Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014


 
Δημήτρης Μπαλτᾶς
 
J. Ellul, La subversion du christianisme, La Table Ronde, Paris 2013, σελ. 328
 
Ὁ Ζάκ Ελλύλ (1912-1994) εἶναι γνωστός Γάλλος διανοητής ὁ ὁποῖος ἔχει γράψει πλῆθος βιβλίων πάνω σέ ζητήματα δικαίου, κοινωνιολογίας, τέχνης καί θεολογίας. Στήν ἑλληνική ἔχουν μεταφρασθεῖ ὁρισμένα ἔργα του πού ἀφοροῦν κυρίως σέ ζητήματα κοινωνιολογίας. Στό παρόν θά γίνει ἰδιαίτερη ἀναφορά στό βιβλίο τοῦ Ἐλλύλ « νατροπή το χριστιανισμο» (1984) πού ἐπανεκδόθηκε προσφάτως στήν Γαλλία (2013).
Στά πρῶτα κεφάλαια (1ο καί 2ο) τοῦ βιβλίου του ὁ Ἐλλύλ ἐξετάζει κατά βάσιν τίς κατά καιρούς ἐπιθέσεις ἐκ μέρους διανοητῶν (λχ. τοῦ Βολταίρου, τοῦ Φόϋερμπαχ, τοῦ Μάρξ, τοῦ Μπακούνιν) ἐναντίον τῆς «πρακτικῆς» (σ. 11) τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἀναλυτικότερα, ὁ Ἐλλύλ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ «νατροπή το χριστιανισμο» εναι συνολική προσπάθεια τς κριτικς προσεγγίσεως τς θικς καί τς πρακτικς το χριστιανισμο κ μέρους το «ντιχριστιανισμο» (σ. 79). Ἐδῶ θά προστεθεῖ ὅτι αὐτές τίς πιθέσεις γιά τήν νατροπή το χριστιανισμο Ἐλλύλ τίς θεωρε «δικαιολογημένες» (σ. 15, σ. 79), ὀφειλόμενες κυρίως στό γεγονός τι «πάρχει πόσταση μεταξύ τς Βίβλου καί τς πρακτικς τν κκλησιν καί τν χριστιανν» (σ. 15). 
Εὐλόγως στό βιβλίο του ὁ Ἐλλύλ προβαίνει σέ πολλές ἀναφορές (ἰδιαιτέρως στά κεφ. 3ο, 4ο, 6ο) στήν ἐμφάνιση καί τήν παρουσία τοῦ ἱστορικοῦ χριστιανισμοῦ, καί περισσότερο στήν σχέση του μέ τήν πολιτκή ἐξουσία, τόσο κατά τήν ἐποχή τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ὅσο καί κατά τούς νεωτέρους χρόνους. Ἐπίσης, στό κεφ. 3ο, τό ἐπιγραφόμενο «Ἡ ἀποϊεροποίηση διά τοῦ χριστιανισμοῦ καί ἡ ἱεροποίηση μέσα στόν χριστιανισμό» (σσ. 83-107) ὁ Ἐλλύλ διαχωρίζει τό ἱερό ἀπό τό θρησκευτικό στοιχεῖο, θεωρώντας τήν «θρησκεία ὡς μία ἀπό τίς πιθανές ἑρμηνεῖες τοῦ ἱεροῦ» (σ. 84).
Στό 5ο κεφ. τοῦ βιβλίου τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἰσλάμ», ὁ Γάλλος συγγραφέας θίγει μία σειρά ἀπό ζητήματα στά ὁποῖα μπορεῖ νά διακρίνει κανείς ὁμοιότητες ἤ διαφορές στίς ἠθικές ἀντιλήψεις τοῦ χριστιανισμοῦ καί τοῦ μουσουλμανισμοῦ (λ.χ. ἡ ἔννοια τοῦ ἱεροῦ πολέμου [σσ. 159-160], ἡ θέση τῆς γυναίκας στό Ἰσλάμ καί στόν χριστιανισμό [σσ. 168-169], ἡ παρουσία τῶν δούλων [σ. 170] κ.ἄ.).
Θά ἐπιμείνω κυρίως στούς δύο μετασχηματισμούς τοῦ ἱστορικοῦ χριστιανισμοῦ, τούς ὁποίους, εὐστόχως, νομίζω, ἐπισημαίνει ὁ Ἐλλύλ. Κατά τήν θεώρηση αὐτή, ὁ χριστιανισμός μετασχηματίστηκε  σταδιακά σέ θρησκεία (σ. 66, σ. 206, σ. 217), παρά τό γεγονός τι εχε θεωρηθε πό τν Ρωμαίων ς «ντιθρησκεία» (σ. 88). πίσης, χριστιανισμός μετασχηματίστηκε σέ θική (σ. 66, σ. 112, σ. 135), γεγονός πού λλύλ θεωρε ς «μία πό τίς πιό δραματικές στιγμές τς στορίας του» (σ. 112). Ἐάν δέν ὑπάρχει «χριστιανική ἠθική», τότε, γιά τόν Ἐλλύλ, ἡ ἀγάπη, στήν ὁποία ἐρείδεται ὁ χριστιανισμός, δέν εἶναι ἠθική κατηγορία (σ. 111 καί σ. 132). Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ προσέγγιση αυτή θά ἔπρεπε νά ἐνδιαφέρει καί τήν κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι πολλές φορές χαρακτηρίζονται ἀπό μία αὐστηρή ἠθικολογία καί μία νομικοῦ χαρακτῆρα ἠθική ἀντίληψη.
Ὁ μεταχηματισμένος σέ θρησκεία καί θική χριστιανισμός γινε τελικά να δεολόγημα (βλ. σχετικῶς καί σ. 140) καί κριβς ατό εχαν ς στόχο, σύμφωνα μέ τόν λλύλ, ο κατά καιρούς πιθέσεις πό τούς μή χριστιανούς. Στό πλαίσιο το μετασχηματισμο το στορικο χριστιανισμο σέ δεολόγημα ντάσσεται, κατά τόν λλύλ, τό γεγονός τι χριστιανισμός, συσχετιζόμενος μέ τήν πολιτική ξουσία, τίθεται «πάνοτε στήν πηρεσία της» (σ. 193). Παρά τήν εαγγελική ρήση «πειθαρχεν δε Θε μλλον νθρώποις» (Πράξ. 5,29), στορική κκλησία «ναζητε τήν στήριξη τς πολιτικς ξουσίας γιά νά ξασφαλίσει τήν ατονομία της» (σ. 204). Ἀσφαλῶς ἡ θεώρηση τοῦ Ἐλλύλ δέν διατυπώνεται γιά πρώτη φορά. Παλαιότερα, ὁ σπουδαῖος Ρῶσσσος φιλόσοφος Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) εἶχε παρατηρήσει ὅτι οἱ χριστιανοί «εἶχαν παραποιήσει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πρόσφεραν τήν χριστιανική ἐκκλησία μόνο σάν ὄργανο στήριξης τῶν κυρίαρχων τάξεων τῆς κοινωνίας»
Πάντως, τό ζήτημα εἶναι ὅτι οἱ περιγραφέντες μετασχηματισμοί δήγησαν, κατά τόν Ἐλλύλ, σταδιακά στήν πώλεια «τς λήθειας τς ποκαλύψεως το Θεο ν Χριστ» (σ. 137). 
Τό 7ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τοῦ Ελλύλ  ἐπιγράφεται «Μηδενισμός καί χριστιανισμός». Ἐδῶ εἶναι χαρακτηριστική τοποθέτηση το Γάλλου φιλοσόφου τι « χριστιανική πίστη εναι νας ντιμηδενισμός», στό πλαίσιο το ποίου τό γιον Πνεμα «χορηγε τήν λπίδα κε που κυριαρχε πελπισία» (σ. 291).
Γενικς λλύλ βλέπει τήν κκλησία ς «σμα Χριστο καί χι ς θεσμό ργανισμό» (κεφ. 10, σ. 297), θεωρώντας τι εναι ναγκαο νά «ναγνώσει κανείς τήν στορία τς κκλησίας μέ να λλο βλέμμα» (σ. 324), τό ποο νδεχομένως θά νατρέψει τήν «νατροπή το χριστιανισμο» κ μέρους το ντιχριστιανισμο. Πάντως θά παρατηρήσω ὅτι ἡ διάκριση μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» καί τῆς Ἐκκλησίας ὡς «διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ» δείχνει τήν διάθεση τοῦ ἀνθρώπου νά βιώσει ἕναν χριστιανισμό ἄμεσα ἐμπνεόμενο ἀπό τήν Βίβλο» (πβ. σ. 317), ἀπορρίπτοντας παράλληλα τήν διαρκῆ ἀπόπειρα «θεμελιώσεως ἐκ μέρους τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς τοῦ νόμου τοῦ δικοῦ τους ἀντί τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ» (σ. 320).
Σκιαγράφησα ὁρισμένα ἀπό τά πολλά θέματα πού θίγει ὁ Ζ. Ἐλλύλ στό ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρον βιβλίο του «Ἡ ἀνατροπή τοῦ χριστιανισμοῦ». Παρά τίς ἀντιρρήσεις πού θά μποροῦσε νά διατυπώσει κανείς, στόν χῶρο τόσο τοῦ Ἀνατολικοῦ ὅσο καί τοῦ Δυτικοῦ χριστιανισμοῦ, πάνω σέ συγεκριμένα ζητήματα, νομίζω τι τό παρόν βιβλίο ἐνδιαφέρει ἕνα εὐρύτερο κοινό μέ θρησκευτικές καί ἱστορικές ἀναζητήσεις. Ὡς ἐκ τούτου, θά ταν χρήσιμο νά μεταφραστε στήν ἑλληνική, στω καί στερα πό τριάντα χρόνια ἀπό τήν πρώτη ἔκδοσή του. 
 
 (Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Θεολογία, τ. 85, 2014, σσ. 389-391)


Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Dimitris Baltas, Sergei Bulgakov (1871-1944)



Seventy years since his death

The present article constitutes a brief reference to the life and work of Sergei Bulgakov, on attaining seventy years since his death.
Sergei Bulgakov was born on 16 July 1871 in the town of Livny, south of Moscow. Although he was raised in a religious ambience, he, in the beginning of his spiritual course, espoused Marxism and more so under the form of the so called ‘Legal Marxism’movement.
Bulgakov’s first publication is entitled “The Significance of the Market in the Capitalist Production System” (1897). Discussing the possibility of the development of capitalism in Russia as a transition stage towards a socialist economy, Bulgakov accepts the necessity of the capitalist evolution, mainly on the issue of agricultural production. However, this stance contradicts the views of both the narodniki (=populists) as well as those of the consistent Marxists. The main work of this era is the two-volume Capitalism and Agriculture (St Petersburg, 1900). It is hereby noted that his effort to interpret the problems of agriculture according to the Marxism categories, made him realize the limitations of the Marxist theory and its inapplicability to this special sector of the economy. This was a ‘from the inside’ criticism of Marxism (L. Zander, “Memoir”, in vol. Sergius Boulgakov, A Bulgakov anthology, ed. J. Pain-N. Zernov, Philadelphia, 1976, p. xxi).
Then we come to the second phase of Bulgakov’s course, which, chronologically speaking, should be placed, between 1905 and 1917. Bulgakov is now a Professor of Political Economy in the University of Kiev and in the University of Moscow. The Revolution of 1905 constitutes an important landmark of the era as its ideological roots lie, up to a certain degree, on the notions of the ‘Legal Marxists’. It is at this exact period that Bulgakov, under the influence of the German idealism, rejects the anthropological and the social expression of the Marxist world view. Hence, the Russian author contradicts the notion of the individual as an economic unit and the identification of the individual’s psychology to the psychology of the class. One of the first main texts of this period, published in 1906, is entitled Karl Marx as a Religious Type (D. Baltas, trans. in Greek, Athos, Athens 2004). Some of the works of this era that need to be mentioned are the two-volume article collection entitled‘From Marxism to Idealism’ (St Peterburg, 1903), the also two-volume article collection‘Two cities. Investigations into the nature of social ideals’ (Moscow, 1911), the celebrated thesis under the title The Philosophy of Economy: The World as Household (Moscow, 1912) and the massive The Unfading Light: contemplations and speculations (Moscow, 1917), which is a notable contribution to religious philosophy. Finally, the volume ‘Quiet Thoughts’, which includes articles dated between 1911 and 1915, can be traced in the same era. (One of these articles, having been translated, is included in my volume Russian Philosophers, 19th -20th century, Savalas ed., Athens 2002, pp. 54-67, in greek).
The last phase of Bulgakov’s spiritual development begins after the Russian Revolution of 1917 and is completed at the end of his life. Although Bulgakov does not especially investigate the nature of the Revolution of 1917, not in the sense that N. Berdyaev (1874-1948) does for example, a profound change in his life and thought has taken place, which is also reflected in his decision to enter priesthood. It is known that he was ordained an Orthodox Church priest in June 1918 in the Trinity Lavra of St Sergius, in the presence of a few distinguished friends, such as P. Florensky, N. Berdyaev et al. However, this fact does not necessarily mean a transition from philosophy to theology. It is more accurate, I believe, to maintain that Bulgakov is both a philosopher who theologizes and a theologian who philosophizes as well. Indeed, what creates an impression is Bulgakov’s enthusiasm during the era when he was a Marxist as well as when he returned to the Orthodox Church. Then he went to the University of Simferopol in Crimea until 1st January 1923, when he was exiled. It was then, in Yalta in 1922, that he wrote Sous les remparts de Chersonese published in French in 1999.
From 1925 until 1944, the Russian thinker teaches the orthodox doctrine at the Institut de Theologie Orthodoxe Saint-Serge in Paris. It is mentioned that when he arrived at St Sergius “…he was known as the Marxist economist rather than the newly converted and ordained. That is why there was a lot of reaction against his appointment at the Institute, although most of his supporters were strongly anticommunist Russian immigrants” (Θ. Σταύρου, «Σεργκέϊ Μπολυλγκάκωφ», Θρηκσευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, τ. 9, 187). Of course, later on, Bulgakov was a respectful figure who dominated St Sergius for many years. In this – the third – phase of his spiritual development, Bulgakov publishes two trilogies of doctrinal content: a. The Burning Bush: On the Orthodox Veneration of the Mother of God (Paris, 1927, in Russian), ‘The Friend of the Bridegroom: On the Orthodox Veneration of the Forerunner’, (Paris, 1927), Jacob’s ladder: on angels (Paris, 1929) and b. ‘Le Paraclet (Paris, 1936), The Incarnate Word (Paris, 1943), ‘The Bride of the Lamb’ (Paris, 1945). Also another work of this era is the concise work L’Orthodoxie (Paris, 1932). Apart from these, the following works are of a special philosophical interest: Die Tragodie der Philosophie (Darmstadt, 1927), which refers to the dialectics of the 19th century German philosophy, The Wisdom of God. A brief summary of sophiology (London, 1937), in which Bulgakov briefly alludes to his sophiological theory, and finally Philosophy of the Name, (L’Age d’Homme, Lozanne, 1991) which constitutes Bulgakov’s important contribution to language philosophy.
For the record, it should be mentioned that Bulgakov also visited Greece in 1936 when he participated in a Pan Orthodox Congress in Athens. Three years later, father Sergei was stricken “by cancer of the larynx, but after two surgeries he escaped the danger; he lost his voice though and survived until 12thJune 1944” (Η. Mastrogiannopoulos, Θεολογικές Παρουσίες, Athens, 1986, p. 57).

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

 

Δημήτρης Μπαλτᾶς

Βέρα Φίγκνερ, Νύχτα πάνω ἀπό τή Ρωσία, μετ. Γιάννης Κέλογλου, Ἐκδόσεις Υπερσιβηρικός, 2013, σελ. 246

Τό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα εἶναι ὁ 1ος τόμος τῶν Ἀπομνημονευμάτων τῆς Βέρας Φίγκνερ, ἡ ὁποία εἶχε ἐνταχθεῖ στό ἐπαναστατικό κίνημα στήν Ρωσσία τῆς δεκαετίας τοῦ 1870, τό ὁποῖο πάντως ἀδυνατοῦσε νά περιλάβει στίς τάξεις του ὅλες τίς μεμονωμένες ὁμάδες (σ. 87). Στήν σύγκρουση μεταξύ τοῦ Μάρξ και τοῦ Μπακούνιν στήν Α΄ Διενθή ἡ ὁμάδα τῆς Φίγκνερ «τοποθετήθηκε στό πλευρό τοῦ Μπακούνιν» (σ. 53).
Μεταξύ τῶν στόχων τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος ἦταν, γιά τήν Φίγκνερ, ἡ καταπολέμηση τοῦ τσαρισμοῦ καί ὁ ἐκδημοκρατισμός τοῦ πολιτικοῦ συστήματος (σ. 52). Γιά τήν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ στόχου ἡ ὀργάνωση «Γῆ και Ἐλευθερία» προέβη σέ ἐκτελέσεις πολιτικῶν ἀξιωματούχων. Ὡστόσο, ὁ γνωστός Γ. Πλεχάνωφ, ὁ ἀποκαλούμενος καί "πατέρας τοῦ ρωσσικοῦ μαρξισμοῦ'', θεωροῦσε ὅτι «ἡ ἠθική ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε ἡ πολιτική τρομοκρατία στή νεολαία ἦταν βλαβερή γιά τά συμφέροντα τοῦ λαοῦ» (σ. 90). Στό σημεῖο αὐτό θά παρατηρηθεῖ ὅτι οἱ παραπάνω στόχοι προβάλλονταν ἀπό σημαντικούς διανοουμένους τῆς Ρωσίας τοῦ 19ου αἰ. (λ.χ. Χέρτσεν, Τσερνιτσέφσκι κ.ἄ.) οἱ ὁποῖοι πάντως δέν  προέτρεπαν σέ βίαιες ἐνέργειες ἐναντίον συγκεκριμένων ἀξιωματούχων τοῦ τσαρικοῦ καθεστῶτος. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι οἱ Ρῶσσοι μηδενιστές τῆς δεκαετίας τοῦ 1860 οἱ ὁποῖοι ἀπέρρπταν τίς παραδεδομένες ἀξίες τῆς ἠθικῆς, τῆς αἰσθητικῆς κ.ἄ., δέν ἐνδιαφέρονταν καθόλου γιά τήν ἀποτελεσματικότητα τῶν πολιτικῶν πράξεων, ἀφοῦ πίστευαν ὅτι  ἡ πολιτική συνδεόταν με κάποιο ξεπερασμένο στάδιο τῆς ἀνθρωπότητας. Ἑπομένως ἡ ρωσσική Διανόηση τῆς δεκαετίας τοῦ 1860 ἡ ὁποία εἵλκυε τήν νεολαία, ἔθετε τά ζητήματα σ' ἕνα θεωρητικό πλαίσιο ἀλλά σέ καμμία περίπτωση δέν ἐπέλεγε συγκεκριμένες μορφές πολιτικῆς δράσης.
Ἀκολούθησε ἡ διάσπαση τοῦ κινήματος τῆς «Γῆς καί Ἐλευυθερίας» και ἡ δημιουργία τῆς «Λαϊκῆς Θέλησης» (σ. 99 κ.ἑξ.), ἡ ὁποία ἔθετε ὡς στόχο «τή μεταβίβαση τῶν κυρίων μέσων τῆς πρωτογενοῦς παραγωγῆς στά χέρια τῆς ἀγροτικῆς κοινότητας» καί ἐπίσης «τήν ἀντικατάσταση τῆς ἐξουσίας τοῦ ἑνός ἀπό τήν αὐτοκυβέρνηση τοῦ λαοῦ» (σ. 105).
Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ τοποθέτηση τῆς Βέρας Φἰγκνερ ὅσον ἀφορᾶ τήν χρήση τῆς βίας τόσο ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος, ὅσο και ἐκ μέρους τῆς κυβέρνησης: «Ἡ βία ὠς μέσο πολιτικοῦ ἀγώνα προκαλεῖ ἀποκτήνωση, ξυπνᾶ ἔνστικτα ἁρπακτικοῦ ζώου και ὁδηγεῖ σε ποταπή ἀπώλεια ἐμπιστοσύνης. Βεβαίως οἱ ἐπαναστάτες ἰσοφαρίζουν τή σκοτεινή πλευρά τῆς δράσης τους μέ τόν ὑψηλό στόχο τῆς ὑπεράσπισης ὅλων τῶν καταπιεσμένων καί τῶν ἀπόκληρων … καί τήν ἡρωϊκή ἐγκαρτέρηση ὅλων τῶν βασάνων πού ξεκινοῦν ἀπό διώξεις, φυλακίσεις, ἐξορίες, κάτεργα και φτάνουν ἕως τον θάνατο. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ τσαρική κυβέρνηση δροῦσε ἀνελέητα καί μέ τρομερή βαναυσότητα κατά τῶν ἐπαναστατῶν» (σ. 159).   
Σέ μιά γενική ἐκτίμηση,  τό βιβλίο εἶναι ἐνδιαφέρον τόσο ἀπό πολιτικῆς ὅσο καί ἀπό ἱστορικῆς πλευρᾶς. Πέρα ἀπό τήν καταγραφή στιγμῶν τῆς προσωπικῆς της ζωῆς, ἡ συγγραφέας δείχνει μέ τρόπο παραστατικό τά κυριότερα γεγονότα πού σημάδεψαν τίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰ. στήν Ρωσσία. Νομίζω ὅτι οἱ στόχοι τῶν ἐπαναστατικῶν ὁμάδων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διαψεύστηκαν λίγα χρόνια ἀργότερα, ὅταν κυριάρχησε ἡ γραφειοκρατία τῶν μπολσεβίκων καί οἱ ἐπαναστάτες ὁδηγοῦνταν καί πάλι στις φυλακές καί στίς ἐκτελέσεις, ὅπως συνέβαινε ἐπί τσαρικοῦ καθεστῶτος. 

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014


Δημήτρης Μπαλτᾶς

Evguέni Zamiatine, En coulisses, trad. S. Benech, Éditions Interférences, Paris 2014, σελ. 60
Στό τομίδιο πού ἐξεδόθη προσφάτως, περιέχονται τρία ἀφηγήματα σε γαλλική μετάφραση τοῦ Ρώσσου συγγραφέως Γεβγένι Ζαμιάτιν (1884-1937), ὁποῖος εἶναι γνωστός στο ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό ἀπό τά μεταφρασμένα ἔργα του Ἐμεῖς (τό ὁποῖο μάλιστα ἐξεδόθη τρεῖς φορές, τό 1978, τό 1990 καί τό 2010, ἀπό τίς ἐκδόσεις Πλέθρον, Καινό και Ἐξάρχεια, ἀντιστοίχως) καί πλημμύρα (μετ. Τ. Γκρίτση-Μιλιέξ, ἐκδόσεις Καστανιώτη, Ἀθήνα 1990), ἀλλά καί ἀπό την ἐπιστολή πού ἀπηύθυνε στόν Στάλιν ζητώντας ἀπό αὐτόν να τοῦ ἐπιτρέψει νά φύγει ἀπό τήν Σοβιετική Ἕνωση («Γράμμα στόν Στάλιν», ἐπιμ. Γ. Παπαθανασόπουλος, Ἐποπτεία, τ. 95, 1984, σσ. 1055-1056).
Τά ἀφηγήματα τοῦ τομιδίου ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία, διότι παρουσιάζουν ἁδρομερῶς τίς ἀπόψεις τοῦ Ζαμιάτιν πάνω στήν τέχνη γενικῶς (σσ. 39-55) καί στήν δική του λογοτεχνική παραγωγή  εἰδικότερα (σσ. 11-37). Μεταξύ ἄλλων, ὁμολογεῖ ὁ Ρῶσσος συγγραφέας ὅτι «ὁ πιό ἀπαιτητικός κριτικός τοῦ ἔργου του εἶναι ὁ ἑαυτός του» (σ. 36). Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀξία ἑνός ἔργου τέχνης, ὁ Ζαμιάτιν ἰσχυρίζεται ὅτι «αὐτή δεν εἶναι παρά ἡ πρωτοτυπία του τόσο στην μορφή ὅσο και στο περιεχόμενο» (σ. 42). Ἔχει, ἐξ ἄλλου, ἐνδιαφέρον ἡ τοποθέτησή του ὅτι «γιά τόν καλλιτέχνη ἡ ἐπιλογή τῶν προσώπων τῶν ἔργων του εἶναι μία πράξη ἐρωτική» (σ. 43), φέρνοντας ὡς παραδείγματα τον Γκόγκολ, τον Ντοστογιέφσκι καί τόν Γκόρκι.
Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται γιά μία ἀκόμη σημαντική μεταφραστική προσπάθεια τῆς παρουσιάσεως τοῦ πολύπλευρου ἔργου τοῦ Ζαμιάτιν στήν γαλλική. Εἶναι συγχρόνως καί μία ἀφορμή νά συνεχιστοῦν οἱ μεταφραστικές προσπάθειες τοῦ ἔργου του και στήν ἑλληνική, ἐάν μάλιστα ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐφέτος συμπληρώνονται 130 χρόνια ἀπό την γέννηση τοῦ Ρώσσου λογοτέχνη.






Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014


                 Δημήτρης Μπαλτᾶς


Τά Ἀσκητικά τοῦ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου
στήν ρωσσική σκέψη τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ.
                         

Εἶναι γνωστό ὅτι τά Ἀσκητικά τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου ἄσκησαν μεγάλη ἐπίδραση στήν χριστιανική γραμματεία καί ζωή καί εἰδικότερα στόν σλαβικό πολιτισμό. Ἔχει σχετικῶς παρατηρηθεῖ ὅτι τόν Ἀββᾶ Ἰσαάκ «τόν δέχτηκαν σέ Ἀνατολή καί Δύση. Δημιούργησε ὁλόκληρη σχολή καί παράδοση γιά τόν τόπο του καί τούς συρόφωνους χριστιανούς (παρ’ ὅλες τίς ἀντιδράσεις πού προξένησε ἡ τόλμη τῆς ἁγιότητός του). Μέ τήν ἀραβική μετάφραση ἐπηρέασε τή μουσουλμανική εὐσέβεια. Μέ τήν αἰθιοπική πέρασε στήν Ἀφρική. Μεταφράστηκε στά ἑλληνικά καί καθιερώθηκε ὡς πρύτανις τοῦ ἡσυχασμοῦ. Ἐπηρέασε τόν ἅγιο Συμεών, Νικήτα Στηθᾶτο, Γρηγόριο Παλαμᾶ. Ὁ ἅγιος Νικόδημος τόν ἀποκαλεῖ: ‘’ὁ ἐμός πνευματικός φιλόσοφος’’. Ἀπό τό ἑλληνικό κείμενο πέρασε στόν σλαβικό κόσμο καί διαβάστηκε μέ πάθος ἀπό τούς Ρώσσους τοῦ περασμένου αἰώνα»[1].
Εἰδικότερα, μέ τήν συμβολή τοῦ στάρετς Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) τά Ἀσκητικά τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ βρέθηκαν στό ἐπίκεντρο τῶν ἐκδοτικῶν δραστηριοτήτων τῆς ἀσκητικο-φιλολογικῆς σχολῆς του[2]. Ὡστόσο, στήν Ρωσσία τοῦ 19ου αἰ. δέν κατέστη δυνατόν νά κυκλοφορήσει ἡ μετάφραση (Νεάμτσου, 1812) τοῦ Παΐσίου Βελιτσκόφσκι «λόγῳ τῆς ὑφισταμένης ἀπαγορεύσεως περί εἰσαγωγῆς σλαβονικῶν βιβλίων τυπωμένων ἐκτός αὐτῆς»[3]. Αὐτό ὁδήγησε στήν ἀπόφαση τῆς μονῆς τῆς Ὄπτινα νά ἐκπονήσει μία νέα ρωσσική μετάφραση τῶν Ἀσκητικῶν (Μόσχα 1854). Ἡ ἔκδοση αὐτή τῶν Ἀσκητικῶν εἵλκυσε τό ἐνδιαφέρον σημαντικῶν Ρώσσων λογοτεχνῶν καί φιλοσόφων τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ[4]. Ὁρισμένες πτυχές αὐτοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος θά δείξω στό παρόν μελέτημα.

Μεταξύ τῶν πρώτων προσεγγίσεων τῶν Ἀσκητικῶν τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ ἐκ μέρους τῶν Ρώσσων διανοητῶν τοῦ 19ου αἰ. θά καταγραφεῖ ἕνα ἀπόσπασμα ἑνός ἀπό τούς ἡγέτες τῶν σλαβοφίλων, τοῦ Ἰβάν Κιριέφσκι (1806-1856), ὁ ὁποῖος τό 1839 ἔγραφε ὅτι «ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἕλληνες Πατέρες ἦσαν μεταφρασμένοι, ἀνεγνωσμένοι καί ἀντιγεγραμμένοι μέσα στήν σιωπή τῶν μοναστηριῶν μας, αὐτοί οἱ ἅγιοι τῶν πανεπιστημίων πού δέν ἔχουν δεῖ τό φῶς τῆς δημοσιότητας. Ὁ Ἰσαάκ ὁ Σύρος, ὁ πιό βαθύς συγγραφέας ὅλων τῶν φιλοσοφικῶν κειμένων, ξαναβρίσκεται σήμερα ἀκόμη μέσα στά χειρόγραφα τοῦ 12ου καί τοῦ 13ου αἰ.»[5]. Ἐκτός τῆς ἀναγκαιότητας τῶν μεταφράσεων τῶν Πατερικῶν κειμένων τήν ὁποία ἐπισημαίνει τό ἀπόσπασμα τοῦ Κιριέφσκι, εἶναι προφανές ὅτι γιά τόν Ρῶσσο διανοητῆ τά κείμενα τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ παρουσιάζουν φιλοσοφικό καί ὄχι στενά θεολογικό ἐνδιαφέρον.
Ἀργότερα τά Ἀσκητικά τοῦ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου θά ἀναγνωσθοῦν καί θά χρησιμοποιηθοῦν ἀπό τόν μεγάλο Ρῶσσο μυθιστοριογράφο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881), στήν βιβλιοθήκη τοῦ ὁποίου ἀνευρέθη ἕνα ἀντίτυπο τῆς ρωσσικῆς ἐκδόσεως[6]. Σ’ ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό τούς Ἀδελφούς Καραμάζωφ ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς προτρέπει τά ἑξῆς: «Ἀγαπᾶτε τή διημιουργία τοῦ Θεοῦ καί στήν ὁλότητά της μά καί στό κάθε της κομματάκι. Ἀγαπᾶτε τό κάθε φυλλαράκι, τήν κάθε ἀχτίδα τοῦ Θεοῦ. Ἀγαπᾶτε τά ζῶα, ἀγαπᾶτε τά φυτά, ἀγαπᾶτε τό κάθε τι. Ὅταν θ’ ἀγαπήσεις τό κάθε τι, θ’ ἀνακαλύψεις μέσα σ’ αὐτά τά πράγματα τό μυστικό τοῦ Θεοῦ»[7]. Στήν τοποθέτηση αὐτή ὁ Ντοστογιέφσκι ἔχει ἀναμφιβόλως ὑπ’ ὄψιν του τήν κοσμοαντίληψη τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου: «Τί ἐστι καρδία ἐλεήμων; Καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων, καί τῶν ὀρνέων, καί τῶν ζώων, καί τῶν δαιμόνων, καί ὑπέρ παντός κτίσματος … καί ὑπέρ τῶν ἀλόγων, καί ὑπέρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας καί ὑπέρ τῶν βλαπτόντων αὐτόν…»[8]. Σέ μία γενικότερη προσέγγιση τοῦ ἔργου τοῦ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου καί τοῦ Ντοστογιέφσκι ἔχει λεχθεῖ ὅτι «ἡ πνευματική συγγένεια (ἐνν. τοῦ Ντοστογιέφσκι) καί ὁμοιότης –παρ’ ὅλη τήν ἐμφανῆ καί μεγάλη διαφορά- μέ  τόν Ἀββᾶ εἶναι ἀναμφισβήτητη. Μποροῦμε νά ποῦμε: κοσμικός Ἀββᾶς Ἰσαάκ»[9].
Ἀλλά ὁ ἀπόηχος τῶν Ἀσκητικῶν τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ δέν σταματᾶ στόν Ντοστογιέφσκι.  Ἕνας ἀπό τούς σπουδαιότερους Ρώσσους φιλοσόφους, ὁ Εὐγένιος Ν. Τρουμπετσκόϊ (1836-1920), σ’ ἕνα δοκίμιό του ὑπό τόν τίτλο «Κοσμοθεώρηση στά χρώματα» (1915), συνδέει τό χαρούμενα δοξολογικό στοιχεῖο τῆς ρωσσικῆς εἰκονογραφίας μέ τό ἀσκητικό μοτίβο, ὅπου «συναντᾶμε τή μορφή τοῦ ἁγίου γύρω ἀπό τόν ὁποῖο μαζεύονται ζῶα τοῦ δάσους καί μέ ἐμπιστοσύνη τοῦ γλείφουν τά χέρια. Κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, ἐδῶ ἀποκαθίσταται ἐκείνη ἡ πρωταρχική σχέση τοῦ παραδείσου ἡ ὁποία ὑπῆρχε κάποτε μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ὑπόλοιπης πλάσης … Σέ ἀντικατάσταση ἐκείνης τῆς στενά χρησιμοθηρικῆς ἀντίληψης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό ζῶο ἐκτιμᾶται μόνο σάν τροφή ἤ ἐργαλεῖο τῆς ἀνθρώπινης οἰκονομίας ... ἐδῶ ἡ ἀσκητική ἐγκράτεια ἀπό τό κρέας καί ἡ ἀγαπητική ἐκείνη σχέση πού βαθιά συμπονεῖ ὅλη τήν πλάση, ἀποτελοῦν διαφορετικές πλευρές τῆς μοναδικῆς ἀλήθειας τῆς ζωῆς ἐκείνης πού ἀντιτίθεται στή στενά βιολογική κατανόηση τῆς ζωῆς»[10]. Εἶναι σαφές ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς του στήν ρωσσική εἰκονογραφία, ὁ Εὐγένιος Τρουμπετσκόϊ ἐπικαλεῖται τήν γνωστή, καί ἀπό τόν Ντοστογιέφσκι, ἑρμηνεία τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ γιά νά προχωρήσει στόν συσχετισμό τῆς ὀντολογίας μέ τήν αἰσθητική.
Ἀλλά καί ὁ γνωστός στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό Ρῶσσος φιλόσοφος Νικόλαος Μπερντιάγιεφ (1874-1948) προβαίνει σ’ ἕναν ἐνδιαφέροντα συσχετισμό μεταξύ τῆς ἀσκητικῆς τήν ὁποία γενικῶς ὁρίζει ὡς «ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου»[11], τοῦ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου καί τῆς «ἐπαναστατικῆς ἀσκητικῆς» πού ἀναδεικνύεται στόν Νικόλαο Τσερνιτσέφσκι (1828-1889) καί συγκεκριμένα στό ἔργο του Τί νά κάνουμε; ἀλλά καί στόν Σεργκέϊ Νετσάγιεφ (1847-1882) καί στό ἔργο του Ἡ Κατήχηση τοῦ Ἐπαναστάτη. Ἀσφαλῶς εἶναι εὐνόητο ὅτι «ὁ ἐπαναστατικός ἀσκητισμός εἶναι μιά ἀπό τίς μεταμορφώσεις καί τίς παραμορφώσεις τοῦ θρησκευτικοῦ ἀσκητισμοῦ»[12]. Ἀλλά, πρός ἀποφυγήν παρερμηνειῶν, τίς ὁποῖες εἶναι εὔκολο νά διατυπώσει κανείς, σπεύδει νά διευκρινίσει ὁ Μπερντιάγιεφ ὅτι «τό περιεχόμενο καί οἱ σκοποί τους (ἐνν. τῶν ἀναφερθέντων ἔργων) εἶναι διαφορετικά»[13].

Τά ἀνωτέρω παραδείγματα εἶναι ὁρισμένες, βεβαίως ὄχι οἱ μοναδικές, προσεγγίσεις ἐκ μέρους τῶν Ρώσσων διανοητῶν τοῦ ιθ΄ καί τοῦ κ΄ αἰ. τῶν Ἀσκητικῶν τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου. Οἱ συσχετισμοί πού ἐπιχειροῦν οἱ Ρῶσσοι συγγραφεῖς, ἑστιάζονται στό ὀντολογικό, αἰσθητικό καί ἀσκητικό-ἠθικό περιεχόμενο τῶν Ἀσκητικῶν. Σέ τελική ἀνάλυση, ἡ ἑρμηνευτική τῶν Ἀσκητικῶν ἐκ μέρους τῶν Ρώσσων διανοητῶν κινεῖται στό πλαίσιο τῶν ζητημάτων πού ἀπασχόλησαν τήν τότε διαμορφούμενη ρωσσική θρησκευτική φιλοσοφία.

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν Σύναξη, τ. 130, 2014, σσ. 75-77)




[1] Ἀρχιμ. Βασιλείου, Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος. Ἕνα πλησίασμα στόν κόσμου του, Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 1988, σ. 17.
[2] Βλ. σχετικῶς  Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάος, Ὁ Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) καί ἡ ἀσκητικοφιλολογική σχολή του, Institut for Balkan Studies 73, Thessaloniki, 1964, σσ. 89-94.
[3] Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάος, Ὁ Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794)…, σ. 141.
[4] Πβ. N. Arseniev,  Ἡ ἁγία Μόσχα, μετ. Μ. Σπυροπούλου, Ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθήνα 1991, σ. 49, σ. 63.

[5] P. Caussat, «Ivan V. Kiréievski (1806-1856): De la philosophie à la patristique», στόν τόμο Présences grecques dans la penée russe, Université Paris X-Nanterre, 2000, σσ. 64-65.

[6] Βλ. σχετικῶς Μ. Κ. Μακράκκης, Φρόϋντ καί Ντοστογιέφσκι, Ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα, 2004, σ. 276, σημ. 57.
[7] Ἀδελφοί Καραμάζωφ, μετ. Ἄ. Ἀλεξάνδρου, τ. Β΄, Ἀθήνα, ἄ. ἔ., σ. 182.  
[8] Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Ἀσκητικά, ΠΑ΄, σ. 306 (= Ἀββά Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ἀσκητικοί, κριτική ἔκδοσι Μάρκελλος Πιράρ, Ἱερά Μονή Ἰβήρων, Ἅγιον Ὄρος, 2012, σ. 736, 13-25. 
[9] Ἀρχιμ. Βασιλείου, Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι, Ἱερά Μονή Ἰβήρων, 2002, σ. 94.
[10] Εὐγ. Τρουμπετσκόϊ, Ἡ ἱστορία τῆς Ρωσσίας μέσα ἀπό τήν εἰκονογραφία της, μετ. Δ. Β. Τριανταφυλλίδης, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 49-50. 
[11] Ν. Μπερντιάεβ, Πνεῦμα καί πραγματικότητα, μετ. Ἀντ. Χατζηθεοδώρου, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα, 1968, σ. 93.
[12] Ν. Μπερντιάεβ, Πνεῦμα καί πραγματικότητα, ὅ.π.,  σ. 95.
[13] Ν. Μπερντιάεβ, Πνεῦμα καί πραγματικότητα, ὅ.π., σ. 95.