Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016




            Δημήτρης Μπαλτᾶς 

     Ἀλέξανδρος Κοζέβ, Λατινική αὐτοκρατορία. Σχεδίασμα ἑνός δόγματος γιά τή γαλλική πολιτική, μετ. Ἰφ. Καμτσίδου, Ἐκδόσεις Ἐξάρχεια, Ἀθήνα 2016, σελ. 145
           
         Ὁ Ἀλέξ. Κοζέβ (1902-1968) ἔφυγε ἀπό τήν Ρωσσία στά χρόνια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917 καί πῆγε πρῶτα στην Γερμανία, ὅπου ὁλοκλήρωσε τήν διατριβή του πάνω στήν θρησκευτική φιλοσοφία τοῦ Βλαδ. Σαλαβιώφ (1853-1900) ὑπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ Κ. Γιάσπερς (1883-1969). Ἀργότερα ἔφυγε γιά τήν Γαλλία ὅπου ἔζησε, δίδαξε «Φαινομενολογία τοῦ Χέγκελ», ἐργάστηκε ὡς ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ γαλλικοῦ κράτους καί πέθανε τό 1968.
Το δοκίμιο (1945) τοῦ ρωσσικῆς καταγωγῆς διανοουμένου Ἀλέξ. Κοζέβ, ἀπευθυνόταν πρός τόν στρατηγό Ντέ Γκώλ (βλ. σχετικά καί τίς σελ. 77-84 τοῦ παρόντος βιβλίου) ἀναφέρεται στήν σημασία τῆς αὐτοκρατορίας (= τῆς ἕνωσης συγγενικῶν ἐθνῶν) στήν ὁποία «πρέπει να θεμελιώνεται το μοντέρνο κράτος γιά νά εἶναι πολιτικά βιώσιμο» (σ. 12). Διευκρινίζει σχετικά ὁ Κοζέβ ὅτι «ἡ συγγένεια τῶν ἐθνῶν εἶναι πρῶτα και κύρια συγγένεια γλωσσική καί πολιτιστική, συγγένεια ‘’νοοτροπίας’’ ἤ ‘’κλίματος’’. Ἡ πνευματική αὐτή συγγένεια ἑρμηνεύεται καί μέ βάση τήν ταυτότητα  τῆς θρησκείας» (σ. 39).
            Ἐπειδή ὅμως εἶναι ἀναγκαία ἡ χρήση σχετικῶν παραδειγμάτων, ὁ Κοζέβ θά ἀναφερθεῖ στήν περίπτωση τῆς Βρετανίας ἡ «ὁποία εἶχε ἤδη πρίν ἀπό τον πόλεμο μία δομή ‘’αὐτοκρατορίας’’ … ἡ ἀγγλοσαξονική αὐτοκρατορία δηλαδή ὁ πολιτικοοικονομικός ἀγγλοαμερικανικός συνασπισμός ἀποτελεῖ σήμερα μία ἱκανή καί ἀποτελεσματική πολιτική πραγματικότητα» (σ. 21).
            Ἕνα ἄλλο παράδειγμα πού ἀναφέρει ὁ Κοζέβ εἶναι ἡ λεγόμενη «σλαβοσοβιετική αὐτοκρατορία», ἤ ἀλλιῶς ὁ «αὐτοκρατορικός σοσιαλισμός» (σ. 20). Βεβαίως, αὐτή ἡ ἑρμηνευτική ἴσχυε τήν ἐποχή πού γράφει ὁ Κοζέβ, καθ’ ὅσον τό σοβιετικό κράτος εἶχε δομή, ἔκταση καί δύναμη αὐτοκρατορίας, ἀλλά ἐν τέλει ἡ ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων ἔδειξε ὅτι δέν ἦταν «πολιτικά βιώσιμο» (σ. 20).
            Ἐνδιαφέρουσα καί σωστή εἶναι ἡ πρόβλεψη τοῦ Κοζέβ ὅτι «ἡ Γερμανία θά προσανατολιστεῖ στήν ἀγγλοσαξονική πλευρά» (σ. 22). Ὅσον ἀφορᾶ την θέση τῆς Γαλλίας, ὁ Κοζέβ ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ ἀπομονωμένη Γαλλία θά χρειαστεῖ νά ἐπιλέξει ἀνάμεσα στίς δύο αὐτοκρατορίες [τήν ἀγγλοσαξονική καί τήν σλαβοσοβιετική] πού ἀντιπαρατίθενται» (σ. 25). Στό σημεῖο αὐτό ὁ Κοζέβ προτείνει τήν δημιουργία  μιᾶς «λατινικῆς αὐτοκρατορίας», στήν ὁποία «ἡ Γαλλία θά μποροῦσε νά διατηρήσει τήν πολιτική καί τήν πολιτιστική ἰδιαιτερότητά της μόνον ἐάν ἐτίθετο ἐπικεφαλῆς» (σ. 27). Αὐτό γιά τόν Κοζέβ θά ἐσήμαινε ὅτι «ὁ γαλλικός λαός θά ἔχει ὡς στόχο καί καθῆκον τή διατήρηση τῆς θέσης του ὡς primus inter pares» (σ. 38).
Τό πρόβλημα λοιπόν, γιά τόν συγγραφέα, εἶναι ἡ δημιουργία μιᾶς λατινικῆς αὐτοκρατορίας ὡς «μιᾶς ἀληθινῆς πολιτικῆς ὀντότητας. Αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει παρά μόνο ἐάν οἱ χῶρες της [ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία καί ἡ Ἱσπανία] σχηματίσουν μιά πραγματική οἰκονομική ἕνωση» (σ. 48). Προσθέτει μάλιστα ὁ Κοζέβ ὅτι «ἡ πολιτική και οἰκονομική προσπάθεια τῆς Γαλλίας γιά τή δημιουργία μιᾶς λατινικῆς αὐτοκρατορίας δέν μπορεῖ, καί δέν πρέπει, να ἀγνοήσει τή βοήθεια τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας» (σ.100). Ἐδῶ μπορεῖ να λεχθεῖ ὅτι οἱ ἀναφερεθεῖσες προβλέψεις τοῦ Κοζέβ ἐπαληθεύθηκαν ἱστορικά, ἔστω καί ἐν μέρει.
            Μία ἄλλη ἀξιοσημείωτη προσέγγιση τοῦ Κοζέβ εἶναι ὅτι «ἡ πολιτική συνεργασία τῆς λατινικῆς αὐτοκρατορίας μέ τήν Σοβιετική Ἕνωση θά μποροῦσε νά προλειάνει το ἔδαφος γιά μία ὅλο καί βαθύτερη συνεργασία ἀνάμεσα στήν Καθολική Ἐκκλησία καί τήν Ἑλληνοσλαβική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» (σ. 107). Καί ὁ συγγραφέας προσθέτει ὅτι «εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἡ πραγματική ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν προϋποθέτει μιά οὐσιαστική ἑνοποίηση τοῦ ἀνθρώπινου γένους και ὅτι αὐτή ἡ ἑνοποίηση αὐτή δέν μπορεῖ παρά μόνο ἐάν ἡ ἱστορική ἐξέλιξη πού ὁδηγεῖ πρός τά ἐκεῖ διέλθει μέσῳ μιᾶς περιόδου ὁμαδοποιήσεων αὐτοκρατορικοῦ καί ‘’ὁμολογιακοῦ’’ τύπου» (σ. 107).  Νομίζω ὅτι ἡ σύνδεση αὐτή τοῦ Κοζέβ ἔχει ἕνα θεωρητικό καί οὐτοπικό περιεχόμενο καί δέν μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο συζήτησης. 
            Ἀσφαλῶς ἡ ἔκδοση τοῦ παρόντος δοκιμίου στήν ἑλληνική καλύπτει ἕνα βιβλιογραφικό κενό στήν ἱστορία τῆς γαλλόφωνης πολιτικῆς φιλοσοφίας τοῦ 20οῦ αἰ. Ἔχει προηγηθεῖ πρό ἐτῶν τό κείμενο τοῦ Κοζέβ «Τυραννία και Σοφία» (μετ. Ε. Παπάζογλου, Γνώση, Ἀθήνα 1995) περιληφθέν τότε στόν τόμο Περί τυραννίας. Πάντως, ἐλλείψει τῆς γενικότερης ἑλληνόφωνης βιβλιογραφίας γιά τό ἔργο τοῦ Κοζέβ, ἀφεύκτως θά πρέπει νά ἀνατρέξει κανείς στήν ξένη βιβλιογραφία. Γιά παράδειγμα, εἶναι ἐξαιρετικῶς χρήσιμο το βιβλίο τῶν G. Jarczuk καί J.P. Labarrière μέ τίτλο De Kojeve à Hegel (A. Michel, Paris 1996).
Οἱ προσεγγίσεις τοῦ Κοζέβ στό δοκίμιο πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι ἐνδιαφέρουσες, ἄν καί συζητήσιμες. Ἡ σημερινή μορφή τῶν κρατῶν-κοινωνιῶν ἔχει μέν ἕνα πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, ἀλλά οἱ ἐθνότητες, μειονότητες κ.ἄ. πού συν-υπάρχουν στό ἴδιο πολιτικό σύστημα, ἐπιθυμοῦν παντοιοτρόπως νά διατηρήσουν τήν ἐθνική τους  ἰδιαιτερότητα. Ἐξ ἄλλου, τά σημερινά κράτη δέν φαίνεται νά ἐκφράζουν καμμία αὐτοκρατορική ἀντίληψη καί ἀξίωση.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Hélène Carrère d’ Encausse, L’ empire d’ Eurasie. Une histoire de l’ empire russe de 1552 à nos jours, Fayard, Paris 2015, σελ. 538

γνωστή στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό γαλλίδα ἱστορικός καί μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας Hélène Carrère d’ Encausse παρουσιάζει στό παρόν βιβλίο μία ἱστορία τῆς Ρωσσίας τῶν πέντε τελευταίων αἰώνων, ξεκινώντας  ἀπό τήν ἀντίληψη ὅτι « ρωσσική αὐτοκρατορία κατέχει τήν πρώτη θέση στήν παγκόσμια ἱστορία τῶν αὐτοκρατοριῶν» (σ. 13).
Στά δύο πρῶτα κεφάλαια (σσ. 36-57) Hélène Carrère d’ Encausse περιγράφει τήν δημιουργία τῆς ρωσσικῆς αὐτοκρατορίας συγκροτούμενης κατά βάσιν ἀπό τίς συνεχεῖς προσαρτήσεις νέων ἐδαφῶν, κυρίως ἀπό τόν Καύκασο καί τήν Οὐκρανία, τήν κεντρική Ἀσία μέχρι καί τήν Σιβηρία.  Στό σημεῖο αὐτό  ἡ ἱστορικός θά τονίσει ὅτι «τό ρωσσικό ἐνδιαφέρον γιά τήν Ἀσία ὑπακούει σ’ ἕνα ἄλλο κίνητρο: τό ἐμπόριο τῶν δούλων» (σ. 94).
Καθοριστικό ὑπῆρξε καί τό γεγονός τῆς μεταφορᾶς ἀπό τόν Μ. Πέτρο τῆς πρωτεύουσας στήν Ἁγία Πετρούπολη τό 1713, διότι ἔτσι «ἀναδεικνύει τόν δυαδικό χαρακτήρα [τῆς ρωσσικῆς αὐτοκρατορίας], καί τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀσίας» (σ. 66). 
Ἀπό τά πιό ἐνδιαφέροντα καί μάλιστα ἐπίκαιρα κεφάλαια (σσ. 117-154) τοῦ βιβλίου πού παρουσιάζω, εἶναι τά ἀναφερόμενα στό μουσουλμανικό στοιχεῖο τῆς συγκροτηθείσης αὐτοκρατορίας. Ἐπί τοῦ προκειμένου ἡ ἱστορικός θά σημειώσει ὅτι «τό Ἰσλάμ παρέμενε πάντοτε μία ἀπό τίς μεγάλες ἀνησυχίες τοῦ ρωσσικοῦ συστήματος» (σ. 138). Ἡ ρωσσική αὐτοκρατορία ἀναπτύχθηκε καί ἑδραιώθηκε σέ μία ὁμοσπονδιακή ἀντίληψη (idée federaliste) καί μάλιστα παράλληλα μέ τήν καλλιέργεια τοῦ πανσλαβισμοῦ (σ. 194). Ἀλλά ἡ συγγραφέας διαπιστώνει ὅτι ἀκόμη καί μετά τήν πρώτη ρωσσική ἐπανάσταση τοῦ 1905, στά χρόνια τῆς ρωσσικῆς Δούμας, «κανένα ἀπό τά πολιτικά κόμματα δέν πρόσεξε [τούς μουσουλμάνους] καί δέν ὑποστήριξε τίς διεκδικήσεις τους» (σ. 188).
Εἶναι γεγονός ὅτι τό 1917 πού σημαδοτεῖ τήν δεύτερη ρωσσική ἐπανάσταση, «γέννησε μία μεγάλη ἐλπίδα γιά τήν πλειονότητα τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων καί μεταξύ τῶν ἐθνοτήτων τῆς Ρωσσίας» (σ. 207). Βεβαίως ἡ ἐλπίδα γιά χειραφέτηση τῶν ἐθνοτήτων διαψεύσθηκε καί μέ τήν τότε λεγόμενη «προσωρινή κυβέρνηση» (σ. 208). Πάντως ἡ συγγραφέας γράφει χαρακτηριστικά ὅτι «τόν Φεβρουάριο τοῦ 1917 ἐλάχιστοι ἦσαν οἱ λαοί τῆς αὐτοκρατορίας πού ἤθελαν νά διαχωρισθοῦν πλήρως ἀπό τήν Ρωσσία» (σ. 218).
Λίγους μῆνες ἀργότερα, ἀκολουθεῖ ἡ «ἐπανάσταση τοῦ Ὀκτωβρίου» καί «τό πραξικόπημα τοῦ Λένιν» (σσ. 219-220). Ἄν καί ὁ Λένιν δέν ἔχει τήν πλειοψηφία στό ὑπάρχον κοινοβούλιο (κατέχει μόλις τό 24% τῶν ἑδρῶν), οἱ ἀπειλές τῶν μπολσεβίκων καί ὁ βίαιος ἔλεγχος τῆς κατάστασης ὁδηγοῦν τήν συγγραφέα στήν διαπίστωση ὅτι «τό κοινοβουλευτικό ὄνειρο ἔχει πεθάνει» (σ. 224).
Ἡ ἐξουσία τῶν μπολσεβίκων, ὅπως προηγουμένως ἐκείνη τῶν τσάρων, δίνει ἰδιαίτερη σημασία στίς περιοχές τῆς κεντρικῆς Ἀσίας, θεωρώντας συγκεκριμένα ὅτι αὐτή εἶναι «βασικό στοιχεῖο τῆς ἐπαναστατικῆς στρατηγικῆς» (σ. 270). Τό συγκροτηθέν σοβιετικό κράτος προσανατολίζεται στήν «συμφιλίωση τῶν λαῶν … στήν ἕνωσή τους μέ τήν Ρωσσία χωρίς φόβο» (σ. 273).
Hélène Carrère dEncausse συζητεῖ διά μακρόν τό αἰώνιο ζήτημα, πού ἀπασχολεῖ καί τόν Λένιν, ἄν δηλαδή πρέπει νά συγκροτηθεῖ «μία ἑνιαία, κεντρική ἐξουσία ἤ ἕνα ὁμοσπονδιακό κράτος» (σ. 279). Ὅπως καί νά ἔχει τό πράγμα, στίς 31 Ἰανουαρίου 1924 ἡ υἱοθέτηση τοῦ Συντάγματος τῆς ΕΣΣΔ εἶναι γεγονός. Στήν νέα αὐτή πραγματικότητα τό (κομμουνιστικό) Κόμμα «εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τῆς ἀρχῆς τῆς ἑνότητας πού χαρακτηρίζει ἤδη τό ὁμοσπονδιακό σύστημα» (σ. 295).
Μέχρις ἐδῶ λοιπόν ὁ ἀναγνώστης παρατηρεῖ τήν διαδρομή  ἀπό τήν pax russica στήν pax sovietica, μία διαδρομή πού χαρακτηρίζεται μεταξύ ἄλλων ἀπό τήν καταπιεστική συμπεριφορά τοῦ κράτους πρός τούς λαούς πού ζοῦν στήν ἀπέραντη αὐτή αὐτοκρατορία.
 Ἐν συνεχείᾳ ἡ ἱστορικός ἀναφέρεται ἐκτενῶς στήν συγκρότηση, μετά τό 1922, τοῦ homo sovieticus (σ. 318 κ.ἑ.), ἑνός ἀνθρωπολογικοῦ τύπου πού ἀφορᾶ τόσο τούς Ρώσσους ὅσο καί τούς μή Ρώσσους κατοίκους τοῦ σοβιετικοῦ πλέον κράτους. Ἡ σοβιετική ἐξουσία θά ἐπιβάλλει στίς διάφορες ἐθνότητες ἕνα εἶδος «γλωσσολογικοῦ ἐθνικισμοῦ» (σ. 321). Ὡστόσο, τό πρόβλημα τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας μέ τήν περιφέρεια παραμένει, διότι τό σοβιετικό κράτος βαθμιαῖα «στέρησε τήν ἐθνική ὕπαρξη ἀπό τούς λαούς του» (σ. 385).
 Ἕνα ἄλλο πρόβλημα στό ὁποῖο ἀναφέρεται, ἐπίσης ἐκτενῶς, ἡ Hélène Carrère dEncausse εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου στό σοβιετικό κράτος. Ὅπως εἶναι γνωστό, στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1930 ὁ Στάλιν προχώρησε στήν λεγόμενη «ἀποκουλακοποίηση», ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν σήμαινε τήν σταδιακή ἐξαθλίωση καί τελικά τόν θάνατο ἑκατομυρίων ἀγροτῶν. Ἐπί τοῦ προκειμένου ἡ ἱστορικός συμπεραίνει ὅτι «ὁ ἀγροτικός κόσμος ἔγινε ἕνα Lumpenproletariat» (σ. 356).  Ἀλλά καί ὁ παιδαγωγικός προσανατολισμός τοῦ  σοβιετικοῦ κράτους ὁδήγησε στήν «ρήξη τῶν οἰκογενιακῶν δεσμῶν» (σ. 362).  
Ὡστόσο, ὁ ἀκολουθήσας «μεγάλος πατριωτικός πόλεμος» ὅπως ἀποκαλεῖται μέχρι σήμερα ἀπό τούς Ρώσσους, ἐπανέφερε στήν κοινωνία δύο ξεχασμένες ἰδέες, τῆς ἰσότητας καί τοῦ πατριωτισμοῦ (σ. 369). Ὁ Στάλιν ἀπηύθυνε τότε στόν ρωσσικό λαό ἕνα «πατριωτικό προσκλητήριο», ἀποκαλώντας χαρακτηριστικά τούς κατοίκους τοῦ σοβιετικοῦ κράτους «ἀδελφούς καί ἀδελφές» (σ. 373).
Οἱ τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου εἶναι ἀφιερωμένες στήν μετασταλινική περίοδο, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Χρουστσώφ μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Γκορμπατσώφ (σσ. 391-443). Γιά τήν γαλλίδα ἱστορικό, ὡς πρός τό φλέγον ζήτημα τῆς σχέσης τῆς Ρωσσίας μέ τούς μή Ρώσσους κατοίκους, ὁ Χρουστσώφ «κινεῖται στον δρόμο τοῦ Λένιν» (σσ. 393-397).
Σέ κάθε περίπτωση, τό τέλος τῆς ΕΣΣΔ «ἐνσαρκώνει τό τέλος κάθε αὐτοκρατορικῆς ἐλπίδας τῆς Ρωσσίας» (σ. 443). Στά συμπεράσματά της ἡ Hélène Carrère dEncausse ἰσχυρίζεται μεταξύ ἄλλων ὅτι «ἡ σημερινή Ρωσσία θά πρέπει νά προσδιορίσει τήν ταυτότητά της καί νά βρεῖ τά μέσα γιά μία νέα pax russica καί μία νέα δύναμη» (σ. 447).
Νομίζω ὅτι ἡ ἀκρίβεια τοῦ λόγου καί ἡ τεκμηριωμένη προσέγγιση τῶν ζητημάτων εἶναι ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τοῦ παρόντος βιβλίου. Κρίνω δέ ἀναγκαῖο, καί μάλιστα ἐν ὄψει τῆς συμπλήρωσης ἑκατό ἐτῶν ἀπό τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917, νά μεταφρασθεῖ το βιβλίο τῆς Hélène Carrère dEncausse καί στήν ἑλληνική γλῶσσα ὥστε νά ἀποκτήσει τό ἀναγνωστικό κοινό μία καλύτερη, καί ἀσφαλῶς ὄχι ἰδεολογικά φορτισμένη, εἰκόνα τῶν πραγμάτων πού ἀφοροῦν τήν Ρωσσία, τόσο στην τσαρική ὅσο καί στήν σοβιετική περίοδο τῆς ἱστορίας της. 


Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016




Δημήτρης  Μπαλτᾶς

Β. Γκρόσμαν, Τά πάντα ρεῖ, μετ. Γ. Μπλάνας, Ἐκδόσεις Γκοβόστη,  Ἀθήνα 2016, σελ. 230

Ὕστερα ἀπό τό μνημειῶδες ἔργο Ζωή καί Πεπρωμένο παρουσιάζεται σέ ἑλληνική μετάφραση ἕνα ἀκόμη ἔργο τοῦ Β. Γκρόσμαν (1905-1964), τό ἀφήγημα «Τά πάντα ρεῖ», γραμμένο στό διάστημα 1955-1963, δηλαδή ὕστερα ἀπό τόν θάνατο τοῦ Στάλιν (βλ. σχετικά τίς σσ. 35-37 τοῦ βιβλίου). Γιά τήν ἱστορία, θά σημειώσω ὅτι ἔχει προηγηθεῖ ἡ γαλλική μετάφραση τοῦ κειμένου (trad. J. Lafond, L’ Age d’ Homme, Lausanne, 1984).
Ἄν καί τό ἔργο χαρακτηρίζεται γενικά ἀπό τούς κριτικούς ὡς μυθιστόρημα, ἐντούτοις νομίζω ὅτι πρόκειται γιά ἕνα ἀφήγημα μέ στοιχεῖα μυθιστορήματος καί δοκιμίου.
Κεντρικός ἥρωας τοῦ ἀφηγήματος εἶναι ὁ ἄλλοτε πολλά ὑποσχόμενος φοιτητής και ἐπιστήμονας Ἰβάν Γκριγκόριεβιτς, ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει «πίσω στή ζωή, σέ μία ζωή πού τόν εἶχε ξεχάσει» (σ. 45), ὕστερα ἀπό δεκαετίες σέ στρατόπεδο καταναγκαστικῆς ἐργασίας. Βεβαίως τόσο στήν Μόσχα (σ. 60)  ὅσο καί στό Λένινγκραντ (σ. 64) τά πάντα ἔχουν ἀλλάξει. Ὁ κόσμος πού γνώριζε ὁ Ἰβάν προτοῦ νά συλληφθεῖ καί νά φυλακιστεῖ «εἶχε πιά ἐξαφανιστεῖ» (σ. 64), σέ βαθμό πού ὁ ἴδιος ὁ Ἰβάν νά θεωρήσει πιά τόν ἑαυτό του «ξένο» (σ. 65).
Αὐτήν τήν ἴδια ἀπόσταση αἰσθάνεται ὁ Ἰβάν ὄχι μόνον ἀπό τόν χῶρο ἀλλά καί ἀπό τά πρόσωπα, ὅπως ἀπό τόν ἐξάδελφό του Νικολάϊ Ἀντρέγιεβιτς και τήν γυναίκα του Μαρία Πάβλοβνα (σσ. 22 κ.ἑξ.), οἱ ὁποῖοι κατάφεραν νά ἐπιβιώσουν κατά τά δύσκολα χρόνια τοῦ σταλινικοῦ καθεστῶτος.
Μεταξύ τῶν ἀναμνήσεων πού ἔχει φέρει μαζί του ὁ Ἰβάν ἀπό το στρατόπεδο, εἶναι καί τό χαρακτηριστικό γεγονός ὅτι πολλοί ἄνθρωποι πού εἶχαν γεράσει μέσα στά στρατόπεδα ἐργασίας, «εἶχαν χάσει κάθε ἐπιθυμία να φύγουν ἀπό το στρατόπεδο» (σ. 89). Ὁ λόγος εἶναι ὅτι «ἡ δίνη τῆς ζωῆς τούς ἐξόντωνε. Τούς τρομοκρατοῦσε τό κρύο και ἡ μοναξιά τῶν ἀπέραντων πόλεων» (σ. 89. Ἐπίσης βλ. σ. 107).
Πάντως ἡ διάθεση τοῦ Ἰβάν νά ἐπιστρέψει στήν ζωή συνοδεύεται ἀπό τήν εὕρεση ἐργασίας: «κατάφερε νά προσληφθεῖ στόν συνεταιρισμό πού κατασκεύαζε κλειδαριές καί σκεύη κουζίνας ἀπό ἀλουμίνιο» (σ. 92).
Δύο ἀπό τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου (12ο καί 13ο) εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀφιερωμένα στις γυναῖκες πού ἔζησαν στά φρικτά σοβιετικά στρατόπεδα ἐργασίας. Καί γι’ αὐτές, ὅπως γιά τούς ἄνδρες, ἰσχύει ἡ διατύπωση τοῦ Γκρόσμαν: «Πολλά μποροῦν νά συγχωρεθοῦν σε κάποιον πού, μέσα στή λέρα καί τήν μπόχα τῆς βίας τῶν στρατοπέδων, παραμένει ἀνθρώπινο ὄν» (σ. 113).
Ἕνα ἄλλο πρόσωπο πού ἔχει ἕναν ὁρισμένο κεντρικό ρόλο στο ἀφήγημα τοῦ Γκρόσμαν εἶναι ἡ σπιτονοικοκυρά του, ἡ Ἄννα Σεργκέγεβνα. Οἱ ἀναφορές τοῦ συγγραφέα στην Ἄννα Σεργκέγεβνα (σ. 99-100, σ. 111, σσ. 161-162, σ. 182, σ. 226), διακόπτονται, μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο, ἀπό παρεκβάσεις δοκιμιακοῦ ὕφους πού ἀφοροῦν στό σοβιετικό κράτος (σσ. 166-167, σ. 170), στήν κρατική τρομοκρατία (σ. 104, σ. 181), στά στρατόπεδα ἐργασίας (σ. 107), ἀλλά στήν μοναδική σκιαγράφηση τοῦ χαρακτήρα  τοῦ Λένιν (σσ. 188-193, σσ. 2022-203) καί τοῦ Στάλιν (σσ. 208-218). 
Ἀλλά πίσω τά ἀναφερθέντα θέματα εἶναι εὐνόητο ὅτι ὁ Γκρόσμαν, διά τοῦ Ἰβάν Γκριγκόριεβιτς, ἐπιχειρεῖ «νά κατανοήσει τήν ἀλήθεια τῆς ρωσικῆς ζωῆς» (σ. 162). Εἶναι βέβαιο ὅτι «ἡ ἄτεγκτη καταστολή τῆς προσωπικότητας -ἡ ἀπόλυτη ὑποταγή της στόν μονάρχη καί στό κράτος-ὑπῆρξε ἕνα σταθερό χαρακτηριστικό τῆς Ρωσικῆς ἱστορίας» (σ. 194). Ἀναφερόμενος ὁ Γκρόσμαν στήν «ρωσσική ψυχή» πού τελεῖ ὑπό καθεστώς διαρκοῦς δουλείας, συμπεραίνει ὅτι «ἡ ρωσική σκλάβα ψυχή ζεῖ καί στή ρωσική πίστη καί στή ρωσική ἀπουσία πίστης … στή ρωσική φιλαργυρία … στή ρωσική ἔλλειψη ὁποιασδήποτε αἴσθησης ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας» (σ. 204). 
Ὁπωσδήποτε θά συμφωνήσει κανείς μέ τόν συγγραφέα ὅτι «ἀκριβῶς ὅπως τό ἔργο τοῦ Λένιν δεν πέθανε το 1924, ἔτσι καί τό ἔργο τοῦ Στάλιν συνέχισε νά ζεῖ μετά τόν θάνατό του» (σ. 218). Ἐξακολούθησε δηλαδή ὁ ρωσικός λαός νά βιώνει, μέ ἄλλους τρόπους, τήν ἀπουσία τῆς ἐλευθερίας, ὅπως σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἱστορίας του. Ἀλλά ἡ ἀπουσία ἐλευθερίας σημαίνει τήν ἀπουσία ζωῆς. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου γράφει χαρακτηριστικά ὁ Γκρόσμαν ὅτι «γιά τόν ἄνθρωπο, τό νά ζεῖ σημαίνει νά εἶναι ἐλεύθερος. Ὄχι, ὅλα ὅσα εἶναι πραγματικά, δέν εἶναι λογικά. Καθετί ἀπάνθρωπο εἶναι παράλογο καί ἀνώφελο» (σ. 221), ἀπαντώντας τρόπον τινα στήν περίφημη διατύπωση τοῦ μεγάλου Χέγκελ ὅτι «αὐτό πού εἶναι λογικό, εἶναι ἀληθινό. Καί αὐτό πού εἶναι ἀληθινό, εἶναι λογικό» (Βλ. Γκ. Χέγκελ, Βασικές κατευθύνσεις τῆς φιλοσοφίας τοῦ δικαίου, μετ. Στ. Γιακουμής, Ἐκδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα-Γιάννινα 2004, σ. 29).
Τό ἀφήγημα τοῦ Γκρόσμαν δέν ἔχει σύνθετη καί συναρπαστική πλοκή, ὅπως ἄλλα μεγάλα και γνωστά μυθιστορήματα τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας. Νομίζω ὅτι θά πρέπει νά προσεγγιστεῖ  λιγότερο αἰσθητικά καί περισσότερο ὡς ἕνα κείμενο κριτικῆς κατά τῆς ἀνελευθερίας πού χαρακτήρισε καί τήν σοβιετική περίοδο τῆς ρωσσικῆς ἱστορίας, ὅπως καί τίς παλαιότερες περιόδους μοναρχικῆς ἐξουσίας.