Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010


Δημήτρης Μπαλτάς

Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852).
Διακόσια χρόνια ἀπό τή γέννησή του


Μέ ἀπόφαση τῆς Unesco, τό 2009 ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «ἔτος Γκόγκολ», καθ’ ὅσον ἐφέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια ἀπό τήν γέννηση τοῦ μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα. Στό πλαίσιο αὐτό ἐντάσσεται καί ἡ σημερινή, σύντομη, περιδιάβαση στήν ζωή καί στό ἔργο τοῦ Ν. Γκόγκολ.
Ὁ Ν. Γκόγκολ γεννήθηκε στίς 31 Μαρτίου 1809 στό Σοροτσίνκ κοντά στήν Πολτάβα τῆς Οὐκρανίας.
Οἱ ἀναμνήσεις τῶν παιδικῶν του χρόνων, οἱ λαϊκοί μύθοι τῆς Οὐκρανίας καί οἱ πρῶτες (καί ἴσως μοναδικές) ρομαντικές στιγμές τῆς ζωῆς του ἀποτέλεσαν τό ὑλικό γιά τό δίτομο ἔργο του «Βραδιές στό χωριουδάκι κοντά στήν Ντικάνκα» (1831-1832).
Τά δύο ἑπόμενα ἔργα, τό «Μίργκοροντ» καί τά «Ἀραβουργήματα», πού ἐκδόθηκαν τό ἴδιο ἔτος (1835), περιέχουν διηγήματα γνωστά στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, ὅπως τό «Πῶς ἔστησαν καυγά ὁ Ἰβάν Ἰβάνοβιτς μέ τόν Ἰβάν Νικηφόροβοτς» καί τό «Ἡμερολόγιο ἑνός τρελοῦ». Στήν συλλογή «Μίργκοροντ» εἶχε περιληφθεῖ καί τό ἱστορικό μυθιστόρημα «Ταράς Μπούλμπα», τό ὁποῖο ἐξυμνεῖ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν ρωσσική γῆ.
Τό 1836 ὁ Γκόγκολ δημοσιεύει στόν «Σύγχρονο» τά σαρκαστικά διηγήματα «Ἡ Ἅμαξα» καί «Ἡ μύτη». Στό πρῶτο ἐξ αὐτῶν ὁ Γκόγκολ εἰρωνεύεται τήν ἐπαρχιώτικη συμπεριφορά τῶν τσιφλικάδων, ἐνῶ στό δεύτερο παρουσιάζει ἕνα παράλογο περιστατικό, μέ αἰχμές γιά τούς δημοσίους ὑπαλλήλους τῆς τσαρικῆς Πετρούπολης.
Ἀσφαλῶς μεταξύ τῶν πιό γνωστῶν ἔργων περιλαμβάνονται ὁ «Ἐπιθεωρητής» καί «Οἱ Νεκρές Ψυχές» (1842), τά ὁποῖα ἔχουν κωμικό, ἀλλά συνάμα καί καταγγελτικό χαρακτῆρα, ἀφοῦ καυτηριάζουν τήν διαφθορά τοῦ τσαρικοῦ κράτους καί τήν δουλοπαροικία. Στό ἕβδομο κεφάλαιο τῶν «Νεκρῶν Ψυχῶν» ὁ Γκόγκολ αὐτοπροσωπογραφεῖται, ὅταν λέγει ὅτι ὁ συγγραφέας «πού τολμάει νά κουνήσει τό δοχεῖο τῶν ἀθλιοτήτων ὅπου κατακάθεται ἡ ζωή μας, νά βουτήξει στήν ἄβυσσο μέ τούς σκάρτους χαρακτῆρες πού συναντοῦμε σέ κάθε βῆμα ὅσο κρατεῖ ἡ γήϊνη περιήγησή μας … δέ θά γνωρίσει τά χειροκροτήματα τοῦ λαοῦ, δέ θά δεῖ τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης … δέ θ’ ἀποφύγει τή σύγχρονη κριτική πού θά βρεῖ ἀσήμαντα τά προσφιλῆ του δημιουργήματα…» (Νικολάϊ Γκόγκολ, Νεκρές Ψυχές, μετ. Α. Σαραντόπουλος, Ἀθήνα 1993, σ. 198).
Τήν ἴδια χρονιά (1842) κυκλοφορεῖ ἡ πρώτη ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Γκόγκολ, στήν ὁποία περιλαμβάνεται καί τό περίφημο «Παλτό», τό ὁποῖο ἦταν ἡ αἰτία νά ἰσχυρισθεῖ ἀργότερα ὁ Ντοστογιέφσκι ὅτι ὅλοι οἱ Ρῶσσοι ρεαλιστές «ἔχουν βγεῖ ἀπό τό Παλτό τοῦ Γκόγκολ».
Τό 1847 ὁ Γκόγκολ δημοσιεύει τά «Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπό τήν ἀλληλογραφία μέ τούς φίλους μου», τά ὁποῖα ἐξυμνοῦν τήν συντηρητική ρωσσική ἐκκλησία τῆς ἐποχῆς του ἀλλά καί τήν ἀπολυταρχική διακυβέρνηση. Πρόκειται γιά ἕνα ἔργο πού ἔτυχε πολλῶν ἐπικρίσεων. Ἔτσι ὁ Μπελίνσκι, στήν Ἐπιστολή του, χαρακτηρίζει τόν Γκόγκολ «συνήγορο τοῦ κνούτου, ἀπόστολο τῆς ἀμάθειας, πρωταθλητή τοῦ σκοταδισμοῦ, ὑμνητή τῶν τατάρικων ἐθίμων» (Μπελίνσκι, Ἀνάλεκτα, μετ. Λ. & Μ. Γεωργίου, Ἀθήνα 1970, σ. 287). Ἄν καί ἡ Ἐπιστολή τοῦ Μπελίνσκι περιέχει πολλές ὑπερβολές καί ἀνακρίβειες, οἱ μελετητές συμφωνοῦν ὅτι αὐτή ὁδήγησε τόν Γκόγκολ σέ μία αὐτοκαταδίκη τοῦ ταλέντου του. Εἶναι γνωστό ὅτι ἔκαψε τά χειρόγραφα τοῦ β΄ τόμου τῶν «Νεκρῶν ψυχῶν». Ὡστόσο, δέν εἶναι ἐξίσου ἀποδεκτό μεταξύ τῶν εἰδικῶν ὅτι ὁ π. Ματθαῖος Κωνσταντινόφσκι, μέ τόν ὁποῖο ἦταν φίλος ὁ Γκόγκολ, ἄσκησε ἀρνητική ἐπίδραση στόν μεγάλο συγγραφέα (Βλ. σχετικῶς E. Berh-Sigel, λ. «Γκόγκολ Ν.», «Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια», τ. 4ος , Ἀθῆναι 1964, στ. 551).
Ὁ Γκόγκολ πεθαίνει, ὑπό ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες, στίς 4 Φεβρουαρίου 1852.
Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά κάνω ὁρισμένες παρατήρησεις. Νομίζω ὅτι ὁ Γκόγκολ δέν ἔγραψε ὅ,τι ἔγραψε ἐκπροσωπώντας τόν ρεαλισμό ἤ τόν νατουραλισμό. Ὁ πρωταρχικός στόχος τοῦ Γκόγκολ ἦταν νά δώσει τήν εἰκόνα τῆς ρωσσικῆς κοινωνίας τοῦ 19ου αἰ., συμμετέχοντας τρόπον τινα, ἀπό τήν δική του σκοπιά, στίς συζητήσεις γιά τόν προσδιορισμό τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ρωσσικῆς ψυχῆς καί τῆς ρωσσικῆς ταυτότητας. Ὑπό τό πρίσμα αὐτό, ὁ Γκόγκολ, μέ τά διηγήματα καί τά θεατρικά ἔργα του, ἀποτελεῖ γιά τήν Ρωσσία ὅ,τι ἀποτελεῖ ὁ Ποῦσκιν, μέ τήν ποίησή του. Ὁ δέ ρεαλισμός ἤ ὁ νατουραλισμός εἶναι τά χρησιμότερα ἐργαλεῖα γιά τήν ἀπεικόνιση αὐτή.
Ἐξ ἄλλου, τό ἔργο τοῦ Γκόγκολ ἐξετάζεται, ἐδῶ καί δεκαετίες, καί ἀπό φιλοσοφικῆς πλευρᾶς, καθ’ ὅσον θίγει ζητήματα φιλοσοφικῆς ἀνθρωπολογίας, ἠθικῆς καί κοινωνικῆς φιλοσοφίας καί θρησκευτικῆς ἠθικῆς. Στήν κατεύθυνση αὐτή λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ ἀνθρωπολογικοί τύποι καί οἱ παραδόσεις τῆς οὐκρανικῆς γῆς πού παρουσιάζονται μέ ἀκρίβεια στό γκογκολικό ἔργο.
Ὁπωσδήποτε ἡ ἀνακήρυξη τοῦ «ἔτους Γκόγκολ» εἶναι ἡ ἐλάχιστη ἀφορμή γιά τίς παλαιότερες γενιές νά ξαναθυμηθοῦν τήν καυστική γκογκολική ἀτμόσφαιρα καί γιά τίς νεότερες γενιές νά ἀνατρέξουν σ’ ἕνα ἀπό τούς μεγάλους τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα Χριστιανική)


Δημήτρης Μπαλτάς

N. Berdiaeff καί Vl. Lossky

In memoriam

Συμπληρώνονται φέτος 60 ἔτη ἀπό τόν θάνατο τοῦ μεγάλου Ρώσσου φιλοσόφου Ν. Μπερντιάεφ, πού ὑπῆρξε ἀπό τούς θεμελιωτές τῆς λεγομένης «θρησκευτικῆς φιλοσοφίας», καί 50 ἔτη ἀπό τόν θάνατο τοῦ Ρώσσου θεολόγου Βλ. Λόσσκυ, τοῦ ἀποκληθέντος «μάρτυρος τῆς ὀρθοδοξίας στήν Δύση».
Ὁ Μπερντιάεφ γεννήθηκε τό 1874 στό Κίεβο, ἐνῶ ὁ Βλ. Λόσσκυ, γιός τοῦ σπουδαίου Ρώσσου φιλοσόφου Νικολάου Λόσσκυ, γεννήθηκε τό 1903. Τό 1922 ἀναγκάσθηκαν νά ἐγκαταλείψουν, ὅπως καί ἄλλοι διανοούμενοι, τήν πατρῶα γῆ ὑπό τήν πίεση τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος. Ἐγκαταστάθηκαν τελικά στό Παρίσι.
Τόσο ὁ Μπερντιάεφ ὅσο καί ὁ Λόσσκυ εἶναι ἰδιαιτέρως γνωστοί στό ἑλλληνικό ἀναγνωστικό κοινό. Ὑπενθυμίζεται ὅτι τά σημαντικότερα ἔργα τους ἔχουν μεταφρασθεῖ στήν ἑλληνική καί ἀσφαλῶς ἔχουν ἐπηρεάσει τήν ἑλληνική θεολογική σκέψη κατά τό β΄ ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰ. Μεταξύ αὐτῶν θά πρέπει νά μνημονευθοῦν οἱ μεταφράσεις τῶν ἔργων τοῦ Μπερντιάεφ Περί τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί Πνεῦμα καί ἐλευθερία πού εἶχε ἐκπονήσει ὁ τότε μητρ. Σάμου Εἰρηναῖος, ὅπως καί ἡ μετάφραση τοῦ περίφημου ἔργου τοῦ Λόσσκυ Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας πού εἶχε παρουσιάσει ἡ πρεσβ. Στ. Πλευράκη.
Εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ Μπερντιάεφ καί ὁ Λόσσκυ προσέφεραν στήν Δύση, πού βασανιζόταν τότε ἀπό ποικίλα ἀδιέξοδα, ἕνα ἄλλο νόημα βίου καί μία ἄλλη πρόταση ζωῆς, ἐπί τῆ βάσει τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Αἰωνία των ἡ μνήμη.

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Ἀνάπλασις)

Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ὁ «μύθος τοῦ σπηλαίου» τοῦ Πλάτωνος στόν Συμεῶνα τόν Νέο Θεολόγο

Εἶναι γνωστό ὅτι ὅροι, εἰκόνες καί παραδείγματα τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας μετασχηματίζονται στήν χριστιανική καί μάλιστα τήν μυστική παράδοση, παρουσιαζόμενα ὑπό διαφορετική ὀπτική καί μέ διαφορετικό στόχο. Ἕνα παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ μετασχηματισμοῦ ἀποτελεῖ ἡ χρήση τοῦ πλατωνικοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» στούς Ἠθικούς Λόγους τοῦ Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου, πού θά διερευνηθεῖ στήν παροῦσα ἐργασία.

Γιά τήν συγκριτική ἐξέταση τῶν δύο παραδειγμάτων-ἑρμηνειῶν θά πρέπει νά ἀνατρέξει ἀρχικά κανείς στό ἕβδομο βιβλίο τῆς Πολιτείας (514A - 518D) τοῦ Πλάτωνος. Ἐκεῖ ὁ Ἱδρυτής τῆς Ἀκαδημίας, ἀναφερόμενος στήν ἐπίδραση τῆς παιδείας καί τῆς ἀπαιδευσίας, παρουσιάζει ὁρισμένους ἀνθρώπους νά βρίσκονται παιδιόθεν σ’ ἕνα σκοτεινό σπήλαιο- φυλακή, ἐνῶ μακριά ἀντανακλᾶ ἕνα φῶς. Ὡστόσο, ἐπειδή αὐτοί οἱ δεσμῶτες βλέπουν μόνον τίς σκιές τῶν ἄλλων καί τοῦ ἑαυτοῦ τους, αὐτός πού θά στρέψει τά μάτια πρός τό φῶς θά πονέσει καί θά ζητήσει νά ἐπανέλθει στό σκότος. Ἐάν ὅμως, ἔστω μέ τήν βία, ὁδηγηθεῖ στόν κόσμο τοῦ φωτός, θά ἀντιληφθεῖ ὅτι αὐτός ὁ κόσμος εἶναι καί ὁ ἀληθινός. Κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Πλάτωνος, τό σπήλαιο εἶναι ὁ κόσμος, ἐνῶ οἱ δεσμῶτες εἶναι οἱ ἄνθρωποι καί τό φέγγος ὁ ἥλιος. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν δεσμωτῶν ἀπό τά δεσμά τῆς ἀπαιδευσίας καί τῆς ἀγνοίας σημαίνει ἀκριβῶς τήν παιδεία καί τήν γνώση. Ἡ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου πρός τό φῶς εἶναι ἡ πορεία πρός τό ἀγαθόν , τό ὁποῖο ἐπιχειρεῖ νά ὁρίσει ὁ Πλάτων γράφοντας ὅτι ὁ δέ γε νῦν λόγος … σημαίνει ταύτην τήν ἐνοῦσαν ἑκάστου δύναμιν ἐν τῇ ψυχῇ καί τό ὄργανον ᾧ καταμανθάνει ἕκαστος … ξύν ὅλῳ τῷ σώματι στρέφειν πρός τόν φανόν ἐκ τοῦ σκοτώδους … Ἕως ἄν εἰς τό ὄν καί τοῦ ὄντος τό φανότατον δυνατή γένηται ἀνασχέσθαι θεωμένη· τοῦτο δ’ εἶναί φαμεν τό ἀγαθόν .
Μεταξύ τῶν μεταγενεστέρων ἑρμηνευτικῶν προσεγγίσεων τοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» θά σημειωθεῖ ἡ ἄποψη τοῦ Hegel ὅτι «ὁ Πλάτων καταφεύγει σέ μία εἰκόνα, σ’ ἕνα εἶδος μύθου, γιά νά δείξει τήν διαφορά μεταξύ τῆς κατάστασης τῆς φιλοσοφικῆς παιδείας καί τῆς κατάστασης ὅπου ἀπουσιάζει ἡ φιλοσοφία» . Ἀλλά καί ἄλλες προσεγγίσεις ἀναφέρονται κυρίως στόν γνωστικό-παιδευτικό χαρακτήρα ἀλλά καί στίς ἠθικές-πολιτικές προεκτάσεις τοῦ μύθου.

Ἐνῶ ἡ φιλοσοφική ἑρμηνευτική τοῦ μύθου κινεῖται στίς ἀναφερθεῖσες γνωσιολογικές κατευθύνσεις, ἔχει ἐνδιαφέρον νά παρατηρήσει κανείς τόν μετασχηματισμό τῆς πλατωνικῆς ἑρμηνείας τῆς εἰκόνας τοῦ σπηλαίου στήν χριστιανική (καί μάλιστα μυστική) παράδοση καί συγκεκριμένα στόν Συμεῶνα τόν Νέο Θεολόγο, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς στήν κατάσταση τῆς θείας ἐκστάσεως. Ἀναλυτικότερα.
Στόν Συμεῶνα, ἐάν ἕνας ἀπό τούς δεσμῶτες, πού εἶναι φυλακισμένος ἐπί πολλά ἔτη («ἀπό γεννήσεως») σέ μία ἀφεγγῆ φυλακή, ἀντικρύσει αἴφνης τόν αἰθέρα τοῦ οὐρανοῦ, ὀλίγον καί κατά μέτρον τῆς γενομένης ὀπῆς, ὅν οὐδέποτε εἶδεν οὐδέ εἶναι τοιοῦτόν τι λαμπρότατον φῶς ὑπενόησεν, ἔκπληξις εὐθύς λαμβάνει αὐτόν καί ὡς ἐξεστηκώς ὑπάρχει. Ἀνάλογη εἶναι ἡ ἐμπειρία πού βιώνει ὁ αἴφνης ἐν θεωρίᾳ τοῦ νοητοῦ φωτός γεγονώς, ἄρτι δηλονότι τῶν δεσμῶν ἀπολυθείς τῶν παθῶν τε καί τῆς αἰσθήσεως, ἐκπλήττεται καί ὡς ἐξεστηκώς τοῖς οὐ καλῶς ὁρῶσι νομίζεται . Ἔτσι ἡ σκοτεινή φυλακή τοῦ Πλάτωνος ἀντιστοιχεῖ, κατά τόν Συμεῶνα, μέ τήν σκοτεινή φυλακή τῶν παθῶν, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τά ὁποῖα ὁδηγεῖ στήν κατάσταση τῆς θείας ἐκστάσεως . Κρίνεται σκόπιμο νά προστεθεῖ ὅτι ἡ ἔκσταση τοῦ χριστιανικοῦ μυστικισμοῦ ὡς μία «ὑπέρ νοῦν» κατάσταση διαφέρει ἀπό τήν ἔκσταση τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, καθ’ ὅσον στήν δεύτερη περίπτωση ἡ ἔκσταση εἶναι μία διανοητική ἤ ψυχολογική κατάσταση.
Ἀλλά στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά διευκρινισθεῖ ὅτι γιά τόν Συμεῶνα ἡ συνήθεια τῆς ὁράσεως τοῦ φωτός τήν πολλήν ἔκπληξιν ἐκ τοῦ κατά μικρόν ἀφαιρεῖται … διότι ἡ κατά μικρόν τῆς ψυχῆς προκοπή, ἐν συνηθείᾳ τῆς τοῦ νοητοῦ φωτός ὁράσεως γινομένη, τῆς πολλῆς ἐκπλήξεως ἐξίσταται, μυηθεῖσά τι ἐντεῦθεν ἕτερον εἶναι τῆς καταστάσεως ταύτης καί θεωρίας τελειώτερόν τε καί ὑψηλότερον . Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἔκσταση («ἔκπληξη») εἶναι μία κατάσταση πού βιώνει ὁ ἀρχάριος στήν πνευματική ζωή. Ἀντιθέτως, ὁ ἄνθρωπος πού προοδεύει στήν πνευματική ζωή («ἡ κατά μικρόν τῆς ψυχῆς προκοπή») θά πρέπει νά γνωρίζει μία διαρκή ἐμπειρία τῆς θείας πραγματικότητας . Γι’ αὐτό, καί σέ ἀντίθεση μέ τήν πλατωνική ἐκδοχή κατά τήν ὁποία ὁ δεσμώτης θά ἐκφράσει τήν ἐπιθυμία νά ἐπανέλθει στό σκότος, ὁ Συμεών τονίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού βιώνει τήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός πρός τήν φυλακήν ταύτην ἐπιστραφῆναι καί βλέπειν αὖθις τά ἐν αὐτῇ ὅλως οὐ βούλεται . Παρά τήν διαφορετική ὀπτική, δέν θά ἦταν ἀβάσιμο νά δεχθεῖ κανείς ὅτι καί οἱ δύο ἑρμηνευτικές κατευθύνσεις προϋποθέτουν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐξ ἄλλου, ἡ συνείδηση, κατά τήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός, στόν Συμεῶνα εἶναι παροῦσα, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος συμπεραίνει ὅτι καί ὡς ἐν φωτί τότε, μᾶλλον μετά τοῦ φωτός, σύνεστι καί οὐχ ὡς ἐν ἐκστάσει διατελεῖ, ἀλλά καί ἑαυτόν καί τά καθ’ αὑτόν καθορᾷ καί τούς πλησίον βλέπει ἐν οἵοις εἰσί . Ἀντιθέτως ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ συνείδηση, κατά τήν ἕνωση μέ τόν Θεό, ἀπουσιάζει στόν Πλωτῖνο καί στόν Αὐγουστῖνο .

Ἀπό τήν συγκριτική ἐξέταση τῶν ἑρμηνειῶν τοῦ «μύθου τοῦ σπηλαίου» τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου φαίνεται ὅτι στήν ἀρχαία φιλοσοφία δίδεται προτεραιότητα στήν κατανόηση τοῦ ὄντος καί ἐν τέλει στήν γνώση τοῦ ἀγαθοῦ. Ἀντιθέτως, στήν χριστιανική μυστική παράδοση ὁ «μύθος τοῦ σπηλαίου» χρησιμοποιεῖται σέ ἕνα ὀντολογικό πλαίσιο, στήν ἐμπειρία τοῦ νοητοῦ φωτός, δηλαδή, σέ τελική ἀνάλυση, στήν κοινωνία τοῦ κτιστοῦ μέ τίς ἐνέργειες τοῦ ἀκτίστου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό προϋποθέτει ὄχι μόνον τήν πορεία τοῦ κτιστοῦ πρός τό ἄκτιστο ἀλλά καί τοῦ ἀκτίστου πρός τό κτιστό.


(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη)

Δημήτρης Μπαλτᾶς

Διαφθορά θεσμῶν καί διαφθορά συνειδήσεων

Εἶναι γεγονός ὅτι θεσμοί καί ἀξίες σέ πολιτικό, ἐπαγγλεματικό, διαπροσωπικό καί πολιτιστικό πλαίσιο βρίσκονται σέ κρίση, χαρακτηριζόμενοι ἀπό συμπτώματα διαφθορᾶς. Ἐκτιμᾶται μάλιστα ὅτι ἡ διαφθορά ἀποτελεῖ «ἕνα πρόβλημα οἰκονομικῆς ἀποτελεσματικότητας καί ὄχι ἕνα ἠθικό ζήτημα» (Βλ. ἐφημ. Καθημερινή, 19. 4. 2007). Στήν σημερινή ἀναφορά θά δειχθεῖ κυρίως ὅτι ἡ διαφθορά τῶν συνειδήσεων, ἀτομικῶν ἀλλά καί συλλογικῶν, ἔχει ἐπιφέρει τήν διαφθορά τῶν θεσμῶν, ἀφοῦ ἔχει ἐν γένει διαστρέψει τό ἀξιολογικό πλαίσιο βάσει τοῦ ὁποίου ἔχει συγκροτηθεῖ ἡ κοινωνία.
Δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανένα ὅτι οἱ θεσμοί καθ’ ἑαυτούς δέν εἶναι διεφθαρμένοι, διότι στήν ἀντίθετη περίπτωση δέν θά εἶχαν προταθεῖ ἀπό τόν νομοθέτη καί δέν θά εἶχαν γίνει δεκτοί ἀπό τήν συλλογική συνείδηση, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχει κριθεῖ ὅτι λειτουργοῦν πρός ὄφελος τῆς πολιτικῆς κοινωνίας.
Ὡστόσο, ἐάν οἱ θεσμοί δέν παρουσιάζουν τήν προσδοκώμενη «λειτουργικότητα» καί «ἀποτελεσματικότητα», λογικά αὐτό ὀφείλεται σ’ αὐτούς πού τούς ὑπηρετοῦν. Λ. χ. ἐάν τό σημερινό σχολεῖο πάσχει σέ ὅλους σχεδόν τούς τομεῖς (ἐκπαιδευτικό, διοικητικό, οἰκονομικό κ. ἄ.), ἡ αἰτία θά πρέπει νά ἀποδοθεῖ στήν συνείδηση καί στήν ἠθική συμπεριφορά αὐτῶν πού διαχειρίζονται τά πράγματα στόν οἰκεῖο τομέα. Ὑπό αὐτό τό πρῖσμα, τό πρόβλημα ἔχει ρίζες πνευματικές καί ἠθικές, καί ἄρα ἡ οἰκονομική καί ἡ stricto sensu πολιτική προσέγγισή του ἔχουν ἕνα δευτερογενή χαρακτήρα. Ἄλλωστε ἡ διαφθορά δέν συσχετίζεται πάντοτε μέ ἄμεσες οἰκονομικές διαδικασίες. Παραδείγματα, ὅπως ἡ ἀλλοίωση ἀποτελεσμάτων σέ ἐξετάσεις τῶν δημοσίων ὀργανισμῶν, οἱ προσλήψεις σέ ὑπηρεσίες χωρίς (ἀντικειμενικά) κριτήρια, οἱ ἐκλογές ἀνθρώπων χωρίς ἐπιστημονικά ἐχέγγυα στίς πανεπιστημιακές κρίσεις, εἶναι σαφῶς συνέπειες μιᾶς διεφθαρμένης ἀντιλήψεως, ἀτομικῆς καί συλλογικῆς.
Ἐξ ἄλλου, ἐάν ἡ διαφθορά χαρακτηρίζει ἕνα μέρος τοῦ ὅλου καί ὄχι τό ὅλον, οἱ ἴδιοι οἱ θεσμοί ἴσως διαθέτουν ἐσωτερικῶς καί τούς τρόπους νά ἐλέγξουν τήν διεφθαρμένη ἀντίληψη. Ἐάν, ὅμως, γίνει δεκτό ὅτι ἡ διαφθορά χαρακτηρίζει πλέον τήν συλλογική καί ὄχι μόνον τήν ἀτομική συνείδηση, αὐτό δείχνει τουλάχιστον ὅτι πάσχει κατ’ ἀρχήν ἠθικῶς (ὄχι κατ’ ἀνάγκην οἰκονομικῶς) ὁλόκληρη ἡ συγκροτηθεῖσα κοινωνία. Διότι φαίνεται νά ἔχει ἀλλάξει σήμερα τό συλλογικό ἀξιολογικό πλαίσιο βάσει τοῦ ὁποίου συμπεριφέρονταν παλαιότερα οἱ πολίτες. Βεβαίως αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἀξίες, ἄν καί ἀντέχουν στόν χρόνο, δέν υἱοθετοῦνται σήμερα, στόν βαθμό πού ἔχουν «ἀντικατασταθεῖ» ἀπό τήν διεφθαρμένη ἀντίληψη καί συμπεριφορά.
Ὕστερα ἀπό τήν σκιαγραφεῖσα κατάσταση, τίθεται τό ἐρώτημα ἄν αὐτή εἶναι θεραπεύσιμη. Κατά τήν ἀναφερθεῖσα ἄποψη, ἡ διαφθορά «ἀντιμετωπίζεται μέ ὅρους management καί πολιτικῆς καί ὄχι μέ ὅρους ἠθικῆς». Ἐπειδή, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι οἰκονομικό γεγονός ἀλλά πνευματικό, τό ζήτημα εἶναι ἡ παρουσία τῆς συνειδήσεως καί τοῦ ἠθικοῦ χρέους. Ἄλλωστε ἡ οἰκονομική παράμετρος εἶναι στοιχεῖο πού κρίνει καί διαχειρίζεται ἡ ἀτομική, κυρίως, συνείδηση. Ἔτσι ἡ διεφθαρμένη συνείδηση θά ὁρίσει ἀναπόφευκτα καί διεφθαρμένους ὅρους management πρός ἴδιον ὄφελος.
Ἐπειδή ὁ λόγος εἶναι πλέον περί τῆς συλλογικῆς διαφθορᾶς, νομίζω ὅτι γιά τήν θεραπεία ἀπαιτεῖται μία μεταμόρφωση τῆς συνειδήσεως τοῦ ὅλου καί ὕστερα τοῦ ἐπί μέρους. Ἀσφαλῶς καί σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἀρκετές ἀτομικές συνειδήσεις θά παραμείνουν στόν κόσμο τῆς διαφθορᾶς. Ἀλλά ἴσως, κατά ἕνα τρόπο παραγωγικό, θά ξαναβρεῖ ἡ πολιτική κοινωνία, τήν ἠθική συμπεριφορά, τήν δικαιοσύνη, τήν ἀξιοκρατία, τήν ἀνιδιοτέλεια κ.ἄ. Ἀντιθέτως πρός τίς οἰκονομιστικές προσεγγίσεις τῶν καιρῶν, θά ἐπιμείνω στό γεγονός ὅτι ἀκόμη καί τό οἰκονομικό εἶναι κατ’ οὐσίαν πνευματικό πρόβλημα, πρόβλημα συνειδήσεως καί ἠθικοῦ χρέους.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περιοδικό ''Εὐθύνη'')

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010




Δημήτρης Μπαλτάς
Ντοστογιέφσκι, Ζητήματα Φιλοσοφικής Ανθρωπολογίας
Δοκίμιο - Μικρή Σειρά
Εναλλακτικές Εκδόσεις


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Πρόλογος

Βιβλιογραφία


α΄ Πηγές

β΄ Βοηθήματα

Εἰσαγωγή

Κεφ. α΄. Περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ

Κεφ. β΄. Ὁ ἄνθρωπος ὡς μυστήριο

Κεφ. γ΄. Ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας

Κεφ. δ΄. Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ

Κεφ. ε΄. Κράτος καί κοινωνία

Ἀντί ἐπιλόγου



Πρόλογος

Στήν πα­ροῦ­σα με­λέ­τη συ­ζη­τοῦν­ται ζη­τή­μα­τα τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Τά ὑ­πό κρί­ση ζη­τή­μα­τα θε­ω­ροῦν­ται ὡς ἐκ­φρά­σεις τῆς κο­σμο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Ρώσ­σου μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φου. Ἀ­σφα­λῶς θά πρέ­πει νά ση­μει­ω­θεῖ ἐξ ἀρ­χῆς ὅ­τι ὁ Ντοστογιέφσκι δέν εἶ­ναι ἕ­νας s­t­r­i­c­to s­e­n­su συ­στη­μα­τι­κός φι­λό­σο­φος, ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο ἕ­νας λο­γο­τέ­χνης μέ φι­λο­σο­φι­κές ἀ­να­ζη­τή­σεις καί προ­σεγ­γί­σεις. Ἀλ­λά ὁ­πωσ­δή­πο­τε δέν ἐν­δι­α­φέ­ρει τήν πα­ροῦ­σα ἐρ­γα­σί­α ἡ λο­γο­τε­χνι­κή-ὑ­φο­λο­γι­κή ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ντο­στο­γι­εφ­σκι­κοῦ ἔρ­γου.

Στό πρῶ­το κε­φά­λαι­ο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό, κα­τά τόν Ντοστογιέφσκι, καί συγ­κε­κρι­μέ­να συ­ζη­τεῖ­ται ἡ πί­στη στήν ὕ­παρ­ξη Του. Στό δεύ­τε­ρο κε­φά­λαι­ο ὁ Ντοστογιέφσκι σκι­α­γρα­φεῖ τόν ἄν­θρω­πο τοῦ πό­νου καί τῆς δυ­στυ­χί­ας. Ἡ γνω­στή δι­α­τύ­πω­ση: «ἐ­άν δέν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὅ­λα ἐ­πι­τρέ­πον­ται» ὁ­δη­γεῖ στήν συ­ζή­τη­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που (κεφ. γ΄) καί τῆς ἐ­πι­λο­γῆς τῆς δι­α­πρά­ξε­ως τοῦ κα­κοῦ ἐκ μέ­ρους του (κεφ. δ΄­). Τέλος, τό πέμ­πτο κε­φά­λαι­ο ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο συν­θε­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα, κα­θ’ ὅ­σον ἀ­να­φέ­ρε­ται στή στά­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ κρά­τους ἔ­ναν­τι τῶν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῶν ζη­τη­μά­των πού ἐ­ξε­τά­ζον­ται ἐ­δῶ.



Δη­μή­τρης Μπαλτᾶς

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010


Δημήτρης Μπαλτᾶς

Η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης ως πράξη αντίστασης

Εάν η μνήμη του ανθρώπου είναι κριτήριο της ταυτότητάς του, τότε η απώλεια της ιστορικής μνή­μης θα πρέπει να σημαίνει απώλεια και της ιστορικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και εξ αιτίας της καταναλωτικής συνείδη­σης και της γενικότερης πολιτιστικής σύγχυσης, η ιστορική μνήμη διαγράφεται από την πολιτιστική και κοινωνική πραγματικότη­τα. Εν συνεχεία θα υποστηριχθεί ότι η διατήρη­ση της ιστορικής συνείδησης είναι κυρίως μία πρά­ξη αντίστασης απέναντι στις ως άνω κυρίαρ­χες αντιλήψεις των καιρών μας.

Αρχικά, η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης λειτουργεί κατά ένα τρόπο ανασταλτικό απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Εδώ θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν οδηγεί μόνον σε νέες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες (του τύπου «οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλου­σιότεροι») αλλά απειλεί σε μεγάλο βαθμό τις ιδιαιτερότητες επί μέρους λαών και ανθρώπων. Οπωσδήποτε η διαμορφωθείσα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία εμπεριέχει μία ασάφεια όσον αφορά τις αιτίες, τους στό­χους και εν γένει το νόημα της συ­γκρότησής της. Πρόκειται δηλαδή για μία ισοπεδωτική κοσμοαντίλη­ψη της οποίας τα κύρια χαρακτη­ριστικά (εθνολογικά, οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, ατομικά κ. ά.) δεν έχουν ακόμη αναλυθεί και ερμηνευθεί ικανοποιητικά.
Εξ άλλου, στο πλαίσιο της λε­γομένης μετανεωτερικότητας προβάλλεται η καταναλωτική και όχι η ιστορική συνείδηση. Κατά την αντίληψη αυτή, ο άνθρωπος ζει αποκλειστικά και μόνον για το παρόν, αφού το μέλλον είναι αβέβαιο και το παρελθόν ανύπαρκτο. Επομένως δεν αναζητεί ο άνθρωπος κάποιο νόημα ζωής αλλά αρκείται σε μία κατανα­λωτική συμπεριφορά, η οποία μάλι­στα, εάν δεν είναι και πολύ ορατή, δεν είναι και πολύ ενοχλητική. Σ' αυτήν την θεώρηση, η οποία υιοθετείται εν γένει στην εξαμερικανισμένη πλέον Δύση, η ιστορική συνείδηση δεν έχει κανένα ουσιαστικό ρόλο, αφού ενδιαφέρει περισσότερο η καταναλωτική συμπεριφορά της απρόσωπης μάζας και όχι η διατή­ρηση της ιστορικής μνήμης του συ­γκεκριμένου εθνικού στοιχείου. Λό­γου χάρη, θα ήλπιζε κανείς να παρα­μένει, ακόμη και σήμερα, επίκαιρο το νόημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά το 1821 ή της εθνικής αντίστασης κατά του Άξονος κατά το 1940.
Εάν εστιάσει κανείς στην γενι­κότερη πολιτιστική σύγχυση που έχει καλλιεργηθεί στην σημερινή ελληνική κοινωνική πραγματικότη­τα, θα διακρίνει ότι έχει πλέον χαθεί ό,τι ονομάζεται πολιτιστική κληρο­νομιά και επικρατεί ένα ασαφές πο­λιτιστικό φαινόμενο που επιτρέπει μία ανάμειξη ετερογενών στοιχεί­ων, είτε εισαγωγής είτε μιας χρήσε­ως. Τα ακόλουθα παραδείγματα δει­κνύουν του λόγου το αληθές. Αν δει ο αναγνώστης την πληθώρα των κατ' έτος εκδιδομένων βιβλίων, θα διακρί­νει ότι τα περισσότερα από αυτά γρά­φονται χωρίς να έχουν να πουν κάτι ιδιαίτερο ή καινούργιο. Ή, ακόμη, ας προσέξει την μουσική παραγωγή, κακίστης ποιότητας πολλές φορές, στην σύγχρονη Ελλάδα. Εάν μάλιστα ο αναγνώστης ασχοληθεί και με την σύγχρονη ιστοριογραφική αντίληψη που δέχεται, ατυχώς, ότι το ελληνικό έθνος έχει κατασκευασθεί τον 19° αι., τότε θα μείνει τουλάχιστον με μια αίσθηση αδικίας για την ιστορική αλήθεια. Είναι περιττό να αναφερθώ στην απουσία (ή αδυναμία;) του λε­γομένου «πνευματικού κόσμου», πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, να επιχειρήσει μία καίρια παρέμβαση στην πολιτιστική βαρβαρότητα των καιρών μας. Παρά τον οποιοδήποτε αντίλογο, είναι βέβαιο ότι από την σημερινή πολιτιστική ανάπτυξη απουσιάζει σχεδόν ο,τιδήποτε μπορεί να διασώσει την ιστορική συνείδηση και μνήμη.
Απέναντι στην σκιαγραφείσα κοι­νωνική και πολιτιστική πραγματικό­τητα, η διατήρηση της ιστορικής συ­νείδησης μπορεί να θεωρηθεί ως μια σύγχρονη πράξη αντίστασης στον νέο αυτόν τύπο του ιμπεριαλισμού, που παρουσιάζεται όχι τόσο στις ισχυρές αλλά κυρίως στις αδύναμες χώρες. Κατά την θεώρηση αυτή, ο σημερινός ιδιάζων ιμπεριαλισμός δεν έχει στρατιωτικό περιεχόμε­νο, όπως στο παρελθόν, αλλά είναι ένας ιμπεριαλισμός πρώτα της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και έπειτα της καταναλωτικής κοι­νωνίας. Αντιστοίχως, η σύγχρο­νη αντίσταση δεν μπορεί να είναι ένοπλη αλλά κυρίως πολιτιστική και ψυχολογική. Και η αρχή αυτής της διαφορετικής αντίστασης βρί­σκεται ακριβώς στην διατήρηση της ιστορικής συνειδήσεως.
Είναι προφανής, κατά τα ανωτέρω, η αναγκαιότητα της διατήρησης της ιστορικής συνείδησης στον σύγχρο­νο εξαμερικανισμένο δυτικό πολι­τισμό μέρος του οποίου επιθυμεί να αποτελέσει, ανεπιτυχώς, και η Ελλάδα. Σε τελική ανάλυση, επιβάλλεται να ερμηνευθεί αυτή η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης ως η έσχατη πράξη αντίστασης μέσα στην γενική παρακμή.