Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Francois Cheng, Πέντε στοχσμοί γιά τήν ὀμορφιά, μετάφραση Μ. Παπαδήμα, Μ. Λεοντάρη, Ἑξάντας, Ἀθήνα 2011, σελ. 133
 
 
Ὁ Φρανσουά Τσένγκ γεννήθηκε στήν Κίνα τό 1929. Τό 2002 ἔγινε τό πρῶτο, ἀσιατικῆς καταγωγῆς, μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας.
Τό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι πέντε διαλέξεις τοῦ συγγραφέως πάνω σέ ζητήματα αἰσθητικῆς, κυρίως δέ στήν ἔννοια τοῦ ὡραίου. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι ἐμφανής ἡ προφορικότητα τῶν κειμένων, μέ τίς συχνές ἐπαναλήψεις τῶν λεγομένων.
Παραδέχεται ἐξ ἀρχῆς ὁ συγγραφέας ὅτι «τό νά μιλᾶμε γιά τήν ὀμορφιά μπορεῖ νά φαίνεται ἄτοπο, ἀκόμη καί προκλητικό. Σχεδόν σκανδαλῶδες» (σ. 15). Αὐτό ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἀπό τό τέλος τοῦ 19ου καί κυρίως στόν 20ό αἰ. ὁ σκοπός τῆς τέχνης ὡς ἀποκάλυψη τοῦ ὡραίου ἔχει ἀλλάξει: «Ἡ ἀσχήμια τῶν μεγαλουπόλεων, ἡ συνείδηση μιᾶς νεωτερικότητας βασισμένης στήν ἰδέα τοῦ ‘’θανάτου τοῦ Θεοῦ’’, ἡ κατάρρευση τοῦ οὑμανισμοῦ» ἀνέστρεψαν τήν παραδοσιακή ἀντίληψη περί τῆς τέχνης (σ. 99).
Πολύ ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ προσέγγιση τοῦ συγγραφέως περί τῆς μοναδικότητας τῆς ὑπάρξεως ἑκάστου ὄντος, στήν ὁποία «ἡ ὀμορφιά ἀρχίζει νά ὑπάρχει» (σ. 24). Ἐνῶ ὁ Τσένγκ δέχεται ὅτι «τό σύμπαν φανερώνεται σάν ἕνα δῶρο πού μᾶς καλεῖ νά τό ἐξυμνήσουμε» (σ. 31), ὑπενθυμίζει ἐπίσης ὅτι «ἡ κινεζική σκέψη δέν γνώρισε τήν ἰδέα τῆς Δημιουργίας μέ τήν βιβλική ἔννοια τοῦ ὅρου» (σ. 37).
Ἀξιοπρόσεκτες, ἀπό τήν ἄποψη  τῆς ἱστορίας τῆς τέχνης, εἶναι οἱ προσεγγίσεις τοῦ συγγραφέως στήν γνωστή «Μόνα Λίζα» (σσ. 54-60).
Ὁ ἀναγνώστης θά διαπιστώσει ὅτι ὁ Φρ. Τσένγκ ἀντιπαραβάλλει σέ πολλές σελίδες τοῦ βιβλίου του τήν ὀμορφιά μέ τό κακό καί ὄχι μέ τό ἄσχημο (βλ. ἐνδεικτικῶς σ. 16, σ. 63, σ. 65), ἀφορμώμενος κυρίως ἀπό τήν λόγια κινεζική παράδοση ἡ ὁποία δεχόμενη «τήν ποίηση καί τήν ζωγραφική ὡς ὑπέρτατη ἔκφραση τῆς ἀνθρώπινης δημιουργίας, δέν διαχωρίζει τήν αἰσθητική ἀπό τήν ἠθική» (σ. 128).
Γνωρίζει καλῶς ὁ συγγραφέας τήν ἀρχαία ἑλληνική περί τῆς τέχνης, ἀλλά καί τίς αἰσθητικές ἀντιλήψεις τῶν φιλοσόφων τοῦ γερμανικοῦ Ἰδεαλισμοῦ, όπως φαίνεται σέ πολλά σημεῖα τοῦ βιβλίου (βλέπε λ.χ. σσ. 73-75, σ. 91, σ. 99, σ. 116).
Στήν γνωστή ρήση τοῦ Ντοστογιέφσκι «ἡ ὀμορφιά θά σώσει τόν κόσμο» (σ. 116) ὁ Τσένγκ ἑρμηνεύει τήν ὀμορφιά ὡς λύτρωση ἀπό τό κακό.
Οἱ «πέντε στοχασμοί» παρουσιάζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, κυρίως ἄν ἀναγνωσθοῦν στό πλαίσιο μιᾶς ἁπλῆς, σύντομης, ἔκθεσης τῶν προσεγγίσεων περί τοῦ ὡραίου στήν κινεζική κοσμολογία καί αἰσθητική. Ὁ συγγραφέας δέν ἀντιπαραβάλλει μέ ἐχθρική διάθεση, τήν δική του μέ τίς ἄλλες παραδόσεις, κυρίως τήν ἀρχαία ἑλληνική καί τήν χριστιανική, καί ἔτσι πρέπει νά πράξει, νομίζω , καί ὁ ἀναγνώστης.
Αὐτό πού κομίζει ὁ συγγραφέας ὡς πρόταση στήν Δύση ὅπου ἔζησε καί ἐργάσθηκε, εἶναι ὅτι ἡ κινεζική τέχνη, ἰδιαίτέρως ἡ ζωγραφική, δέν ἀπεικονίζει ἁπλῶς τοπία τῆς φύσεως ἀλλά «τοπία τῆς ψυχῆς» (σ. 86). Προτείνει, τελικά, ὁ Τσένγκ στήν σημερινή ἐκβαρβαρισμένη Δύση τήν σύνδεση τῆς αἰσθητικῆς μέ τήν ἠθική, σχέση τήν ὁποία εἶχε ἀπορρίψει, ἄν καί ὄχι ἀπολύτως, ὁ μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Ἰμμ. Κάντ.




Δημήτρης Μπαλτᾶς


Ἑλένη Μαχαίρα, Τό μαῦρο τετράγωνο τοῦ Καζιμίρ Μάλεβιτς, Ἐκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2011, σελ. 182
 
Τό ἐνδιαφέρον γιά τόν εἰσηγητή τοῦ σουπρεματισμοῦ (ἐκ τοῦ supremus =  ὑπεροχή), μιᾶς γνωστῆς καί βραχύβιας τάσεως τῆς Ρωσσικῆς Πρωτοπορίας Κ. Μάλεβιτς εἶναι στήν Ἑλλάδα ἰδιαιτέρως ἔντονο (βλ. λ.χ. Γ. Ζιώγας, Ὁ βυζαντινός Μάλεβιτς, Στάχυ, Ἀθήνα 2000. Ἰ. Ζάρρα, Κοσμική ζωγραφική καί θρησκευτικός συμβολισμός. Ἡ περίπτωση τοῦ καλλιτέχνη τῆς ρωσσικῆς πρωτοπορίας Κ. Μάλεβιτς (1878-1935), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006). Ἕνας ἀπό τούς πιό γνωστούς καί πολυσυζητημένους πίνακες τοῦ Μάλεβιτς εἶναι τό «Μαῦρο τετράγωνο» (ἐφεξῆς «ΜΤ»), πού κατά πᾶσα πιθανότητα ἔχει φιλοτεχνηθεῖ τό 1915.
Ἡ Ἑλ. Μαχαίρα στήν παροῦσα μελέτη ὑποστηρίζει ὅτι «τό Μαῦρο Τετράγωνο παραμένει ἕνα μυστήριο τῆς δημιουργικότητας, ὅπως μυστήριο παρέμεινε μέχρι τέλους καί γιά τόν Μάλεβιτς» (σ. 28).
Συζητοῦνται στό παρόν ἔργο οἱ κυριότερες ἑρμηνεῖες τοῦ «ΜΤ», ὅπως τό ὅτι «ἀντιστοιχεῖ σ’ ἕνα ταοϊστικό μηδέν» (σ. 37), ἤ ὅτι εἶναι «ἡ ἑνοποιός ἀρχή τῆς διέγερσης πού μπορεῖ καί νά προκαλέσει καί νά ἐναρμονίσει τά ἀντίθετα» (σ. 63). Ὡστόσο, ἡ συγγραφέας θά δείξει ἐν συνεχείᾳ ὅτι τό «ΜΤ» εἶναι μία ὑπέρβαση τοῦ μηδενός καί ἐπιπλέον ὅτι ἀποτελεῖ μία δημιουργική ἀρχή πού «ἀποκαλύπτει τήν κρυμμένη οὐσία τῆς φύσεως» (σ. 150).
Ἀναδεικνύεται, ἐπίσης, ἡ ἐνδιαφέρουσα συνάντηση τοῦ Μάλεβιτς μέ τόν π. Παῦλο Φλωρένσκι, ἀφοῦ στά γραπτά τους διακρίνουν καί οἱ δύο μεταξύ τοῦ προσώπου καί τοῦ προσωπείου (σ. 71), ἐνῶ παράλληλα συζητεῖται ἡ ἔνταξη στόν συμβολισμό ἤ ἡ διαφοροποίηση τοῦ Μάλεβιτς ἀπό τούς συμβολιστές (σ. 81). Ὁμοίως ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἑρμηνεία πού υἱοθετεῖ ἡ συγγραφέας περί τοῦ «νέου ρεαλισμοῦ» τοῦ ἔργου τοῦ Μάλεβιτς, στοιχείου ἐντοπιζόμενου κυρίως στήν σχέση χρωμάτων καί μορφῶν ἡ ὁποία ἐκφράζει μία ἑνότητα.
Ἀπό φιλοσοφικῆς πλευρᾶς, ἡ συγγραφέας καταγράφει σέ ἀρκετές σελίδες τῆς μελέτης της (σσ. 95-120) τήν σχέση τοῦ Μάλεβιτς μέ τήν ρωσσική θρησκευτική φιλοσοφία τοῦ 20οῦ αἰ. καί τούς ἐκπροσώπους της (Μπερντιάγιεφ, Σ. Μπουλγκάκωφ, Στροῦβε, Φράνκ κ.ἄ.).
Ἀπό τίς ἱστορικές παραμέτρους τῆς μελέτης, ἡ συζήτηση ἑστιάζεται σέ πολλά σημεῖα (βλ. ἐνδεικτικῶς σσ. 78-79, 89-91, 123-125) στήν συμπόρευση ἤ στήν ἀντιπαράθεση τοῦ Μάλεβιτς μέ τούς μπολσεβίκους καί τόν Λένιν. Ἀναμφισβήτητο πάντως εἶναι τό γεγονός ὅτι τό καθεστώς τῶν μπολσεβίκων διέκειτο ἐχθρικῶς ἐξ ἀρχῆς πρός τίς διάφορες τάσεις τῆς Πρωτοπορίας. Θά πρέπει δέ νά ἀποκλεισθεῖ, κατά τήν συγγραφέα, καί ἡ συμπερίληψη τοῦ Μάλεβιτς στούς Ἀναρχικούς, καθ’ ὅσον «ἐάν ὁ Μάλεβιτς ἀνῆκε πολιτικά στόν ρωσικό Ἀναρχισμό, δέν θά στήριζε μέ τήν παρουσία του τόν μηχανισμό μιᾶς κεντρικῆς κυβέρνησης πού διαφοροποεῖτο ἀπό τούς ἀναρχικούς ὡς πρός τήν ὀργάνωση, τά μέσα, τίς ἐνέργειες καί πού ἀπό νωρίς ἔδειχνε ὅτι θά τσάκιζε τά ἐλεύθερα κινήματα τῶν μαζῶν, καταπνίγοντας μέ τόν τρόπο αὐτόν τήν Ἐπανάσταση» (σ. 142).
Ἡ παροῦσα μελέτη τῆς Ἑλ. Μαχαίρα πάνω στό «Μαῦρο τετράγωνο» τοῦ Κ.Μάλεβιτς εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα τόσο ἀπό αἰσθητικῆς καί φιλοσοφικῆς, ὅσο καί ἀπό ἱστορικῆς πλευρᾶς. Βιβλιογραφικῶς ἐνημερωμένη καί ἑρμηνευτικῶς ἐπαρκής ἡ ἐργασία μπορεῖ νά ἀναγνωσθεῖ ἀπό ἕνα ἀναγνωστικό κοινό μέ πολλές ἀναζητήσεις καί ὄχι μόνον ἀπό τόν εἰδικό μελετητή τοῦ ἔργου τοῦ Κ. Μάλεβιτς. Χρήσιμο, τέλος, εἶναι καί τό «Χρονολόγιο τοῦ Μάλεβιτς καί τῆς ἐποχῆς του» πού συμπληρώνει τήν κυρίως μελέτη.

(Τό παρόν εἶχε δημοσιευθεῖ στήν ἐφημ. Χριστιανική)

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μ. Ηeidegger, Νίτσε. Ἡ βούληση γιά ἰσχύ ὡς τέχνη, μετ. Γ. Ἠλιόπουλος, Πλέθρον, Ἀθήνα, σελ. 376.
 
Ὁ τόμος αὐτός περιλαμβάνει τίς παραδόσεις τοῦ Μ. Χάιντεγκερ στό Παν/μιο τοῦ Φράιμπουργκ τό χειμερινό ἑξάμηνο 1936-1937 ὑπό τόν τίτλο «Νίτσε. Ἡ βούληση γιά ἰσχύ» στόν ὁποῖο προσετέθη ἀργότερα ἡ ἔκφραση «ὡς τέχνη». Δέν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη φορά πού ὁ Χάιντεγκερ ἀσχολεῖται μέ ζητήματα αἰσθητικῆς, ἐάν ὀρθό ὅτι τό δοκίμιό του «Ἡ προέλευση τοῦ ἔργου τέχνης» τοποθετεῖται στά 1931-1932 (σ. 18 τῆς «Εἰσαγωγῆς» τοῦ παρουσιαζόμενου βιβλίου) οὔτε ἡ τελευταία φορά πού ὁ συγγραφέας τοῦ γνωστοῦ «Εἶναι καί Χρόνος» ἀναμετρᾶται μέ τό ἔργο τοῦ Νίτσε.
   Τό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου περιέχει ὁρισμένα φιλολογικά-ἱστορικά στοιχεῖα σχετικά μέ τό «Ἡ βούληση γιά ἰσχύ» (κυρίως στίς σελ. 55-80). Ἐπίσης στό πρῶτο μέρος παρουσιάζεται διεξοδικά ἡ περί βουλήσεως θεωρία τοῦ Νίτσε καί ἰδιαιτέρως ἡ βούληση γιά ἰσχύ (βλ. ἐνδεικτικῶς σ. 92, σ. 98, σ. 109, σ. 126).
Στό δεύτερο μέρος τοῦ βιβλίου ὁ Χάιντεγκερ προσεγγίζει τίς αἰσθητικές ἀντιλήψεις τοῦ Νίτσε. Ἐπισημαίνει ὅτι «ὁ Νίτσε ὁμιλεῖ γιά τό φαινόμενο καλλιτέχνης καί ὄχι γιά τήν τέχνη» (σ. 137). Στήν νιτσεϊκή ἄποψη ὅτι «ἔχουμε τήν τέχνη γιά μήν καταστραφοῦμε ἀπό τήν ἀλήθεια» ὁ Χάιντεγκερ παρέχει τήν ἑρμηνεία ὅτι ἀλήθεια σημαίνει «τόν ἀληθινό κόσμο τοῦ ὑπεραισθητοῦ ὁ ὁποῖος κρύβει ἐντός του τόν κίνδυνο τῆς καταστροφῆς τῆς ζωῆς» (σ. 143). Ἐδῶ τό ἀληθές ἑρμηνεύεται ὡς τό αἰσθητό στό ὁποῖο στηρίζεται ὁ καλλιτέχνης. Στό πλαίσο αὐτό  υἱοθετεῖ ὁ Χάιντεγκερ τήν ἄποψη ὅτι ἡ φιλοσοφία τοῦ Νίτσε εἶναι ἕνας «ἀντεστραμμένος πλατωνισμός», ἐνῶ τονίζει συγχρόνως ὅτι στήν πλατωνική σκέψη «ὑπάρχει ἕνας διχασμός μεταξύ τέχνης καί ἀλήθειας» (σ. 297).
Ἀναφερόμενος στίς ἀπόψεις τοῦ Νίτσε γιά τήν τέχνη, τονίζει ὁ Χάιντεγκερ ὅτι ἡ τέχνη βιιώνεται ὡς μία συναισθηματική κατάσταση (σ. 170), ἡ ὁποία μάλιστα χαρακτηρίζεται ἀπό τήν «μέθη» (βλ. ἀναλυτικῶς σσ. 174-178), ἕνα στοιχεῖο καθαρά διονυσιακό.
Ἐπειδή πολλές φορές γίνεται λόγος γιά τίς ἀξίες «ὡραῖο», «ἀγαθό» καί «ἀληθές», ὁ Χάιντεγκερ σχολιάζει, μεταξύ ἄλλων, καί τήν γνωστή ρήση τοῦ Νίτσε «ὁ θεός εἶναι νεκρός», στήν ὁποία ὅμως δέν διακρίνει ὁρισμένο μηδενισμό ἤ ἀθεϊσμό (σ. 253). Ἐπειδή ὁ μηδενισμός εἶναι ἡ ἀπαξίωση τῶν ἀξιῶν καί ἡ δημοκρατία θεωρεῖται ἀπό τόν Νίτσε ὅτι εἶναι μία παραλλαγή τοῦ μηδενισμοῦ, ὁ Χάιντεγκερ χαρακτηρίζει τήν δημοκρατία ὡς τόν «ἱστορικό θάνατο τῆς Εὐρώπης» (σ. 255). Εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἰσχυρισμός αὐτός θά προκαλέσει ποικίλες ἀντιδράσεις ἀπό τούς εἰδικούς καί μή ἀναγνῶστες. 
Σέ μιά ἀποτίμηση τοῦ παρόντος βιβλίου θά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Χάιντεγκερ ἀσχολεῖται μέ τήν μεταφυσική τοῦ Νίτσε δεχόμενος ὅτι «ἡ μεταφυσική βούληση εἶναι ἐνεργῶς πραγματική στήν  τέχνη» (σ. 142). Ἀσφαλῶς ὁ μή εἰδικός ἀναγνώστης ἔρχεται σέ ἐπαφή τόσο μέ τήν νιτσεϊκή ὅσο καί μέ τήν χαϊντεγκεριανή σκέψη, ἐνῶ ὁ εἰδικός μελετητής θά προσεγγίσει ἴσως περισσότερο κριτικά τήν μεταφυσική ἑρμηνευτική τοῦ Χάιντεγκερ.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013



Dimitris Baltas

G. M. Hamburg, R.A. Poole (eds), A History of Russian Philosophy: Faith, Reason and Defense of Human Dignity, Cambridge University Press, 2010, σσ. 440

Ὁ τίτλος τοῦ παρόντος εἶναι «Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας». Ὡστόσο, δέν πρόκειται γιά μία συστηματική παρουσίαση τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων στήν Ρωσσία τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ. Ἀντιθέτως, στόν συλλογικό αὐτόν τόμο ἔχουν περιληφθεῖ μελέτες πάνω σέ συγκεκριμένα ζητήματα τῆς σκέψεως τῶν σημαντικοτέρων διανοητῶν της Ρωσσίας ἀπό τό 1830 ἕως τό 1930.
Ἐδῶ ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά σημειώσω ὅτι ἡ ἐλεύθερη φιλοσοφική σκέψη καί ἔρευνα στήν Ρωσσία διαρκεῖ μέχρι τό 1917. Ἔκτοτε, καί γιά δεκαετίες, καταγράφονται ἐκεῖνες οἱ φιλοσοφικές μελέτες οἱ ὁποῖες κινοῦνται μόνον στό πνεῦμα τῆς μαρξικῆς-λενινιστικῆς θεωρήσεως. Ὡστόσο, ἡ ρωσσική φιλοσοφική σκέψη συνεχίζει τήν πορεία της, μετά τό 1917, καί ἀκριβέστερα μετά τό 1922, μέ τούς γνωστούς Ρώσσους φιλοσόφους τῆς Διασπορᾶς.
Προηγεῖται μία εἰσαγωγή τῶν ἐκδοτῶν τοῦ τόμου ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Ἡ ἀνθρωπιστική παράδοση στήν ρωσσική φιλοσοφία».
Ἀκολουθοῦν οἱ μελέτες ἐντασσόμενες στά πέντε κεφάλαια τοῦ ἔργου:
κεφ. Ι. «Ὁ 19ος αἰ.»
Κεφ. ΙΙ. «Ὁ ρωσσικός μεταφυσικός ἰδεαλισμός πρός ὑπεράσπιση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας»
κεφ. ΙΙΙ. «Ἄνθρωπος καί Θεός στήν ρωσσική θρησκευτική φιλοσοφία μετά τόν Βλαδ. Σολοβιώφ»
κεφ. IV. «Ἐλευθερία καί τελειότητα στόν Χρυσό Αἰῶνα»
κεφ. V. «Ἡ ρωσσική φιλοσοφία στήν Ἐπανάσταση καί στήν Ἐξορία».
Στό τέλος τοῦ τόμου καταγράφερται σύντομη ἀλλά χρήσιμη βιβλιογραφία (σσ. 391-405).
Ἡ ἔκδοση τοῦ τόμου αὐτοῦ, ὅπως καί ἄλλες συναφεῖς ἐκδόσεις, μελέτες καί μεταφράσεις, δείχνουν τό διαρκές ἐνδιαφέρον τῆς Δύσεως νά προσεγγίσει καί νά γνωρίσει τήν ρωσσική φιλοσοφία τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ.


 

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013




Dimitris Baltas

Isaac Babel, Œuvres Complètes, trad. Sophie Benech, Le Bruit du Temps, Paris 2011, σελ. 1310

Ἡ γαλλική ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» τοῦ Ρώσσου συγγραφέα Ἰσαάκ Μπάμπελ (1894-1940) εἶναι ἕνα ἀκόμη ἐκδοτικό γεγονός. Ἡ ἔκδοση αὐτή (ἡ ὁποία βασίζεται στήν ρωσσική ἔκδοση τοῦ 2006) δέν περιλαμβάνει τήν «Ἀλληλογραφία» τοῦ Μπάμπελ καί τίς «Ἀναμνήσεις» τῆς συζύγου του. Ἀλλά καί ἡ γαλλική ἔκδοση εἶναι σημαντική, καθώς ἐδῶ μεταφράζεται τό σύνολο τῶν ἐκδεδομένων ἔργων τοῦ Babel, ἐνῶ ἡ ἔκδοση εἶναι πλαισιωμένη ἀπό βιογραφικά καί ἐργογραφικά σημειώματα, χρονολόγιο τῶν δημοσιευμένων ἔργων τοῦ Μπάμπελ καί σύντομη βιβλιογραφία.
Ὁ τόμος διακρίνεται σέ τρία μέρη (livres). Στό πρῶτο ἐξ αὐτῶν περιέχονται κυρίως τά αὐτοβιογραφικά κείμενα τοῦ Μπάμπελ, στό δεύτερο κυριαρχεῖ τό γνωστό καί στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό «Κόκκινο ἱππικό», ἐνῶ στό τρίτο ἔχουν περιληφθεῖ ποικίλα ἀφηγήματα, λόγοι, σενάρια καί θεατρικά τοῦ Ρώσσου συγγραφέα.
Πρόκειται γιά μία ἐπιμελημένη ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ Μπάμπελ ὀ ὁποῖος ἄν καί δέν ἄσκησε, φανερά τουλάχιστον, «κριτική στό σοβιετικό καθεστώς» (σ. 10), συνελήφθη ἀπό τήν μυστική ἀστυνομία τήν 15η Μαίου 1939 καί ἐκτελέστηκε τήν 27 Ἰανουαρίου 1940. Παράδοξο εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ θάνατός του γνωστοποιήθηκε στήν οἰκογένειά του τό 1953!


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013




Dimitris Baltas

Alexandre Jevakohoff, Les Russes blancs, Éditions Tallandier, Paris 2011, σελ. 605

Alexandre Jevakohoff, ὁ ὁποῖος εἶναι γενικός Ἐπιθεωρητής τῶν Οἰκονομικῶν στήν Γαλλία, εἶναι γνωστός στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό  ἀπό τήν βιογραφία τοῦ Κεμάλ Ἀτατούρκ (ἐκδ. Τραυλός, Ἀθήνα 2002). Τό παρόν βιβλίο εἶναι μία ἐνδιαφέρουσα μελέτη γιά τούς Ρώσσους πού ἀναγκάσθηκαν νά ἐξορισθοῦν ἀπό τήν πατρίδα τους, ἐννοώντας ὄχι μόνον τούς ἀριστοκράτες καί τούς μοναρχικούς ἀλλά ἀκόμη καί τούς σοσιαλεπαναστάστες. Ἀναφέρεται δηλαδή γενικῶς σ’ αὐτούς πού δέν ἦταν μέ τήν πλευρά τῶν «Κόκκινων».  Ἡ ἱστορική ἀφήγηση καλύπτει μέν τό διάστημα τῶν ἐτῶν 1905-1937, ἀλλά δίδει ἰδιαίτερη ἔμφαση στά χρόνια τῆς ἐξουσίας τῶν μπολσεβίκων κατά τήν διάρκεια καί μετά τόν ἐμφύλιο πόλεμο.
Τό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου ἀναφέρεται στήν φυγή ἀπό τήν πατρίδα (σσ. 13-226) καί τό δεύτερο μέρος στό ἐνδεχόμενο τῆς ἐπιστροφῆς στήν πατρίδα (σσ. 229-369). Ὁπωσδήποτε ἡ πατρίδα δέν θά εἶναι πλέον αὐτή πού ἔχουν ἀφήσει ὅταν ἔφυγαν. Παράλληλα ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι «ἦταν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατο νά συνενωθοῦν οἱ ἐξόριστοι γύρω ἀπό μία συγκεκριμένη ἱστορική περίοδο, ἀφοῦ ἀνάμεσά τους ὑπῆραχαν φιλομοναρχικοί καί ἀντιμοναρχικοί, σοσιαλιστές καί ἀντισοσιαλιστές» (Οrl. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, μέρος δεύτερο, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα, 2006, σ. 318). 
Στό τρίτο μέρος ὁ Jevakhoff θέτει τό ζήτημα τῆς προτεραιότητας τῆς ἐπιβίωσης τόσο γιά τόν Ρῶσσο πού ἔφυγε ὅσο καί γιά τόν Ρῶσσο ἔμεινε στήν πατρίδα (σσ. 373-479).
Ἡ βιβλιογραφία πού παρατίθεται (σσ. 567-587) εἶναι ἐξαιρετικῶς χρήσιμη, ἀλλά ὄχι ἐξαντλητική. Δείχνει πάντως ὅτι ὁ σ., ἄν καί ὄχι ἱστορικός, γνωρίζει καλῶς τά πράγματα. 
Γιά τίς ἱστορικο-πολιτικές προσεγγίσεις ὁ σ. ἐπικαλεῖται συχνά τίς ἀπόψεις ἐπιφανῶν μελῶν τῆς Ρωσσικῆς Διανοήσεως τῆς ἐποχῆς πρίν ἀπό τήν Ἐπανάσταση, ἡ ὁποία διέβλεπε τήν πορεία τῶν πραγμάτων, ἤτοι τήν ἄνοδο τῶν μπολσεβίκων καί τήν πτώση τοῦ τσαρισμοῦ (βλ. σχετικῶς σ. 39, σσ. 125-126).
Ἐκτενῶς ἀναφέρεται ὁ Jevakhoff στόν ρόλο τῶν ἐμιγκρέδων οἱ ὁποῖοι σχημάτισαν μία Ρωσσία ἐκτός τῆς Ρωσσίας (πβ. σ. 354κἑξ.). Ἐδῶ ἕνα ἀπό τά ζητήματα πού χρήζουν ἰδιαίτερης προσοχῆς καί περαιτέρω ἐξετάσεως εἶναι ἄν οἱ Ρῶσσοι μοναρχικοί προσήγγισαν τίς ἰδέες τοῦ Χίτλερ (σσ. 295-308).
Ἐνδιαφέρουσα καί χρήσιμη ἡ μελέτη τοῦ Jevakhoff γιά τούς ἀντιθέτους πρός τήν ἐξουσία τῶν μπολσεβίκων Ρώσσους οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν ἀπό τήν πατρῶα γῆ. Κρίσιμο λοιπόν καί μέ πολλές καί διαφορετικές ἀπαντήσεις παραμένει τό ἐρώτημα πού διατυπώνει ὁ σ. στό βιβλίο του: «Ποιοί ἐκπροσωποῦν τήν πατρίδα, αὐτοί πού βρίσκονται στήν πατρίδα ἤ οἱ ἐξόριστοι;» (σ. 107).








Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἀλεξ. Πούσκιν, Μικρά ποιήματα (δίγλωσση ἔκδοση), ἐπιμ. Μ. Πάτσης, Ἀθήνα 2012, σελ. 305

Στόν τόμο αὐτόν παρουσιάζονται σέ μετάφραση ἀπό τήν ρωσσική 51 ἀπό τά λεγόμενα «μικρά ποιήματα» τοῦ μεγάλου Ρώσσου ποιητῆ Ἀλεξ. Πούσκιν (1799-1837).
Προηγεῖται της μετάφρασης μία εἰσαγωγή στήν ζωή τοῦ ποιητῆ καί στίς σχέσεις του μέ τό φιλελληνικό κίνημα (σσ. 9-36). Ὕστερα ἀπό μία ἑλληνική βιβλιογραφία περί Πούσκιν (σ. 29, σημ. 3) ἡ ὁποία δέν εἶναι ἐξαντλητική, καταγράφει ὁ ἐπιμ. τῆς ἔκδοσης μία ρωσσική βιβλιογραφία σχετικά μέ τόν Ρῶσσο ποιητῆ (σ. 40, σημ. 4). Χρήσιμος εἶναι ὁ πίνακας τῶν ἔργων τοῦ Πούσκιν (σσ. 41-44).
Ἐν συνεχείᾳ παρατίθεται ἡ μετάφραση 51 ποιημάτων τοῦ Πούσκιν. Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά σημειώσω ὅτι τουλάχιστον 7 ἀπό τά 51 ποιήματα πού περιλαμβάνονται στόν παρόντα τόμο, ἔχουν μεταφρασθεῖ καί παλαιότερα, ἀπό τόν Μ. Ἀλεξανδρόπουλο στήν ἔκδοση ὑπό τόν τίτλο «Ἄλλη, καλύτερη, ζητῶ, ἐλευθερία», ἔκδ. Ποταμός, Ἀθήνα 2004. Πιό συγκεκριμένα. 1) «Στόν Τσαντάγεφ» (Πάτσης σ. 61, Ἀλεξανδρόπουλος σ. 21) 2) «Ὁ Δαίμονας» (Πάτσης σ. 93, Ἀλεξανδρόπουλος) σ. 46 3) «Τά Δαιμόνια» (Πάτσης σ. 145, Ἀλεξανδρόπουλος σ. 63) 4) «Ὁ ποιητής» (Πάτσης σ. 123, Ἀλεξανδρόπουλος σ. 72) 5) «Στόν ποιητή» (Πάτσης σ. 43, Ἀλεξανδρόπουλος σ. 74) 6) «Τσιγγάνοι» (Πάτσης, σ. 161, Ἀλενδρόπουλος σ. 77) 7) «Γιά τή μετάφραση τῆς Ἰλιάδας» (Πάτσης σ. 141, Ἀλεξανδρόπουλος σ. 81) 
Ὕστερα ἀπό τήν μετάφραση ὁ ἐπιμ. Μ. Πάτσης τοποθετεῖ ἕνα ἐκτενές κεφάλαιο ὑπό τόν τίτλο «Σχόλια». Ὅμως, δέν πρόκειται μόνον γιά σχόλια πάνω σέ συγκεκριμένα ποιήματα, ὅπως ἐξ ἀντιθέτου κάνει ὁ Μ. Ἀλεξανδρόπουλος, ἀλλά γιά ποικίλα ζητήματα τῆς ποίησης τοῦ Πούσκιν (λ.χ. ὁ ἀνακρεοντισμός τοῦ Πούσκιν, τά πολιτικά μοτίβα στόν Πούσκιν καί στόν Κάλβο, ἡ ὁμηρογνωσία τοῦ Πούσκιν κ.ἄ.).  Στό ἴδιο τμῆμα τοῦ βιβλίου καταγράφεται καί συζητεῖται μία ἑλληνική βιβλιογραφία σχετικά μέ τόν φιλελληνισμό τοῦ Πούσκιν (σσ. 203-207).  
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι ἡ παροῦσα ἔκδοση διευρύνει τίς γνώσεις μας γιά τόν Πούσκιν καί τό ἔργο του. Ἄν καί ὁρισμένα πράγματα εἶναι ἤδη γνωστά, ὅπως ἔδειξα παραπάνω, ὁ τόμος φανερώνει τήν ἐπίπονη ἐργασία τοῦ ἐπιμελητῆ. Εἶναι δέ βέβαιο ὅτι ὁ Πούσκιν ἐξακολουθεῖ καί σήμερα νά συγκινεῖ τούς Ἕλληνες καί ὄχι μόνον τούς Ρώσσους ἀναγνῶστες του.


Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Πενήντα χρόνια ἀπό τήν ἔκδοση
τῆς νουβέλας «Μία ἡμέρα τοῦ Ἰβάν Ντενίσοβιτς»

Συμπληρώνονται φέτος πέντε χρόνια ἀπό τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάντρ Ἰσάγιεβιτς Σολζενίτσιν (1918-2008). Πρίν ἀπό μερικούς μῆνες συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια ἀπό τήν ἔκδοση τῆς νουβέλας «Μία ἡμέρα τοῦ Ἰβάν Ντενίσοβιτς» (1962). Στήν παροῦσα σύντομη κατάθεση θά ἀναφερθῶ στό ἔργο αὐτό πού εἶχε συγκλονίσει τότε τήν Σοβιετική Ἕνωση ἀλλά καί ὅλον τόν κόσμο.
Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι ἡ δημοσίευση τῆς νουβέλας ἐντάσσεται στήν περίοδος τῆς ἀποσταλινοποίσης. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ σταλινισμός ἦταν παρών (σέ μικρότερο βαθμό) καί μετά τόν θάνατο τοῦ Στάλιν. Διότι δέν σταμάτησαν -ἐκτός τῶν μαζικῶν ἐκτελέσεων- οὔτε οἱ παρακολουθήσεις προσώπων ἀπό τήν μυστική ἀστυνομία οὔτε οἱ δίκες (λ.χ. συγγραφέων) οὔτε πλήρως τά καταγκαναστικά ἔργα. Ἔτσι ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν θέση του μετά τόν θόρυβο πού δημιουργήθηκε, ἐνῶ τό 1964-1965 ἡ μυστική ἀστυνομία κατέσχεσε χειρόγραφα τοῦ Σολζενίτσιν. Εἶναι ἐπίσης γνωστό ὅτι ὁ σ. δέν μετέβη τό 1970 στήν Στοκχόλμη γιά νά παραλάβει τό βραβεῖο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Γιά νά ἐπιστρέψω στό ἔργο, θά σημειώσω κατ’ ἀρχάς ὅτι ἐδῶ περιγράφεται μιά ἀπό τίς φοβερές ἡμέρες τῆς ζωῆς ἑνός καταδίκου στά στρατόπεδα συγκεντώσεως τοῦ Στάλιν. Ὁ ἴδιος ὁ κατάδικος διερωτᾶται γιά ποιό λόγο βρέθηκε φυλακισμένος στό στρατόπεδο: «Ὁ Σούχωφ κοντεύει ὀχτώ χρόνια στά στρατόπεδα κι ἀκόμα δέν κατάλαβε τό γιατί. Ἐπίσημα στό φάκελλό του χαρακτηρίζεται κατάσκοπος τῶν γερμανῶν καί προδότης τῆς πατρίδας. Τί κατάσκοπος ὅμως ἦταν ἤ πῶς εἶχε συνεργαστεῖ μέ τούς γερμανούς αὐτό δέν τό ἤξερε οὔτε ὁ Σούχωφ οὔτε κι ὁ ἀνακριτής του» (Μία ἡμέρα τοῦ Ἰβάν Ντενίσοβιτς, μετ. Ἀ. Σαραντόπουλος, Ἑταιρεία Ἑλληνικῶν Ἐκδόσεων, Ἀθῆναι, χ.χ., σ. 57).
Ἀπό τά βασικά προβλήματα τῶν καταδίκων ἦσαν τό λιγοστό (καί φυσικά ἀπαίσιο) φαγητό καί τό δριμύ κρύο. Ἀλλά χειρότερος γιά ἕνα κατάδικο ἦταν ὁ κίνδυνος νά ἀρχίσει νά ἀπελπίζεται: «καταραμένη ζωή» (σ. 93). Ἀντιθέτως, κυριότερο ἦταν νά διατηρήσει τήν ἐλπίδα γιά τήν ἐλευθερία του: «γιά νά πάει σπίτι του» (βλ. σχετικῶς ὅ.π., σ. 116 καί σ. 138).
Μεταξύ τῶν συζητήσεων τῶν κρατουμένων- ἐκτός ἀπό τά ζητήματα τῆς ποσότητας τοῦ φαγητοῦ καί τοῦ ψύχους- εἶναι ἀξιοσημείωτες αὐτές πού γίνονται πάνω στήν τέχνη (ὅ.π., σ. 67 καί σ. 91) καί στήν πίστη στόν Θεό (ὅ.π., σ. 87 καί σ. 135).
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά σημειώσω ὄτι ὁ Σούχωφ δέν εἶναι μόνον ὁ ἴδιος ὁ Σολζενίστιν. Ἀλλά εἶναι γενικά ὁ Ρῶσσος πολίτης, συγγραφέας, ἱερέας κ.ἄ.) πού χαρακτηριζόταν τότε «προδότης», «ἀντεπαναστάτης», «ἐχθρός τοῦ λαοῦ», «ἀντισοβιετικός» κ.ἄ. καί καταδικαζόταν στά στρατόπεδα συγκέντρωσης. 


Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ὄψεις τῆς ἀναρχικῆς θεωρίας
στήν ρωσσική σκέψη τοῦ 19ου αἰ.

Ἡ θεωρία τοῦ ἀναρχισμοῦ (= ἐπαναστατικοῦ σοσιαλισμοῦ) ἀποτελεῖ ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο τῆς Ἱστορίας τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως. Ἀπό μεθοδολογικῆς πλευρᾶς, ὁ Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) προτείνει τήν διάκριση τοῦ ἀναρχισμοῦ ἀπό τήν ἀναρχία, ὅταν γράφει ὅτι «ὁ ἀναρχισμός εἶναι ἀντίθετος ὄχι στήν τάξη, στή δομή, στήν ἁρμονία, ἀλλά στήν ἐξουσία, στή βία, στήν αὐτοκρατορία τοῦ Καίσαρα». Ἡ ἀναρχία εἶναι χάος καί δυσαρμονία, δηλαδή ἀσχήμια» (βλ. Δ. Μπαλτᾶς, Ρῶσσοι φιλόσοφοι, 19ος-20ός αἰ., Ἐκδόσεις Σαββάλας, Ἀθήνα 2002, σ. 112). Πέρα ἀπό τήν διάκριση αὐτή μέ τήν ὁποία μπορεῖ νά συμφωνήσει ἤ νά διαφωνήσει κανείς, εἶναι γεγονός ὅτι μεγάλοι εἰσηγητές τῶν ἀναρχικῶν θεωριῶν ἦσαν οἱ Ρῶσσοι πρίγκηπες Μιχαήλ Μπακούνιν (1814-1876) καί Πιότρ Κροπότκιν (1842-1921), οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν ὁμοιότητες ἀλλά καί διαφορές στίς ἀντιλήψεις τους.
Δέν εἶναι ἴσως πολύ γνωστό ὅτι ὁ Μπακούνιν διακρίνει, μεταξύ ἄλλων, τήν πατρίδα ἀπό τό κράτος. Στό πλαίσιο αὐτό γράφει χαρακτηριστικά ὅτι «ἡ Πατρίδα ἀντιπροσωπεύει τό ἱερό καί ἀδιαφιλονίκητο δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου, κάθε ὁμάδας ἀνθρώπων, ἑνώσεων, κοινοτήτων, περιοχῶν, ἐθνῶν νά αἰσθάνονται, νά σκέπτονται, νά δροῦν μέ τόν δικό τους τρόπο» (H. Arvon, Μπακούνιν, μετ. Π. Γκέκα, Ἐκδόσεις Πλέθρον, Ἀθήνα, 2009, σ. 112).
Ὁπωσδήποτε ὁ καταπιεστικός χαρακτήρας τοῦ κράτους, πού προκαλεῖ τήν ἀπέχθεια τοῦ Μπακούνιν, συνδέεται καί μέ ἄλλους θεσμούς πού λειτουργοῦν καταπιεστικά ὅπως εἶναι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ θρησκεία. Στό σημεῖο αὐτό θά τονισθεῖ ὅτι ὁ Μπακούνιν ἀπορρίπτει τόν ἔντονο κρατισμό πού διαφαίνεται σταδιακά μέσα ἀπό τά κείμενα τοῦ Κ. Μάρξ (1818-1883). Ἔχει λεχθεῖ ὅτι «ἀπό τό 1866 ὁ Μπακούνιν προβλέπει ὅτι τό δεσποτικό Κράτος πού δημιουργεῖται ἀπό τόν κομμουνισμό θά γεννήσει μιά ἐκμεταλλεύτρια καί προνομιοῦχο τάξη, δηλαδή τή γραφειοκρατία» (H. Arvon, ὅ.π., σ. 101).
Ἕνα ἄλλο κεντρικό σημεῖο τῆς θεωρίας τοῦ Μπακούνιν πού εἶναι ὁ μαχόμενος ἀθεϊσμός του, ὁ ὁποῖος διαμορφώνεται, ἐπίσης σταδιακά, στήν σκέψη του μέχρι τό ἔργο του «Θεός καί κράτος» (1882). Ἐνῶ δέχεται ὅτι «δέν ἀρνούμαστε τήν ἱστορική ἀναγκαιότητα τῆς θρησκείας» (Η. Arvon, ὅ.π., σ. 130), ἐν συνεχείᾳ ἀσκεῖ δριμύτατη κριτική ἐναντίον τοῦ ἱστορικοῦ χριστιανισμοῦ, ἀρνούμενος παράλληλα τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ὡς δημιουργοῦ. Ἀσφαλῶς τά ἐπιχειρήματα τοῦ Μπακούνιν ἐμπεριέχουν μία ἱστορική ἀλήθεια ἤ καί μία λογικοφάνεια. Ὡστόσο, ἀποφάνσεις τοῦ Μπακούνιν ὅπως «ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ δικαιοσύνη, τό ἀγαθό, ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό ψέμα, ἡ ἀδικία, τό κακό» (H. Arvon, ὅ.π., σ. 132) εἶναι προφανῶς αὐθαίρετες.
 Πνεῦμα ἀνήσυχο, μέ ἀρνητική τῶν πάντων διάθεση, φύση ἐπαναστατική, ὁ Μπακούνιν προκάλεσε τό ἐνδιαφέρον ἀλλά καί τήν ἀπόρριψη τῶν συγχρόνων του (λ.χ. τοῦ Προυντόν, τοῦ Μάρξ κ.ἄ.). Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ Ἰβάν Τουργκένιεφ παρουσίασε λογοτεχνικά τήν φυσιογνωμία τοῦ Μπακούνιν στό ἀριστούργημά του «Ρούντιν», στό ὁποῖο ὁ ὁμώνυμος ἥρωας πεθαίνει στά ὁδοφράγματα τοῦ Παρισιοῦ (ἑλλην. μετ. Ζ. Νάσιουτζικ, Πλέθρον, Ἀθήνα, 1982, σσ. 148-149).  
Στό σημεῖο αὐτό -καί προτοῦ νά ἀναφερθῶ στόν δεύτερο σημαντικό εἰσηγητῆ τῆς ἀναρχικῆς θεωρίας στήν Ρωσσία- θά σημειώσω ὅτι ὁ Μπακούνιν οὐδέποτε ἀπεδέχθη τίς μακιαβελικῆς ἀποχρώσεως ἀπόψεις τοῦ Σ. Νετσάγιεφ (1847-1882) πού οἱ μεταγενέστερες γενιές τῶν Ἀναρχικῶν ἐπικαλοῦνται ἐνίοτε κατά τήν τέλεση βιαίων πράξεων. Εἶναι πάντως γεγονός ὅτι ὁ μεγάλος Ρῶσσος μυθιστοριογράφος Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881) ἀπεικόνισε λογοτεχνικά τήν μορφή τοῦ Σ. Νετσάγιεφ στό πρόσωπο τοῦ Πιότρ Βερχοβένσκι στούς Δαιμονισμένους. Φαίνεται μάλιστα ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκι διέθετε πολλές πληροφορίες γιά τήν ριζοσπαστική ὀργάνωση τοῦ Νετσάγιεφ, διότι τόν φοιτητῆ Ἰβάνωφ, τόν ὁποῖο ἐκτέλεσε ὁ ἴδιος ὁ Νετσάγιεφ τό 1869, τόν εἶχε γνωρίσει προσωπικά ὁ κουνιάδος τοῦ Ρώσσου μυθιστοριογράφου (Βλ. σχετικῶς Μ. Μπράουν, Ντοστογιέφσκι. Ἡ ζωή του μέσα ἀπό τό ἔργο του, μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Ἐκδόσεις Ἐκκρεμές, Ἀθήνα 2008, σ. 283).
Ὁ δεύτερος μεγάλος Ρῶσσος ἀναρχικός εἶναι ὁ Πιότρ Κροπότκιν. Ἐνῶ ὁ Μπακούνιν θεωρεῖ τήν καταστροφή τοῦ κράτους ὡς προϋπόθεση γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῆς κοινωνίας (H. Arvon, ὅ.π., σ. 177), ὁ Κροπότκιν ἀναφέρεται στό ἀσύμβατο μεταξύ τοῦ κράτους καί τῆς ἐπαναστάσεως.
Κατά μία ἄποψη, ὁ Κροπότκιν «ἔβλεπε σάν θεμέλιο τῆς ἐλεύθερης κοινωνίας τήν ἀλληλοβοήθεια πού ὑπῆρχε στίς προκαπιταλιστικές κοινωνίες καί ἐπιζοῦσε ἀκόμη στίς ἀγροτικές κοινότητες τῆς Ρωσσίας» (Ol. Clement, Tό πνεῦμα τοῦ Σολζενίτσυν, μετ. Ἑ. Δαλαμπίρα, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα, χ.χ., σ. 314). Προφανῶς ἡ ἄποψη αὐτή ἐρείδεται στό ἔργο τοῦ Κροπότκιν «Ἀλληλοβοήθεια», ὅπου πράγματι ὁ Ρῶσσος ἀναρχικός ἀναφέρεται στίς προσπάθειες τῆς κοινοτικῆς ἰδιοκτησίας τῆς Ρωσσίας (ἑλλην. μετ. Ε. Στεφανοπούλου, Ἐκδόσεις Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2009, σσ. 209-210).
Μεταξύ τῶν ἐνδιαφερόντων σημείων τῆς θεωρίας τοῦ Κροπότκιν εἶναι ἡ ἠθική τοῦ ἀναρχισμοῦ, ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ τόσο στό εὐσύνοπτο κείμενο «Ἡ ἀναρχική ἠθική» ὅσο καί στό ἐκτενές ἔργο «Ἠθική». Στό πρῶτο ἐξ αὐτῶν κείμενο διατυπώνει τήν θέση: «Κάνε στούς ἄλλους αὐτό πού θά ἤθελες νά κάνουν ἐκεῖνοι σέ σένα ὑπό τίς ἴδιες περιστάσεις» (Ἡ ἀναρχική ἠθική, μετ, Ν. Ἀλεξίου, Ἐλεύθερος τύπος, Ἀθήνα 2000, σ. 45). Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀναλυτικότερη «Ἠθική» τοῦ Κροπότκιν ἀποτελεῖ, κατ’ οὐσίαν, μία κριτική ἱστορική παρουσίαση τῶν ἠθικῶν θεωριῶν ἀπό τούς πρωτογόνους λαούς μέχρι καί τόν 19ο αἰ. Ἀκριβέστερα ὁ Κροπότκιν θεωρεῖ τήν ἀλληλοβοήθεια καί τήν δικαιοσύνη ὡς τίς βάσεις τῆς νατουραλιστικῆς ἠθικῆς θεωρίας του (βλ. σχετικῶς «Ἠθική», μετ. Β. Τομανάς, Νησίδες, σσ. 36-37). Ἀπορρίπτει δέ ὁ Κροπότικιν τήν ἠθική τοῦ χριστιανισμοῦ, καθ’ ὅσον καί ὁ ἴδιος διαπιστώνει μία «ἀσυμφωνία ἀνάμεσα στίς ἠθικές ἐντολές τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καί στή ζωή τῶν κοινωνιῶν πού αὐτοαποκαλοῦνται χριστιανικές» («Ἠθική», ὅ.π., σ. 31). Νομίζω ὅμως ὅτι ἀπό τήν μή ἐφαρμογή τῶν εὐαγγελικῶν ἀρχῶν ὑπό τῶν χριστιανῶν δέν συνάγεται ὅτι ἡ ἠθική τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι ἀπορριπτέα.
Οἱ παράμετροι τῆς θεωρίας τοῦ ἀναρχισμοῦ ὅπως αὐτές παρουσιάζονται στά ἔργα τῶν Ρώσσων θεωρητικῶν Μ. Μπακούνιν καί Π. Κροπότκιν προκάλεσαν ἰδιαιτέρως τήν ἀντίδραση τῶν ἐκπροσώπων τοῦ λεγομένου «ἐπιστημονικοῦ σοσιαλισμοῦ». Ἔτσι οἱ ἀπόψεις αὐτές ἐπικρίθηκαν τόσο ἀπό τόν Κ. Μάρξ ὅσο καί ἀπό τόν Βλ. Λένιν (1870-1924, καί μάλιστα θεωρητικά καί πρακτικά. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Μπακούνιν καί οἱ ὀπαδοί του ἐκδιώχθηκαν κατά τό 1872 ἀπό τήν «Διεθνῆ». Ἀργότερα, ὅταν οἱ μπολσεβίκοι κυριάρχησαν στήν Ρωσσία, ὁ Κροπότκιν πού ἀρχικά χαιρέτησε τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917, ἄσκησε ἐν συνεχείᾳ σκληρή κριτική στόν Λένιν, πρᾶγμα πού ὁδήγησε στήν ἀπομόνωσή του. Παράλληλα, τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ Ἀναρχικοί συλλαβάνονταν καί φυλακίζονταν ἀπό τίς σοβιετικές Ἀρχές (Βλ. ἀναλυτικῶς Ἔ. Γκόλντμαν, Ἡ ἀπογοήτευσή μου στή Ρωσία, μετ. Δ. Κερεβάντη, Γ. Βαλοῦρδος, Ἀπόπειρα, Ἀθήνα 2009, σ. 88, σ.  128). Ἡ κηδεία τοῦ Π. Κροπότκιν θεωρεῖται ὅτι ἦταν καί ἡ τελευταία συγκέντρωση ὅπου κυμάτισαν οἱ μαῦρες σημαῖες τῶν Ἀναρχικῶν στήν Ρωσσία τοῦ 20οῦ αἰ. Ἀναφερόμενη στήν κηδεία τοῦ Κροπότκιν, ἡ Ἔ. Γκόλντμαν γράφει ὅτι «καθώς ἡ πομπή περνοῦσε ἀπό τό Μουσεῖο Τολστόϊ, τά λάβαρα χαμήλωσαν, ἀποδίδοντας τιμή στή μνήμη ἑνός ἄλλου μεγάλου τέκνου τῆς Ρωσίας. Μιά ὁμάδα Τολστοϊκοί στά σκαλοπάτια τοῦ Μουσείου ἔπαιζαν τό ‘’Πένθιμο ἐμβατήριο’’ τοῦ Σοπέν, ἐκφράζοντας ἔτσι τήν ἀγάπη καί τό σεβασμό τους γιά τόν Κροπότκιν» (Ἡ ἀπογοήτευσή μου στή Ρωσία, ὅ.π., σ. 205).
Στήν σύντομη σημερινή ἀναφορά στούς ἐκπροσώπους τῆς ἀναρχικῆς θεωρίας στήν ρωσσική σκέψη ἔγινε προσπάθεια νά σκιαγραφηθοῦν ὁρισμένες μόνον παράμετροι τῶν σχετικῶν ζητημάτων, περισσότερο ἤ λιγότερο γνωστές.
Τό 2014 συμπληρώνονται 200 χρόνια ἀπό τήν γέννηση τοῦ Μιχαήλ Μπακούνιν. Καί ἡ ἐπέτειος αὐτή εἶναι μία κατάλληλη εὐκαιρία νά ἐπανεκδοθοῦν (σέ καλύτερες μετσαφράσεις) καί νά ἀναγνωσθοῦν τά ἔργα του. Διότι νομίζω ὅτι στά χρόνια πού ἔχουν μεσολαβήσει, οἱ ἀσπαζόμενοι τίς ἀπόψεις τῶν μεγάλων αὐτῶν θεωρητικῶν τοῦ ἀναρχισμοῦ ἔχουν ἐλάχιστα ἀνατρέξει στά ἔργα τους.

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Ρήξη)




Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ὄψεις του συγχρόνου μηδενισμοῦ

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ κριτική τῆς μεταφυσικῆς στήν νεώτερη σκέψη ὁλοκληρώθηκε μέ τόν δαρβινισμό, τόν νιτσεϊσμό καί τόν μαρξισμό. Ἐν τούτοις, ἡ μηδενιστική διάθεση πού ἐκφράσθηκε μέ τίς διατυπωθεῖσες θεωρίες, δέν βρίσκει σήμερα μία ἀνάλογη ἐφαρμογή. Διότι ὁ σημερινός ἀνθρωπολογικός τύπος ἀκολουθεῖ ἄλλες μορφές μηδενιστικῆς συμπεριφορᾶς πού ἀφοροῦν πλέον τά ἐθνικά καί τά κοινωνικά χαρακτηριστικά τοῦ τόπου.
Ἀναλυτικότερα. Ὁ μηδενισμός σήμερα δέν ἀντιτίθεται ἁπλῶς σέ μία ὁρισμένη μεταφυσική βεβαιότητα. Κυρίως διότι μία τέτοια βεβαιότητα ἀφήνει τόν ἄνθρωπο ἐν πολλοῖς ἀδιάφορο. Ἀντιθέτως μάλιστα, ὁ σύγχρονος μηδενισμός ἐκφράζεται πρῶτον ὡς ἐθνομηδενισμός, πρᾶγμα πού ἐκδηλώνεται μέ τήν ἀπώθηση τῆς ἱστορικῆς μνήμης καί ἄρα τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἡ δέ καταναλωτική συνείδηση ἔχει πλήρως ἀντικαταστήσει τήν ἱστορική συνείδηση (Βλ. καί Κ. Ε. Τσιρόπουλου, Ἡ μετάβαση τοῦ καταναλωτικοῦ ἀνθρώπου).
Ἐξ ἄλλου, ὁ μηδενισμός σήμερα ἀφορᾶ καί τήν πολιτική-κοινωνική πραγματικότητα, καθ’ ὅσον ὁ πολίτης ἀπέχει ἤ συνολικῶς ἀδιαφορεῖ γιά τήν κοινωνική του ὕπαρξη. Ὅμως, σέ καμμία περίπτωση ἡ ἀποχή δέν συνιστᾶ πολιτική τοποθέτηση, ἐάν μάλιστα ὁδηγεῖ στόν βαθμιαῖο ἐκφασισμό τῆς κυρίαρχης πολιτικῆς. Ὁμοίως ἡ συγκροτούμενη κοινωνία τῆς ἀδιαφορίας ὁδηγεῖ μέ ἀκρίβεια στήν ἀπουσία τῆς ἀνθρωπιᾶς καί ἄρα τῆς ἀξιοπρέπειας.
Στούς ἀντίποδες τοῦ συγχρόνου μηδενισμοῦ ἡ παροῦσα ἀναφορά προτείνει τήν δυναμική ἐθνική καί κοινωνική πολιτική παρουσία τοῦ πολίτη. Γιά νά διασωθεῖ, ἄν πλέον μπορεῖ νά διασωθεῖ, ἡ ἀξιοπρεπής συνείδηση τοῦ τόπου.

(Τό παρόν κείμενο εἶχε δημοσιευθεῖ στήν Νέα Εὐθύνη)
 




Δημήτρης Μπαλτᾶς


Ἀθανασίου Γιέφτιτς, Ἀπό τήν ἐλευθερία στήν ἀγάπη. Οἱ Ὁμιλίες τῆς Ξάνθης, Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2012, σελ. 237

Ὁ τόμος αὐτός περιλαμβάνει δέκα Ὁμιλίες τοῦ Ἀθανασίου Γιέφτιτς (ἱερομ., ἐπισκ. πρ. Ἐρζεγοβίνης) πού ἔγιναν ἀπό τό 1980 μέρχι τό 2011 στήν πόλη τῆς Ξάνθης.
Σέ ἕξι ἀπό τίς Ὁμιλίες (τήν 1η, τήν 2η, τήν 3η, τήν 5η, τήν 6η καί τό Ἐπίμετρο) ὁ συγγραφέας προσεγγίζει ζητήματα τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ μεγάλου Ρώσσου μυθιστοριογράφου Φ. Ντοστογιέφσκι. Δύο Ὁμιλίες ἔχουν θεολογικό περιεχόμενο (ἡ 8η «Τό μέγα μυστήριον Χριστός-Ἐκκλησία» καί ἡ 9η «Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες κατά τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ»), ἐνῶ στήν 7η Ὁμιλία ὁ Γιέφτιτς δίδει ἕνα ἱστορικό-θεολογικό χαρακτῆρα («Πλάτων-Πλωτῖνος καί χριστιανική σκέψη»). Στήν 4η Ὁμιλία ὁ σ. ἀναφέρεται στόν οὐμανισμό τοῦ Νικολάου Καβάσιλα πού τόν ἀποκαλεῖ «χριστοκεντρικό» (σ. 96).
Στίς περισσότερες τῶν Ὁμιλιῶν ὀ Γιέφτιτς θίγει τά ζητήματα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς σχέσεώς του μέ ἄλλα πρόσωπα καί μέ τόν Θεόν (σ. 107), τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀστοχίας (σ. 120), ἐνῶ παράλληλα ἐπισημαίνει τήν γνησιότητα τῆς ἀνθρωπιᾶς στόν Ντοστογιέφσκι (σ. 147).
Συζητεῖ ἀναλυτικά ὁ συγγραφέας τήν συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεόν, τοῦ κτιστοῦ μέ τό Ἄκτιστο, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται μέ τήν κίνηση καί τῶν δύο, «ἐπειδή ὑπάρχει ἐλεύθερη κίνηση ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ἐλεύθερη κίνηση ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου γιά νά συναντηθοῦν» (σ. 176). Αὐτή ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεόν δημιουργεῖ, κατά τόν Ντοστογιέφσκι, τήν προσωπικότητα καί ὄχι τό περιβάλλον (σ. 229). Κατ’ ἐπέκταση, τίς αἰτίες γιά τό κακό στόν κόσμο καί τήν σχετική εὐθύνη γιά τήν παρουσία του θά πρέπει νά ἀναζητήσει κανείς στόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο καί ὄχι στήν κοινωνία.
Ζωντανός, ἄμεσος, ἀπαλλαγμένος ἀπό σχολαστικισμούς καί ἠθικολογίες, ὀρθόδοξος, ὁ λόγος τοῦ Ἀθανασίου Γιέφτιτς ἀναμετρᾶται μέ ὅλους, ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Αὐγουστῖνο μέχρι τόν Μάρξ καί τόν Χάϊντεγκερ.
Οἱ παραπομπές, καλῶς ἤ κακῶς, εἶναι ἐλάχιστες. Βεβαίως ἡ προφορικότητα τοῦ λόγου δέν ἀποκλείει ὁρισμένες ἐπαναλήψεις, ὄχι πάντως τόσο ἐνοχλητικές. Ὁ λόγος αὐτός ἀπευθύνεται σ’ ἕνα κοινό μέ προβληματισμούς, πού ἀναζητεῖ ἴσως ἀκόμη τήν ἀλήθεια. 



Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013



Dimitris Baltas

Ralph Dutli, Mandelstam. Mon temps, mon fauve. Une biographie, trad. M. Graf, Ed. Le bruit du temps, 2012, σελ. 607

Σ’ αὐτήν τήν συνθετική ἐργασία ὁ μεταφραστής τῶν Ἁπάντων τοῦ Ὀσίπ Μαντελστάμ (1891-1938) στήν γερμανική παρουσιάζει τά κυριότερα στοιχεῖα τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου τοῦ Ρώσσου ποιητῆ.
Στό πρῶτο καί στό τελευταῖο κεφάλαιο αὐτῆς τῆς ἐργασίας συζητεῖται ἡ ἀπόπειρα τῆς «πολιτικῆς ἀπομυθοποιήσεως» τοῦ ποιητῆ (σ. 16, σσ. 548-553) χωρίς πάντως νά ἀμφισβητεῖται ὅτι ὁ «Μαντελστάμ ἦταν μάρτυρας τῆς ποιήσεως πού πλήρωσε τό ἔργο του μέ τήν ζωή του» (σ. 11).
Ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἱστορίας τῆς ρωσσικῆς ποιήσεως τοῦ 20οῦ αἰ., ὁ Μαντελστάμ ἀνήκει στό κίνημα τοῦ ἀκμεϊσμοῦ (βλ. σσ. 89-92) τό ὁποῖο «ὑπερασπίζεται μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του». Συνοδοιπόροι του σ’ αὐτό τό κίνημα ἦσαν ὁ Ν. Γκιουμιλιώφ (γενν. 1886) πού ἐκτελέστηκε τό 1921 ἀπό τούς μπολσεβίκους, καί ἡ Ἄννα Ἀχμάτοβα (1889-1966) πού ἀντιμετώπισε διάφορα προβλήματα (κυρίως τῆς ἀπαγορεύσεως νά ἐκδίδει τά ἔργα της) ἀπό τό καθεστώς τους.
Στίς ἑπόμενες σελίδες παρουσιάζονται, μέ ἱστορική σειρά, οἱ ἐκδόσεις τῶν ἔργων τοῦ Μαντελστάμ ἀπό τό 1913 («Ἡ Πέτρα») μέχρι τό 1933 («Τό ταξίδι στήν Ἀρμενία»). Ἡ παρουσίαση τοῦ Dutli εἶναι ἐνδιαφέρουσα: Χωρίς παραπομπές, παρέχει ὁ βιογράφος τό ἱστορικό πλαίσιο, σχολιάζει στίχους ἀπό τίς ποιητικές συλλογές καί τά δοκίμια τοῦ Μαντελστάμ, ἀνιχνεύει τίς ρωσσικές καί τίς δυτικές ἐπιρροές στό ἔργο του, καί βεβαίως ἀναφέρεται στίς σχέσεις τοῦ ποιητῆ μέ τήν Ναντιέζντα, τήν σύζυγό του, οἱ ὁποῖες δέν ἦσαν πάντοτε ἤρεμες.
Ἡ κλιμάκωση τῶν ἐπιθέσεων ἐκ μέρους τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος ἐναντίον τοῦ ἔργου του γίνεται μέσῳ τῶν ἐφημερίδων σταδιακά, ἀπό τό 1929 (βλ. λ.χ. σ. 386). Συνήθως λέγεται ὅτι αἰτία τῆς συλλήψεώς του ἦταν τό (ἀδημοσίευτο) ποίημα τοῦ Μαντελστάμ γιά τόν Στάλιν. Ἀλλά ὁ βιογράφος προσθέτει ὅτι καί σέ ἄλλα κείμενα (λ.χ. στήν "Τέταρτη πρόζα") ἐκδηλώνει ὁ ποιητής τόν ἀντισταλινισμό του. Πολλές φορές καταγράφεται στό βιβλίο ὁ λόγος τοῦ Μαντελστάμ πρός τήν Ἀχμάτοβα: «Εἶμαι ἕτοιμος νά πεθάνω» (λ.χ. σ. 406). Ὁ βιογράφος καταγράφει, ἐπίσης, διάφορες ἐκθέσεις τῶν ψυχιάτρων γιά τήν ψυχική ὑγιεία τοῦ ποιητῆ (βλ. λ.χ. σ. 429, σ. 446), οἱ ὁποῖες ὅμως δέν συνάδουν μέ τήν δημιουργική δύναμη πού ἐκδηλώνει ἀκόμα καί μετά τό 1933. 
Ἀναπόφευκτα δέ, σέ πολλά σημεῖα τῆς βιογραφίας του, ἐπικαλεῖται ὁ Dutli τά «Ἀπομνημονεύματα» τῆς Ναντιέζντα (μιά καλή μετάφραση τῶν ὁποίων διαθέτουμε πλέον καί στήν ἑλληνική) γιά τήν προσέγγιση διαφόρων περιστατικῶν τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ.
Σέ μία γενικότερη προσέγγιση, νομίζω ὅτι ἡ βιογραφία τοῦ Μαντελστάμ πού παρουσιάζω ἐδῶ, εἶναι προϊόν πολύχρονης ἐρευνητικῆς προσπάθειας ἡ ὁποία συντελεῖ στήν διαμόρφωση μιᾶς πληρέστερης εἰκόνας γιά τήν ζωή καί τό ἔργο τοῦ μεγάλου Ρώσσου ποιητῆ. Δέν θά σχολιάσω ἐκτενῶς ἐδῶ τήν χρησιμοποιηθεῖσα βιβλιογραφία πού εἶναι μᾶλλον ἐλλειπής.
Γεγονός ἀναμφισβήτητο παραμένει ὅτι ὁ Μαντελστάμ πέθανε σ’ ἕνα ἀπάνθρωπο, ὁλοκληρωτικό καθεστώς μαζί μέ πλῆθος ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος καί τῆς τέχνης (καί φυσικά μεγάλου μέρος τοῦ ρωσσικοῦ λαοῦ) πού καταδικάζονταν τότε μέ τήν κατηγορία τῶν «ἀντεπαναστατικῶν ἐνεργειῶν» (!).