Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς
Πρακτικά Συνεδρίου «Ἑλληνικός καί Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός», (Ἱερά Mονή Πεντέλης-Στοά τοῦ Βιβλίου 23-24.10. 2015), Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2016, σελ. 443
Σ’ ἕναν ὀγκώδη καί φροντισμένο τόμο οἱ Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι ἐξέδωσαν τά Πρακτικά τοῦ Συνεδρίου «Ἑλληνικός καί Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός», τό ὁποῖο ὀργάνωσε ἡ Εἰδική Συνοδική Ἐπιτροπή Πολιτιστικῆς Ταυτότητος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. 
Ὁ τόμος διαρθρώνεται σέ τρεῖς θεματικές κατηγορίες, με ἀντίστοιχους εἰσηγητές, γνωστούς συγγραφεῖς καί πανεπιστημιακούς καθηγητές: 1η «Ἀναζητώντας τήν ταυτότητα τοῦ Διαφωτισμοῦ» (Ἄ. Ταμπάκη, Χ. Καρανάσιος, Ἑλ. Ἀγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Κ. Κωτσιόπουλος, Κ. Χολέβας, Γ. Καραμπελιᾶς), 2η «Ἡ Ὀρθόδοξη θρησκευτική Παράδοση καί ὁ Διαφωτισμός» (Ἀλ. Στάϊνχάουερ, Κ. Πέτσιος, Χ. Μηνάογλου, Ἀθ. Καραθανάσης, Ἀ. Ἀργυρίου, πρωτ. Γ. Μεταλληνός, Β. Μακρίδης, Ἀπ. Νικολαΐδης) καί 3η «Ὁ Διαφωτισμός μέσα ἀπό πρόσωπα» (Χ. Μελετιάδης, Μ. Μαντουβάλου, Δ. Καραμπερόπουλος, Κ. Σβολόπουλος, Δημ. Μεταλληνός, Δ. Γόνης, Κ. Κοκκινόφτας).
Ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν εἰσηγήσεων τοῦ τόμου καθίσταται φανερό ὅτι ὁ Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός εἶναι ἕνα σύνθετο φαινόμενο (βλ. σχετικῶς καί τίς ἀνακοινώσεις τῶν Κ. Κωτσιόπουλου καί  Ἀπ. Νικολαΐδη), τοῦ ὁποίου οἱ ἐπιδράσεις στήν ἑλληνική ζωή καί σκέψη τῆς τουρκοκρατίας δέν εἶναι ἀκριβῶς ὅμοιες μέ τήν ζωή καί τήν σκέψη τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν. Ἐπειδή δέ κατά κανόνα τό ζήτημα «Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός» βρίσκεται στό στόχαστρο τῶν ἐκφερόντων τόν «παραδοσιακό λόγο», θεωρεῖται ὅτι «ὑπάρχει δυνατότητα θετικῆς ἀξιολόγησης τοῦ Διαφωτισμοῦ», ἐάν ὁ Ὀρθόδοξος κόσμος θελήσει «νά ἀναζητήσει τή δική του ἰδιάζουσα σχέση μέ τόν Διαφωτισμό, ἡ ὁποία θά πρέπει νά εἶναι λελογισμένη, κριτική καί ἐποικοδομητική» (σ. 277), ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Β. Μακρίδης.
Δύο ἀνακοινώσεις, τοῦ πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ καί τῆς Μ. Μαντουβάλου, εἶναι ἀφιερωμένες στόν Βολταῖρο πού ἐκπροσωπεῖ  τήν ἐκδοχή τοῦ «ἄθεου Διαφωτισμοῦ» (σσ. 221-223). Τό ζήτημα τοῦ ἀντιϊουδαϊσμοῦ πού ἀναδεικνύει ἡ Μ. Μαντουβάλου καί τό ὁποῖο ἐπιβεβιώνεται ἀπό τίς  πηγές (σσ. 350-359), ὁπωσδήποτε θά συζητηθεῖ.
 Γιά τήν παιδαγωγική τοῦ νεοελληνικοῦ Διαφωτσμοῦ εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ ἀναλυτική (σσ. 53-89) παρουσίαση τῆς Ἑλ. Ἀγγελομάτη-Τσουγκαράκη. Βεβαίως γιά τό ζήτημα τῆς ἐκπαίδευσης τῶν Ἑλλήνων στήν τουρκοκρατία ὁ ἀναγνώστης θά ἀνατρέξει καί στά στοιχεῖα πού παρέχει ἡ ἀνακοίνωση («Το κρυφό σχολειό, οἱ Ἕλληνες Διαφωτιστές τοῦ 19ου αἰ. καί ἡ ἀποδομητική ἱστοριογραφία τῆς ὕστερης μεταπολίτευσης») τοῦ Γ. Καραμπελιᾶ. Ἐπίκαιρη, ἐξ ἄλλου, εἶναι ἡ εἰσήγηση τοῦ Κ. Χολέβα μέ τίτλο «Ὁ ἑλληνικός καί ὁ εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός στά σύγχρονα σχολικά βιβλία».
 Πολύ εἰδικά, ἀλλά ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέροντα, ζητήματα ἐξετάζουν οἱ εἰσηγήσεις τῶν Χ. Μηνάογλου («Ἀποκρυφισμός: τό κυρίαρχο πνευματικό ρεῦμα τοῦ διαφωτισμοῦ»), Χ. Μελετιάδη («Ἀλέξανδρος καί Νικόλαος Μαυροκορδάτος: πολιτικές ἀναγνώσεις»), Δ. Γόνη («’’Ιβάν Σελιμίνσκης, ἕνας βούλγαρος ἑλληνιστής, ὀπαδός τοῦ Διαφωτισμοῦ») καί Κ. Κοκκινόφτα («Κύπριοι λόγιοι καί ἐκδοτική δραστηριότητα (μέσα 18ου -ἀρχές 19ου αἰ.»).  
Ἄλλες δύο ἀνακοινώσεις, τοῦ Δ. Καραμπερόπουλου καί τοῦ Κ. Σβολόπουλου, εἶναι ἀφιερωμένες στήν προσωπικότητα καί τό ἔργο τοῦ Ρήγα Βελεστινλῆ (σσ. 367-390 καί 391-393, ἀντιστοίχως).
Ἀσφαλῶς πολλά νέα στοιχεῖα θά ἀποκομίσει ὁ ἀναγνώστης ἀπό τίς εἰσηγήσεις τῆς Ἄ. Ταμπάκη γιά τήν «πρόσληψη τῆς ἀρχαιότητας στόν ἑλληνικό 18ο αἰ.», τοῦ Ἀλ. Στάινχάουερ γιά τήν «πολιτική οἰκονομία ὡς θεοκρατία», τοῦ Κ. Πέτσιου σχετικά  μέ τήν «μεταφυσική τοῦ νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ», τοῦ Ἀθ. Καραθανάση γιά τόν «θρησκευτικό οὑμανισμό» καί τοῦ Δημ. Μεταλληνοῦ γιά τόν «Ἰωάννη Καποδίστρια».  
Τέλος, στό παράρτημα (σσ. 203-209) τῆς εἰσήγησης τοῦ Ἀστ. Ἀργυρίου δημοσιεύεται γιά πρώτη φορά ἕνα κείμενο ἀπό τήν «Ἑρμηνεία εἰς τήν Ἀποκάλυψιν» τοῦ Θεοδωρήτου (1740-1823).
Εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ εἰσηγήσεις τοῦ Δ΄ Συνεδρίου πού ἐντάσσεται καί αὐτό στά Συνέδρια γιά τήν συμπλήρωση 200 ἐτῶν ἀπό τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση, γραμμένες ἀπό εἰδικούς, εἶναι ἐπιστημονικά τεκμηριωμένες. Κυρίως οἱ εἰσηγήσεις αὐτές εἶναι ἀπαλλαγμένες ἀπό τήν ἰδεολογική φόρτιση μέ τήν ὁποία Ἕλληνες ἱστορικοί, ἀπό τόν 19ο αἰ. μέχρι καί σήμερα, προσέγγισαν τό ζήτημα «τουρκοκρατία» ὅπως καί τό ζήτημα «ἐπανάσταση τοῦ 1821». Κατά ταῦτα, νομίζω ὅτι οἱ εἰσηγήσεις τοῦ τόμου πού παρουσιάζω σήμερα, θά προκαλέσουν τό ἐνδιαφέρον ἑνός εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ.





Δημήτρης Μπαλτς
H. Carrère d’ Encausse, Les Romanov. Une dynastie sous le règne du sang, Pluriel-Fayard, Paris 2013, σελ. 440
Tήν ἱστορία τῆς δυναστείας τῶν Ρομάνωφ  (1613-1913), «τρεῖς αἰῶνες δόξας, δύναμης και αἵματος» (σ. 11), παρουσιάζει ἡ γνωστή γαλλίδα ἀκαδημαϊκός H. Carrère d’ Encausse.
Carrère d’ Encausse ἀρχίζει τήν ἀφήγησή της λίγο νωρίτερα, τήν ἐποχή τοῦ Ἰβάν τοῦ Δ΄, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ «τήν ἐνσάρκωση τοῦ τραγικοῦ πεπρωμένου τῆς Ρωσσίας» (σ. 19) ἀλλά καί τήν «προεικόνιση τῶν ὁλοκληρωτικῶν κρατῶν τοῦ 20οῦ αἰ.» (σ. 20).
Ἡ βασιλεία τοῦ πρώτου τῆς δυναστείας τῶν Ρομάνωφ, τοῦ Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος στέφθηκε τσάρος στίς 21 Ἰουλίου τοῦ 1613, χαρακτηρίζεται ἀπό «τό ἄνοιγμα πρός τόν ἐξωτερικό κόσμο καί στούς ξένους» (σ. 37).
Ἀλλά ὁ ἵδιος αἰώνας χαρακτηρίζεται ἀπό τό σχίσμα τῶν Ρασκόλινικων, πού ἀντετίθεντο στίς ἐκκλησιααστικές μετρρυθμίσεις τοῦ πατριάρχη Νίκωνα. Γιά τήν  H. Carrère d’ Encausse, στήν σύγκριση μεταξύ τοῦ σχίσματος αὐτοῦ καί τῆς Μεταρρύθμισης στήν Δύση, παρατηρεῖται ἡ διαφορά ὅτι «ἡ Μεταρρύθμιση ὑπῆρξε ἡ ἐπανάσταση τῶν ἀνθρώπων ἐνάντια σέ μία ἐκκλησιαστική αὐθεντία, ἐνῶ τό Ρασκόλ ἦταν ἡ ἐπανάσταση τῶν πιστῶν ἐνάντια στίς μεταρρυθμίσεις πού προτάθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία» (σ. 47).
Το ἑπόμενο καί μάλιστα ἐκτενές (σσ. 56-104) κεφάλαιο ἀναφέρεται στήν ἐποχή τοῦ Μ. Πέτρου, γιά τό «ἔργο τοῦ ὁποίου δεν ὑπάρχει ὁμοφωνία στήν ρωσσική κοινή γνώμη» (σ. 75). Σέ κάθε περίπτωση, ὁ Μ. Πέτρος ἐπιχείρησε νά θεμελιώσει ἕνα σύγχρονο κράτος. Ἐκτός ἀπό τίς μεταρρυθμίσεις στήν ἐκπαίδευση, ὁ Πέτρος προχώρησε στήν «κατάργηση τοῦ πατριαρχείου τῆς Μόσχας καί τήν ἀντικατάστασή του ἀπό τήν Ἁγία Σύνοδο» (σ. 87) καί ἐπίσης στήν ἵδρυση τῆς «Ἀκαδημίας τῶν ἐπιστημῶν» (σ. 89), ἡ ὁποία «ἔγινε τό σύμβολο τῆς νέας Ρωσσίας» (σ. 90). Ἔτσι ἐκείνη την ἐποχή σχηματίζονται τρόπον τινα δύο Ρωσσίες μέσα στήν αὐτοκρατορία.  
Ἀλλά και μία ἄλλη φυσιογνωμία τῆς δυναστείας τῶν Ρομάνωφ, ὁ Πέτρος Γ’, τόν 18ο αἰ., προχώρησε ἕνα βῆμα παραπέρα, ἀπαιτώντας «νά ἀφαιρεθοῦν οἱ εἰκόνες ἀπό τίς ἐκκλησίες, ἐπειδή ἦσαν ἀντικείμενα ἑνός εἰδωλολατρικοῦ πολιτισμοῦ» (σ. 141). Δέν μπορεῖ νά ἀποκλεισθεῖ τό ἐνδεχόμενο νά ἔχουμε ἐδῶ μία νίκη τοῦ προτεσταντισμοῦ μέσα στήν Ρωσσία.
Ἐάν ὁ Πέτρος Γ΄ δέν εἶχε ἄμεση σχέση μέ τήν Ρωσσία καί τόν πολιτισμό της, τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν Αἰκατερίνη Β΄, μέ τήν διαφορά ὅμως ὅτι «αὐτή ἐξοικειώθηκε μέ σοβαρότητα  μέ τόν πολιτισμό τῆς Ρωσσίας» (σ. 148), μέ ἀποτέλεσμα «νά ἀπολαμβάνει τήν εὔνοια τοῦ ρωσσικοῦ λαοῦ» (σ. 153). Στά χρόνια τῆς βασιλείας της ἡ Αἰκατερίνη Β΄ εἶχε νά ἀντιμετωπίσει τήν περίφημη ἐξέγερση τοῦ Πουγκατσώφ. Ἐπί τοῦ προκειμένου ἡ Carrère d’ Encausse ἐπισημαίνει ὅτι σ’ αὐτήν τήν ἐξέγερση, ἡ ὁποία εἶχε κοινωνικά καί ἐθνικά χαρακτηριστικά, «οἱ δύο Ρωσσίες, ἡ ‘’ἀληθινή’’ καί ἡ ‘’νέα’’ βρέθηκαν πρόσωπο μέ πρόσωπο» (σ. 176).

Δέν θα ἐπιμείνω ἰδιαίτερα στίς προσωπικότητες τῶν τσάρων Παύλου Α΄ και Ἀλεξάνδρου Α΄ τῶν ὁποίων ἡ ζωή ἀλλά καί ὁ θάνατος παρουσιάζουν πολλά ἐρωτηματικά καί ἔχουν ἀπασχολήσει κατά καιρούς τήν ἱστορική ἔρευνα.
Στά χρόνια τῶν ἑπομένων τσάρων καί ἰδίως ἐπί Νικολάου Α΄ καθιερώνεται «ἡ γραφειοκρατική-στρατιωτική μέθοδος διακυβέρνησης» (σ. 259). Συναντοῦμε ἀκριβῶς ἐδῶ τήν δημιουργία τοῦ ἀστυνομικοῦ κράτους τήν ὁποία βεβαίως θά δοῦμε ἐκ νέου καί πιό συστηματικά στά χρόνια τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος.   
Ἀντιθέτως, ἐπί Ἀλεξάνδρου Α΄, τουλάχιστον στήν ἀρχή τῆς βασιλείας του, δίδεται ἡ εἰκόνα μιᾶς «ἄνοιξης στήν πολιτική». Τίθενται ζητήματα ὅπως ἡ κατάργηση τῆς δουλοπαροικίας, ἡν ὀργάνωση τῆς κοινωνικῆς ἀντιπροσώπευσης (zemstvo), ἡ αὐτονομία τῶν πανεπιστημίων. Προστίθεται δέ ὅτι «ἡ βασιλεία τοῦ Ἀλεξάνδρου Γ΄ χαρακτηρίζεται ἀπό πραγματική οἰκονομική ἀνάπτυξη» (σ. 342).
Ἄν καί ὁ τελευταῖος τῶν τσάρων Νικόλαος Β΄ «κράτησε κοντά του τόν [ὑπουργό οἰκονομικῶν τοῦ πατέρα του] Βίττε» (σ. 355), καί ἀργότερα τοποθέτησε ὡς πρωθυπουργό τόν Στολύπιν (βλ. ἀναλυτικῶς σσ. 369-379), φαίνεται ὅτι ἡ πορεία πρός τήν ἀνατροπή τῆς μοναρχίας ἦταν πλέον προδιαγεγραμμένη. Ὡς «πρελούδιο» τοῦ 1917 καί «τῆς νίκης τοῦ Λένιν» μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1905.
Οἱ τελευταῖες σελίδες (σσ. 400-404) τοῦ βιβλίου τῆς Carrère d’ Encausse ἀναφέρονται στήν ἐκτέλεση τῆς τσαρικῆς οἰκογένειας τήν νύχτα τῆς 16ης πρός 17η Ἰουλίου τοῦ 1918.
Μεταξύ τῶν συμπερασμάτων τῆς γαλλίδας ἱστορικοῦ μπορεῖ νά κρατήσει κανείς τήν ἐπισήμανση ὅτι ἡ ἱστορία τῶν Ρομάνωφ εἶναι ἡ ἱστορία δύο Ρωσσιῶν, «τῆς Ρωσσίας τῶν ταπεινῶν πού εἶναι ὑποταγμένοι στήν θεία δικαιοσύνη, καί τῆς Ρωσσίας τῶν ἐλίτ πού ἔχουν ἀνατραφεῖ μέ τήν εὐρωπαϊκή κουλτούρα» (σ. 408).
Carrère d’ Encausse παρουσιάζει λοιπόν ἐδῶ μέ κριτική ματιά πρόσωπα καί πράγματα τῆς ρωσσικῆς ἱστορίας, καί συγκεκριμένα τῆς ἐποχῆς πού κυριάρχησε ἡ δυναστεία τῶν Ρομάνωφ.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016



        Δημήτρης Μπαλτᾶς

Daniel Beer, The House of the Dead. Siberian Exile Under the Tsars, Allen Lane (Penguin Books), UK 2016, σελ. 487

Μία πολύ ἐνδιαφέρουσα μελέτη, ἀναφερόμενη στήν Σιβηρία ὡς τόπο ἐξορίας πολιτικῶν καί ποινικῶν ἐξορίστων, κατά τήν ἐποχή τοῦ 19ου αἰ., πού ὑπογράφει καθηγητής στό τμῆμα Ἱστορίας στό Royal Holloway (Πανεπιστήμιο τοῦ Λονδίνου) D. Beer, εἶδε προσφάτως τό φῶς τῆς δημοσιότητας.   
Beer καταγράφει τά γεγονότα βασιζόμενος βεβαίως σέ ἀρχειακό ὑλικό, στήν παλαιότερη καί σύγχρονη βιβλιογραφία, ἀλλά καί σέ ἀναφορές πού παρέχουν ἔργα γνωστῶν Ρώσσων λογοτεχνῶν, καί συγκεκριμένα τό ποίημα «Γιά τήν Σιβηρία» τοῦ Ἀλεξ. Πούσκιν (ἑλλ. μετ. στόν τόμο Ἄλλη, καλύτερη, ζητῶ ἐλευθερία, μετ. Μ. Ἀλεξανδρόπουλος, ἐκδ. Ποταμός, Ἀθήγνα 2004, σ. 87), οἱ Ἀναμνήσεις ἀπό τό σπίτι τῶν πεθαμένων τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι (ἑλλ. μετ. Ἄρη Ἀλεξάνδρου, ἐκδ. Γκοβόστη, Ἀθήνα 1990), νῆσος Σαχαλίνη τοῦ . Τσέχοφ (ἑλλ. μετ. Ἑλ. Κατσιώλη, ἐκδ. Λέμβος, Ἀθήνα 2015) καί τό ἀφήγημα τοῦ . Τσέχοφ «Στήν ἐξορία» (ἑλλ. μετ. στόν τόμο Τσέχοφ, Διηγήματα καί μονόπρακτα, μετ. Β. Ντινόπουλος, Γ. Τσακνιᾶς, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2015, σσ. 159-174).
  Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι κατά τούς ὑπολογισμούς τοῦ Beer «μεταξύ τῶν ἐτῶν 1801-1917 περισσότεροι ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο ὑπήκοοι τοῦ τσάρου ἐξορίστηκαν στήν Σιβηρία» (σ. 4). Ὁ ἀναγνώστης πού ἐνδιαφέρεται γιά τά ποσοτικά δεδομένα, τά ὁποῖα παρατίθενται σε πολλές σελίδες τοῦ βιβλίου, θά πρέπει νά ἔχει κατά νοῦν ὅτι  ὁ πληθυσμός τῆς Ρωσσίας αὐξήθηκε ἀπό τά μέσα πρός τό τέλος τοῦ 19ου αἰ., κατά πενήντα περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλά δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανένα ὅτι οἱ συνθῆκες διαβιώσεως τῶν ἐξορίστων ἦσαν ἀπάνθρωπες. Ὡστόσο, ἡ δημιουργία τῶν «ἑνώσεων τῶν φυλακισμένων» (artely) ἀποτελεῖ, κατά τόν ἐθνογράφο Σ. Μαξίμωφ, «πηγή ζωῆς καί χαρᾶς γιά τήν οἰκογένεια τοῦ φυλακισμένου» (σ. 46).
Ἰδιαίτερη ἀναφορά (σσ. 53-132), ὅπως εἶναι ἀναμενόμενο, κάνει ὁ Beer λεγόμενους Δεκεμβριστές, τούς εὐγενεῖς καί ἀξιωματικούς πού, ἐπηρεασμένοι σε μικρότερο ἤ μεγαλύτερο βαθμό ἀπό τήν Ἀμερικανική καί τήν Γαλλική Ἐπανάσταση, ἦλθαν σέ σύγκρουση μέ τήν πολιτική τοῦ τσάρου. Ἐπισημαίνει πάντως ὁ συγγραφέας ὅτι «ἀντιθέτως μέ τήν μυθολογία πού ἀναπτύχθηκε γι’ αὐτούς, οἱ Δεκεμβριστές δέν ἦσαν ἅγιοι» (σ. 122), ἀναφέροντας χαρακτηριστικά ὅτι στήν φυλακή διέθεταν τό ὑπηρετικό τους προσωπικό καί ἀνέσεις. Μάλιστα στό «Μανιφέστο» τοῦ Ἀλεξάνδρου Β΄, στίς 18.2.1855, «ὑπῆρχε πρόβλεψη γιά ἀμνηστεία τῶν ἐπιζώντων Δεκεμβριστῶν» (σ. 131). Ἐπίσης στήν Σιβηρία ἐξορίστηκαν «Πολωνοί ἐπαναστάτες… ἐξαιτίας τῶν πατριωτικῶν καί δημοκρατικῶν ἀντιλήψεών τους» (σ. 191), μετά τήν βιαίως κατασταλεῖσα πολωνική ἐξέγερση τοῦ 1863.  
Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Σιβηρίας ὡς τόπου καταναγκαστικῶν ἔργων καί ἐξορίστων πού ζοῦν ὑπό σκληρότατες συνθῆκες μεταβάλλεται κάπως μετά τό 1890, ἐάν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν ὅτι «ὁρισμένοι πολιτικοί ἐξόριστοι συνεχίζουν τό ἔργο τους ὡς συγγραφεῖς καί δημοσιογράφοι» (σ. 305). Παράδειγμα λιγότερο γνωστό ἀποτελεῖ ὁ Βλ. Λένιν ὁ ὁποῖος «πέρασε τρία χρόνια στήν ἐξορία ὑπό συνθῆκες πού θά κατέπλησσαν τούς ἐπαναστάτες μία δεκαετία νωρίτερα» (σ. 354). Βεβαίως αὐτή ἡ ἀλλαγή θά εἶναι προσωρινή, ἀφοῦ μερικά χρόνια ἀργότερα, ἐπί σοβιετικοῦ πλέον καθεστῶτος, ἡ ἐξορία, ὅπως καί οἱ ἐκτελέσεις, ἀντιφρονούντων, θά ἐπιστρέψουν στήν ρωσσική καθημερινότητα.
Θά προσθέσω ὅτι τό εἰκονογραφικό ὑλικό ἀποτελούμενο ἀπό τριάντα πίνακες ζωγραφικῆς πού ἀπεικονίζουν ἐξόριστους στήν Σιβηρία καί τίς συνθῆκες τῆς ζωῆς τους, εἶναι ἐν πολλοῖς σπάνιο.
Ἡ μελέτη τοῦ καθηγητῆ Beer συμπληρώνει κατά τόν καλύτερο τρόπο ἕνα βιβλιογραφικό κενό στήν πολιτική καί τήν κοινωνική ἱστορία τῆς Ρωσσίας τοῦ 19ου αἰ. Νομίζω ὅτι εἶναι χρήσιμο νά μεταφρασθεῖ ἡ παροῦσα ἐργασία στήν ἑλληνική.



Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Vladdislav Khodassévitch, Le couloir blanc, trad. F. Deligne, Éditions Interférences, Paris 2015, σελ. 175  

Τήν πρόσφατη γαλλική μετάφραση τῶν αὐτοβιογραφικῶν ἀναμνήσεων τοῦ Ρώσσου ποιητῆ Βλαντισλάβ Χοντασέβιτς (1886-1939), πού εἶναι ἄγνωστος στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, ἔρχομαι νά παρουσιάσω στήν σημερινή  κατάθεση. Πρόκεται γιά κείμενα πού δημοσίευσε ὁ Χοντασέβιτς μετά τό 1922, ὅταν ὁ ποιητής ἔζησε ἐξόριστος στό Παρίσι.
Ἡ ἀξία τῶν αὐτοβιογραφικῶν αὐτῶν σημειώσεων εἶναι σημαντική, ὄχι μόνον διότι παρέχουν πληροφορίες γιά τήν προσωπική ζωή τοῦ ποιητῆ στήν Ρωσσία πρίν καί μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917, ἀλλά καί διότι παρουσιάζουν καί ἄλλα πρόσωπα (πολιτικούς, διανοουμένους κ.ἄ.) τά ὁποῖα ὁ ποιητής γνώρισε καί μέ τά ὁποῖα συνδέθηκε, ἔστω καί λίγο, στήν πατρίδα του.
Ἀπό τά πρῶτα πρόσωπα πού ἀναφέρονται στόν τόμο αὐτόν, θά σημειώσω τόν Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης (1828-1908), ἡ ἁπλότητα τοῦ ὁποίου (σ. 40) ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση στόν νεαρό Χοντασέβιτς. Μεταξύ τῶν ποιητῶν πού ἀρχίζει νά διαβάζει ὁ Χοντασέβιτς νά διαβάζει, ἤδη στήν παιδική καί στήν ἐφηβική ἡλικία του, ἀνήκουν ὁ Ἀ. Μάϊκωφ (1821-1897) καί ὁ Ἀ. Φέτ (1820-1892), ἐνῶ παράλληλα παρακολουθεῖ τούς λογοτεχνικούς κύκλους (σσ. 47-58) τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ.  
Γιά τό καθεστώς τῶν μπολσεβίκων οἱ ἀναφορές τοῦ Χοντασέβιτς δέν εἶναι ἰδιαίτερα κολακευτικές (βλ. ἐνδεικτικῶς σ. 68, σ. 82. σσ. 112-114, σ. 116), ἔστω κι ἄν ἐργάστηκε ἐπί σοβιετικοῦ καθεστῶτος σέ διάφορες θέσεις, κυρίως σέ βιβλιοπωλεῖα (σ. 91. σ. 98), γιά νά μπορέσει νά ἐπιβιώσει ἀπό τήν πείνα καί τίς ἄθλιες συνθῆκες διαβίωσής του, ἐξαιτίας τῶν ὀποίων ἀρρώστησε βαριά (σ. 126, σ. 143).
Ἀναφερόμενος στά λογοτεχνικά πράγματα, ὁ Χοντασέβιτς ἐπισημαίνει κατηγορηματικά ὅτι «ὄχι μόνον ἡ προλεταριακή λογοτεχνία εἶχε ἀποτύχει, ἀλλά εἶχαν θυσιάσει ἀνθρώπους ἄξιους ἑνός καλύτερου εἴδους [γραφῆς] (σ. 79).
Δέν μπορεῖ νά παραλείψει ὁ Χοντασέβιτς τίς ἀναφορές, ἔστω περιορισμένες, στίς ἐκτελέσεις, ἐκ μέρους τῶν μπολσεβίκων, ἐκπροσώπων τῆς τέχνης καί τῆς λογοτεχνίας. Ἔτσι καταγράφονται στόν τόμο δύο πρόσωπα, παντελῶς ἄγνωστα στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, ὁ  Piotr Weiner (γενν. 1879), ἱδρυτής τοῦ Μουσείου τῆς Ἁγίας Πετρούπολης, ὁ ὁποῖος ἐκτελέστηκε τό 1931 καί ὁ κόμης Esper Oukhtomski, συντηρητής τοῦ μουσείου τοῦ τσάρου Ἀλεξάνδρου τοῦ Γ΄, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἐκτελέστηκε τό 1921, τήν ἴδια ἐποχή πού ἐκτελέστηκε καί ὁ γνωστότερος αὐτῶν, ποιητής Νικολάϊ Γκουμιλιώφ (1886-1921).
Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀξία τῶν συγκεκριμένων κειμένων τοῦ Χοντασέβιτς εἶναι ἐπίσης ἰδιαίτερη, ἐάν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι στά χρόνια τῆς ἐξορίας του ὁ Χοντασέβιτς, γιά διαφόρους λόγους, δέν δημοσίευσε ἄλλα ποιήματα (σ. 9) ἐκτός αὐτῶν πού εἶχε δημοσιεύσει ὅσο ζοῦσε στήν Ρωσσία.
Σέ μία ἀποτίμηση, θά ἔλεγα ὅτι οἱ ἀναμνήσεις τοῦ Χοντασέβιτς ἀποτελοῦν τήν αὐθεντική μαρτυρία ἑνός ποιητῆ πού ἔζησε ἀπό κοντά στιγμές καί τῆς προεπαναστατικῆς καί τῆς μετεπαναστατικῆς Ρωσσίας. 

            (Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Στέπα 4, 2016, σσ. 303-304)