Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μιχάλης Λεβέντης, Τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων, Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2016, σελ. 133

Προλογίζοντας τό βιβλίο ἡ συγγραφέας Μάρω Βαμβουνάκη γράφει ὅτι «τό νά εἶναι σέ θέση κανείς νά βλέπει τά ὁρατά καί ‘’βλέπει’’ καί τά ἀόρατα εἶναι χάρισμα καί χάρις. Γιατί εἶναι τά ἀόρατα πού νοηματοδοτοῦν τά ὁρατά καί ἐξηγοῦν τό αἴνιγμα ὅπου σταματάει ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου» (σ. 9).
Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά θυμίσω κατ’ ἀρχάς τήν διατύπωση τοῦ «Συμβόλου τῆς Πίστεως» ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ποιητής ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων». Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι ὑπαρκτά ὄχι μόνον τά ὁρατά ἀλλά καί τά ἀόρατα. Βεβαίως, κατά κανόνα, ὁ καθημερινός ἄνθρωπος, τόσο ὁ πιστός ὅσο και ὁ μή πιστός, δέν ἔχει τό χάρισμα, ἤ καλύτερα τήν Χάρη, νά δεῖ τά ἀόρατα, πολύ δέ περισσότερο νά ἐκφράσει ὁτιδήποτε περί αὐτῶν. Ἔτσι τά ἀόρατα ἀνήκουν στόν χῶρο τοῦ Ἀρρήτου καί ὄχι τοῦ λογικά ἀποδείξιμου. Γι’ αὐτό καί διερωτᾶται ὁ Μιχ. Λέβέντης: «Μέ τί ἄραγε ξεδιψᾶ καλύτερα ὁ ἄνθρωπος, μέ νερό ἤ μέ οὐρανό; Γύρω γύρω ὅλοι καί στή μέση τό Ἄρρητο» (σ. 53).  Πάντως, γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ὁ ἄνθρωπος δέν ἦταν ποτέ, καί δέν εἶναι, ἕτοιμος νά δεχθεῖ κάτι ἔξω καί πέρα ἀπό τήν λογική τοῦ 2=2=4. Ἀλλά θά θυμίσω τούς λόγους τοῦ μεγάλου Φ. Ντοστογιέφσκι στό Ὑπόγειο: «τό δύο καί δύο τέσσερα δέν εἶναι πιά ζωή, κύριοι, μά ἡ ἀρχή τοῦ θανάτου» (Τό Ὑπόγειο, σ. 47).
Ἄς δοῦμε δι’ ὀλίγων τήν παρουσία τῶν ἀοράτων στήν ζωή μας. Γιά πολλούς ἀνθρώπους, καί κυρίως γιά τούς διακρινόμενους ἀπό σκεπτικισμό, τά ἀόρατα χαρακτηρίζονται ὡς «παράξενα, ἀπίστευτα, ἤ τῆς φαντασίας» (σ. 92). Ἄλλωστε εἶναι γεγονός ὅτι «ὅ,τι εἶναι ἀλλιώτικο ἀπ’ τις ἐμπειρίες μας, τό βλέπουμε καχύποπτα καί κάποτε τό κοροϊδεύουμε» (σ. 117). Ἀκριβῶς κοροϊδεύαμε παλαιότερα, σᾶς θυμίζω, τόν στρατηγό Μακρυγιάννη στό γνωστό «Ὁράματα καί θάματα», ὅταν ἔγραφε: «Τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τό βράδυ τρώγαμεν ψωμί∙ … βλέπομεν ὅλοι ὅσ’ ἤμαστε εἰς τό τραπέζι μιάν λάμψη∙ ἦταν σκοτάδι καί ἔγινε ἡμέρα, καί αὐτό τό εἴδανε καί πολύς κόσμος» (Ὁράματα καί θάματα, σ. 61). Ἐνῶ ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ ἀρρήτου φωτός εἶναι κοινή, σέ ἄλλο σημεῖο ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀοράτου εἶναι περισσότερο προσωπική: «Εἰς τίς 1844, τήν πρώτη Δεκεβρίου, ἦρθε ὁ Χριστός ὁ ἀληθινός, καί ἡ Θεοτόκο καί ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὅλοι εἰς τίς εἰκόνες» (Ὁράματα καί θάματα, σ. 71). Ὑποστήριζαν τότε οἱ ‘’εἰδικοί’’ ὅτι οἱ καταγραφόμενες ἐμπειρίες τοῦ Μακρυγιάννη ἦταν ἀποτέλεσμα παλαιοῦ τραύματος στό κεφάλι καί μιᾶς διαμορφωθείσης ἰδεοκαταληψίας. Πέραν ὅλων αὐτῶν, τήν ἀκρίβεια τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατο, ὅπως ἀντιλαμβάνεστε, γιά διαφόρους λόγους νά διαπιστώσουμε σήμερα, εἶναι γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει, κατά κανόνα, μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη στήν ἐμπειρία πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν λειτουργίας τῶν αἰσθήσεων καί ὄχι σέ ὅ,τι ἔρχεται ἀπό ἕναν κόσμο ἐξω καί πάνω ἀπό τήν ἐμπειρία.
Ἄς ἔρθω τώρα στό βιβλίο τοῦ Λεβέντη. Σ’ ἕνα ἀπό τά ἀφηγήματα τοῦ βιβλίου ὁ συγγραφέας γράφει-περιγράφει ἕνα ὄνειρο στό ὁποῖο «ἡ Παναγία ἔρχεται ὁλοζώντανη … γέρνει χαριτωμένα τό κεφάλι καί γνέφει καταφατικά» (σ. 110).  Ἐδῶ τό ἀόρατο ἔρχεται νά συναντήσει τό ὁρατό, ἔστω καί στήν κατάσταση τοῦ ὀνείρου. Ἀλλά θά προσθέσει ὁ συγγραφέας παρακάτω ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «περπατᾶ ὁλοζώντανος μέσα στόν λόγο Του και μᾶς ζωοποιεῖ» (σ. 121). Χαρακτηριστική καί ἡ χρήση τοῦ ἐπιθέτου «ὁλοζώντανος» καί στίς δύο ἀναφορές τοῦ συγγραφέα. Πάντως νομίζω ὅτι θά ἀδικοῦσε κανείς τόν συγγραφέα, ἐάν περιοριζόταν σέ μία αἰσθητική- ὑφολογική ἀνάλυση τοῦ κειμένου.
Ὅμως ἔχει ἐνδιαφέρον, καί ἴσως προκαλεῖ ὁρισμένη θλίψη, τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν βλέπει ὄχι μόνον τά ἀόρατα, ἀλλά καί τά ὁρατά, τά ὁποῖα θά ἔλεγε κανείς ὅτι θά ἦταν πιθανότερο νά τά δεῖ. Σέ ἕνα ἄλλο ἀπό τά ἀφηγήματα τοῦ βιβλίου ἡ ἀντικειμενικῶς ὁρατή εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού φωνάζει «πεινάω, πεινάω» καί ὅλοι τόν προσπερνοῦν «σάν νά μήν ὑπάρχει» (σ. 63, ἡ ἴδια διατύπωση στήν σ. 73), δείχνει ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά προσλάβει ἀκόμη καί τό ὁρατό, ὄχι μόνον τό ἀόρατο.
Στήν ποιητική κατακλείδα τοῦ μικροῦ βιβλίου ὁ συγγραφέας θέλει νά ἐλπίζει ὅτι ὁ λόγος του θά παραμείνει ὁ ἴδιος: «Συνέχισε νά συλλαβίζεις ὅσα ἐπιμένουν νά κρύβονται/ γιά ν’ ἀνθίσουν κάποιοι σπόροι τοῦ ἀνέκφραστου/ καί νά γίνουν θνητοί» (σ. 131). Εἶμαι τῆς γνώμης  ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ λόγος τῶν ἀφηγημάτων τοῦ Μ. Λεβέντη διακρίνεται ἀπό ὁρισμένη ποιητικότητα ἡ ὁποία θά πρέπει νά ἀποκρυπτογραφηθεῖ καί ἔτσι νά ἀποκαλυφθεῖ. Μέ μία φιλοσοφική διάθεση θά ἔλεγα ὅτι ὁ συγγραφέας, μέσα ἀπό τά σύντομα καί ἁπλά, καί αὐτοβιογραφικά ἄν δέν κάνω λάθος, ἀφηγήματά του, δείχνει ὅτι τόσο τά ὁρατά, ὅσο καί τά ἀόρατα ἔχουν, κατά θεία παραχώρηση, τήν θέση τους στήν ζωή μας. Ὁπωσδήποτε γιά νά κατανοήσει ὁ ἄνθρωπος τήν σχέση ὁρατοῦ καί ἀοράτου, θά πρέπει νά δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι καί τά ἀόρατα, ὅπως ἀκριβῶς τά ὁρατά, δέν ἀνήκουν στόν χῶρο τῆς φαντασίας ἤ τοῦ μύθου.
Τό νέο βιβλίο τοῦ συγγραφέα Μιχ. Λεβέντη μέ τίτλο Τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων εἶναι μία μικρή ἀποκάλυψη, κυριολεκτικά καί μεταφορικά. 

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου στήν Πινακοθήκη  τοῦ Δήμου Πειραιᾶ, στίς 16.11.2016).

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Οἱ βιογραφίες τοῦ Σοστακόβιτς στά ἑλληνικά

Μέ ἀφορμή τήν συμπλήρωση 110 ἐτῶν ἀπό τήν γέννηση τοῦ σπουδαίου Ρώσσου συνθέτη Ντμ. Σοστακόβιτς (1906-1975), θά κάνω μία ἰδιαίτερη ἀναφορά στίς βιογραφίες του πού ἔχουν ἐκδοθεῖ μέχρι σήμερα στά ἑλληνικά. Συγκεκριμένα, τό 1982 ἐκδόθηκε στά ἑλληνικά ἡ βιογραφία τοῦ Σοστακόβιτς μέ τίτλο Μαρτυρία, Ἀπομνημονεύματα[1]. Τό 1985 παρουσιάστηκε ἡ ἑλληνική μετάφραση τοῦ τόμου Σοστακόβιτς. Γιάτόν ἴδιο καί τήν ἐποχή του[2] πού περιέχει καί ὁρισμένα βιογραφικά στοιχεῖα, ἐνῶ τό 2006 ἐκδόθηκε  ὁ τόμος μέ τίτλο Ὁ πατέρας μας DSch[3] μέ σχετικές καταγραφές τῶν παιδιῶν του. Προσφάτως ἐκδόθηκε τό βιβλίο τοῦ Tζούλιαν Μπάρνς μέ τίτλο Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς[4].
Προτοῦ νά δείξω ὁρισμένα ἰδιαίτερα στοιχεῖα τῶν τεσσάρων βιβλίων, θά κάνω τρεῖς παρατηρήσεις. Πρώτη παρατήρηση. Ἐάν ἐξαιρέσει κανείς τήν Μαρτυρία, πού εἶναι καί τό πιό πολυσυζητημένο ἀπό τά κείμενα αὐτά, μία χαρακτηριστική ὁμοιότητα τῶν τριῶν τελευταίων βιβλίων εἶναι ὅτι ἐκδόθηκαν σ’ ἕνα ἐπετειακό πλαίσιο. Ἔτσι ὁ τόμος Σοστακόβιτς. Γιά τόν ἴδιο καί τήν ἐποχή του ἐκδόθηκε κατά τήν συμπλήρωση δέκα ἐτῶν ἀπότόν θάνατό του, Ὁ πατέρας μας DSch, κατά τήν συμπλήρωση 100 ἐτῶν ἀπό τήν γέννησή του καί Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς, κατά τήν συμπλήρωση 110 ἐτῶν ἀπό τήν γέννησή του. Δεύτερη παρατήρηση. Ἀπό ἀποψεως περιεχόμενου, κανένα ἀπό τά τέσσερα βιβλία δέν εἶναι βιογραφία, μέ τήν αὐστηρή ἔννοια τοῦ ὅρου. Διότι ἡ Μαρτυρία τοῦ Βολκώφ καί Ὁ Πατέρας μας τοῦ Μαξίμ Σοστακόβιτς εἶναι περισσότερο καταγραφές προφορικῶν λόγων. Ὁ τόμος Σοστακόβιτς. Γιά τόν ἴδιο καί τήν ἐποχή του ἔχει ἐκδοθεῖ ὑπό μία συγκεκριμένη ἰδεολογική ὀπτική, καί θά ἔλεγα μάλιστα ὅτι ἀποτελεῖ μία τρόπον τινα ἀπάντηση στήν Μαρτυρία τοῦ Βολκώφ. Εἶναι ἀκριβέστερο νά ἰσχυριστεῖ κανείς ὅτι Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς τοῦ Μπάρνς προσιδιάζει περισσότερο στό εἶδος τῆς βιογραφίας, ἀλλά καί αὐτό τό βιβλίο δέν ἔχει συντεθεῖ κατόπιν αὐστηρῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Τρίτη παρατήρηση. Ὅλα τά παραπάνω ἐκδοθέντα στήν ἑλληνική βιβλία ἔχουν μεταφραστεῖ ἀπό τά ἀγγλικά. Ἄς προστεθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ λεγόμενος «πόλεμος γιά τόν Σοστακόβιτς» διεξήχθη καί διεξάγεται στήν ἀγγλόφωνη κυρίως βιβλιογραφία.
Ἄς δοῦμε κάπως ἀναλυτικότερα τά πράγματα.
Εἶναι γνωστό ὅτι τό βιβλίο τοῦ Βολκώφ προκάλεσε ποικίλες ἀντιδράσεις στήν Ρωσσία καί στήν Δύση, θετικές καί ἀρνητικές[5], διότι ἀφ’ ἑνός μέν ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τήν προσωπική ζωή καί τήν στάση τοῦ Σοστακόβιτς ἀπέναντι στό σοβιετικό καθεστώς, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀποκάλυπτε τόν τυραννικό χαρακτήρα αὐτοῦ τοῦ καθεστῶτος καί τοῦ ἡγέτη του. Γιά παράδειγμα, σ’ αὐτήν τήν καταγραφή ὁ Σοστακόβιτς τονίζει ὅτι «οἱ τύραννοι ἀρέσκονται νά παρουσιάζουν τούς ἑαυτούς τους σάν προστάτες τῶν τεχνῶν. Εἶναι γεγονός, καί πασίγνωστο μάλιστα. Ὅμως δέν καταλαβαίνουν τίποτα ἀπό τέχνη. Γιατί; Γιατί ἡ τυραννία εἶναι μιά διαστροφή κι ὁ τύραννος ἄτομο διεστραμμένο γιά πολλούς λόγους»[6]. Πάντως φαίνεται ὅτι ὁ ἴδιος ὁ συνθέτης οὔτε γνώρισε τήν διαστροφή τῆς τυραννίας οὔτε ὑπέστη τίς διώξεις πού ὑπέστησαν ἄλλοι ὁμότεχνοί του, ἔστω κι ἄν «χαρακτηρίστηκε ἐχθρός τοῦ λαοῦ»[7], ὅπως παραδέχεται ὁ ἴδιος στήν Μαρτυρία. κόμη στήν περίπτωση τῆς ὄπερας «Ἡ λαίδη Μάκβεθ τοῦ Μτσένσκ», ἡ ὁποία δέχθηκε, ἔστω καί ἔμμεσα, τά πυρά τοῦ γνωστοῦ ἀνυπόγραφου ἄρθρου «Χάος ἀντί γιά μουσική»[8] τῆς Πράβντα (29.1.1936), εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Σοστακόβιτς, στά ἄρθρα του τῶν ἐτῶν 1934-1936[9], ἄν αὐτά θεωρηθοῦν ἀξιόπιστα, ἀποφεύγει ὁποιαδήποτε ἀναφορά στήν κριτική πού τοῦ ἀσκήθηκε. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐπισημαίνεται ὅτι «ὁ συνθέτης δέν τόλμησε νά γράψει ποτέ ξανά ὄπερα στή ζωή του»[10]. Δέν θά ἦταν ἀνακριβές νά λεχθεῖ ὅτι ὁ φόβος ἦταν κυρίαρχος στόν χαρακτήρα τοῦ συνθέτη[11], ὄχι μόνον ἀπό τίς ἐκτελέσεις ἀνθρώπων πού ἦσαν σύνηθες φαινόμενο στήν ἐποχή του, ἰδιαίτερα μετά τό 1936, ἀλλά καί ἀπό τό ὅτι ὁ σύζυγος τῆς ἀδελφῆς του, τῆς Μαρίας, «ὁ διακεκριμένος φυσικός Βσέλοβοντ Φρέντερικς συνελήφθη τό 1937»[12],, κατηγορούμενος γιά «τρομοκρατικές ἐνέργεις ἐναντίον τοῦ σοβιετικοῦ κράτους καί προσωπικά τοῦ γ.γ. τοῦ Κ.Κ., Ἰωσήφ Στάλιν»[13].
Ἀρνητική κριτική δέχθηκε ἡ Μαρτυρία τοῦ Βολκώφ ἀκόμη καί ἀπό τά παιδιά τοῦ μεγάλου συνθέτη, τόν Μαξίμ καί τήν Γκαλίνα. Ἔτσι θεωρήθηκε ὅτι αὐτή ἡ βιογραφία περιέχει πολλές πλαστές ἀναφορές, τίς ὁποῖες οὐδέποτε ὑπαγόρευσε στόν Βολκώφ ὁ Σοστακόβιτς. Ὅμως εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι, προϊόντος τοῦ χρόνου, ὁ Μαξίμ Σοστακόβιτς ἀναθεώρησε τήν ἀρχική ἐπιφύλαξή του γιά τό βιβλίο τοῦ Βολκώφ καί ἐν τέλει συμφώνησε μέ τίς πλεῖστες καταγραφές του. Εἶναι προφανές ὅταν ὁ Μαξίμ Σοστακόβιτς ἀποτιμᾶ ὅτι ὁ πατέρας του «οὐσιαστικά ἦταν αἰχμάλωτος ἑνός ἐγκληματικοῦ καί ἀδυσώπητου καθεστῶτος»[14], κινεῖται στήν ἑρμηνευτική τοῦ βιβλίου τοῦ Βολκώφ.
Ἀναφερόμενος στό βιβλίο τοῦ Βολκώφ ὁ Μπάρνς γράφει χαρακτηριστικά: «Τό ἀντιμετώπισα μέ τόν ἴδιο τρόπο πού θά ἀντιμετώπιζα ἕνα προσωπικό ἡμερολόγιο: ὡς κάτι πέρα γιά πέρα ἀληθινό, ἀλλά γραμμένο συνήθως ἐν θερμῷ, ὑπό τήν ἐπήρεια τῆς ἴδιας ψυχικῆς διάθεσης καί μέ τίς ἴδιες προκαταλήψεις καί παραλείψεις»[15]. 
Ἔρχομαι τὠρα στήν βιογραφία τοῦ Μπάρνς, ἡ ὁποία εἶναι γραμμένη μέ τρόπο λογοτεχνικό, ἀναφέρεται ὅτι «ὁ ἐπίσημος χαρακτηρισμός του [τοῦ Σοστακόβιτς] ἦταν μπολσεβίκος μή μέλος τοῦ Κόμματος»[16]. Στό σημεῖο αὐτό θά διερωτηθεῖ κανείς ἄν αὐτός ὁ χαρακτηρισμός ἀρκοῦσε τότε γιά νά ἀποφύγει κανείς τήνἐξορία ἤ τήν ἐκτέλεση ἐκ μέρους τῶν σοβιετικῶν Ἀρχῶν. Ἡ ἀπάντηση δέν μπορεῖ νά εἶναι μονολεκτική. Ἄλλωστε οἱ παλαιότεροι θά θυμοῦνται ἴσως τήν γνωστή διατύπωση τῶν Ρώσσων σατιρικῶν συγγραφέων Ἴλφ καί Πετρώφ ὅτι «δέν ἀρκεῖ νά ἀγαπᾶς τή σοβιετική ἐξουσία∙ πρέπει ἐκείνη νά σέ ἀγαπάει»[17], μία διατύπωση πού καταγράφεται καί στήν Μαρτυρία τοῦ Βολκώφ[18]. Ἀλλά, ἐάν ἐθεωρεῖτο ἀκριβής ἡ εἰκόνα τῶν ἄρθρων τοῦ Σοστακόβιτς πού εἶχε ἐκδοθεῖ στά ἑλληνικά τό 1985, τότε θά διαπίστωνε κανείς ὅτι ὁ μεγάλος συνθέτης, «μή μέλος τοῦ Κόμματος» κατά τόν Μπάρνς, ἐξυμνεῖ σέ ὅλη τήν ζωή του, καί μάλιστα μέ διθυραμβικό τρόπο, τό Κόμμα. Γιά παράδειγμα, τό 1940, ὕστερα ἀπό τίς μαζικές διώξεις, πού φέρουν τήν ὑπογραφή τοῦ ἴδιου τοῦ Στάλιν, ὁ Σοστακόβιτς γράφει σέ ἄρθρο του ὅτι «τό Κόμμα μας δείχνει μεγάλη φροντίδα καί προσοχή στήν ἀνάπτυξη τῆς μουσικῆς ζωῆς τῆς χώρας μας. Αὐτήν τήν ἔγνοια τήν ἔχω αἰσθανθεῖ σ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς καριέρας μου»[19]. Ἀλλά καί τό 1961 ὁ ἴδιος ὁ Σοστακόβιτς τονίζει σέ κείμενό του ὅτι «ὁ Λένιν, τό Κόμμα, ὁ λαός εἶναι οἱ μεγάλες, ἄφθαρτες ἰδέες πού φωτίζουν τούς δημιουργικούς ὁρίζοντες κάθε καλλιτέχνη»[20]. Πάντως, γιά τήν ἀκρίβεια, τήν ἴδια χρονιά πού ὁ Σοστακόβιτς φαίνεται νά ἐκθειάζει τό Κόμμα, δέχεται παράλληλα τίς ἐπικρίσεις του γιά τήν σύνθεση τῆς 13ης Συμφωνίας του, τήν γνωστή ὡς «Μπάμπι Γιάρ», ἐπειδή «τάχα ὑποβάθμιζε τίς δοκιμασίες τῶν Ρώσων κατά τή διάρκεια τοῦ πολέμου, ἀναδεικνύοντας τή σφαγή τῶνἙβραίων τοῦ Κιέβου ἀπό τούς ναζί»[21].  Ἐξ αἰτίας τῶν παραπάνω ἀντιφάσεων ἀλλά καί τῶν ὑπερβολῶν πού περιέχει ὁ τόμος Σοστακόβιτς. Γιά τόν ἴδιο καί τήν ἐποχή του, πολύ δέ περισσότερο ἐπειδή ὁ Σοστακόβιτς εἶχε πλήρη ἄγνοια[22] γιά τά πλεῖστα τῶν ἄρθρων αὐτῶν, νομίζω ὅτι δέν μποροῦμε νά θεωρήσουμε ἀξιόπιστα αὐτά τά κείμενα.
Παρακολουθώντας κυρίως τήν βιογραφία τοῦ Μπάρνς τίθενται λοιπόν τά ἑπόμενα κρίσιμα ἐρωτήματα: Ἀγαποῦσε ὁ Σοστακόβιτς τήν σοβιετική ἐξουσία ἤ τόν ἀγαποῦσε μόνον ἐκείνη; Μήπως ἦταν ἀμοιβαία αὐτή ἡ ἰδιάζουσα ἀγάπη; Ὁ ἴδιος ὁ Μπάρνς ἀπαντᾶ ὅτι «κατά τά φαινόμενα, ἡ σοβιετική ἐξουσία εἶχε ἀποφασίσει νά τόν ἀγαπήσει∙ κι ἐκεῖνος δένεἶχε νιώσει ποτέ ψυχρότερο ἀγκάλιασμα»[23]. Ὅμως, γιά τήν ἱστορία, θά παρατηρήσω ὅτι ἀκόμη καί αὐτό τό «ψυχρότερο ἀγκάλισμα» δέν ἐμπόδισε τόν Σοστακόβιτς νά διαθέτει «ἰδιωτικό αὐτοκίνητο ἤδη πρίν ἀπό τόν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Εἶχε ὁδηγό καί ντάτσα. Σέ ὅλη του τή ζωή εἶχε ὑπηρέτες»[24]. Αὐτό θά ἐξηγοῦσε ἴσως τό γεγονός ὅτι ὁ Σοστακόβιτς οὐδέποτε κατήγγειλε, τουλάχιστον φανερά, τίς αὐθαιρεσίες τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας ἤ ἐπιχείρησε νά βοηθήσει τούς λογοτέχνες ἤ τούς καλλιτέχνες πού ὑφίσταντο τίς διώξεις της. Βεβαίως, σύμφωνα μέ τήν καταγραφή τοῦ Μ. Ἄρντοφ, ὁ Μαξίμ Σοστακόβιτς σημειώνει ὅτι «ἀρχίζοντας ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1930 καί μέχρι τόν θάνατο τοῦ Στάλιν, ὁ πατέρας ζοῦσε ὑπό τήν ἀπειλή τῆς σύλληψης καί τῆς ἐκτέλεσης. Ἀπό αὐτό δέν μποροῦσε νά σέ σώσει οὔτε ἡ ἀφοσίωση στό καθεστώς οὔτε ἡ ἰδιοφυία»[25].
Στό σημεῖο αὐτό θά προσθέσω ὅτι σέ πρόσφατη συνέντευξη ὁ σπουδαιότερος ἐν ζωῇ Ρῶσσος συνθέτης Σ. Σλονίμσκι, ἀναφερόμενος στόν Σοστακόβιτς, τονίζει ὅτι ὁ Σοστακόβιτς «εἶναι μία τραγική μορφή, μία μεγαλοφυία, ὁ ὁποῖος κατάφερε νά ὑπερασπιστεῖ τό ἔργο του σέ συνθῆκες σκληρῶν διώξεων… Ἐπέλεξε αὐτόν τόν δρόμο τοῦ διαχωρισμοῦ τοῦ ἐπίσημου ἀπό τό δικό του ἀληθινό ἔργο, τό ὁποῖο παρέμεινε ἀπαραβίαστο, ἄν καί εἶχε πολύ μεγάλη ἐξέλιξη»[26]. Πρόκειται ἴσως γιά τήν πιό ἀκριβῆ προσέγγιση σχετικά μέ τήν στάση τοῦ Σοστακόβιτς ἀπέναντι στό σοβιετικό καθεστώς.
Νομίζω λοιπόν ὅτι ἡ βιογραφία τοῦ Μπάρνς ἀκολουθεῖ μία πιό μετριοπαθῆ ἑρμηνευτική σέ σχέση μέ ὁρισμένες προσεγγίσεις τοῦ Βολκώφ. Τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, θά μποροῦσα νά δεχθῶ ὅτι αὐτή ἡ μετριοπαθής στάση τοῦ Μπάρνς, σέ συνδυασμό μέ τήν ἀναφερθεῖσα τοποθέτηση τοῦ Σλονίμσκι, εἶναι πιό κοντά στήν πραγματικότητα.
Πάντως εἶναι εὐνόητο ὅτι ἀπό τά τέσσερα βιβλία πού ἔχουν ἐκδοθεῖ στά ἑλληνικά γιά τόν Σοστακόβιτς, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1982-2016, κανένα δέν συνιστᾶ ad hoc βιογραφία τοῦ μεγάλου Ρώσσου συνθέτη. Ὁπωσδήποτε ἔχουν ὅλα τά ἀναφερθέντα βιβλία στοιχεῖα βιογραφικά ἀλλά καμμία ἀπό τίς ἐκδόσεις αὐτές δέν ἀποτελεῖ μία σύνθετη καί ὁλοκληρωμένη καί κατά τό δυνατόν  ἀντικειμενική παρουσίαση τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου τοῦ Σοστακόβιτς. Ἐννοεῖται δέ ὅτι ὁποιαδήποτε προσέγγιση κι ἄν ἀκολουθήσει κανείς, δέν θά ἀρνηθεῖ ὅτι ὁ Σοστακόβιτς ὑπῆρξε ἀπό τούς σπουδαιότερους συνθέτες τοῦ 20οῦ αἰ.
(Ἐπεξεργασμένη μορφή τῆς μιλίας τοῦ γράφοντος στήν ἐκδήλωση γιά «τά 110 χρόνια ἀπό τήν γέννηση τοῦ Ντμ. Σοστακόβιτς», στό Μέγαρο Μουσικῆς Ἀθηνῶν, στίς 14.11. 2016)

 


[1] Ντμ. Σοστακόβιτς, Μαρτυρία. Ἀπομνημονεύματα, μετ. Ἑ. Χατζηδήμου, Νεφέλη, Ἀθήνα 1982.
[2] (ἐπιμ. Λ. Γκριγκόριεφ, Γ. Πλάτεκ) Ντμ. Σοστακόβιτς, Γιά τόν ἴδιο καί τήν ἐποχή του, μετ. Ν. Σαραντάκος, Ἐκδ. Σύγχρονη ‘Εποχή, Ἀθήνα 1985.
[3] Μ.&Γκ. Σοστακόβιτς, Ὁ πατέρας μας DSch, μετ. Γ.Π. Πλουμίδης, Ἐκδόσεις Μουσαῖο, Ἀθήνα 2006.
[4] J. Barnes, Ὁ ἀχόςτῆςἐποχῆς, μετ. Θ. Σκάσσης, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2016.
[5] El. Wilson, Shostakovich. A Life Remembered, Faber & Faber, London, 2006, σ. xiii.
[6] Ντμ. Σοστακόβιτς, Μαρτυρία…, σ. 212.
[7] Ντμ. Σοστακόβιτς, Μαρτυρία…, σ. 203.
[8] Ὑπάρχουν διαφορετικές ἀποδόσεις («σύγχυση», «μπέρδεμα», «θολούρα», «κακοφωνία») τοῦ τίτλου στά ἑλληνικά βλ. Μ.&Γκ. Σοστακόβιτς, Ὁ πατέρας μας DSch…, σ. 71, σημ. 79.  
[9] (ἐπιμ. Λ. Γκριγκόριεφ, Γ. Πλάτεκ) Ντμ. Σοστακόβιτς, Γιά τόν ἴδιο καί τήνἐποχή του…, σσ. 42-58. 
Οrl. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, μέρος δεύτερο, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σ. 245.
[11] Μ.&Γκ. Σοστακόβιτς, Ὁ πατέρας μας DSch…, σ. 181. 
[12] El. Wilson, Shostakovich. A Life Remembered…, σ. 145.   
[13] V.G. Chigrinov & V.V. Belyaev, «The Life and Times of Vsevolod Konstantinovich Frederiks: 1885-1944», Liquid Crystals Today 6, 4 (1996), σ. 11. Πάντως στό συγκεκριμένο δημοσίευμα παραλείπεται ὅτι ὁ Frederiks ἦταν σύζυγος τῆς ἀδελφῆς τοῦ Σοστακόβιτς. 
[14] Μ.&Γκ. Σοστακόβιτς, Ὁ πατέρας μας DSch…, σ. 158.
[15] J. Barnes, Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς…, σ. 231.
[16] J. Barnes, Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς…, σ. 59.
[17] Τό παράθεμα ἔχει ληφθεῖ ἀπό τόν J. Barnes (Ὁ ἀχός τῆςἐποχῆς…, σ. 116).
[18] Ντμ. Σοστακόβιτς, Μαρτυρία…, σ. 188.
[19] (ἐπιμ. Λ. Γκριγκόριεφ, Γ. Πλάτεκ) Ντμ. Σοστακόβιτς…, σ. 92.
[20] (ἐπιμ. Λ. Γκριγκόριεφ, Γ. Πλάτεκ) Ντμ. Σοστακόβιτς…, σ. 277.
[21] Οrl. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, μέρος δεύτερο, ὅπ.π., σ. 374.
[22] Ἐνδεικτικῶς βλ. Ντμ. Σοστακόβιτς, Μαρτυρία…, σ. 10. Μ.&Γκ. Σοστακόβιτς, Ὁ πατέρας μας DSch…, σ. 162.
[23] J. Barnes, Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς…, σ. 198.
[24] J. Barnes, Ὁ ἀχός τῆς ἐποχῆς…, σ. 204.
[25] Μ.&Γκ. Σοστακόβιτς, Ὁ πατέρας μας DSch…, σ. 69. Βλ. ὁμοίως σ. 154. 
[26] «Σεργκέϊ Σλονίμσκι, Συμφωνία, ὁ ἦχος τῆς ἐξομολόγησης», περ. Πολύτονον τ. 78, 2016, σ. 33.