Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017


Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἰδεολογικά ρεύματα καί πολιτική δράση
στήν προεπαναστατική Ρωσία (1825-1916)

Γιά νά κατανοήσει κανείς τίς ρίζες τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917 στήν Ρωσία, εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀνατρέξει στήν ἱστορία της, καί συγκεκριμένα στήν ἐποχή ἀπό τό 1825 μέχρι τό 1916, ὅπου θά ἀνακαλύψει τά ἰδεολογικά ρεύματα πού διαμορφώνονταν ἐκεῖ σταδιακά τόσο σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, δηλαδή συζητήσεων καί ἐπιδράσεων, ὅσο καί σέ πρακτικό, τό ὁποῖο ἀφορᾶ τήν κατά καιρούς πολιτική δράση πού ἀναλάμβαναν σέ κρίσιμες ἐποχές συγκεκριμένοι πολιτικοί σχηματισμοί (ὀργανώσεις καί κόμματα).
Στήν ἀρχή τῆς διαδρομῆς αὐτῆς θά πρέπει νά γίνει βεβαίως ἀναφορά στήν ἐξέγερση τῶν ἀποκληθέντων Δεκεμβριστῶν τό 1825, ὅταν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί τοῦ στρατοῦ μαζί μέ μερικές μονάδες τοῦ στρατοῦ ἀλλά καί διανοούμενοι, ἐπηρεασμένοι ἀπό τίς φιλελεύθερες ἀρχές τῆς ἀμερικανικῆς καί τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης, κινήθηκαν ἐναντίον τοῦ τσάρου Νικολάου Α΄ τήν  14η Δεκεμβρίου 1825 ἀπαιτώντας μεταρρυθμίσεις.
Στήν διαμόρφωση ἀλλά καί στήν ἐξέλιξη τῆς ρωσσικῆς σκέψεως τοῦ ιθ' ἀλλά καί τοῦ κ' αἰ. καθοριστική ὑπῆρξε ἡ συζήτηση καί ἡ ἀντιπαράθεση μεταξύ τῶν σλαβόφιλων καί τῶν δυτικόφιλων. Ἀπό τήν μία, οἱ σλαβόφιλοι (Α. Κομιάκωφ, Ἰ. Κιριέφσκι, Κ. Ἀκσάκωφ, Ἰ. Σαμάριν) ἦσαν γενικά ἐπιφυλακτικοί  στήν πορεία τῆς Ρωσίας προς τόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό, ἐνῶ, ἀπό τήν ἄλλη, οἱ δυτικόφιλοι, ἄν καί ὄχι ὅλοι, θεωροῦσαν ὅτι τό μέλλον τῆς Ρωσίας σχετίζεται μέ τήν εὐρωπαϊκή ἀνάπτυξη (περισσότερο ὁ Β. Μπελίνσκι, λιγότερο ἴσως ὁ Ἀ. Χέρτζεν καί ὁ Μ. Μπακούνιν, μέ πολλές διαφοροποιήσεις πάντως σέ ἐπιμέρους ζητήματα, καί σέ κάποιον βαθμό ὁ Ν. Τσερνισέφσκι καί ὁ Ν. Ντομπρολιούμποφ).
Μία ἄλλη, ἐπίσης ἐνδιαφέρουσα καί μακροχρόνια συζήτηση, μεταξύ τῶν Ρώσσων διανοουμένων τοῦ ιθ΄ αἰ., παρουσιάστηκε πάνω σέ ζητήματα τῆς σοσιαλιστικῆς θεωρίας. Συγκεκριμένα, στήν ρωσσική φιλοσοφία τοῦ ιθ' αἰ. ἀλλά καί τῶν ἀρχῶν τοῦ κ' αἰ. κυριαρχοῦν συνοπτικά τέσσερις, κυρίως, μορφές τῆς σοσιαλιστικῆς θεωρίας: α'. ἡ ἀναρχική θεώρηση (= ὁ ἐπαναστατικός σοσιαλισμός) τοῦ Μ. Μπακούνιν καί τοῦ Π. Κροπότκιν β'. ἡ θεώρηση τῶν narodniki (= τῶν Ρώσσων λαϊκιστῶν) μέ ἡγετική μορφή τόν Ν. Μιχάηλοφσκι γ'. ὁ «ὀρθόδοξος» μαρξισμός (= ἐπιστημονικός σοσιαλισμός) τοῦ Γεωργίου Πλεχάνωφ καί δ'. ὁ κριτικός μαρξισμός, ὁ ἀποκληθείς καί «νόμιμος μαρξισμός», ὅπως τόν ἐξέφρασαν ὁ Μ. Τουγκάν-Μπαρανόφσκι, ὁ Ν. Μπερντιάγιεφ, ὁ Σ. Μπουλγκάφωφ, ὁ Π. Στροῦβε, ὁ Σ. Φράνκ, ὁ Β. Κιστιακόφσκι καί ὁ Π. Νοβγκορόντσεφ. 
Σέ μία ἐπίσης πρώιμη ἐποχή, κατά τό 1851, ὅταν ἔγραφε τήν «Ἐξομολόγησή» του, ὁ Μπακούνιν εἶχε κάνει λόγο γιά τήν «ἀναγκαιότητα τῆς ἐπανάστασης στήν Ρωσία»[1]. Πάντως, ἡ μόνη ἐπαναστατική ἐνέργεια στήν Ρωσία καί πρίν ἀπό τό 1870 εἶναι ἡ ἀποτυχημένη ἀπόπειρα ἐκ μέρους τοῦ Ντμίτρι Καρακόζοφ δολοφονίας κατά τοῦ τσάρου Ἀλέξανδρου Β΄ στίς 4 Ἀπριλίου 1866.
Γιά τήν ἱστορία, θά πρέπει νά λεχθεῖ ὅτι ἡ πρώτη μορφή ἐπαναστατικῆς ὀργάνωσης στήν Ρωσσία τῆς δεκαετίας τοῦ 1860 ὑπῆρξε ἡ βραχύβια καί χωρίς ἰδιαίτερη πολιτική δράση «Λαϊκή Ἐκδίκηση», ἀποτελούμενη ἀπό μερικές δεκάδες φοιτητές, πού ἵδρυσε τό 1869 ὁ Σεργκέι Νετσάγιεφ, τήν μορφή τοῦ ὁποίου ἀπεικόνισε λογοτεχνικά Φ. Ντοστογιέφσκι, στό πρόσωπο το Πιότρ Βερχοβένσκι στούς Δαιμονισμένους.
Ἀλλά στήν ἑπόμενη κρίσιμη δεκαετία τοῦ 1870 ἱδρύονται στήν Ρωσσία οἱ δύο σπουδαιότερες ἐπαναστατικές ὀργανώσεις, ἡ «Γῆ καί Ἐλευθερία» (1876), ἡ ὁποία οὐσιαστικά ἐξέφραζε τίς ἀπόψεις τῶν ναρόντικων, καί μετά τήν διάσπασή της ἡ περισσότερο ἐξτρεμιστική «Λαϊκή Θέληση» (1879), ἡ ὁποία θά ὀργανώσει ἐπιτυχῶς τήν δολοφονία τοῦ τσάρου Ἀλέξανδρου Β΄ τήν 1η Μαρτίου 1881.
Μία ἰδιαίτερη μορφή τῆς δεκαετίας τοῦ 1870 εἶναι ὁ θεωρητικός τῆς ἐπανάστασης Πιότρ Τκάτσεφ ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε τήν πρόκληση πραξικοπήματος ἐκ μέρους ἑνός ἐπαναστατικοῦ κόμματος, τό ὁποῖο ἐν συνεχείᾳ θά πραγματοποιοῦσε τήν ἐγκαθίδρυση τῆς δικτατορίας τοῦ προλεταριάτου. Ὀρθῶς βεβαίως ὁ Μπερντιάγιεφ ἰσχυρίζεται  ὅτι ὁ Τκάτσεφ «πρέπει νά θεωρεῖται ὁ πρόδρομος τοῦ Λένιν»[2]
Στήν δεκαετία τοῦ 1880 θά κάνει τήν ἐμφάνισή του στήν Ρωσία ὁ μαρξισμός μέ τόν Γεώργιο Πλεχάνωφ, ὁ ὁποῖος «πίστευε πώς ἡ ἀνάπτυξη τοῦ καπιταλισμοῦ στή Ρωσία ἦταν ἀναπόφευκτη»[3]. Πάντως εἶναι γεγονός ὅτι ἡ τελευταία δεκαετία τοῦ 19ου αἰ. χαρακτηρίζεται ἀπό μία ἔντονη βιομηχανική ἀνάπτυξη, κυρίως χάρις στίς πρωτοβουλίες τοῦ ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν Σεργκέι Βίτε, ὁ ὁποῖος συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν ἐκβιομηχάνιση τῆς Ρωσίας.
Προς τό τέλος τοῦ 19ου  αἰ. θά διαμορφωθοῦν στήν Ρωσία δύο κόμματα πού θά παίξουν καθοριστικό ρόλο μέχρι τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917. Πρόκειται γιά τό μαρξιστικῶν καταβολῶν Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Ἐργατικό Κόμμα πού ἱδρύθηκε ὑπό τόν Βλαντίμιρ Λένιν τό 1898 καί τό ὁποῖο γενικά στηριζόταν στήν διαμορφούμενη ἀκόμη τότε ἐργατική τάξη καί τό Κόμμα τῶν Σοσιαλεπαναστατῶν, γνωστῶν καί ὡς Ἐσέρων, πού ἱδρύθηκε ἀπό τόν Βίκτορα Τσερνόφ τό 1902 καί τό ὁποῖο γενικά ἀπέδιδε μεγάλη σημασία στόν ρόλο τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Ἀπό τήν διάσπαση τοῦ ΡΣΕΚ θά προέλθει, ὡς γνωστόν, τό Κόμμα τῶν μπολσεβίκων πού θά καταλάβει βίαια, ἐνῶ ἤδη εἶχε χάσει τίς διεξαχθεῖσες ἐκλογές, τήν ἐξουσία ἀκριβῶς πρίν ἀπό ἑκατό χρόνια, τόν Νοέμβριο τοῦ 1917. Γιά τήν ἱστορία, θά σημειώσω ὅτι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. εἶχαν διαμορφωθεῖ καί δύο ἄλλα Κόμματα, πολύ μικρότερης ἐμβέλειας, στήν Ρωσία: ἡ «Ἕνωση τοῦ λαοῦ τῆς Ρωσίας» πού συγκέντρωνε στίς τάξεις του τούς μοναρχικούς καί τό «Συνταγματικό-Δημοκρατικό Κόμμα» (γνωστό καί ὡς Καντέτ) στό ὁποῖο μετεῖχαν οἱ μεσαῖες τάξεις καί οἱ φιλελεύθεροι διανοούμενοι.
Τό γεγονός πού θά σημαδέψει πολιτικά τήν Ρωσία στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. εἶναι ἀναμφίβολα ἡ «ἐπανάσταση τοῦ 1905». Πάντως, γιά τήν γαλλίδα ἀκαδημαϊκό H. Carrère dEncause, ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1905 ὑπῆρξε ἀποτυχημένη διότι ἀφ’ ἑνός μέν «δέν εἶχε κάποιον γιά νά τήν καθοδηγήσει», ἀφ’ ἑτέρου δέ «εἶχε περιορισμένο γεωγραφικά καί κοινωνικά χαρακτήρα»[4].
Ὁλοκληρώνοντας τήν περιδιάβαση στήν προεπαναστατική Ρωσία, θά σημειώσω ὅτι οἱ διανοούμενοι στήν Ρωσία ὄντως ἤθελαν καί προετοίμαζαν θεωρητικά ἐπί μακρόν τήν ἐπανάσταση, ἀλλά σέ καμμία περίπτωση μία ἐπανάσταση μέ τήν μορφή πού αὐτή ἔλαβε τό 1917. Γι’ αὐτό καί ὁ Μπερντιάγιεφ θά ἰσχυριστεῖ ὅτι «ἡ πραγμάτωση τῆς ἐπανάστασης ἀποδείχτηκε γι’ αὐτήν (ἐνν. τήν Διανόηση) ἡ καταστροφή της, τό τέλος της»[5].
 Ἀπό τά ἀναφερθέντα φαίνεται λοιπόν ὅτι ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1917 ὑπῆξε τό ἀναπόφευκτο προϊόν μιᾶς μακρόχρονης ζύμωσης στήν Ρωσία, τόσο θεωρητικῆς-ἰδεολογικῆς ὅσο καί πρακτικῆς. Πάντως σήμερα, ἑκατό χρόνια μετά, συζητεῖται μεταξύ τῶν διανοουμένων ἐάν αὐτή ἡ ἐπανάσταση ἄλλαξε πράγματι τόν κόσμο, καί τόν ρωσικό εἰδικότερα, πρός τό καλύτερο ἤ ἐάν διέψευσε σταδιακά, καί γιά διαφόρους λόγους, τίς ἐλπίδες τῶν λαῶν γιά ἐλευθερία καί δικαιοσύνη.  
(Τό παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Χριστιανική, 30.11. 2017. Αποτελεῖ συνεπτυγμένη μορφή τῆς ὁμιλίας τοῦ γράφοντος στήν ἐκδήλωση «Ρωσική ἐπανάσταση 1917. Ἰδεολογικές ζυμώσεις πού ὁδήγησαν σ’ αὐτήν, ἡ ρωσική Διανόηση καί ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική ματιά τοῦ Νικολάι Μπερντιάγιεφ», στήν αἴσθουσα τῆς ΕΣΗΕΑ, στίς 22.11. 2017)






[1] M. Bakounine, Confession, pres. par J.-Chr. Angaut, ἐκδ. Le passager cladestin, Neuvy-en-Champagne, 2013, σσ. 101-102, 114.
[2] Ν. Μπερδιάγιεφ, Οἱ πηγές καί τό νόημα τοῦ ρωσικοῦ κομμουνισμοῦ, μετ. Ε.Δ. Νιάνιος, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη, ἄ.ἔ., σ. 140.
[3] P. Bushkovitch, Ἱστορία τῆς Ρωσίας, μετ. Θ. Σπανοῦ, Αἰώρα, Ἀθήνα 2016, σ. 243.
[4] Hélène Carrère d’ Encause, L’ URSS. De la Révolution à la mort de Staline (1917-1953), Éditions du Seuil, Paris 2017, σ. 31.
[5] Ν. Berdiajew, Νέος Μεσαίωνας, μετ. Π. Ἀντωνιάδη, Ἐκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 117.  

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Père Nikolas Lossky (1929-2017)
Ιn memoriam

Πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἔφυγε ἀπό τήν ζωή ὁ π. Νικόλαος Λόσσκυ, ἀπό τίς τελευταῖες μεγάλες φυσιογνωμίες τῆς ρωσσικῆς Διασπορᾶς.
Ὁ Ν. Λόσσκυ ἦταν ἐγγονός τοῦ σπουδαίου Ρώσσου  φιλοσόφου Νικολάι Λόσσκυ καί γιός τοῦ πολύ γνωστοῦ στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό θεολόγου Βλαδίμηρου Λόσσκυ.
Ἤδη ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1960 τά ἐπιστημονικά ἐνδιαφέροντα τοῦ ἐκλιπόντος ἑστιάζονταν στήν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας στήν Δύση.
Στό πλαίσιο αὐτό ὁ π. Νικόλαος Λόσσκυ ἐκπόνησε τήν διατριβή του στόν ἄγγλο ἐπίσκοπο καί θεολόγο Lancelot Andrewes. Τό ἔργο αὐτό ἐκδόθηκε στά γαλλικά με τίτλο «Lancelot Andrewes (1555-1626); Αux sources de la theologie mystique de l’ Eglise d’ Angleterre» (Editions Cerf, Paris 1986) καί στά ἀγγλικά μέ τίτλο «Τhe Origins of the Church of England» (Oxford University Press, Oxford 1991).
θεματολογία τῆς πανεπιστημιακῆς διδασκαλίας τοῦ π. Νικολάου  περιελάμβανε τό ἀντικείμενο «Γλῶσσα καί Πολιτισμός στήν Βρετανία» στό πανεπιστήμιο Paris-X καί τό ἀντικείμενο «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησία στήν Δύση» στό Ἰνστιτοῦτο Ὀρθόδοξης Θεολογίας τοῦ Ἁγίου Σεργίου.
Πολύτιμη ἦταν συμβολή τοῦ Νικολάου Λόσσκυ Διαχριστιανικό Διάλογο καί στήν Οἰκουμενική Κίνηση, ὅπου μετεῖχε ἐνεργά, τόσο ὡς μέλος Ἐπιτροπῶν ὅσο καί ὡς συντάκτης σχετικῶν ἄρθρων, ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν.
Ὁ π. Νικόλαος Λόσσκυ ὑπῆρξε μία ἰδιαίτερη φωνή τοῦ κόσμου τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Δύση. 
Αιωνία του η μνήμη!  
(Στέπα τ. 8. 2017, σ. 328) 

 


Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017






Δημήτρης Μπαλτᾶς

Σοφία Δ. Κανταράκη, Κοινωνίας δρώμενα στόν Παπαδιαμάντη. Ζητήματα κοινωνικοῦ καί ἐκπαιδευτικοῦ προβληματισμοῦ, Ἥρα Ἐκδοτική, Βόλος 2017, σελ. 115

Στόν τόμο πού παρουσιάζω ἐδῶ, ἡ ἐκπαιδευτικός Σοφία Κανταράκη ἔχει συγκεντρώσει ἄρθρα της «τά ὁποῖα κατά καιρούς δημοσιεύθηκαν στόν Τύπο, μέ ἀφορμή ἐπίκαιρα κοινωνικά, πολιτικά καί ἐκπαιδευτικά θέματα» (σ. 17) καί τά ὁποῖα ἀφοροῦν τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη «πού ἔζησε μιά ζωή ἔχοντας γιά συντροφιά τήν ἀπέραντη ἀγάπη του γιά τούς φτωχούς, τόν ἄσβεστο ἔρωτά του πρός τή φύση καί τή θρησκευτική λατρεία του πρός τίς παραδόσεις τῆς πατρίδας μας» (σ. 18).
Τά δέκα αὐτοτελῆ μελετήματα πού συναπαρτίζουν τόν τόμο, θά μποροῦσαν νά ἐνταχθοῦν, κατά τήν γνώμη μου, στούς ἑξῆς θεματολογικούς ἄξονες:
α΄ Ἡ γυναίκα στόν Παπαδιαμάντη («Ρωμιές στή Χώρα τοῦ Παπαδιαμάντη», «Ἡ Ἀσύνειδος μητρική παραβατικότητα στόν Παπαδιαμάντη»).
β΄. Κοινωνικά ζητήματα στό παπαδιαμαντικό ἔργο («Σέ ὅλα τά καθημερινά μπορεῖς νά δεῖς τόν σύγχρονο καί διορατικό Παπαδιαμάντη», «Ἐκλογικά ἤθη καί ἔθιμα», «Τά κρούσματα στό Κάστρο τῆς Σκιάθου»
καί γ΄. Ὁ Παπαδιαμάντης στό σχολεῖο («Ἡ περιγραφικότητα καί ἡ εἰκονοποιΐα στόν Παπαδιαμάντη ως κριτήριο φιλαναγνωσίας», «Τό σχολικό ἀνάγνωσμα», «Ὀπτικοακουστική Οἰκολογία στόν Παπαδιαμάντη», «Τό φυσιολατρικό στοιχεῖο τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη», «Τό ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς ἀφόρμηση οἰκολογικῆς προσέγγισης καί περιβαλλοντικῆς ἀγωγῆς»). 
Κατά  τήν προτεινόμενη διάκριση, ἡ Σ. Κανταράκη φαίνεται νά ἑστιάζει περισσότερο στήν διδακτική ἀξιοποίηση τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου, καθ’ ὅσον μάλιστα ἡ ἴδια ὑποστηρίζει πώς «ἡ ἀξία τῆς ἀνάγνωσης ἔργων τοῦ Παπαδιαμάντη στό σχολεῖο ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἀσκεῖ μία ἰδιαίτερη ἐπιρροή στή σκέψη τῶν μαθητῶν καί στόν εὐαίσθητο συναισθηματικό τους κόσμο, προσφέροντας παράλληλα τά ἀπαραίτητα ἐφόδια γιά μία πολύπλευρη ἀνάπλαση τῆς προσωπικότητάς τους, ἕναν κώδικα ἀξιῶν, ἀλλά καί ἕναν κριτικό ἀναστοχασμό» (σ. 87).
Παράλληλα ὅμως εἶναι ἀναγκαία καί χρήσιμη στήν σημερινή ἐκπαιδευτική διαδικασία (κατά τήν τρέχουσα ὕλη στό μάθημα  τῆς Λογοτεχνίας στήν Β/βάθμια Ἐκπαίδευση) ἡ συζήτηση γιά τήν παρουσία τῶν γυναικῶν οἱ ὁποῖες «καταλαμβάνουν ἐξέχουσα θέση» (σ. 21) στό ἔργο τοῦ Σκιαθίτη συγγραφέα, «χωρίς νά ἔχουν ὑποστεῖ κάποια ἰδιαίτερη μετατροπή ἀπό τόν δημιουργό τους» (σ. 25).  
Τέλος, ἡ ἀνάδειξη ἐκ μέρους τῆς Σ. Κανταράκη καί τῆς πολιτικῆς ἐπικαιρότητας τοῦ Παπαδιαμάντη μέσα ἀπό τά διηγήματά του «Χαλασοχώρηδες» καί «Τά δύο τέρατα» (σ. 55 κ.ἑξ.) εἶναι ἰδιαιτέρως εὔστοχη, ἐάν μάλιστα σκεφθεῖ κανείς «τήν διαχρονικότητα τῆς εὐτέλειας τῶν πολιτικῶν μας ἠθῶν» (σ. 57).
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, εἶναι γεγονός ὅτι μέ τά μελετήματα τῆς Σ. Κανταράκη «τό χθές ζωντανεύει μπροστά μας καί ἐναρμονίζεται μέ τό σήμερα». Ἔτσι τό παρόν βιβλίο ἔρχεται νά ἐπικαιροποιήσει τήν κοσμοαντίληψη τοῦ Παπαδιαμάντη, ἰδιαιτέρως στό πλαίσιο τῆς σύγχρονης ἐκπαίδευσης στήν χώρα μας.


Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017





Δημήτρης Μπαλτς

Πρακτικά Συνέδρίου «Ὁ διεθνής περίγυρος καί ὁ φιλελληνισμός κατά τήν ἑλληνική ἐπανάσταση» (Συνοδικό Μέγαρο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 14-15 Ὀκτωβρίου 2016), Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι,  Ἀθήνα 2017, σελ. 391

Στήν συμβολή τῶν φιλελλήνων κατά τήν ἑλληνική ἐπανάσταση εἶναι ἀφιερωμένος ὁ τόμος τῶν Πρακτικῶν (τοῦ Συνεδρίου τοῦ 2016 πού ὀργάνωσε ἡ Εἰδική Συνοδική Ἐπιτροπή Πολιτιστικῆς Ταυτότητος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) τήν ἔκδοση τοῦ ὁποίου ἀνέλαβαν οἱ Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι.
Οἱ ἀνακοινώσεις τῶν ἐγκύρων μελετητῶν ἀφοροῦν τόσο στήν προσέγγιση τοῦ φαινομένου τοῦ φιλελληνισμοῦ (Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ἀνδρέας Κοῦκος, Γεώργιος Δίελλας, π. Γεώργιος Μεταλληνός, Κων/νος Κωτσιόπουλος, Κων/νος Σβολόπουλος, Γεώργιος Πουκαμισᾶς), ὅσο καί κυρίως στίς ἐκδηλώσεις τοῦ φιλελληνισμοῦ στίς εὐρωπαϊκές χῶρες (Δημήτρης Μπαλτᾶς, Δημήτριος Γ. Μεταλληνός, Κωστῆς Κοκκινόφτας, Χάρης Ν. Μελετιάδης). Ἐπίσης ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ εἰδικότερη θεματολογία περί τῶν φιλελλήλων καί τοῦ φιλελληνισμοῦ καί τῆς σχέσεώς τους μέ τούς Ἕλληνες (Χριστίνα Χ. Κολοβοῦ, Ἀθανάσιος Τζιερτζῆς, Νίκος Κανελλόπουλος, Νίκος Τόμπρος, Ἀθηνᾶ Κονταλῆ, Ἐμμανουήλ Βαρβούνης, Δέσποινα Μιχάλαγα). 
Ἀσφαλῶς στίς προσεγγίσεις τῶν μελετητῶν συζητεῖται ἡ ἄποψη ὅτι μεταξύ τῶν φιλελλήλων ὑπῆρξαν καί περιπτώσεις ἀλαζόνων καί τυχοδιωκτῶν. Διερωτᾶται λοιπόν ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Δέν ὑπάρχουν ἀληθινοί φιλέλληνες; Ὑπάρχουν ὁπωσδήποτε, ἀλλά εἶναι ἀνάγκη νά ἀναγνωρίζονται μέ ἀντικειμενικότητα, κάτι πού προϋποθέτει γνήσια καί αὐθεντικά κριτήρια» (σ. 91).
Σέ μία ἀντίστοιχη κριτική προσέγγιση, ὁ πρέσβης  Γεώργιος Πουκαμισᾶς ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ ἀξίωση ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων νά ὑπάρχουν φιλέλληνες εἶναι ὑπερβολική, μετά βίας ὑποκρύπτουσα μία διάθεση καί τάση μας νά μήν πράττουμε ἐμεῖς τό δικό μας καθῆκον, καί νά περιμένουμε ἀπό ἄλλους, ἐνίοτε νά ἀναθέτουμε σέ ἄλλους, νά δράσουν, νά ἀγωνιστοῦν στό πλευρό μας» (σ. 385). 
Ἐξαντλητική (σσ. 129-214) εἶναι ἡ ἀνακοίνωση-μελέτη τοῦ Ἀθανασίου Τζιερτζῆ γιά τήν προσέγγιση τοῦ ρόλου ἀλλά καί τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φιλελλήνων πού βοήθησαν στόν Ἀγῶνα ἀπό τήν ὀπτική τοῦ ἀμφιλεγόμενου Ἀμβροσίου Φραντζῆ.
Ἐνδιαφέρουσα, μεταξύ ἄλλων, εἶναι ἡ φιλελληνική συμπεριφορά πού ἐπέδειξαν ἑτερόθρησκοι φιλέλληνες, μουσουλμάνοι καί ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι ὅμως μετεπαναστικά δέν ἀναγνωρίστηκαν ἀπό τό συγκροτηθέν ἑλληνικό κράτος, διότι «ἀπαιτήθηκε γιά τήν πολιτογράφησή τους καί τό ὁμόθρησκον» (σ. 306), ὅπως ἐπισημαίνει σχετικά ἡ  Δέσποινα Μιχάλαγα. 
Ἐπίσης στόν παρόντα τόμο ἀναδεικνύεται καί ἡ προσφορά τῶν γυναικῶν στό φιλελληνικό κίνημα, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στήν Σοφί ντέ Μαρμπουά-Λεμπρέν καί στήν Ρωξάνδρα Στούρτζα-Ἔντλιγκ (σσ. 237-249).
Στήν περίπτωση τοῦ ὁλλανδικοῦ φιλελληνισμοῦ, παρουσιάζεται γιά πρώτη φορά σέ ἑλληνική μετάφραση ἡ «Ἐπιτάφιος ὠδή» (σσ. 266-277), ποίημα πού συνέθεσε ὁ Γεώργιος τῆς Τούαρ (George de Thouars) μέ ἀφορμή τήν δολοφονία τοῦ Ἰωάννη  Καποδίστρια.
 Αὐτές καί ἄλλες ἐνδιαφέρουσες προσεγγίσεις θά συναντήσει τό ἀναγνωστικό κοινό στόν τόμο πού παρουσιάζω σήμερα. Ἀναμφιβόλως οἱ εἰσηγήσεις πού συναπαρτίζουν τά Πρακτικά καί τοῦ Ε΄ Συνεδρίου διακρίνονται γιά τήν ἀναζήτηση τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, μέσα ἀπό τήν ἐπιστημονική τεκμηρίωση τῶν γραφομένων.