱστορικό τῆς λογοτεχνίας, ὁ κριτικός τῆς λογοτεχνίας πρέπει νά ἀσχολεῖται μόνο μέ τά ἀριστουργήματα» (σ. 24). Ἀλλά, μέ ὁρισμένη διαφοροποίηση πρός αὐτήν τήν διατύπωση, θά παρατηρήσω ὅτι καί ὁ βιβλιοκριτικός πρέπει νά ἀσχολεῖται μόνο μέ ἀριστουργήματα. Καί ἕνα ἀριστούργημα στό ὁποῖο θά ἀναφερθῶ σήμερα, εἶναι ἀκριβῶς τό Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι.
Ὁ Στάϊνερ οἰκοδομεῖ τό δοκίμιό του πάνω σέ ὁρισμένες γενικές ἀρχές πού ἀφοροῦν τούς δύο γίγαντες τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, τόν Λ. Τολστόϊ (1828-1910) καί τόν Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Κωδικοποιώντας λοιπόν αὐτές τίς ἀρχές θά ἐπισημάνω τά ἑξῆς 1ο Γιά τόν Στάϊνερ ὁ Τολστόϊ εἶναι «ἐπικός, καθώς κλείνει συνειδητά πρός τόν Ὅμηρο. Μετά τόν Σαίξπηρ, ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι ὁ σημαντικότερος δραματουργός» (σ. 15). 2ο Τό δοκίμιο Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι «προσπάθησε νά καταδείξει ὅτι τό κύρος τῶν δύο συγγραφέων δέν μπορεῖ νά διαχωριστεῖ ἀπό τή θεολογική τους στράτευση» (σ. 19). 3ο Ὁ Στάϊνερ διακηρύσσει ὅτι «ὁ Τολστόϊ καί ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι οἱ πρῶτοι μεταξύ τῶν μυθιστοριογράφων. Ὑπερέχουν στήν εὐρύτητα τῆς ὀπτικῆς καί τή δύναμη τῆς ἐκτέλεσης» (σ. 29). 4ο  Στό πρόσωπο τοῦ Τολστόϊ καί τοῦ Ντοστογιέφσκι ὁ Στάϊνερ ἐπιδιώκει νά διαχωρίσει «τόν ἐπικό ποιητή ἀπό τόν δραματικό, τόν ὀρθολογιστή ἀπό τόν ὁραματιστή, τόν χριστιανό ἀπό τόν παγανιστή» (σ. 34). 5ο Ὁ Στάϊνερ ἰσχυρίζεται ὅτι «οἱ μεγάλοι Εὐρωπαῖοι, καί σέ αὐτό τό σημεῖο καί οἱ Ἀμερικανοί, δέν μπόρεσαν νά προσεγγίσουν οὔτε τήν κυριαρχική καί περιεκτική ὁμολογία πίστεως στήν ὁποία ἔφτασε ὁ Ντοστογιέφσκι, οὔτε τόν μοναχικό, αὐτοαναφορικό καί παρ’ ὅλα αὐτά ὀρθολογικό παγανισμό τοῦ Τολστόϊ» (σ. 435). 6ο Γιά τόν Στάϊνερ «ἡ μαρξιστική κριτική μελέτησε γόνιμα, ἄν καί ἐπιλεκτικά, τήν ἰδιοφυΐα τοῦ Τολστόϊ. Τόν ὀγκόλιθο τοῦ Ντοστογιέφσκι εἴτε τόν καταδίκασε εἴτε τόν ἀγνόησε» (σ. 467).     
Σέ πολλά σημεῖα τοῦ δοκιμίου τοῦ Στάϊνερ ἐπισημαίνεται ὅτι  ὁ Τολστόϊ «ἐπιδίωκε νά συγκρίνονται τά ἔργα του μέ ἐκεῖνα τοῦ Ὁμήρου» (σ. 30. Πβ. σχετικά σ. 79, σ. 111, σσ. 122-123, σ. 179, σσ. 181-182), κυρίως τά ἔργα του Οἱ Κοζάκοι, Τά παιδικά χρόνια, ἐφηβικά χρόνια, Πόλεμος καί Εἰρήνη, Ἄννα Καρένινα. Ἀντιθέτως ὁ Ντοστογιέφσκι, μέ ἀφορμή κυρίως τά ἔργα του Ἔγκλημα καί τιμωρία, Ἀδελφοί Καραμάζωφ, καί Ἠλίθιος,  ἀναγνωρίζεται ὅτι «εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγάλους τραγικούς ποιητές» (σ. 31. Πβ. σχετικά σσ. 200-202, σ. 209. σ. 240, σ. 261), ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔχει ἀποκληθεῖ ὑπό τοῦ Β. Ἰβάνοφ ὡς «ὁ Ρῶσος Σαίξπηρ» (σ. 191).
Γιά τό θέμα πού πραγματεύεται στό παρόν δοκίμιό του ὁ Στάϊνερ ἔχει ἐνδιαφέρον ἡ ἀναφορά του (σσ. 169-179) σ’ ἕνα ἀντίστοιχο δοκίμιο πού εἶχε γράψει ὁ Τολστόϊ μέ τίτλο «Ὁ Σαίξπηρ καί τό δρᾶμα». Ἐπισημαίνει λοιπόν ὁ Στάϊνερ ὅτι «γιά τόν Τολστόϊ τά ἔργα τοῦ Σαίξπηρ εἶναι παράλογα καί ἀνήθικα … Ὁ Τολστόϊ ὑποπίπτει προφανῶς σέ αὐτό πού ὁρισμένοι σύγχρονοι κριτικοί ὀνομάζουν ‘’προθεσιακή πλάνη’’. Ἀρνεῖται νά διαχωρίσει τόν καλλιτέχνη ἀπό τό δημιούργημά του, καί τό δημιούργημα ἀπό τήν πρόθεση τοῦ καλλιτέχνη. Ὁ Τολστόϊ καταδικάζει τά θεατρικά ἔργα τοῦ Σαίξπηρ γιατί ἐντοπίζει σέ αὐτά ἕνα ἰδιοφυές πνεῦμα πού εἶναι ἠθικά οὐδέτερο» (σσ. 177-178). Γιά τόν ἐνδιαφερόμενο ἀναγνώστη θά προσθέσω ὅτι τό περίφημο δοκίμιο τοῦ Τολστόϊ εἶχε μεταφρασθεῖ παλαιότερα στήν ἑλληνική (Ὁ Σαίξπηρ καί ἡ δραματική τέχνη, μετ. Π. Ἀντωνοπούλου,  Ὁ Κεραμεύς, Ἀθῆναι, ἄ.ἔ.). 
Ἐπίσης, ὡς πρός τήν ἑλληνική ἔκδοση, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παρατηρήσω ὅτι, ἐνῶ σέ κάποια χωρία μεταφρασμένων στήν ἑλληνική ἔργων δίδεται ἡ ἀντίστοιχη σελίδα τῆς ἑλληνικῆς ἔκδοσης, σέ ἄλλα παραλείπεται ἡ ἀναφορά σέ συγκεκριμένη σελίδα τῆς ἴδιας ἔκδοσης (ἐνδεικτικῶς σ. 303, σ. 340, σ. 345, σ. 391, γιά τό ἔργο «Ντοστογιέφσκι» τοῦ Μπερντιάγιεφ, ἤ γενικότερα παραλείπεται ἡ ἀναφορά σέ ὑπάρχουσα ἑλληνική μετάφραση (ἐνδεικτικῶς λ.χ. σ. 165, γιά τό ἔργο τοῦ D.S. Mirsky «Ἱστορία τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας», σ. 169 γιά τό ἄρθρο τοῦ Ὄργουελ «Ὁ Τολστόϊ, ὁ βασιλιάς Λήρ καί ὁ τρελός», σ. 196 γιά τήν τραγωδία «Δημήτριος» τοῦ Σίλλερ, σ. 242, γιά τό ἔργο «Ντοστογιέφσκι» τοῦ Ἀνρύ Τρουαγιά, σ. 395, γιά τόν Μπακούνιν).  Ἐπίσης θά ἦταν χρήσιμο γιά τόν μή εἰδικό ἀναγνώστη νά παρέχεται ἡ ἐπεξήγηση ὁρισμένων τεχνικῶν ὅρων (λ.χ. ἡ σάγκα (σ. 155) πού σημαίνει τήν ἐκτενή ἀφήγηση μιᾶς φανταστικῆς ἤ ρεαλιστικῆς ἱστορίας, ἡ coda (σ. 158) πού σημαίνει τήν σύντομη προσθήκη πού προαναγγέλει τήν κατακλείδα μιᾶς μουσικῆς σύνθεσης κ.ἄ.  Ἀλλά αὐτά δέν ἔχουν ἴσως τόση σημασία μπροστά στήν ἔκδοση ἑνός ἀριστουργηματικοῦ ἔργου λογοτεχνικῆς κριτικῆς πού παρουσιάζω σήμερα.
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά ἐπισημάνω ὅτι τό ἔργο Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι διατηρεῖ μία ὁρισμένη ἐπικαιρότητα ὄχι μόνον γιά τούς μελετητές τῶν δύο μεγάλων τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας ἀλλά καί γιά τό εὐρύτερο κοινό μέ λογοτεχνικά καί φιλοσοφικά ἐνδιαφέροντα. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι στό Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι δίδεται συνάμα, κατά κάποιο τρόπο, μία πανοραμική ἄποψη τῆς εὐρωπαϊκῆς καί τῆς ἀμερικανικῆς λογοτεχνίας μέ τήν ὁποία βρίσκονται σέ ἐγγύτητα οἱ δύο Ρῶσσοι συγγραφεῖς.
   

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015





Βασίλι Ροζάνωφ


Λόγος στόν Ντοστογιέφσκι

μετάφραση Δημήτρης Μπαλτᾶς


Λένε ὅτι ὁ Πλάτων καί ὁ Χέγκελ εἶχαν δημιουργήσει τήν διαλεκτική· ὅμως, πολύ νωρίτερα ἀπό αὐτούς, ὁ χαμαιλέων πού ἀλλάζει τά χρώματά του καί πού δέν ἔχει κανένα συγκεκριμένο, μόνιμο χρῶμα, ἔδωσε τό παράδειγμα αὐτοῦ πού λέγεται ὀργανική διαλεκτική. Τί εἶναι διαλεκτική; Εἶναι τό «ναί» καί τό «ὄχι», πού μεταβαίνει τό ἕνα στό ἄλλο, πού βοηθεῖ τό ἕνα τό ἄλλο, ἀκόμα κι ἄν μανιωδῶς διαφωνοῦν.
Εἶναι, ἄραγε, ἔντιμη ἡ διαλεκτική; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἐκπληκτικό πρᾶγμα. Ἡ ἀνεμοδούρα εἶναι, ἐπίσης, ἔντιμη, ἐνῶ τό ξύλο τοῦ δέντρου πού βρίσκεται στό ἔδαφος εἶναι παράδειγμα «ἔντιμης ἀπομάκρυνσης ἀπό τό νά ἑλίσσεται κανείς». Τό ξύλο τοῦ δέντρου, ὅπως καί ὁ Ἀδάμ πρίν ἀπό τό ἁμάρτημα, εἶναι ἀθῶο, ἔντιμο, θετικό. Ἡ Εὔα βαρέθηκε τόν «παράδεισο τῆς τρυφῆς» πολύ γρήγορα, καί ὁ ὄφις-διαλεκτικός τήν ἔβγαλε, χωρίς ἰδιαίτερη δυσκολία, ἀπό κεῖ στήν θλιβερή ἀλλά καί ἐνδιαφέρουσα ἐπίγεια ὕπαρξη, κι ἔτσι ξεκίνησε ἡ κάθε εἴδους διαλεκτική…
Τά μυαλά καί οἱ ψυχές, οἱ ἀναγνῶστες καί οἱ συγγραφεῖς, τυγχάνουν νά εἶναι, ἐπίσης, διαλεκτικοί, οἱ μέν σάν τό ξύλο τοῦ δέντρου, οἱ δέ σάν τήν βέργα τῆς ἰτιᾶς. Ἄς ἀφήσουμε κατά μέρος τούς θετικούς καί ἄς στραφοῦμε πρός τούς διαλεκτικούς. Παράδειγμα μεγίστου διαλεκτικοῦ συγγραφέα σ’ ἐμᾶς, καί ἴσως στήν παγκόσμια λογοτεχνία, εἶναι ὁ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Αὐτός πιά κι ἄν εἶναι εὐλύγιστος … Ὁ ἴδιος ὑπέφερε ἀπό τήν εὐλυγισία: διότι αὐτό εἶναι κάτι τό καταχθόνιο, ἀφοῦ δέν μπορεῖ κανείς νά σταματήσει κάπου, νά κρατηθεῖ ἀπό ἕνα ἐπιχείρημα, μπορεῖ νά πέσει καί νά καταλήξει σ’ ἕνα ἐπιχείρημα ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπό τό προηγούμενο. Κι ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον μέ τό μυαλό ἀλλά καί μέ τήν καρδιά, τό πάθος, τόν ἐνθουσιασμό, τήν συγκίνηση. Τί εἶναι ἐπανάσταση; Ἀπαντᾶ σ’ αὐτό ὁ Πέτρος Βερχοβένσκι στούς «Δαιμονισμένους». Τρώει κρύο κοτόπουλο, περιμένοντας τήν αὐτοκτονία τοῦ Κυρίλλωφ. Καί ὅμως (κάθε διαλεκτική ξεκινάει ἀπό τό «καί ὅμως»), ἀκόμα τί εἶναι ἐπανάσταση; Εἶναι καί ὁ Ρασκόλνικωφ. Διότι, ἀναμφίβολα, δέν εἶναι ἕνας καθημερινός ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος ὁρισμένης δομῆς τῆς ζωῆς ἀλλά ἕνας ἐπαναστάτης, ἔστω στήν πρώτη φάση τῆς ἐξέγερσής του. Ἄρα καί ὁ Βερχοβένσκι καί ὁ Ρασκόλνικωφ, ἰδού τί εἶναι ἐπανάσταση. Θά συμφωνήσετε πώς ἐδῶ δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς οὔτε τό «ναί» οὔτε τό «ὄχι»· θά συμφωνήσετε πώς ἐδῶ τό «ναί» καί τό «ὄχι» ἔχουν συμπλεχθεῖ σ’ ἕνα τερατῶδες σύνολο. Εἶναι, ἄραγε, ἁγνή αὐτή ἡ ἱεροδουλεία; Ὁλόκληρο τό σύμπαν δέν εἶχε ἐπ’ αὐτοῦ δύο ἀπαντήσεις· ὅμως, ὁ Ντοστογιέφσκι, στό «Ἔγκλημα καί τιμωρία», μᾶς ἔδειξε τήν Σόνια Μαρμελάντοβα καί μέ αὐτό τό χριστιανικό παράδειγμα διέλυσε τό «οὐ μοιχεύσεις» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης· «ἁγία πόρνη» ἔχει γίνει ἔκφραση χαρακτηριστική στήν γλῶσσα μας. Ὑπάρχει, ἄραγε, κάτι τό θετικό στό μεθύσι; Ὅμως, μέσα ἀπό τήν ἀφήγηση τοῦ Μαρμελάντωφ, ὁ Ντοστογιέφσκι ἀνάγκασε ὁλόκληρη τήν Ρωσσία, καί ὁλόκληρο τόν κόσμο, νά ἀκούσει τήν ἐξομολόγηση τοῦ μέθυσου, νά ἀκούσει, νά μήν μπορεῖ νά ἀναπνεύσει καί νά κλάψει μέ τήν ἐξομολόγηση αὐτή. Στούς «Δαιμονισμένους» καί σέ μερικές σελίδες τοῦ «Σπιτιοῦ τῶν πεθαμένων» μᾶς συμφιλιώνει καί μέ τούς δολοφόνους, τούς ὁποίους θά εἶχαν θανατώσει, ἐνῶ ἐμεῖς αὐτούς τούς ἰδεολογικά σοφούς μας ἄθελά μας τούς λυπούμαστε καί συζητοῦμε νοερά μαζί τους. Ὁ Ντοστογιέφσκι διεύρυνε τρομερά καί διευκρίνισε τρομερά τό Εὐαγγέλιο. Ἀπό παλαιά, τόν ἀποκαλοῦν «μεγάλο χριστιανό συγγραφέα» καί αὐτό ἔχει ἰδιαίτερο καί ὀξύ νόημα: εἶναι ὁ πρῶτος πού καλλιτεχνικά, μέσα ἀπό μορφές, μέσα ἀπό ζωγραφική, καί μέσα ἀπό τόσο ρεαλιστική ζωγραφική, μᾶς ἔδειξε τήν ἀτιμωρησία τοῦ ἐλαττώματος, τήν ἀθωότητα τοῦ ἐγκλήματος, ἔδειξε καί ἀπέδειξε τό εὐαγγελικό «ἄφες» … Ἐπειδή, ὅμως, εἶναι διαλεκτικός, δίπλα σ’ αὐτό τό «ἄφες τά πάντα», προκάλεσε, μέ εὐλύγιστη ζωγραφική, καί τέτοια ὀργή, τέτοιο θυμό σέ πολλούς ἀνθρώπους, πρᾶγμα πού, καί αὐτό, δέν εἶχε κατορθώσει κανείς: ἐντελῶς εὐαγγελικά, στήν κατακλεῖδα τοῦ «ἄφες» δεικνύει τό ἐπέκεινα τοῦ κόσμου φῶς, τό αἰώνιον, τό ἀνέσπερον, ὅπου καίγονται καί δέν θά καοῦν «οἱ μέθυσοι καί οἱ μοιχοί»…
Ἐάν διαβάσει κανείς Ντοστογιέφσκι, πιάνεται ἀπό τό κεφάλι του. «Τίποτε δέν βλέπω», «ἀπόλυτο σκότος», «δέν ξεχωρίζω τήν μέρα ἀπό τήν νύχτα». Ἕνα πρᾶγμα ἔκανε: τό «ὀρθό», τό θετικό ξύλο τοῦ δέντρου, πού βρισκόταν ἐγκάρσια στόν δικό μας, τόν ρωσσικό, ἀλλά καί στόν εὐρωπαϊκό δρόμο, ταρακούνησε τόσο πολύ, ὥστε οὐδέποτε πρόκειται νά ἐπανέλθει αὐτός στήν προτέρα ἤρεμη καί εὐτυχισμένη κατάσταση. Ἡ διάνοια τοῦ Ντοστογιέφσκι ἔβαλε τέλος στό εὐθύγραμμο τῆς σκέψης καί τῆς καρδιᾶς· κατά τρόπο ἀπίθανο ἐμβάθυνε ἀλλά καί κλόνισε τήν ρωσσική γνώση…

(Τό παρόν ἀπόσπασμα εἶχε δημοσιευθεῖ στό περιοδικό Εὐθύνη, τ. 440, 2008, σσ. 390-391)


Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς

π. Σεργκέι Μπουλγκάκοφ, Ὁ Κάρλ Μάρξ καί ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ, μετ. Δ. Β. Τριανταφυλλίδης, Ἐκδόσεις S@mizdat, Ἀθήνα 2015, σελ. 134

Στόν τόμο μέ τίτλο Ὁ Κάρλ Μάρξ καί ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ παρουσιάζονται σέ ἑλληνική μετάφραση δύο ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητας δοκίμια τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου φιλοσόφου Σεργκέι Μπουλγκάκωφ (1871-1944). Συγκεκριμένα, οἱ τίτλοι τῶν δύο μεταφρασμένων κειμένων εἶναι «Ὁ Κάρλ Μάρξ ὡς θρησκευτικός τύπος» καί «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ὡς πολιτικός τύπος» ἀντιστοίχως.
Ἐκ τῶν βασικῶν θέσεων τοῦ Μπουλγκάκωφ στό δοκίμιο «Ὁ Κάρλ Μάρξ ὡς θρησκευτικός τύπος» εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Μάρξ εἶναι μαθητής τοῦ Φοϋερμπαχ (σ. 28, σ. 34, σ. 51) καί ὄχι τοῦ Χέγκελ (σσ. 38-39), ὅπως συνήθως ὑποστηρίζεται. Στό πλαίσιο αὐτό ὁ Μπουλγκάκωφ κάνει λόγο γιά μία «ἀνύπαρκτη ἱστορική σχέση μεταξύ τοῦ μαρξισμοῦ καί τοῦ κλασσικοῦ ἰδεαλισμοῦ» (σ. 41. Ὁμοίως σ. 36: «Δέν ὑπάρχει καμιά ἄμεση σχέση διαδοχῆς ἀνάμεσα στόν κλασσικό γερμανικό ἰδεαλισμό καί στόν μαρξισμό»). Μία ἄλλη σημαντική πλευρά τοῦ δοκιμίου εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου ὅτι τό ἀντιθρησκευτικό στοιχεῖο πού χαρακτηρίζει τόν Μάρξ (σ. 33 κ.ἑ.), βεβαίως κληρονομιά ἀπό τόν Φοϋερμπαχ, χαρακτηρίζει καί τό σοσιαλιστικό κίνημα (σ. 23 κ.ἑ., σ. 68) στό ὁποῖο ὁ Μάρξ ἄσκησε μέγιστη ἐπιρροή. Εἰδικότερα, σχετικά μέ τίς περί θρησκείας ἀπόψεις τοῦ Μάρξ, ὁ Σ. Μπουλγκάκωφ ὑποστηρίζει ὅτι αὐτές διαμορφώθηκαν στό πρώϊμο ἔργο τοῦ Μάρξ, ἐνῶ στά μεταγενέστερα ἔργα δέν ὑπάρχουν οὐσιαστικές ἀλλαγές στίς θρησκευτικές του ἀπόψεις (σ. 60 κ.ἑ.).
Γιά τήν ἱστορία, θά σημειώσω ὅτι πρίν ἀπό μερικά χρόνια εἶχα μεταφράσει (Ἐκδόσεις Ἄθως, Ἀθήνα 2004, σελ. 52) ἀπό τήν ρωσσική τό περίφημο αὐτό δοκίμιο τοῦ Μπουλγκάκωφ, βασιζόμενος σέ μία ἔκδοση τοῦ 1929 πού εἶχα ἀνακαλύψει στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Σέ ἀντίθεση μέ τά ἔργα τῶν μεγάλων Ρώσσων λογοτεχνῶν, τοῦ Ν. Γκόγκολ, τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι καί τοῦ Λ. Τολστόϊ ἀκόμη καί τοῦ Ἰ. Τουργκένιεφ, γιά τά ὁποῖα διαθέτουμε πολλές μεταφράσεις στήν ἑλληνική, παλαιότερες καί σύγχρονες, εἶναι σπάνιο στήν ἑλληνική μεταφραστική παραγωγή ἔργων τῶν Ρώσσων φιλοσόφων νά συναντήσουμε μεταφράσεις τοῦ ἴδιου κειμένου, ὅπως συμβαίνει στήν περίπτωση τοῦ πρώτου ἐκ τῶν δύο κειμένων («Ὁ Κάρλ Μάρξ ὡς θρησκευτικός τύπος»). Ἕνα ἄλλο σχετικό, πολύ παλαιότερο, παράδειγμα ἀποτελεῖ τό ἔργο τοῦ Μπερντιάγιεφ «Τό πνεῦμα τοῦ Ντοστογιεφσκι» εἶχε ἐκδοθεῖ ἡμιτελῶς, πρίν ἀπό τήν γνωστή ἔκδοση τοῦ 1972 (μετ. Ν. Ματσούκας, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη), σέ μία δυσεύρετη σήμερα μεταπολεμική ἔκδοση (Ἐκδόσεις Κεραμεύς, Ἀθήνα, ἄ.ἔ.).
Τό δεύτερο ἐκ τῶν δύο δοκιμίων τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου ἐπιγράφεται «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ὡς πολιτικός τύπος». Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὁ ἀκριβής τίτλος τοῦ ἄρθρου τοῦ Σ. Μπουλγκάκωφ εἶναι «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ὡς φιλοσοφικός τύπος» (δημοσιευμένο στό περιοδικό «Ζητήματα Φιλοσοφίας καί Ψυχολογίας», τοῦ 1902 καί ὄχι τοῦ 1920, ὅπως ἐκ παραδρομῆς σημειώνεται στήν σ. 73).
Στήν ἀρχή τοῦ δοκιμίου ὁ Μπουλγκάκωφ ἐπισημαίνει σωστά ὅτι «ἡ διανόησή μας [τῶν Ρώσσων] εἶναι ἐλάχιστα πεπαιδευμένη φιλοσοφικά. Τό ἐπίπεδο τῆς φιλοσοφικῆς ἐκπαίδευσης εἶναι στήν χώρα μας ἐξαιρετικά χαμηλό ὄχι μόνο μεταξύ τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ, ἀλλά καί τῶν συγγραφέων … Ὡστόσο … ἔχουμε τήν πλέον φιλοσοφικά ἐκλεπτυσμένη βιβλιογραφία: ἐκείνη ἡ δύναμη τῆς σκέψης τοῦ λαοῦ μας … βρῆκε διέξοδο σέ καλλιτεχνικές μορφές … στό πρόσωπο τοῦ Ντοστογιέφσκι καί τοῦ Τολστόι, ἀκόμη καί τοῦ Τουργκένιεφ» (σσ. 75-76).  Εἰδικότερα στόν Ντοστογιέφσκι προσθέτει ὁ Μπουλγκάκωφ ὅτι «ἔχουμε ἕνα μεγάλο οὑμανιστή, ἕναν ἄνθρωπο πού ἀγαπάει τόν λαό, ἀλλά καί ἕνα ἐξαιρετικό φιλοσοφικό ταλέντο. Ἀπό ὅλους τούς συγγραφεῖς μας ὁ τιμητικός τίτλος τοῦ καλλιτέχνη-φιλοσόφου ἀνήκει δικαιωματικά στόν Ντοστογιέφσκι» (σ. 76). Ἴσως ὁ Μπουλγκάκωφ εἶναι ὁ πρῶτος πού χαρακτήρισε ξεκάθαρα τόν Ντοστογιέφσκι ὡς φιλόσοφο.
Ὕστερα ἀπό αὐτές τίς διευκρινίσεις, ὁ Μπουλγκάκωφ σκιαγραφεῖ τήν φιλοσοφική παρουσία τοῦ Ἰβάν, ἑνός ἀπό τούς κεντρικούς ἥρωες τῶν Δαιμονισμένων τοῦ Ντοστογιέφσκι, στόν ὁποῖο «τέθηκαν ἀπό τήν ἀρχή ὅλα ἐκεῖνα τά ἐρωτήματα πού τόν βασάνιζαν, τά ὁποῖα πρέπει νά ἐπιλύσει ἤ νά πεθάνει ἠθικά» (σ. 85).  Μάλιστα βασανιστική θέση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ Ἰβάν ἔγκεται στό ὅτι «δέν μπορεῖ νά καταλήξει σέ κάποιο συμπέρασμα» (σ. 92). Τελικά ὁ Μπουλγκάκωφ ἐπισημαίνει ὅτι ὁ Ἰβάν «καταλήγει στό θλιβερό γιά τόν ἴδιο συμπέρασμα ὅτι ὡς κριτήριο τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί συνεπῶς καί τῆς ἠθικῆς, τίποτε δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει δίχως τήν μεταφυσική ἤ τήν θρησκευτική ἔγκριση» (σ. 86).
Στό συγκεκριμένο  δοκίμιο ὁ Μπουλγκάκωφ προσεγγίζει ἐπίσης τόν περίφημο «Μύθο τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστή» (σσ. 102-113) πού παρουσιάζει ὁ Ἰβάν στόν ὁποῖο ἀπαντᾶ ὁ Ἁλιόσα, ὁ ἕτερος ἀδελφός του, μέ βεβαιότητα: «Ὁ ἱεροεξεταστής σου δέν πιστεύει στόν Θεό, νά ποιό εἶναι τό μυστικό του!» (σ. 110).
Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφέρον σημεῖο τοῦ δοκιμίου «Ὁ Ἰβάν Καραμάζωφ ὡς φιλοσοφικός τύπος» τοῦ Σ. Μπουλγκάκωφ εἶναι ἡ σύγκριση πού ἐπιχειρεῖ ὁ Ρῶσσος φιλόσοφος μεταξύ τῶν μορφῶν τοῦ Φάουστ καί τοῦ Ἰβάν Καραμάζωφ: «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ἐκφράζει τά δεινά καί τίς ἀμφιβολίες τοῦ 19ου αἰ., ὅπως ὁ Φάουστ τοῦ 18ου αἰ.. Ἄν ὁ τελευταῖος εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀτομικισμοῦ, τότε ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ εἶναι ὁ σκεπτικιστής γιός τῆς ἐποχῆς τοῦ σοσιαλισμοῦ» (σ. 119). Γιά τόν Μπουλγκάκωφ, στόν Ἰβάν Καραμάζωφ ὁ Ρῶσσος διαισθάνεται «τήν ἐγγενή του ἀσθένεια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐθνικό χαρακτηριστικό, τήν ἀσθένεια τῆς συνείδησης» (σ. 122). 
Τά δύο δοκίμια τοῦ Σ. Μπουλγκάκωφ εἶναι ἐνδεικτικά τῶν ἀναζητήσεων καί τῶν προσεγγίσεων τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφικῆς σκέψης τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ. Στήν πρώϊμη αὐτή φιλοσοφική του παραγωγή ὁ Ρῶσσος διανοητής ἀναδεικνύεται σέ ἔγκυρο γνώστη τόσο τῆς ντοστογιεφσκικῆς, ὅσο καί τῆς μαρξικῆς σκέψης.





Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015






Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μητρ. Δημητρ. & Ἁλμυροῦ Ἰγνατίου, Πίσω ἀπό τά καθημερινά. Λόγια καρδιᾶς μέ ἀφορμή τήν ἐπικαιρότητα, Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2015, σελ.  331

Τό παρόν βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα εἶναι μία συλλογή ἄρθρων, διαρθρωμένων σέ ὀκτώ θεματικές ἑνότητες (α΄. «Στό ξεκίνημα» β΄. «Θεός ἀγάπης, Θεός ἐλπίδας» γ΄. «Ἀπό τόν Σταυρό στήν Ἀνάσταση» δ΄. «Τό μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας» ε΄. «Ἐκκλησία, ἡ μέλλουσα πόλις» στ΄. «Θρησκευτικός φανατισμός καί συμφιλίωση» ζ΄. «Δι’ εὐχῶν» καί η΄. «Σάν ὄνειρο»), τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημ. & Ἁλμυροῦ Ἰγνατίου, πού ἐξέδωσαν προσφάτως σέ μία φροντισμένη ἔκδοση οἱ «Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι».
Κατ’ ἀρχάς θά παρατηρήσω ὅτι ἡ παροῦσα ἔκδοση γεννήθηκε ἀπό τήν ἀνάγκη νά ἔρθει σέ ἐπαφή ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος μέ τήν ἐπικαιρότητα. Ὅμως τήν ἐπικαιρότητα ὄχι μόνον τῶν πιστῶν, ἀλλά καί τῶν θρησκευτικῶς ἀδιάφορων συγχρόνων ἀνθρώπων πού ἀναζητοῦν τήν ἀλήθεια ἤ τουλάχιστον τήν ἐλπίδα. Ὁ συγγραφέας τονίζει ἀκριβῶς ὅτι «σέ ἐποχές διάσπασης, ἀπομόνωσης, ἀδιαφορίας καί ἀπελπισίας, οἱ Ἐνορίες ἀποτελοῦν ὀάσεις ἀνθρωπιᾶς, κοινωνικῆς δράσης, ἐλπίδας καί νοηματοδότησης τῆς ζωῆς» (σ. 187).  Αὐτό διότι «ἡ ἐποχή μας ἔδειξε γιά μία ἀκόμη φορά ὁ κόσμος στηρίχτηκε σέ ἀξίες καί νοήματα πού δέν μπόρεσαν νά γεμίσουν τήν ψυχή του» (σ. 139).  Εἶναι τραγικό ὅτι αὐτές οἱ ἀξίες δέν συσχετίζονται οὔτε μέ τήν «ρεαλιστική ἐλπίδα ἀναγέννησης τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου» (σ. 55) τήν ὁποία προσφέρει ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου οὔτε μέ τήν ἐλπίδα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ (ἀναλυτικά στίς σσ. 92-93).
Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι (ἤ πρέπει νά εἶναι) λόγος ἀγάπης καί ἀνθρωπιᾶς. Αὐτό ἀκριβῶς ἐπισημαίνει ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος, προσθέτοντας ὅτι «ὁ λόγος τῆς ἀγάπης σήμερα εἶναι ἡ πράξη τῆς ἀγάπης» καί ἀποτιμώντας ὅτι  «ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν εὐθύνη τῆς ἀλήθειας» (σ. 150).  Κατά ταῦτα μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἰδιαιτέρως τήν Ἐκκλησία τῆς ἐποχῆς μας, ἡ ἀπολυτότητα καί ὁ ἀπομονωτισμός δέν ἔχουν νά προσφέρουν κάτι θετικό στόν ἄνθρωπο. Στό πλαίσιο αὐτό ἡ ἔμπρακτη ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης συνδέεται μέ τήν δυνατότητα «νά συνδιαλέγεται (ἐνν. ὁ ἑλληνισμός) μέ τό διαφορετικό» (σ. 273) καί νά ἀπομακρύνει «τόν φανατισμό» (σσ. 267-272), ὁ ὁποῖος «ἐλλείψει  οὐσιαστικῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων» (σ. 270) καλλιεργεῖται ἀκόμη καί στίς πολιτισμένες δυτικές κοινωνίες καί ὁ ὁποῖος «τρέφεται ἀπό ἀκραία αὐτοϋποτίμηση καί παραχώρηση θεμελιωδῶν δώρων τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ ἐλευθερία καί ἡ αὐτοσυνειδησία, στίς διαθέσεις σκοτεινῶν κύκλων ἒξουσίας καί χρήματος» (σ. 271). Ἀντιθέτως πρός αὐτήν τήν καλλιεργούμενη ὑπό διαφόρων ὁμάδων ἐχθρότητα γιά τόν ξένο καί τήν διαφορετικότητά του, ὁ συγγραφέας τονίζει ἐμφαντικά ὅτι «στόν τόπο μας ὁ ξένος, ἀκόμη καί στήν ἔσχατη ἐξαθλίωση, οὔτε ὡς ὑπάνθρωπος χαρακτηρίστηκε, οὔτε πογκρόμ καί ὀργανωμένα ἐγκλήματα συντελέστηκαν στό ὄνομα τῆς διατήρησης μιᾶς φαντασιακῆς καθαρότητας αἵματος ἤ πολιτισμοῦ» (σ. 274). Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος παρακολουθεῖ καί τήν «ἐξάπλωση τοῦ ἀκραίου ἰσλαμισμοῦ» (σ. 248), διευκρινίζοντας πάντως ὅτι «ἀδικεῖται τό Ἰσλάμ, ἄν ταυτιστεῖ στό σύνολό του μέ τόν φανατισμό καί τόν ἐξτρεμισμό. Δέν εἶναι λίγες οἱ ἰσλαμικές φωνές πού καταδικάζουν καί ἀντιμάχονται τήν κτηνωδία τῶν τζιχαντιστῶν» (σ. 249).
Στό πλαίσιο τῆς ἐπικαιρότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου δέν μπορεῖ νά μήν γίνει λόγος γιά τήν κρίση πού διέρχεται σήμερα ἡ Χώρα μας καί γιά τίς συνέπειές της. Γράφει λοιπόν ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος ὅτι «μία ἀπό τίς πιό ἐπώδυνες ἐπιπτώσεις τῆς περιβόητης κρίσης εἶναι ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας μας νά διαχειριστοῦμε τά δύσκολα. Τριάντα χρόνια ἐπίπλαστης εὐμάρειας στάθηκαν ἀρκετά γιά νά πιστέψουμε πώς κάθε ἐσωτερική ἐγρήγορση, κάθε ψυχική τροφοδοσία καί κάθε πνευματική ἐργασία ἦταν ἁπλῶς περιττές ἐνασχλήσεις» (σ. 117). Ἀλλά  τίς συνέπειες τῆς κρίσης καί κυρίως ὁρισμένες «ἄκρως ἐπώδυνες ψυχικές πιέσεις, ὅπως ἡ ἀνία τοῦ στείρου καταναλωτισμοῦ, ἡ ἀπαγοήτευση ἀπό τήν ἀναξιοκρατία καί ὁ θυμός ἀπό τήν ἀπαξίωση θεσμῶν καί ἀξιωμάτων» (σ. 198), βιώνουν ἰδιαιτέρως οἱ νέοι ἄνθρωποι.
Στό σημεῖο θά πρέπει νά προστεθεῖ ὅτι ὁ συγγραφέας, ἀναφερόμενος στίς εὐθύνες τοῦ πολιτικοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, τίς ὁποῖες ὅλοι σχεδόν στόν τόπο μας ὁμολογοῦν, διακρίνει σωστά ὅτι κανείς ἀπό τούς ὑπεύθυνους δέν προβαίνει σέ μία γόνιμη αὐτοκρτική: «Καί ὅταν ψελλίζουν αὐτήν τήν λέξη, ὁ κόσμος γίνεται ἀποδέκτης ὄχι τοῦ πνεύματος τῆς συντριβῆς ἑνός Τελώνη, ἀλλά τοῦ πνεύματος τῆς ἀλαζονείας ἑνός Φαρισαίου. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτό τό πνεῦμα πού εὐθύνεται γιά τήν πλήρη ἀπαξίωση τῆς κάθε εἴδους ἡγεσίας αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀλλά καί γιά τήν πλήρη ἄρνηση ὑποστήριξης τῶν ὅποιων μέτρων καί τῶν ὅποιων πρωτοβουλιῶν λαμβάνονται ἀπό ἐκείνην ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ» (σ. 86).
Μία παράμετρος πού δέν προβάλλεται ἰδιαίτερα στίς σημερινές συζητήσεις, εἶναι τό γεγονός ὅτι «ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἴσως ἀπό τούς λιγότερο αἰφνιδιασμένους χώρους ἀπό ὅσα τραγικά συμβαίνουν γύρω μας. Διότι, ἀπό τήν φύση της ἀλλά καί ἀπό τόν τρόπο λειτουργία της, εἶχε πάντα σαφῆ εἰκόνα τόσο τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν, ἡ ὁποία ἔκρυβε μία ἐπίπλαστη εὐμάρεια, ὅσο καί μιᾶς ἀπόλυτης πνευματικῆς φτώχειας, ἀντίστοιχης τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς» (σσ. 30-31). Σέ κάθε περίπτωση, μέσα σ’ αὐτήν τήν κρίση πού ἀσφαλῶς δέν εἶναι μόνον οἰκονομική, ἡ Ἐκκλησία θά ἀνταποκριθεῖ ἐμπράκτως, ὅπως παρατηρεῖ σέ πολλά σημεῖα ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος, καί ὅπως εἶναι πασιφανές ὅτι συμβαίνει, ἀλλά «δέν εἶναι αὐτός ὁ σκοπός της. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιδιώκει νά ἐντάξει. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιδιώκει νά μεταμορφώσει. Περισσότερο ἀπό μισθούς καί συντάξεις, ἡ κοινωνία θά διψάει γιά ἀνθρώπους καί ποιοτικές ἀνθρώπινες σχέσεις. Αὐτήν τή δίψα ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νά προσλάβει καί νά διακονήσει» (σ. 174). Ἀποτιμᾶται σχετικῶς ὅτι «μία Ἐκκλησία πού ἀρκεῖται σέ ἀνώδυνες μεταφυσικές διακηρύξεις ἤ παρηγορητικές δράσεις κάλυψης κάποιων βιοποριστικῶν ἀναγκῶν τῶν ἀναξιοπαθούντων στερεῖ τόν κόσμο ἀπό ἐλπίδα καί ὁδηγεῖ σέ δρόμους ἐπανειλημμένα χρεωκοπημένους» (σ. 131).  
Ἐπιπλέον, καί ἐπειδή ἡ αὐτοκριτική δέν ἀφορᾶ μόνο τόν πολιτικό ἤ τόν πνευματικό κόσμο, ὅπως ἀναφέρθηκε, ὁ συγγραφέας προχωρεῖ καί στήν αὐτοκριτική ἐκ μέρους τῆς θεσμικῆς Ἐκκλησίας: «Ἐξανιστάμεθα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία περιθωριοποιεῖται. Ἐμπράκτως, ὅμως, εἶναι ἡ δική μας ἀσυνέπεια ἐκείνη πού ἄφησε τήν οἰκογένεια χωρίς πρότυπα, τή δημόσια ζωή χωρίς ἐντιμότητα, τήν πολιτική χωρίς ἀρχές, τήν Παιδεία χωρίς ὅραμα καί τήν πατρίδα μας ἕρμαιο στόν κυνισμό καί τήν ἀπληστία τῶν κέντρων τοῦ χρήματος» (σσ. 115-116). Μεταξύ τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν γίνεται ἰδιαίτερη ἀναφορά στό σημερινό σχολεῖο (σσ. 23-51). Εἶναι γνωστό ὅτι «ἡ ἑλληνική παιδεία δέν ὑπῆρξε ποτέ ἐργαλεῖο ἑνός οἰκονομικοῦ συστήματος, γι’ αὐτό καί κατάάφερε νά θεμελιώσει κοινωνίες πάνω σέ ἀξίες καί ὁράματα πού οὔτε κοστολογοῦνται οὔτε χρεοκοποῦν» (σ. 24). Ἐπιμένει δέ ὁ συγγραφέας σέ πολλά σημεῖα τοῦ βιβλίου του ὅτι τό σημερινό ἑλληνικό σχολεῖο χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἔλλειψη δημιουργικότητας ἀλλά καί ἀπό τήν χαρά τῆς δημιουργίας (σ. 39, σ. 43). Ἡ θλιβερή πραγματικότητα βεβαιώνει, καί ἐδῶ, τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Ἐκτός ἀπό τίς προσεγγίσεις σέ ζητήματα ἐπικαιρότητας ἤ ἀπό τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας μέσα τήν σύγχρονη κοινωνία, ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος ἀφιερώνει σαράντα περίπου σελίδες (σσ. 281-311) τοῦ βιβλίου του σέ ὁρισμένα πρόσωπα πού κατά τήν διάρκεια τῆς παλαιότερης καί τῆς σύγχρονης ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν πρότυπα ἀγώνα, ταπείνωσης καί ἁγιότητας. Ἔτσι κάνει μία ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν ἅγιο Παντελεήμονα, στόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, στόν Ἰωάννη Καποδίστρια, στόν ἅγιο Νεκτάριο, στόν ἀείμνηστο  καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Νίκο Νησιώτη καί στόν μακαρισμό Πατριάρχη ΚΠόλεως Δημήτριο.  
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου, ἡ ἀποφυγή τοῦ γνωστοῦ σέ ὅλους πομπώδους ὕφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν λόγων, ἡ ἐπικαιρότητα τῶν ζητημάτων καί τῶν νοημάτων καί κυρίως τό πλησίασμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου μέ τήν σκληρή πολλές φορές σημερινή πραγματικότητα εἶναι τά κυριώτερα χαρακτηριστικά τῆς γραφίδος τοῦ συγγραφέως. 

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου, στήν Ἀθήνα, στό ξενοδοχεῖο Caravel, στίς 15.11.2015)