Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Valeriy Ismagilov, Καλλιτέχνες τῆς ρωσικῆς ἐμιγκράτσιας στήν Ἑλλάδα τοῦ μεσοπολέμου. Ἄγνωστες πτυχές τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς ἱστορίας, Ἐκδόσεις Πελασγός, Ἀθήνα 2016, σελ. 491

Τό βιβλίο τοῦ V. Ismagilov, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ μία καταγραφή στόν τομέα τῆς μουσικῆς δραστηριότητας τῶν ἑλληνικῆς καταγωγῆς Ρώσων καλλιτεχνῶν πού ἔφθασαν στήν Ἑλλάδα μετά τό 1917 μέχρι καί τήν δεκαετία τοῦ 1930, ἔρχεται νά συμπληρώσει δύο ἄλλες πολύτιμες καταγραφές, τήν πρώτη στόν τομέα τῆς μετάφρασης τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας (Σ. Ἰλίνσκαγια, Ἡ ρωσική λογοτεχνία στήν Ἑλλάδα. 19ος αἰ., Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2006) καί τήν δεύτερη στόν τομέα τῆς παρουσίασης τῆς ρωσικῆς δραματουργίας στήν ἑλληνική σκηνή (Κ. Κυριακός, Ρωσικό θέατρο καί ἑλληνική σκηνή, Αἰγόκερως, Ἀθήνα 2012). Ὅλες οἱ ὑπάρχουσες καταγραφές ἀλλά καί ἄλλες πού ἐπιβάλλεται νά γίνουν στό μέλλον, δίνουν τήν πολύπλευρη εἰκόνα τῆς συνάντησης τοῦ ἑλληνικοῦ μέ τόν ρωσικό πολιτισμό, ἰδιαιτέρως κατά τά τελευταῖα 200 περίπου χρόνια. 
Ἡ σημερινή παρουσίαση ἀφορᾶ λοιπόν σέ μία μελέτη ἡ ὁποία «ἐπιδιώκει νά ἀφηγηθεῖ τή ζωή καί τήν ἐπαγγελματική, πολιτιστική, παιδαγωγική δραστηριότητα περίπου 20 καλλιτεχνῶν … καί νά ἀνιχνεύσει καί νά ἀποτιμήσει τό μέγεθος τῆς συμβολῆς τους στό πολιτιστικό γίγνεσθαι τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας κατά τήν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου» (σ. 13).  
Γιά νά τοποθετηθεῖ χρονικά καί νά ἑρμηνευθεῖ πολιτιστικά ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν καλλιτεχνῶν ο συγγραφέας, στίς εἰσαγωγικές σελίδες τοῦ βιβλίου  του (σσ. 11-48), δίνει μία εἰκόνα τοῦ λεγόμενου «ἀργυροῦ αἰώνα» τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας καί τέχνης, στόν ὁποῖο ἔζησαν καί οἱ καταγραφόμενοι Ἕλληνες δημουργοί. Πρόκειται γιά τήν ἐποχή κατά τήν ὁποία ἀναδείχθηκαν πολύ μεγάλα ὀνόματα στόν χῶρο τῆς ποίησης (Μπλόκ, Ἀχμάτοβα, Γκουμιλιώφ, Τσβετάγιεβα κ.ἄ.) τῆς ζωγραφικῆς (Καντίμσκι, Λαριόνοφ, Γκοντσαρόβα κ.ἄ.) ἀλλά καί τῆς μουσικῆς, τοῦ χοροῦ, καί τοῦ θεάτρου, ἐκπροσωπώντας νέα ἤ ἀνανεωμένα αἰσθητικά κινήματα (γιά ὅλα αὐτά βλ. γενικά D.S. Mirsky, Ἱστορία τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας, μετ. Ἰ. Ράλλη-Κ. Χατζηδήμου, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1977, σελ. 346-428∙ Κάμιλα Γκραίη, Ἡ Ρωσική Πρωτοπορία, μετ. Π. Ρηγοπούλου, Ἐκδόσεις Ὑποδομή, Ἀθήνα 1987, passim). Ἐπίσης τήν ἴδια ἐποχή, ζοῦν στήν Ρωσία σημαντικοί διανοούμενοι, κυρίως ἀπό τόν χῶρο τῆς λεγόμενης θρησκευτικῆς φιλοσοφίας (Νικόλαος Λόσσκυ Σέργιος Μπουλγκάκωφ, Νικόλαος Μπερντιάγιεφ, Παῦλος Φλωρένσκυ, κ.ἄ).
Ἀλλά τό 1917 ἡ ἐπανάσταση στήν Ρωσσία ὁδήγησε σέ ἐξορία περίπου 2-3 ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, μεταξύ τῶν ὁποίων πολλούς ἐκπροσώπους τῆς φιλοσοφίας, τῆς λογοτεχνίας καί τῆς τέχνης (σσ. 29-31). Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ Ρωσσία στερήθηκε ὁρισμένα ἀπό τά πιό δημιουργικά τμήματα τοῦ λαοῦ της. Γενικότερα πάντως θά πρέπει νά τονίσω ὅτι οἱ Ρῶσσοι τῆς Διασπορᾶς καλλιέργησαν καί ἀνέδειξαν τήν δημιουργικότητά τους καί ἐκτός Ρωσσίας. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς ἑλληνικῆς καταγωγῆς καλλιτέχνες πού ἔφθασαν ἀπό τήν Ρωσία στήν Ἑλλάδα.
Ἀναφερόμενος λοιπόν στούς ἑλληνικῆς καταγωγῆς καλλιτέχνες, ὁ συγγραφέας ἐπισημαίνει ὅτι «τό κύριο κύμα τῶν ἐκπροσώπων τῆς τέχνης ἀπό τη Ρωσία ἐμφανίστηκε στήν Ἑλλάδα κατά τή δεκαετία τοῦ 1920» (σ. 45). Προσθέτει δέ ὁ V. Ismagilov ὅτι «ἡ παροῦσα μελέτη ἑστιάζει στίς προσωπικότητες τῆς μουσικῆς τέχνης πού ἦρθαν στήν Ἑλλάδα … καί διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στή μουσική ζωή καί στήν ἀνάπτυξη τῆς μουσικῆς τέχνης στήν Ἑλλάδα» (σ. 48), παρά τό γεγονός ὅτι δέν ἔγιναν ἐξ ἀρχῆς ἀσμένως ἀποδεκτοί ἀπό τήν ἐδῶ κυρίαρχη διανόηση. Καταγράφονται λοιπόν εἴκοσι καλλιτέχνες πού ἔζησαν καί παρουσίασαν ἕνα ἀξιόλογο ἔργο, μουσικό καί παιδαγωγικό, στήν Ἑλλάδα, μεταξύ τῶν ὁποίων θά ἀναφέρω τόν Β. Φρήμαν (σσ. 49-107), τόν Ἰ. Μπούτνικωφ (σσ. 131-201) καί τόν Ἀριστοτέλη Κουντούρωφ (σσ. 213-306), στούς ὁποίους εἶναι ἀφιερωμένο καί τό ἥμισυ περίπου τοῦ βιβλίου. Γιά κάθε μουσικό ξεχωριστά, ὁ Ismagilov ἔχει καταγράψει, κατόπιν διασταυρώσεως τῶν στοιχείων, ἐκτός ἀπό τά βασικά στοιχεῖα τοῦ βίου του, τά ἔργα του, τά Ὠδεῖα ὅπου δίδαξε καί τίς συναυλίες πού ἔδωσε στήν χώρα μας. Μάλιστα γιά τήν τεκμηριωμένη παρουσίαση τῶν στοιχείων ὁ συγγραφέας ἔχει χρησιμοποιήσει, ἐκτός τῆς ἑλληνικῆς, τήν ρωσσόφωνη σχετική βιβλιογραφία. Πρόκειται λοιπόν γιά μία καταγραφή τῶν καλλιτεχνῶν μέ συστηματικό καί συνθετικό χαρακτήρα, ἀφοῦ ἔχουν ἐκδοθεῖ κατά καιρούς μεμονωμένες βιογραφικές-μουσικολογικές ἐργασίες, ὅπως ἡ μονογραφία γιά τόν Ἀριστοτέλη Κουντούρωφ τῆς σολίστ Ἔφης Ἀγραφιώτη (Ἀριστοτέλης Κουντούρωφ, 1896-1969, Μικρό χρονικό ζωῆς γιά ἕναν ἄγνωστο τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς, Ἐκδοτ. Οἶκος Παπαγρηγορίου-Νάκας, Ἀθήνα 1999, 167 σελ.).
Ἐξετάζοντας ἐν συνεχείᾳ τήν συμβολή τῶν μουσικῶν στήν Ἑλλάδα τοῦ μεσοπολέμου, ὁ V. Ismagilov τονίζει συνολικά ὅτι «οἱ μουσικοί ἀπό τή Ρωσία διακρίθηκαν σέ ὅλες τίς σφαῖρες τῆς μουσικῆς τῆς Ἑλλάδας, εἴτε λόγιας εἴτε ἐλαφρᾶς: ὑπῆρξαν λαμπροί πιανίστες, διηύθυναν τή συμφωνική ὀρχήστρα, πρωταγωνιστοῦσαν στό λυρικό θέατρο, ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ ἐλαφροῦ μουσικοῦ θεάτρου, συνέθεταν μουσική, ἔγραφαν ἄρθρα γιά τά ἐκπαιδευτικά καί τά καλλιτεχνικά προβλήματα τοῦ τόπου, γαλούχησαν μία πλειάδα διακεκριμένων Ἑλλήνων μουσικῶν πού εμφανίστηκαν στίς παγκόσμιες μουσικές σκηνές» (σ. 381). Φαίνεται λοιπόν ὅτι οἱ καταγραφόμενοι καλλιτέχνες εἶχαν μία καθοριστική παρουσία στά μουσικά πράγματα τῆς χώρας μας ἐκείνη τήν ἀπό πολλές ἀπόψεις κρίσιμη ἐποχή στήν χώρα μας. Ἐπειδή διέθεταν μία τεράστια μουσική παιδεία πού εἶχαν ἀποκτήσει κυρίως στήν προεπαναστατική Ρωσία (καί συγκεκριμένα μέ ἐπιρροές πού ἀνάγονται στόν Ν. Ρίμσκι-Κόρσακοφ, τόν Ἀλεξάντρ Σκριάμπιν ἀλλά καί τόν Ἰγκόρ Στραβίνσκι καί τόν Σεργκέι Προκόφιεφ), καί βεβαίως ἕνα μοναδικό ταλέντο, οἱ καλλιτέχνες αὐτοί ἄφησαν μέ τήν σειρά τους τήν σφραγίδα τους πάνω στήν μουσική παιδεία τῆς χώρας μας. Παρενθετικά καί μόνον θά σημειώσω ὅτι κάτι ἀντίστοιχο συνέβη καί μέ τήν ἐκκλησιαστική μουσική στήν ὁποία μπορεῖ νά ἀνιχνευθεῖ σαφής ἐπίδραση ἀπό τήν ρωσική πολυφωνική μουσική. Σέ τελική ἀνάλυση, καί μέ βάση τίς καταγραφές τοῦ παρόντος βιβλίου, πρόκειται λοιπόν γιά μία ἀκόμα συνάντηση, καί μάλιστα ὑπό ἐξαιρετικά δύσκολες συνθῆκες, τοῦ ρωσικοῦ καί τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ κατά τόν 20ό αἰ.
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι ἡ μελέτη τοῦ V. Ismagilov καλύπτει ὁπωσδήποτε ἕνα κενό στήν βιβλιογραφία τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς ἱστορίας, ἀναδεικνύοντας κατά τόν καλύτερο τρόπο τήν παρουσία καί τήν συμβολή τῶν Ρώσσων μουσικῶν στήν Ἑλλάδα τοῦ μεσοπολέμου.
Ἄν καί δέν εἶμαι σέ θέση νά προσδιορίσω τήν ἔκταση τῆς συμπερίληψης ἐκείνων τῶν καλλιτεχνῶν στά σημερινά μουσικά δρώμενα τῆς χώρας μας, θεωρῶ ὅτι ἡ μελέτη τοῦ Ismagilov μπορεῖ νά προκαλέσει τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀσχολουμένων μέ τήν μουσική παιδεία τῆς χώρας μας, ἱστορικῶν καί κυρίως καλλιτεχνῶν, ἀλλά καί τοῦ εὐρύτερου κοινοῦ, μέ ἱστορικά καί παιδαγωγικά ἐνδιαφέροντα. 

(Τό κείμενο τῆς ὁμιλίας τοῦ γράφοντος κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου στό «Πολιτιστικό Κέντρο Μπενετάτος», Παλαιό Ψυχικό, 17.2. 2017)


  




Jaroslav Pelikan, Η άριστη αυτοκρατορία (η πτώση της Ρώμης και ο θρίαμβος της εκκλησίας), εκδόσεις Κουκκίδα

Η παρακμή και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν έχουν αποτελέσει αντικείμενο μακροχρόνιας επιχειρηματολογίας και προβληματισμού μεταξύ των επιστημόνων. Το γεγονός αυτό καθεαυτό δεν είναι περίεργο, δεδομένου ότι το ρωμαϊκό κράτος υπήρξε το ισχυρότερο του αρχαίου μεσογειακού και μεσανατολικού κόσμου. Εάν μάλιστα στα χρονικά όριά της Αυτοκρατορίας της Ρώμης συμπεριλάβουμε και τον φυσικό της διάδοχο, το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος (δηλαδή τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία), η ρωμαϊκή οικουμένη αναδεικνύεται σε ένα από τα μακροβιότερα κρατικά μορφώματα της παγκόσμιας Ιστορίας. Από την άλλη πλευρά, αυτή και μόνο η διαπίστωση, που προεκτείνει σε μεγάλο χρονικό βάθος τον προσδιορισμό του τέλους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, θα αρκούσε για να ερμηνεύσει τη «δυστοκία» των επιστημόνων να προσδιορίσουν τα ακριβή αίτια της πτώσης της. 

Εδουάρδος Γίββων

Ο πρώτος που αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα υπήρξε ο Βρετανός λόγιος Εδουάρδος Γίββων (Edward Gibbon), στα τέλη του 18ου αιώνα. Το κυριότερο έργο του, με τίτλο «Η ιστορία της παρακμής και της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» (The History of the Decline and Fall of the Roman Empire), που εκδόθηκε για πρώτη φορά την περίοδο 1776-88 σε έξι τόμους στο Λονδίνο, φθάνει έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς (1453), αντιμετωπίζοντας τη βυζαντινή ιστορία ως μια μακρά περίοδο παρακμής του ρωμαϊκού κράτους. Παρά το γλαφυρό του ύφος αυτό το έργο, που διαπνέεται από το πνεύμα της περιόδου του Διαφωτισμού κατά την οποία γράφτηκε, καθώς και από έντονο αντικληρικαλισμό, δεν λαμβάνεται  σοβαρά υπόψη από τους σύγχρονους ιστορικούς. Το γεγονός αυτό πάντως δεν αναιρεί την καθοριστική συμβολή που άσκησε επί πολλά χρόνια στην εξέλιξη της ιστορικής θεώρησης του ρωμαϊκού κράτους, γεγονός που εξηγεί μέχρις ενός σημείου το ενδιαφέρον του συγγραφέα του βιβλίου που παρουσιάζουμε εδώ για την οπτική του Γίββωνα σχετικά με το τέλος της Ρώμης.

Jaroslav Pelikan

Ο Γιαροσλάβ Πέλικαν, που πέθανε πριν από λίγα χρόνια (2006), υπήρξε διαπρεπής Αμερικανός θεολόγος και ιστορικός με σλοβάκικες και σερβικές ρίζες. Το λουθηρανικό του θρήσκευμα τον έστρεψε στη συστηματική μελέτη της εκκλησιαστικής Ιστορίας και της Ιστορίας των ιδεών. Όπως εξηγεί στην κατατοπιστική και εμπεριστατωμένη εισαγωγή για τον συγγραφέα και το έργο του ο μεταφραστής του βιβλίου, φιλόλογος και συγγραφέας Δημήτρης Μπαλτάς, ο Πέλικαν γνώριζε οκτώ γλώσσες και συνέγραψε περί τα 40 βιβλία και πλήθος επιστημονικών άρθρων, αποτελώντας (θα προσθέταμε) χαρακτηριστική περίπτωση του είδους των λογίων επιστημόνων που σπανίζουν όλο και περισσότερο στις μέρες μας. Στις ΗΠΑ πάντως η προσφορά του έτυχε της κατάλληλης αναγνώρισης καθώς διετέλεσε καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγου και στο πασίγνωστο Γέηλ. Τέλος, μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια από την προσωπική του ζωή είναι ότι οκτώ χρόνια πριν από τον θάνατό του ο ίδιος (που ήταν παράλληλα λουθηρανός πάστορας) και η σύζυγός του μεταστράφηκαν στην Ορθοδοξία, ενέργεια την οποία ο Πέλικαν ερμήνευσε με τη φράση: «επέστρεψα σ’ αυτήν, αφήνοντας να αποκαλυφθεί η Ορθοδοξία που πάντα υπήρχε μέσα μου»!


Στο έργο του «Η άριστη αυτοκρατορία», που αποτελεί καταστάλαγμα πολύχρονων ερευνών, ο συγγραφέας αξιολογεί την οπτική του Γίββωνα για την πτώση της Ρώμης συνδέοντάς την με τη σκέψη των παλαιότερων Πατέρων της Δυτικής Εκκλησίας (Τερτυλλιανού, Ιερώνυμου, Αυγουστίνου) για ορισμένους από τους οποίους η πτώση της Ρώμης είχε εσχατολογικό χαρακτήρα, προεικάζοντας τον θρίαμβο της Εκκλησίας και την εγκαθίδρυση του «κράτους του Θεού». Στο ίδιο πλαίσιο ο Πέλικαν συσχετίζει κατά περίπτωση τις θέσεις του Γίββωνα με εκείνες  Ανατολικών εκκλησιαστικών λογίων (Σωκράτη του Σχολαστικού, Σωζομενού, Θεοδώρητου Κύρου), αλλά και με άλλων Βρετανών διανοούμενων του τέλους του 18ου αιώνα, όπως ο «πατέρας της οικονομικής επιστήμης» Άνταμ Σμιθ και ο πολιτικός φιλόσοφος Έντμουντ Μπερκ. Καταλήγοντας, οδηγείται στη διαπίστωση ότι: «Το πιο ανεκτίμητο δώρο απ’ όλα της ετοιμοθάνατης αυτοκρατορίας [δηλαδή της Ρωμαϊκής] στον νεώτερο κόσμο ήταν, σύμφωνα με την ειλικρινή και ταυτόχρονα ειρωνική απόφανση του Γίββωνα, “η ενότητα της χριστιανικής δημοκρατίας” η οποία με τη σειρά της “ανέπτυξε σταδιακά τα παρόμοια ήθη και τους κοινούς νόμους που επέτρεψαν να ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη ανθρωπότητα τα ελεύθερα ακόμη και εχθρικά μεταξύ τους έθνη της νεώτερης Ευρώπης”. Και ήλπιζε πως όλα αυτά επίσης δεν θα μπορούσαν “να χαθούν ποτέ”» (σελ. 226).

Η πρωτότυπη θεώρηση του συγγραφέα καθιστά την ελληνική έκδοση του βιβλίου μια σημαντική συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία για το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η οποία αξίζει να τύχει της προσοχής όχι μόνο των ειδικών επιστημόνων αλλά και κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται σοβαρά για τη μελέτη της Ιστορίας.

(Νίκος Νικολούδης, istorikathemata.com, 13.2. 2017)