Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Στέπα. Ἐπιθεώρηση ρωσικοῦ πολιτισμοῦ, τ. 3, Ἐκδόσεις S@mizdat, Ἀθήνα 2016, σελ. 392

Ὁ ὀγκώδης τόμος τῆς Στέπας πού μόλις κυκλοφόρησε, μέ τήν ἐπιμέλεια τοῦ Δημ. Τριανταφυλλίδη, εἶναι ἕνας ἐκδοτικός ἄθλος. Τετρακόσιες σελίδες ἀφιερωμένες στόν ρωσικό πολιτισμό τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ., τοῦ «χρυσοῦ» καί τοῦ «ἀργυροῦ» αἰώνα τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, ὅπως ἀντιστοίχως εἶναι γνωστοί.
Ὁ τόμος περιέχει ποιητικά κείμενα, μεταφρασμένα γιά πρώτη φορά στήν ἑλληνική, τοῦ Πούσκιν, τοῦ Λέρμοντοφ, τοῦ Νεκράσοφ, τοῦ Τιοῦτσεφ κ.ἄ. ἀλλά καί τοῦ Μπλόκ, τῆς Ἀχμάτοβα, τοῦ Μπέλι κ.ἄ. (σελ. 11-40).
Τό ἀφιέρωμα στόν Ὀσίπ Μαντελστάμ (σελ. 86-107) εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικό γιά τόν σπουδαῖο αὐτόν ποιητή τῆς Ρωσίας τῆς σοβιετικῆς περιόδου, ὁ ὁποῖος πέθανε κατά τήν μεταφορά του σέ στρατόπεδο συγκέντρωσης, ἀφοῦ πρόλαβε νά δώσει ἐξαίρετα δείγματα ποιητικοῦ καί πεζοῦ λόγου. Μαζί μέ τόν Μαντελστάμ θά ἀναφέρω καί τά μεταφρασμένα κείμενα ἑνός ἄλλου σπουδαίου συγγραφέα τοῦ 20οῦ αἰ., τοῦ Γ. Ζαμιάτιν, τοῦ γνωστοῦ καί στό ἑλληνικό κοινό γιά τό περίφημου ἔργο του Ἐμεῖς, ὁ ὁποῖος πέθανε ἐξόριστος στό Παρίσι. Τόσο ὁ Μαντελστάμ ὅσο καί ὁ Ζαμιάτιν βρέθηκαν στό στόχαστρο τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος.
Στό 3ο τεῦχος τῆς Στέπας πού παρουσιάζω ὁ Δημ. Τριανταφυλλίδης ἔχει προσθέσει τά «Τετράδια ρωσικῆς σκέψης», σελίδες τίς ὁποῖες νομίζω ὅτι ὁ ἀναγνώστης θά βρεῖ ἐξαιρετικά πολύτιμες. Στό τμῆμα αὐτό τοῦ περιοδικοῦ θά προσεχθοῦν τά μεταφρασμένα κείμενα (σελ. 277-300) τοῦ Σ. Ἀβέριντσεφ (1937-2004), ἑνός πολύ σπουδαίου κριτικοῦ τῆς λογοτεχνίας καί ἐπίσης εἰδικοῦ στίς  Βιβλικές σπουδές. Ἐδῶ ἐπίσης θά βρεῖ ὁ ἀναγνώστης τό κείμενο τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου φιλοσόφου Ν. Μπερντιάγιεφ ἐπιγραφόμενο «Σωτηρία καί δημιουργία, δύο προσεγγίσεις τοῦ χριστιανισμοῦ» (σελ. 334-357) ὅπως καί τό κείμενο τοῦ σημαντικότερου στήν Δύση βιογράφου τοῦ Ντοστογιέφσκι JFrank (1918-2013) ἐπιγραφόμενο «Ἡ αἰσθητικοῦ τοῦ ὑπερβατικοῦ» (σελ. 306-332).
Ἐκτός ἀπό τά πολλά μεταφρασμένα κείμενα, ὁ 3ος τόμος τῆς Στέπας περιλαμβάνει δύο κείμενα ἀφιερωμένα στήν μνήμη τῶν καθηγητῶν Μιχ. Μακράκη καί Νικήτα Στροῦβε, οἱ ὁποῖοι ‘’ἔφυγαν’’ ἀπό κοντά μας πρίν ἀπό λίγο καιρό. Ἀκόμη ὁ ἀναγνώστης θά δεῖ ἐνδιαφέρουσες συνεντεύξεις, ὅπως αὐτή μέ τόν σκηνοθέτη Ἀλεξ. Σοκοῦροφ, καί παρουσιάσεις βιβλίων σχετικῶν μέ τήν Ρωσσία καί τόν πολιτισμό της.
Ἡ ἔκδοση λοιπόν τοῦ 3ου τόμου τῆς Στέπας, ἑνός περιοδικοῦ ἀποκλειστικά προσανατολισμένου στήν ἀνάδειξη τοῦ ρωσσικοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι ἕνα ἐκδοτικό γεγονός, τό ὁποῖο νομίζω ὅτι θά προκαλέσει τήν προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἑλληνικοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ.

  






Δημήτρης Μπαλτᾶς
                  Γιά τόν Ντμ. Σοστακόβιτς

   Julian Barnes,  ἀχός τῆς ἐποχῆςμετΘ. Σκάσσης, Μεταίχμιο, Ἀθήνα, σελ. 231
Τήν πρόσφατη ἑλληνική μετάφραση τῆς βιογραφίας τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου μουσικοῦ Ντμ. Σοστακόβιτς (1906-1975) γραμμένης ἀπό τόν σύγχρονο Βρετανό συγγραφέα Julian Barnes, παρουσιάζω στήν σημερινή κατάθεση.
Γιά τήν ζωή τοῦ Σοστακόβιτς ὁ συγγραφέας σημειώνει ὅτι ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τά βιβλία Μαρτυρία (ἑλλ. μετ. Ε. Χατζηδήμου, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 1982) τοῦ Σ. Βολκόφ καί  Ὁ πατέρας μας Dsch (ἑλλ. μετ. Γ.Π. Πλουμίδης, Ἐκδόσεις Μουσαῖο, Ἀθήνα 2006) τῶν παιδιῶν τοῦ μουσικοῦ σύμφωνα μέ τήν καταγραφή τοῦ Μ. Ἄρντοφ. Ἐπίσης ὁ JBarnes ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τό βιβλίο Shostakovich: Α Life Remembered, 2006) τῆς Ἐλ. Γουίλσον.
 Ἐξ ἀρχῆς θά τονίσω ὅτι πέρα ἀπό τίς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες στήν συγκέντρωση στοιχείων (καί πολλῷ μᾶλλον τῆς σοβιετικῆς περιόδου) πού ἔχει ὁ βιογράφος τοῦ Σοστακόβιτς καί τῶν ἑρμηνειῶν τίς ὁποῖες δίδει στό ἀναγνωστικό κοινό, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ σπουδαῖος Ρῶσσος μουσικός, ἐνῶ ἄλλοτε καταδικαζόταν ὡς «μικροαστός, φορμαλιστής, ὀπαδός τοῦ Μέγερχολντ, ἀριστεριστής» (σ. 40), «ἐχθρός τοῦ λαοῦ» (σ. 55, σ. 64), ἐνῶ ἀκόμη «παύθηκε ἀπό καθηγητής στό Κονσερβατόριο τόσο τῆς Μόσχας ὅσο καί τοῦ Λένινγκραντ» (σ. 103), ἀργότερα ὁ ἴδιος ἄνθρωπος καί ὁ ἴδιος μουσικός «κέρδισε ἕξι φορές συνολικά τό βραβεῖο Στάλιν» (σ. 150), «εἶχε ἰδιωτικό αὐτοκίνητο ἤδη πρίν ἀπό τόν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Εἶχε ὁδηγό καί ντάτσα. Ἦταν μέλος τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος» (σ. 204).
Οἱ παλαιότεροι θά θυμοῦνται τήν διατύπωση τῶν Ρώσσων σατιρικῶν συγγραφέων Ἠλ. Ἴλφ (1897-1937) καί Γεβγ. Πετρώφ (1903-1942) ὅτι «δέν ἀρκεῖ νά ἀγαπᾶς τή σοβιετική ἐξουσία· πρέπει ἐκείνη νά σέ ἀγαπάει» (σ. 116). Σχολιάζοντας ὁ Βarnes τήν ἀναφερθεῖσα διαδρομή τοῦ Σοστακόβιτς σημειώνει ὅτι «κατά τά φαινόμενα, ἡ σοβιετική ἐξουσία εἶχε ἀποφασίσει νά τόν ἀγαπήσει· κι ἐκεῖνος δέν εἶχε νιώσει ποτέ ψυχρότερο ἀγκάλιασμα» (σ. 198).
Στό σημεῖο αὐτό τίθεται τό κρίσιμο ζήτημα τῆς σχέσης τῆς ἐξουσίας μέ τήν τέχνη. Βεβαίως εἶναι γνωστό ὅτι ἑκατοντάδες συγγραφεῖς καί καλλιτέχνες τῆς σοβιετικῆς περιόδου ἐκτελέστηκαν, ἐνῶ ἄλλοι ἐξορίστηκαν, ἤ ὑπέστησαν τόν λεγόμενο «ἠθικό θάνατο» (βλ. Δημήτρης Μπαλτᾶς, Μαρτυρολόγιο. Συγγραφεῖς καἰ καλλιτέχνες στό στόχαστρο τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2015, passim). Ἐπιχείρησαν οἱ συγγραφεῖς καί οἱ καλλιτέχνες τῆς σοβιετικῆς περιόδου νά μιλήσουν τήν «γλῶσσα τῆς ἀλήθειας» ἡ ὁποία «ὁδηγοῦσε κατευθείαν στόν θάνατο» (σ. 111). Ἐδῶ προκύπτει τό ἐρώτημα ἄν ὁ Σοστακόβιτς δέν ἤθελε ἤ δέν μποροῦσε νά μιλήσει τήν «γλῶσσα τῆς ἀλήθειας». Σέ κάθε περίπτωση, ὁ Βρετανός συγγραφέας θεωρεῖ ὅτι στόν «ἀχό τῆς ἐποχῆς», τῶν καταγγελτικῶν μεθόδων τῶν ὑπηρετούντων τήν σοβιετική ἐξουσία, «θά μποροῦσε νά ἀντιπαρατεθεῖ μόνο ἡ μουσική πού βρίσκεται μέσα μας, ἡ μουσική τῆς ὕπαρξής μας, πού μερικοί τήν μετατρέπουν σέ πραγματική μουσική. Καί αὐτή μέ τη σειρά της, ἄν εἶναι ἀρκετά δυνατή, ἀληθινή καί καθαρή, ἔτσι ὥστε νά καταπνίξει τόν ἀχό τῆς ἐποχῆς, μετατρέπεται σέ ψίθυρο τῆς ἱστορίας» (σ. 160).
Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά κάνω μία ἀναφορά στόν ἄλλο σπουδαῖο Ρῶσσο μουσικό τοῦ 20οῦ αἰ., τόν Ἰγκόρ Στραβίνσκι (1882-1971), στόν ὁποῖο ὁ Barnes ἀναφέρεται, κάπως πικρόχολα, τρεῖς φορές στό βιβλίο του. Γράφει λοιπόν ὅτι «μπορεῖ ὁ Ντμίτρι νά τιμοῦσε τόν συνθέτη Στραβίνσκι, ἀλλά ἀπεχθανόταν τόν στοχαστή» (σ. 170). Αὐτό διότι ὁ Στραβίνσκι ἦταν «ἀμέτοχος, ἐγωκεντρικός, ἀδιάφορος, ὅταν στήν πατρίδα του καλλιτέχνες καί συγγραφεῖς διώκονταν μαζί μέ τίς οἰκογένειές τους καί φυλακίζονταν, ἐξορίζονταν ἤ δολοφονοῦνταν» (σ. 170). Ἄν καί ἡ σκιαγράφηση τοῦ Στραβίνσκι εἶναι μᾶλλον ἀληθής, θά παραθέσω ἐδῶ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Στραβίνσκι κατά τήν ἐπίσκεψή του στήν Μόσχα τό 1962: «Λυπᾶμαι πολύ πού οἱ περιστάσεις μ’ ἔκαναν νά ἀποχωριστῶ τήν πατρίδα μου, πού δέν κατάφερα νά δημιουργήσω τά ἔργα μου ἐδῶ καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, λυπᾶμαι ἐπειδή δέν ἤμουν ἐδῶ γιά νά βοηθήσω τη νέα Σοβιετική Ἕνωση νά δημιουργήσει τήν νέα μουσική της. Δέν ἔφυγα ἀπό τη Ρωσία μέ τή θέλησή μου, ἄν καί ὑπῆρχαν πολλά πράγματα πού ἀντιπαθοῦσα στή Ρωσία μου, καί στή Ρωσία γενικότερα. Ὡστόσο, τό δικαίωμα νά ἐπικρίνω τή Ρωσία εἶναι δικό μου, ἐπειδή ἡ Ρωσία εἶναι δική μου καί ἐπειδή τήν ἀγαπῶ, καί τό δικαίωμα αὐτό δέν τό δίνω σέ κανένα ξένο» (Ἡ ἀναφορά ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό βιβλίο τοῦ OFigesὉ χορός τῆς Νατάσας, μέρος δεύτερο, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σ. 376).  
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἔχει τεθεῖ πολλές φορές καί συζητηθεῖ τό ἐρώτημα ἄν ἡ ζωή τῆς σοβιετικῆς περιόδου ἄλλαξε ὅταν πέθανε ὁ Στάλιν καί τόν διαδέχθηκε ὁ Χρουστσώφ. Ἐπί τοῦ προκειμένου, ἀναφερόμενος στόν Σοστακόβιτς, γράφει ὁ Barnes: «Ἡ ζωή ἦταν καλύτερη [ἐπί Χρουστσώφ], ὅπως καλυτερεύει ἡ ζωή ἑνός φυλακισμένου ὅταν βγεῖ ἀπό τήν ἀπομόνωση καί ἔχει συγκρατούμενο στό κελί του καί ὅταν ὁ φύλακας δέν φτύνει πιά μέσα στή σούπα του … Ναί, μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἦταν καλύτερη» (σ. 186).  
Τό βιβλίο τοῦ Barnes χαρακτηρίζεται ἀπό ἕνα ἰδιαίτερο ὕφος. Δέν εἶναι ἱστορική πραγματεία ἀλλά βεβαίως στηρίζεται σέ ἱστορικές πηγές, ἐνῶ ὁ συγγραφέας προσεγγίζει τά καταγραφόμενα στοιχεῖα μέ προσωπικές ἐκτιμήσεις.
Ἐπιλέγει ὁ Barnes τίς ἐπαναλήψεις, σκοπίμως νομίζω, συγκεκριμένων φράσεων, πού λειτουργοῦν ὡς ὁδοδεῖκτες στόν λόγο του (ἐνδεικτικῶς βλ. «Ἕνα πρᾶγμα ἤξερε μόνο: Τούτη ἦταν ἡ χειρότερη ἐποχή», «η ζωή δέν εἶναι περίπατος σέ λιβάδι», «κολυμποῦσε στίς τιμές σαν γαρίδα στή μαγιονέζα τοῦ κοκτέιλ»).  Ἀνάλογη εἶναι ἡ ἐπιτυχημένη χρήση τῆς εἰρωνείας ἐκ μέρους τοῦ Barnes, κυρίως ὅταν ἀναφέρεται στήν ἐξουσία καί στά πρόσωπα πού τήν ὑπηρετοῦν (ἐνδεικτικῶς βλ. σ. 24, σ. 40, σ. 59, σσ. 188-189).    
 (Tό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Ρήξη, 16. 7. 2016)




            Δημήτρης Μπαλτᾶς

π. Σεργκέι Μπουλγκάκοφ, Ὁ ἡρωϊσμός καί ὁ ἄθλος, μετ. Δημ. Τριανταφυλλίδης, ἐκδόσεις s@mizdat, Ἀθήνα 2015, σελ. 86

Ἐκδόθηκε προσφάτως σἑ ἑλληνική μετάφραση τό δοκίμιο τοῦ π. ΣεργκέΙ Μπουλγκάκωφ μέ τίτλο «Ἡρωϊσμός καί ἄθλος. Σκέψεις γιά τή θρησκευτική φύση τῆς ρωσικῆς διανόησης».
Ἐπειδή, ὅπως ἔχω γράψει πολλές φορές, τά βασικά καί μεγάλα σέ ἔκταση ἔργα τοῦ Ρώσσου διανοητῆ Σεργίου Μπουλγκάκωφ παραμένουν ἀκόμη ἀμετάφραστα στήν ἑλληνική, ἡ ἔκδοση ἔστω ἑνός δοκιμίου τοῦ συγγραφέως, καί μάλιστα ἀπό τά πλέον σημαντικά, μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ἕνα ἐκδοτικό γεγονός.
Γιά τήν ἱστορία, τό συγκεκριμένο δοκίμιο τοῦ Μπουλγκάκωφ εἶχε περιληφθεῖ στήν συλλογή κειμένων ὑπό τήν ἐπιγραφή Vekhi (= Ὁρόσημα, Σταθμοί), ἡ ὁποία εἶχε ἐκδοθεῖ στήν Ρωσσία τό 1909. Ἡ συλλογή περιεῖχε κείμενα τοῦ Ν. Berdiaeff (1874-1948), τοῦ Ἱστορικοῦ τῆς Ρωσσικῆς Λογοτεχνίας M.OGershenzon (1869-1925), τοῦ δημοσιογράφου A.SIsgoyev (1872-1935), τοῦ Καθηγητοῦ Πολιτικῆς Οἰκονομίας Β.Α. Κistiakovsky 1869-1920), τοῦ οἰκονομολόγου PStrouve (1970-1944) καί τοῦ Καθηγητοῦ Φιλοσοφίας SFrank (1877-1950).
Στό δοκίμιο αὐτό ὁ Σ. Μπουλγκάκωφ ἀνιχνεύει τήν θέση τῆς Διανόησης στήν ρωσσική κοινωνία κατά τά χρόνια μετά τήν πρώτη ρωσσική ἐπανάσταση (1905), ἡ ὁποία «ἀνέπτυξε τεράστια καταστροφική ἐνέργεια ἀλλά οἱ δημιουργικές της δυνάμεις ἀποδείχθηκαν πιό ἀδύναμες ἀπό τίς καταστροφικές» (σ. 18), οἱ ὁποῖες πάντως εἶναι λιγότερο δημιουργικές, παρά τήν περί ἀντιθέτου ἀντίληψη τοῦ μεγάλου Ρώσσου διανοουμένου Μ. Μπακούνιν (σ. 45).
Ἀφοῦ προηγουμένως ἀναφερθεῖ στούς παράγοντες πού διαμόρφωσαν τἠν ρωσσική Διανόηση, δηλαδή τήν δράση καί τήν ψυχοσύνθεσή της (σ. 21), ὁ Μπουλγκάκωφ θά μιλήσει ἐκτενῶς γιά τήν παρουσία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ κυρίως στήν ρωσσική Διανόηση μέ τόν ὁποῖο αὐτή «εἶναι διαποτισμένη» (σ. 27). Προσδιορίζοντας περαιτέρω αὐτήν τήν σχέση ὁ συγγραφέας σημειώνει: «Ἡ ἐπιρροή τοῦ δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ, τῆς θρησκείας τῆς ἀνθρωποθεότητας καί τῆς αὐτοθεοποίησης βρῆκε στίς ρωσικές συνθῆκες ζωῆς ἕναν ἀναπάντεχο μά πανίσχυρο σύμμαχο» (σ. 38). 
Ὁ ἐπηρεασμένος ἀπό τόν Διαφωτισμό Ρῶσσος διανοούμενος ἔχει σάν ὄνειρο, κατά τόν Μπουλγκάκωφ, «νά γίνει σωτήρας τῆς ἀνθρωπότητας» (σ. 39), ἀφοῦ ἄλλωστε εἶναι γνωστό ὅτι «κάθε ἥρωας ἔχει τό δικό του τρόπο σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητας» (σ. 40). Ἀλλά στήν περίπτωση αὐτή ὁ ἡρωϊσμός εἶναι «μία ἀρχή πού δέν ἑνώνει ἀλλά πού χωρίζει» (σ. 42). Αὐτή ἡ ἡρωϊκή κοσμοαντίληψη τῆς Διανόησης συνεπάγεται, κατά τόν Μπουλγκάκωφ, «τήν περιφρόνηση τῶν πατέρων, τήν ἀποστροφή πρός τό παρελθόν» (σ. 63).
Ἀντιθέτως, καταγράφεται ἀπό τόν Σ. Μπουλγκάκωφ ἡ ἔννοια τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητισμοῦ πού ἐνέχει καί αὐτός ἕνα ἡρωϊκό περιεχόμενο, ἀλλά ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό τό ἡρωϊκό περιεχόμενο πού παρουσιάζει ἡ Διανόηση (σ. 53, σσ. 66-67). Ἐν συνεχείᾳ, καί μέ ἀφορμή τόν ἀθεϊσμό τῶν Ρώσσων διανοουμένων τῆς ἐποχῆς του, ὁ Μπουλγκάκωφ συζητεῖ τήν σχέση τῆς Διανόησης μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Γράφει μεταξύ ἄλλων: «Οἱ διανοούμενοι συχνά ἐπικρίνουν τά πολυάριθμα ἕλκη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τά ὁποῖα σέ καμία περίπτωση δέν θέλουμε νά ὑποτιμήσουμε ἤ νά ἀρνηθοῦμε (ἐξάλλου, ὅλες οἱ θετικές πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς παραμένουν γιά τήν Διανόηση ἀκατανόητες ἤ ἄγνωστες). Ἔχει ὅμως ἡ Διανόηση ὄντως δικαίωμα νά ἀσκεῖ τέτοια κριτική στήν ἐκκλησιαστική ζωή, ὅσο ἡ ἴδια παραμένει ἀδιάφορη ἤ ἀρνεῖται γιά λόγους ἀρχῆς τή θρησκεία, ὅσο ἀντιμετωπίζει τή θρησκεία ὡς σκοτάδι ἤ ἠλιθιότητα;» (σ. 77). 
Παρά ταῦτα, ὁ Μπουλγκάκωφ, ἐπειδή θεωρεῖ ὅτι «ἡ Διανόηση ἔχει ὑψηλές θρησκευτικές δυνατότητες» (σ. 80), καί συγχρόνως ἀποτιμᾶ ὅτι «ὁ ἀνάπηρος μαξιμαλισμός τῆς Διανόησης εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς θρησκευτικῆς διαστροφῆς» (σ. 80), διατυπώνει τόν ἰσχυρισμό ὅτι ἡ Διανόηση ἔχει μία ἰδιαίτερη θρησκευτική φύση πού μπορεῖ νά θεραπευθεῖ ὅπως ὁ εὐαγγελικός δαιμονισμένος «ὁ ὁποῖος θεραπεύτηκε ἀπό τόν Χριστό» (σ. 81). Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ «ἴαση» πού προτείνει ἐδῶ ὁ Μπουλγκάκωφ ἔχει ὡς ἀφετηρία τό γνωστό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι «Δαιμονισμένοι».
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, νομίζω ὅτι ἐκτός τῆς ἱστορικῆς ἀξίας τῆς μετάφρασης τοῦ παρόντος δοκιμίου, μπορεῖ νά ἀνιχνεύσει κανείς, καί μάλιστα τό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, τίς παρόμοιες ἐπιρροές πού ἀσκεῖ ὀψίμως καί ἑτεροχρονισμένα ὁ εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός καί στήν ἑλληνική Διανόηση καί στήν ἑλληνική κοινωνία τοῦ 20οῦ αἰ. Μέ τήν διαφορά ὅτι στήν Ρωσσία οἱ διανοούμενοι ἐπέδειξαν καί μία «ἡρωϊκή» συμπεριφορά, πρᾶγμα πού δέν χαρακτηρίζει ἰδιαιτέρως τήν ἑλληνική Διανόηση, ἡ ὁποία, σέ πολλές περιπτώσεις, παραμένει ἀποκομμένη ἀπό τήν κοινωνία καί τήν ζωή.

(Tό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Χριστιανική, 14.7. 2016)




            Δημήτρης Μπαλτᾶς

            V. Suvorov, Τό Μεγάλο Σχέδιο. Πῶς ὁ Στάλιν σχεδίασε τήν ἔναρξη τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετ. Δημ. Β. Σταυρόπουλος, Eurobooks, Ἀθήνα 2016, σελ. 630
            Στήν σημερινή κατάθεση θά παρουσιάσω ἕνα βιβλίο πού ἀφορᾶ ὁρισμένες πτυχές τῆς ἱστορίας τοῦ πολυσήμαντου ρόλου τῆς Σοβιετικῆς Ρωσσίας στόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γιά τήν ἀκρίβεια, θά σημειώσω ὅτι τό ὄνομα τοῦ συγγραφέα Βίκτορ Σουβόροφ εἶναι ψευδώνυμο τοῦ Βλαδίμηρου Μπογκντάνοβιτς Ρεζούν ὁ ὁποῖος σπούδασε στήν Στρατιωτική Σχολή «Σουβόροφ» στήν πόλη Καλίνιν καί στήν συνέχεια στήν Στρατιωτική Σχολή τοῦ Κιέβου, ἐνῶ ἀπό τό 1978 ζεῖ στήν Ἀγγλία.
Ἐπίσης, θά πρέπει νά σημειώσω ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὁ συγγραφέας δέν εἶναι ἱστορικός, ἀλλά πρώην ἀξιωματικός πληροφοριῶν τοῦ σοβιετικοῦ στρατοῦ: «Δέν εἶμαι κάποιος ἀρχαιολόγος ὁ ὁποῖος ἀπό τά πήλινα κομμάτια συναρμολογεῖ ἕνα ἀρχαῖο Αἰγυπτιακό ἀγγεῖο ... Οὔτε ἀνθρωπολόγος εἶμαι ὁ ὁποῖος ἀπό μικροσκοπικά κομμάτια ὀστῶν συναρμολογεῖ τόν σκελετό ἑνός μαμούθ. Εἶμαι ἕνας κατάσκοπος. Εἶμαι ἕνας ἀναλυτής τῆς Κύριας Διεύθυνσης Πληροφοριῶν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τῶν Σοβιετικῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων» (σ. 21). Ἐπιπροσθέτως ὁ Σουβόροφ ἰσχυρίζεται ὅτι «ὑπάρχουν πολλές ὁμοιότητες ἀνάμεσα στήν Ἱστορία καί στίς ὑπηρεσίες πληροφοριῶν ... Οἱ Σοβιετικοί ἡγέτες ἔχουν διαπράξει ἀμέτρητες πράξεις ὠμοτήτων σέ βάρος τοῦ ἴδιου τους τοῦ λαοῦ καί σέ βάρος γειτονικῶν ἐθνῶν. Γι’ αὐτό ἡ ἱστορία τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης θά ἔπρεπε κατά τήν γνώμη μου νά μελετᾶται χρησιμοποιώντας μεθόδους ἐγκληματολογίας καί πληροφοριῶν παρά μέ τήν κλασική ἐπιστημονική ἔρευνα» (σ. 34).  
Tό ἀντιθετικό ὕφος (Στάλιν-Χίτλερ) τό ὁποῖο χαρακτηρίζει πολλές σελίδες τοῦ βιβλίου τοῦ Σουβόροφ θυμίζει τό ἀντίστοιχο ὕφος πού χρησιμοποίησε παλαιότερα ἡ γνωστή φιλόσοφος Χάννα Ἄρεντ (1906-1975) στό περίφημο ἔργο της Τό ὁλοκληρωτικό σύστημα (μετ. Γ. Λάμψας, Ἐκδόσεις Εὐρύαλος, Ἀθήνα, passim), στό ὁποῖο πάντως ὁ Σουβόροφ γενικότερα δέν παραπέμπει.  
Ὁ συγγραφέας ἀρχίζει τήν ἀφήγησή του ἀπό τήν Ρωσική Ἐπανάσταση τοῦ 1917 καί τήν ἐπικράτηση τῶν Μπολσεβίκων: «Τό φθινόπωρο τοῦ 1917, ὑπό τήν ἡγεσία τοῦ Λέον Τρότσκυ καί τοῦ Βλαντιμίρ Λένιν, οἱ κομμουνιστές ἔκαναν πραξικόπημα καί ἅρπαξαν τόν ἔλεγχο τῆς πρωτεύουσας τῆς Ρωσικῆς αὐτοκρατορίας, τοῦ Πέτρογκραντ» (σ. 40).  Ἀσφαλῶς εἶναι ἀκριβές ὅτι στό κόμμα τοῦ Λένιν «μεταβιβάστηκαν Γερμανικά χρήματα –τόσο πρίν ὅσο καί μετά ἀπό τό πραξικόπημα» (σ. 40). Ἐκ τῶν ὑστέρων, βεβαίως, ὁ Σουβόροφ θεωρεῖ ὅτι ὁ ρωσσικός λαός «φέρει εὐθύνη γιά ὅλους τούς λαούς τοῦ κόσμου, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι τελείως ἀνεύθυνος ἔναντι τοῦ ἑαυτοῦ του» (σ. 244).
Ἄν καί μέ τήν συνθήκη τοῦ Μπρέστ-Λιτόφσκ (1918) οἱ Σοβιετικοί «παρέδωσαν ἕνα ἑκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα τοῦ δικοῦ τους ἐδάφους στούς Γερμανούς» (σ. 42), ἐντούτοις στό πλαίσιο τοῦ ὁράματος τῆς παγκόσμιας ἐπανάστασης, δηλαδή τῆς ἐγκαθίδρυσης τοῦ κομμουνισμοῦ στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀσία, οἱ Σοβιετικοί ἐργάζονταν πάντοτε γιά τήν κατάληψη τῆς Γερμανίας. Ἔτσι, σύμφωνα πάντοτε μέ τόν Σουβόροφ, οἱ Σοβιετικοί ἐπιχείρησαν «νά χρησιμοποιήσουν τόν Χίτλερ καί τό κόμμα του γιά νά ἀποσταθεροποιήσουν τήν πολιτική κατάσταση στήν Γερμανία πολύ καιρό πρίν ὁ Χίτλερ ἔρθει στήν ἐξουσία» (σ. 67).  Ἄλλωστε τό ἴδιο τό κόμμα τοῦ Χίτλερ εἶχε θέσει κομμουνιστικούς στόχους: «τήν κατάργηση τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας γῆς, τόν ἔλεγχο τῆς διεύθυνσης τῶν ἐργοστασίων ἀπό τούς ἐργάτες καί τήν ἐθνικοποίηση τῆς βιομηχανίας» (σ. 76).
 Ἀκολούθως, καί σέ ὅλο τό ὑπόλοιπο ὀγκωδέστατο βιβλίο του, ὁ Σουβόροφ ἀναφέρεται στόν ρόλο τοῦ Στάλιν στήν ἔναρξη τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ἡ θέση τοῦ συγγραφέα εἶναι ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης «ἑτοίμαζε τήν Γερμανία γιά ἕναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο» (βλ. κυρίως σσ. 73-205, 253-399, 412-545, ὅπου δίδονται συγκεκριμένες πληροφορίες γιά τόν στρατό, τήν στρατιωτική τεχνολογία τῶν Σοβιετικῶν, τούς διοικητές τοῦ στρατοῦ, τίς ἐπιχειρήσεις ἐναντίον τῶν Φιλανδῶν, τῶν Ἰαπώνων καί τῶν Γερμανῶν). Ἐξ ἄλλου, ὁ Σουβόροφ ὑποστηρίζει ξεκάθαρα ὅτι «ὁ πόλεμος θά μποροῦσε νά ἀνατραπεῖ, ἄν ὁ Στάλιν ἤθελε νά τόν ἀποτρέψει» (σ. 309), δηλαδή ἄν «ὁ Στάλιν δέν εἶχε ὑπογράψει σύμφωνο μέ τόν Χίτλερ» (σ. 259). Ἀπό τήν ἑρμηνευτική σκοπιά τοῦ Σουβόροφ, ὁ Χίτλερ «κατάφερε μία αὐτοκτονική ἀλλά θανάσιμη ἐπίθεση κατά τοῦ κομμουνισμοῦ» (σ. 568). Παραδόξως λοιπόν αὐτήν τήν αὐτοκτονική ἀπόφαση τοῦ Χίτλερ «δέν τήν κατάλβε ὁ Στάλιν» (σ. 539). Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Στάλιν στηριζόταν στό «σύστημα ἐπιστράτευσης» πού «λειτούργησε ἄψογα ... καί ἔπειτα ἀπό μία ἑβδομάδα πολέμου ὁ Κόκκινος Στρατός ἀποτελεῖτο ἀπό περισσότερα ἀπό 10 ἑκατομμύρια ἄτομα» (σ. 521). Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐπισημαίνει ὁ Σουβόροφ «τήν ἔλλειψη γνώσης [ἐκ μέρους τῶν Γερμανικῶν ὑπηρεσιῶν πληροφοριῶν] σχετικά μέ τήν γενικότερη κατάσταση καί τήν ἀληθινή κλίμακα τῆς συγκέντρωσης τῶν Σοβιετικῶν στραττευμάτων» (σ. 483). Αὐτά, ὅπως καί ἡ συστηματική παραγωγή ὁπλικῶν συστημάτων ἐκ μέρους τῶν Σοβιετικῶν πρίν ἀπό τόν πόλεμο καί βεβαίως ὄχι τό ψῦχος τοῦ ρωσσικοῦ χειμώνα,  ὅπως συνήθως ὑποστηρίζεται, ὁδήγησαν στήν τελική ἧττα τῶν Γερμανῶν (πβ. σσ. 570-575). Ὡστόσο, γιά τήν ἱστορική ἀκρίβεια, ὁ Σουβόροφ σημειώνει ὅτι κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου «ὁ Κόκκινος Στρατός ὑπέστη πολλές ἧττες: γύρω ἀπό τό Κίεβο ... κοντά στό Σμολένσκ ... κοντά στό Χάρκοβο ... νοτίως τοῦ Λένινγκραντ» (σ. 559).
Μεταξύ τῶν ἐνδιαφερόντων σημείων τοῦ βιβλίου πού παρουσιάζω, θά σημειώσω τήν ἀναφορά τοῦ Σουβόροφ στόν ἱσπανικό ἐμφύλιο (σσ. 237-252) καί στήν δολοφονία τοῦ Τρότσκυ (σσ. 400- 412). 
Ἀπό ἕνα βιβλίο πού ἀναφέρεται στόν ρόλο τοῦ Στάλιν στόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δέν θά μποροῦσε νά ἀπουσιάζει καί μία, ἔστω ἁδρομερής, σκιαγράφηση τῆς προσωπικότητας τοῦ σοβιετικοῦ ἡγέτη. Ὁ Στάλιν, γιά τόν Σουβόροφ, «ἦταν μία ἰδιοφυΐα, ἤξερε πῶς νά παραμένει σιωπηλός. Αὐτό ὄχι μόνο ἦταν τό δυνατότερο στοιχεῖο τοῦ χαρακτήρα του, ἀλλά καί τό ἰσχυρότερο ὅπλο του» (σ. 459). Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τοῦ χαρακτήρα τοῦ Στάλιν εἶναι ὅτι «ἀπέδιδε ἀνέκαθεν τίς δικές του προθέσεις στούς ἐχθρούς του» (σ. 592). Ἡ διατύπωση ὅτι «οὔτε ἕνας δικτάτορας δέν μπορεῖ νά φθάσει τόν Στάλιν στήν ἱκανότητά του νά καλύπτει τά ἴχνη τῆς προσωπικῆς ἀνάμειξής του σέ ἐγκλήματα» (σ. 284) δέν εἶναι ὑπερβολική, ἐάν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν τίς ἐκτελέσεις συγγραφέων, καλλιτεχνῶν, δημοσιογράφων κ.ἄ. καί προφανῶς ὄχι μόνον κομματικῶν ὀργάνων πού διαπράχθηκαν κατ’ ἐντολήν του, ἰδιαιτέρως στά 1936-1938 (βλ. ἐνδεικτικῶς Δημ. Μπαλτᾶς, Μαρτυρoλόγιο. Συγγραφεῖς καί καλλιτέχνες στό στόχαστρο τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2014, passim).
Τό βιβλίο τοῦ Σουβόροφ ἔχει καί ἑλληνικό ἐνδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ὁ συγγραφέας ἀναφέρεται στήν αὐτοκτονία τοῦ πρωθυπουργοῦ Κορυζή (σ. 513), στήν μάχη τῆς Κρήτης (σ. 514), στούς λόγους κατάληψης τῆς Ἑλλάδας ἀπό τούς Γερμανούς (σ. 603) και στούς Σοβιετικούς πράκτορες στήν Ἑλλάδα (σ. 605). 
Γιά τίς ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις του ὁ Σουβόροφ ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ἔγγραφα, δημοσιευμένα (λ.χ. σ. 262) ἤ ἀδημοσίευτα (λ.χ. σ. 231), τῆς σοβιετικῆς περιόδου. Γιά στοιχεῖα ὅπως τό γράμμα πού βρέθηκε στίς τσέπες τοῦ Γιακόβ Ἰωσήφοβιτς Ντζουγκασβίλι, γιοῦ τοῦ Στάλιν, ὅταν συνελήφθη ἀπό τούς Γερμανούς καί στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά «περίπατο [τῶν Σοβιετικῶν] πρός τό Βερολίνο» (σσ. 561-562), ἤ ὅπως ἡ ἀμφιλεγόμενη παρουσία τῆς ἠθοποιοῦ Ὄλγας Τσέχοβα στό Βερολίνο καί στήν Μόσχα (σ. 533), ἡ ἱστορική ἔρευνα ὁπωσδήποτε συνεχίζεται (βλ. προχείρως Α. Beevor, Τό μυστήριο τῆς Ὄλγας Τσέχοβα, μετ. Γ. Καστανάρας, Ἐκδόσεις Γκοβόστη, Ἀθήνα 2005). Ἐπίσης ὁ Σουβόροφ χρησιμοποιεῖ κατ’ ἐπιλογήν ρωσσόφωνη καί ἀγγλόφωνη βιβλιογραφία.
Εἶναι βέβαιο ὅτι σέ ὁρισμένες τουλάχιστον ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις του ὁ Σουβόροφ θά συναντήσει τίς ἀντιρρήσεις τόσο τῆς μαρξιστικῆς ὅσο καί τῆς δυτικῆς ἱστοριογραφίας. Ἄν καί δέν εἶμαι σέ θέση νά ἐλέγξω πολλά ἀπό τά στοιχεῖα πού παρέχει τό βιβλίο, κυρίως τά ἀφορῶντα σέ συγκεκριμένα θέματα στρατιωτικῆς ἱστορίας, νομίζω ὅτι τό πλῆθος τῶν πληροφοριῶν, ἡ συναρπαστική σέ πολλά σημεῖα ἀφήγηση, τά ἄγνωστα ἀριθμητικά-στατιστικά στοιχεῖα καί πολλές ἀποτιμήσεις τοῦ Σουβόροφ, κυρίως πάνω σέ στρατιωτικά δεδομένα, θά προκαλέσουν τό ἐνδιαφέρον τόσο τῶν ἱστορικῶν ὅσο καί τοῦ εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ.