Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016




            Δημήτρης Μπαλτᾶς 


           Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάος, Ὁ ρωσικός κόσμος μου, Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2015, σελ. 276


Στό προσφάτως ἐκδοθέν βιβλίο του ὁ γνωστός πανεπιστημιακός καθηγητής Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάος καταθέτει, μέ ἕνα ὕφος ἁπλό καί κατανοητό, τίς ἀναμνήσεις καί τά βιώματά του ἀπό τήν ἐποχή πού σπούδασε στό «Ἰνστιτοῦτο Ὀρθοδόξου Θεολογίας τοῦ Ἀγίου Σεργίου» στό Παρίσι. Ἔτσι μέ τό βιβλίο, τό ὁποῖο παρουσιάζω σήμερα, ὁ συγγραφέας προσπαθεῖ νά καταστήσει «γνωστές προσωπικότητες ἑνός ἀνεπνάληπτου παρελθόντος, καθώς καί ἐντυπώσεις καί ἐντυπώσεις μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς» (σ. 12).
Τά χρόνια τῆς παραμονῆς τοῦ συγγραφέως στό Παρίσι ὑπῆρξαν ἀφορμές γιά νά ἔρθει σέ ἐπαφή μέ ἐξέχουσες φυσιογνωμίες τῆς Ρωσσικῆς Διασπορᾶς, ὅπως ὁ Λέβ Ζάντερ (1893-1964), ὁ Πάβελ Ἐβντοκίμοφ (1900-1970), ὁ Λεονίντ Οὐσπένσκυ (1902-1987), ὁ Βλαντίμιρ Λόσσκυ (1903-1958), ὁ π. Γεώργιος Φλορόφσκυ (1893-1979), ὁ π. Σωφρόνιος Σάχαροφ (1896-1993), ὁ π. Ἰωάννης Μέγιεντορφ (1926-1992), μέ τούς ὁποίους ὁ ἴδιος εἶχε ἐκτενεῖς συζητήσεις καί γόνιμους προβληματισμούς. Ἐπισημαίνει δέ ὀρθότατα ὁ συγγραφέας ὅτι «οἱ Ρῶσοι διανοούμενοι τῆς διασπορᾶς εἶχαν περάσει πολύ νωρίτερα ἀπό τόν δρόμο τόν ὁποῖο εἶχε ἀρχίσει νά παίρνει ἡ Ἑλλάδα, δηλαδή τῆς ἀμφισβήτησης ἤ καί ὁλοκληρωτικῆς ἄρνησης τῶν παραδοσιακῶν, πνευματικῶν καί θρησκευτικῶν στοιχείων, καί εἶχαν συνειδητοποιήσει πιά τήν ἀπόσταση πού τούς χώριζε ἀπό τίς πνευματικές θρησκευτικές καί ἰδεολογικές θέσεις τοῦ Δυτικοῦ κόσμου» (σσ. 165-166). 
Ἄν καί στόν  «Ἅγιο Σέργιο» ὑπῆρχε «μία μοναστηριακή ἀτμόσφαιρα καί μία πνευματική ζωή πού δημιουργοῦσε προοπτικές» (σ. 77), ἐντούτοις ὁ συγγραφέας ἀναφέρεται στήν ἐπισήμανση τοῦ  π. Ἰωάννου Μέγιεντροφ ὅτι «ἡ ρωσική Θεολογία στό Παρίσι, ἄν συνέχιζε τήν ἴδια πορεία, σέ κάποια στιγμή θά περνοῦσε στήν παρακμή» (σ. 157). Μέ ἀφορμή αὐτήν τήν διάγνωση, καί ἀναφερόμενος γενικότερα στήν προσωπικότητα τοῦ Μέγιεντορφ, ὁ καθηγητής Ταχιάος θεωρεῖ ὅτι «δέν ἦταν ἕνας ἐπιπόλαιος νεωτεριστής, ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πού ἔβλεπε πολύ μακριά…» (σ. 157).
Ἐάν οἱ ἀναφερθέντες διανοητές εἶναι γνωστοί στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, κυρίως λόγῳ τῶν μεταφράσεων τῶν ἔργων τους, καταγράφονται ἐπίσης στό βιβλίο ὀνόματα διανουμένων οἱ ὁποῖοι, νομίζω, εἶναι μᾶλλον ἄγνωστοι ἤ λησμονημένοι, ἰδίως στίς νεότερες γενιές τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά ἐξίσου ἀξιόλογοι, ὅπως ἡ «εὐγενική ψυχή» τοῦ π. Ἀλεξίου Μπουτκέβιτς, ὁ Νικόλαος Καρμίρης (1930-1977), ὁ «ἀλησμόνητος Ρῶσσος ψυχίατρος» Ἰγκόρ Καροῦζο (1914-1981), ὁ ἀρχιεπ. Γιαροσλάβ καί Ροστόβ Νικόδημος, ἡ «ἀμφιλεγόμενη προσωπικότητα» τοῦ π. Βασιλείου Κριβοσέιν (1900-1985), ὁ «δραστήριος καί μαχητικός» Ἱππόλυτος Γκόφστετερ (1862-1950) καί «ὁ μέγας ἄνθρωπος καί ἐπιστήμονας» Ντμίτρι Λιχατσόβ (1906-1999), ἡ γνωριμία μέ τούς ὁποίους ὑπῆρξε ἰδιαιτέρως εὐεργετική γιά τόν συγγραφέα τοῦ παρόντος βιβλίου.
Ἄν καί τό ὕφος τοῦ βιβλίου δέν παύει νά ἔχει ἕναν χαρακτήρα ἱστορικῆς καταγραφῆς, ἡ παραστατικότητα στήν ἀφήγηση ὅπως καί ἡ παρουσίαση ὁρισμένων στοιχείων ἐντελῶς ἄγνωστων στό εὐρύ κοινό, δίνουν στό βιββλίο καί ἕνα συναρπαστικό τόνο, γεγονός πού κρατᾶ ἀμείωτο τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη. Ἐδῶ νά προσθέσω ὅτι τό βιβλίο κοσμεῖται μέ πλούσιο ἀσπρόμαυρο φωτογραφικό ὑλικό.
Μέ τό βιβλίο τοῦ καθηγητῆ Ταχιάου, τό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό ἔχει, λοιπόν, τήν εὐκαιρία νά γνωρίσει μία σειρά ἀπό σπουδαῖες προσωπικότητες τῆς Ρωσσικῆς Διασπορᾶς μέ τίς ὁποῖες ὁ ἴδιος συνδέθηκε παλαιότερα. Ἐπειδή δέ αὐτή ἡ ἐποχή ἔχει περάσει ἀνεπιστρεπτί, τό ἀναγνωστικό κοινό μπορεῖ νά θεωρήσει τό βιβλίο ὡς μία γέφυρα μέ ἐκείνη τήν ἐποχή καί τούς σπουδαίους διανοουμένους της.

            (Στέπα τ. 3, 2016, σσ. 366-367)





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μιχ. Κ. Μακράκης (1923-2016)
In memoriam
         
Πρίν ἀπό λίγες ἑβδομάδες ‘‘ἔφυγε’’ ἀπό τήν ζωή, πλήρης ἡμερῶν, ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί συγγραφέας Μιχ. Κ. Μακράκης.
Σ’ αὐτήν τήν in memoriam ἀναφορά μου θά ἀναφερθῶ δι’ ὀλίγων στίς σπουδές καί στό συγγραφικό ἔργο τοῦ Μιχ. Μακράκη.
Ὁ Μ. Μακράκης σπούδασε θεολογία στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί στό «Ἰνστιτοῦτο Ὀρθόδοξης Θεολογίας τοῦ Ἁγίου Σεργίου» στό Παρίσι, ὅπου ὑπέβαλε διατριβή (Question speciale) στίς 16 Μαρτίου τοῦ 1955 μέ θέμα: «Tolstoi comme philosophe morale».
Ἐν συνεχείᾳ μετέβη γιά σπουδές στό Πανεπιστήμιο τοῦ Μπέρκλεϋ, ὅπου υπέβαλε διατριβή μέ θέμα: «Pure Being in Georges Santayana to the Mystics and to the Indians on Ontological and Epistemological Grounds». Εἶχε προηγηθεῖ, στό ἴδιο πανεπιστήμιο, τό 1962 thesis for the degree of M.A. in Philosophy μέ θέμα: «The Life and the Spirit in Georges Santayana and its Application to the Idea of Christ», ὁποία δημοσιεύθηκε πολύ ἀργότερα στό περιοδικό «Θεολογία» (Ἀθήνα 1980).
Τήν δεκαετία τοῦ 1960 ὁ Μ.Μακράκης δημοσίευσε τό πρῶτο βιβλίο του στά ἑλληνικά: «Σάνγκρι-Λά, ὁ ‘‘Χαμένος Ὁρίζοντας’’ τοῦ Τζέημς Χίλτον» (Χανιά 1965).
Στήν Ἐλλάδα, μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Ἀμερική, ὁ Μ. Μακράκης δίδαξε φιλοσοφία στό Διδασκαλεῖο Μ.Ε. καί στήν ΑΣΚΕΔ. Σ’ αὐτό τό πλαίσιο ἀνήκουν τά ἔργα «Χριστιανική φιλοσοφία» (Ἀθήνα 1974) καί «Διάγραμμα πολιτικῆς φιλοσοφίας» (Ἀθήνα 1983).
Τήν δεκαετία τοῦ 1970 ὁ Μ. Μακράκης θά ἐκδώσει τόν τόμο «Λευκές χῶρες» (Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 1974) στόν ὁποῖο, μέ ἕνα διαφορετικό ὕφος γραφῆς, παρουσιάζει κείμενα πού ἀφοροῦν κυρίως τό ἐκκλησιαστικό κήρυγμα.
Ἡ τρίτη κατά σειρά διατριβή πού ἐκπόνησε ὁ Μιχ. Μακράκης, ὑπεβλήθη στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μέ θέμα: «Ἡ αἴσθησις τοῦ θανάτου καί ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως εἰς τόν Λ.Τολστόη, ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀναφορᾷ πρός τό ἔργον αὐτοῦ ‘‘Ἀνάστασις’’ (Ἀθῆναι 1978).
Ἐξίσου σημαντική ἦταν ἡ διατριβή ἐπί ὑφηγεσίᾳ (ἐπίσης στήν Θεολογική  Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν) τοῦ συγγραφέως πού ἀφοροῦσε τόν Ντοστογιέφσκι: «Ἡ λυτρωτική δύναμη τοῦ πόνου στή ζωή καί τό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι» (1984), ἡ ὁποία ἀργότερα ἐπανεκδόθηκε μέ τόν γενικό τίτλο «Ντοστογιέφσκι. Πάθος καί ἐλευθερία (Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1994). Στόν μεγάλο Ρῶσσο μυθιστοριογράφο ὁ Μακράκης ἀφιέρωσε καί ἄλλα βιβλία: «Ὁ Ντοστογιέφσκι καί ἡ ἐπανάσταση τῶν νέων» (Imago, Ἀθήνα 1984), «Ὁ σοσιαλισμός τοῦ Ντοστογιέφσκι καί ἡ σοβιετική κριτική στά χρόνια τοῦ Λένιν» (Ἑστία, Ἀθήνα 1984), «Ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς στό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι Ἀδελφοί Καραμάζοφ» (Ἀστήρ, Ἀθήνα 2002) καί  «Φρόϋντ καί Ντοστογιέφσκι: Ἀπό τόν φόβο στήν ἀγάπη» (Ἁρμός, Ἀθήνα 2004).
Τήν δεκαετία τοῦ 1980 καί μετά τήν ἀναφερθεῖσα ὑφηγεσία του, θά ἐκδώσει τήν πραγματεία «Ἐμμένεια καί ὑπέρβαση στή φιλοσοφία τοῦ Kierkegaard» (Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα 1983). 
Ἀπό τό 1985 ὁ ἀείμνηστος καθηγητής δίδαξε «Ψυχολογία τῆς Θρησκείας» καί «Φιλοσοφία καί Λογοτεχνία» στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Οἱ πανεπιστημιακές παραδόσεις τοῦ καθηγητῆ Μακράκη εἶχαν ἐκδοθεῖ σέ δύο τόμους μέ ἀντίστοιχους τίτλους: «Εἰσαγωγή στή φιλοσοφία της θρησκείας» (Ἀθήνα) καί «Ἔννοια καί ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας τῆς θρησκείας» (Ἀθήνα 1989).
Τήν δεκαετία τοῦ 1990 ἡ συγγραφική παραγωγή τοῦ Μακράκη παραμένει ἐξίσου πλούσια: «Τό πρόβλημα τῆς ἀλήθειας στή φιλοσοφία τῆς θρησκείας» (Ἁρμός, Ἀθήνα 1992), «Ψυχολογία τῆς θρησκείας: Εἰσαγωγή, ἱστορία καί θεματολογία» (Ἁρμός, Ἀθήνα 1993), «Ἱστορία τῆς φιλοσοφίας τῆς θρησκείας. Ἀπό τήν ἀρχαιότητα ὥς τήν ἐποχή μας» (Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1994), «Ψυχαναλυτική ἑρμηνεία τῆς θρησκείας (Ἁρμός, Ἀθήνα 1995).  
Τά ἀναφερθέντα βιβλία, ἀλλά καί δεκάδες ἄρθρα, βιβλιοκρισίες, συμμετοχές σέ συλλογικούς τόμους συναπαρτίζουν τήν συνολική προσοφορά τοῦ Μ. Μακράκη στίς ἐπιστημονικές περιοχές μέ τίς ὁποῖες ἀσχολήθηκε.
Ὁ Μ. Μακράκης ὑπῆρξε μία ἰδιαίτερη φυσιογνωμία στά ἑλληνικά γράμματα καί στά πανεπιστημιακά δρώμενα. Ὑπῆρξε ἕνας ἀκούραστος μελετητής, ἀλλά προπάντων μία ἐξαίρετη, ἀνθρώπινη, προσωπικότητα, ἀπό αὐτές τίς προσωπικότητες πού δέν συναντᾶ κανείς συχνά στόν πανεπιστημιακό χῶρο καί τό εὐρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. 
Αἰωνία του ἡ μνήμη!

            (Στέπα τ. 3, 2016, σσ. 362-363) 


Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Aileen M. Kelly, The discovery of chance. The life and thought of Alexander Herzen, Harvard University Press, 2016, σελ. 592

Στό νέο της βιβλίο καθηγήτρια τῆς ἱστορίας τοῦ ρωσσικοῦ πολιτισμοῦ στό Cambridge AM.Kelly παρουσιάζει τήν ζωή καί τήν σκέψη μιᾶς ἀπό τίς κεντρικές μορφές στήν ρωσσική φιλοσοφία τοῦ 19ου αἰ., τοῦ Α. Herzen (1812-1870), τοῦ καί ἀποκληθέντος «Ρώσσου Βολταίρου».
Στήν ἑλληνική βιβλιογραφία, ἐκτός τοῦ τόμου πού εἶχε ἐκδοθεῖ παλαιότερα μἐ τίτλο Xέρτσεν Ἀνάλεκτα (μετ. Λ. Γεωργίου-Μ. Κορωναίου, Κάλβος, Ἀθήνα 1970), τοῦ βιβλίου τοῦ Μ. Ἀλεξανδρόπουλου γιά τόν Herzen (Ἕνας ἄνθρωπος, μιά ἐποχή, Ἀθήνα 1989), τό ὁποῖο ἀποτελεῖ μία κριτική προσέγγιση τοῦ βίου καί τῆς ἐποχῆς τοῦ Ρώσσου συγρραφέα, καί ἐλάχιστων μεταφρασμένων ἀποσπασμάτων του, δέν διαθέτουμε κάποια ἀκαδημαϊκή μονογραφία ἤ μετάφραση κάποιου ἔργου του. 
Σκιαγραφώντας συνοπτικά τήν προσωπικότητα τοῦ Ρώσσου συγγραφέα ἡ Kelly σημειώνει ὅτι «ὁ Herzen ὑπῆρξε μία ἀπό τίς πιό προικισμένες καί σύνθετες μορφές τῆς ἐποχῆς του. Πρῶτος σοσιαλιστής στήν ἱστορία τῆς Ρωσσίας, ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ἀφομοίωση τῶν ἰδεῶν τῆς Δύσης στήν ρωσσική σκέψη» (σ. 1).
Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά τονίσω ὅτι ὁ Herzen, ἄν καί δέν ἦταν φιλόσοφος ὑπό τήν στενή ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως μέ τήν ἱστορία καί μάλιστα ἀπό φιλοσοφικῆς σκοπιᾶς. Ἡ A. Kelly τονίζει ὅτι «ἡ προσέγγιση τῆς ἱστορίας ἐκ μέρους τοῦ Herzen ὡς ἕνα σύνθετο process τῆς ἐμβρυολογίας τόν ἔκανε νά ἀποδεχθεῖ τίς ἀνακαλύψεις στίς ὁποῖες ὁδηγοῦσε ἡ ἐξελικτική θεωρία τοῦ Δαρβίνου» (σ. 526. Πβ. σσ. 417-418).
Ἐάν γιά τόν Ν. Μπερντιάγιεφ «στό πρόσωπο τοῦ  Herzen ὁ δυτικισμός ἅπτεται τῆς σλαβοφιλίας» (Δημ. Μπαλτᾶς, Tομές στή ρωσική σκέψη, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2009, σ. 132), στό βιβλίο της ἡ Kelly ἐπισημαίνει ὅτι «ἡ ἀντίθεση τοῦ Herzen στήν περί τῆς ἱστορίας θεώρηση τῶν σλαβοφίλων ἑστιάζεται στό ζήτημα τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων» (σ. 231).
Μεταξύ τῶν συζητουμένων προσεγγίσεων τοῦ Herzen θά ἀναφέρω ἐπίσης τήν ἐπισήμανση τοῦ  Berdiaeff ὅτι ὁ Herzen «δέν ἦταν ὀπαδός τῆς ὀπτιμιστικῆς θεωρίας γιά τήν πρόοδο, ἡ ὁποία εἶχε γίνει θρησκεία τοῦ ιθ΄ αἰ. (Δημ. Μπαλτᾶς, Tομές στή ρωσική σκέψη, ὅπ.π., σ. 137). Δικαιολογημένα λοιπόν ἡ καθηγήτρια Kelly θεωρεῖ ὅτι «ἡ ἔμφαση τοῦ Herzen στόν κυρίαρχο ρόλο τῆς τύχης στήν ἀνθρώπινη ζωή ὁδηγεῖ σέ σύγκριση μέ τόν πεσιμισμό τοῦ Nietzsche (σ. 185).
Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφερον σημεῖο τῆς κριτικῆς τοῦ Herzen εἶναι τό γεγονός ὅτι ἔβλεπε τήν βαθμιαία ἀποσύνθεση τῆς Εὐρώπης. Αὐτό βεβαίως προκάλεσε τήν «ἀγανάκτηση τοῦ κύκλου τῆς Μόσχας, ὁ ὁποῖος ἀντετίθετο κυρίως στήν κρτική τῆς αἰσθητικῆς καί τῆς ἠθικῆς τῆς ἀστικῆς τάξης» (σ. 269). Ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα τῶν ἀντιθέσεων ἀκόμη καί μέσα στούς κόλπους τῶν λεγόμενων δυτικόφιλων, ἀποτελεῖ τό δοκίμιο πού δημοσίευσε ὁ Ν. Chernyshevsky (1828-1889) στόν «Σύγχρονο», στό ὁποῖο «κατηγορεῖ τόν Herzen γιά διαιώνιση τοῦ ὀνείρου τῶν σλαβόφιλων ὅτι ὁ ἑτοιμοθάνατος πολιτισμός τῆς Εὐρώπης θά μποροῦσε νά ἀναγεννηθεῖ ἀπό ἕνα ἔθνος τῆς Ἀνατολῆς» (σ. 487).
Στό βιβλίο της γιά τόν Ρῶσσο διανοητή πού παρουσιάζω σήμερα, ἡ συγγραφέας συζητεῖ ἐκτενῶς τήν σχέση τοῦ Herzen μέ τούς γνωστούς ἐκπροσώπους τῆς ἀναρχικῆς θωεωρίας, τόν Proudhon (σ. 289κ.ἑ.) καί τόν Bakounin (σ. 513κ.ἑ.). Ἐπισημαίνει ἡ A.Kelly ὅτι «ὁ θαυμασμός τοῦ Herzen γιά τήν ἐμπειρική προσέγγιση τοῦ Proudhon στίς κοινωνικές ἀλλαγές καλλιεργήθηκε παράλληλα μέ τήν πεποίθησή του γιά τήν σημασία τῶν μεθόδων τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν στήν μελέτη τῆς ἱστορίας» (σ. 306). Πάντως ἡ συγγραφέας προσθέτει ὅτι «ἡ ἐπιμονή τοῦ Proudhon στήν προτεραιότητα τῶν οἰκονομικῶν καί κοινωνικῶν ζητημάτων ἔναντι τῶν πολιτικῶν τόν ἀπομόνωσαν ἀπό τούς ἄλλους Γάλλους ριζοσπάστες» (σ. 307). Ὅσον ἀφορᾶ τόν Bakounin, ἡ συγγραφέας ἀφοῦ σημειώσει τόν «μεγάλο ἐνθουσιασμό τοῦ Herzen γιά τό ὕφος καί τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου ‘’Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία’’ τό ὁποῖο εἶχε γράψει ς γνωστόν ὁ Bakounin, θά ἀναφερθεῖ στήν συνέχεια στήν «πολεμική τοῦ Herzen γιά τόν Bakounin», ἡ ὁποία ἔχει ἀφετηρία «τήν ἐκ μέρους τοῦ Herzen ἀπόρριψη τῆς στρατιωτικῆς ἐξέγερσης ὡς πρώτου βήματος τῆς σοσιαλιστικῆς μεταμόρφωσης τῆς Ρωσσίας» (σ. 518).
Τό ἔργο τῆς καθηγήτριας A.Kelly ἀποτελεῖ τήν πληρέστερη σύγχρονη βιογραφία τοῦ Ρώσσου διανοητῆ Α. Herzen. Παρακολουθεῖ τήν βιβλιογραφία, καί μάλιστα τήν ρωσσόφωνη, τεκμηριώνοντας μέ ἀποσπάσματα ἀπό τά ἴδια τά ἔργα του τίς ἐπί μέρους ἀπόψεις της. Ἀπό τήν ἄλλη, δέν συζητεῖ ἰδιαίτερα, ἐκτός μιᾶς ἀναφορᾶς (σ. 566), τήν κριτική τῶν Ρώσσων φιλοσόφων τῆς Διασπορᾶς, κυρίως τοῦ N. Berdiaeff, τοῦ V. Zenkovsky καί τοῦ N.O. Losski πάνω στίς τοποθετήσεις τοῦ Herzen. Ἀλλά ἀναμετρᾶται (passim) μέ τήν βιογραφία τοῦ Herzen πού εἶχε ἐκδώσει τό 1961 ὁ M. Malia. Σέ κάθε περίπτωση, τό βιβλίο τῆς Kelly μπορεῖ νά ἀναγνωσθεῖ μέ μεγάλη ἄνεση τόσο ἀπό τούς εἰδικούς τῆς ρωσσικῆς σκέψης, ὅσο καί ἀπό ἕνα εὐρύτερο κοινό, μέ ἱστορικά ἐνδιαφέροντα.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μισέλ Ἐλτσανινόφ, Στό μυαλό τοῦ Πούτιν, μετ. Τζ. Καραγεώργου, Ἐκδόσεις Διάμετρος, Ἀθήνα 2016, σελ. 173

Στό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα, ὁ συγγραφέας ἐπιχειρεῖ νά ἀνιχνεύσει τίς φιλοσοφικές, θρησκευτικές καί πολιτικές ἐπιρροές πού διαμορφώνουν τόν τρόπο σκέψης τοῦ σημερινοῦ ἡγέτη τῆς Ρωσσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν. Ἀσφαλῶς ὁ Πούτιν δέν εἶναι φιλόσοφος, ἀλλά μία ἰσχυρική πολιτική προσωπικότητα.
Ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ «ἰδεολογία» τοῦ Πούτιν ἱεραρχεῖται ἀπό ἕνα συντηρητικό ὅραμα, πρᾶγμα πού μπορεῖ νά θεωρηθεῖ σοβιετική κληρονομιά, ἕναν προσποιητό φιλελευθερισμό καί ἕνα ἰμπεριαλιστικό ὄνειρο (περί αὐτῶν βλ. ἀναλυτικῶς σ. 18, σ. 31, σσ. 45-46, σ. 72, σ. 75, σ. 137, σσ. 172-173).
Γιά τήν σοβιετική κληρονομιά, πού καταλογίζει στόν Πούτιν ὁ συγγραφέας, καί ὄχι μόνον, τήν άπάντηση ἔχει δώσει ὁ ἴδιος ὁ Ρῶσσος πρόεδρος, ὅταν εἶχε πεῖ κάποτε: «Ὅποιος δέν λυπᾶται γιά τήν καταστροφή τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης δέν ἔχει καρδιά, καί ὅποιος ἐπιθυμεῖ τήν παλινόρθωσή της δέν ἔχει μυαλό» (σ. 28). 
Ἕνα ἀπό τά ἀξιοσημείωτα στοιχεῖα τοῦ παρόντος βιβλίου τοῦ M. Eltchaninoff εἶναι οἱ ἐκτενεῖς ἀναφορές (passim) σέ ἐκπροσώπους καί  ζητήματα τῆς ἱστορίας τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας, ἀπό τούς σλαβόφιλους μέχρι τόν Μπερντιάγιεφ καί τόν Σολζενίτσιν. Οἱ ἀποσπασματικές αὐτές ἀναφορές παρουσιάζονται ἀπό τόν Eltchaninoff ὡς ὄψεις τοῦ «συστήματος Πούτιν» (σ. 137). Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παρατηρήσω ὅτι γιά νά μιλήσει κανείς γιά «φιλοσοφικές καταβολές τοῦ συστήματος Πούτιν» (σ. 137) θά πρέπει προηγουμένως νά ἔχει ἀποδεχθεῖ ὅτι ὁ Ρῶσσος πρόεδρος διαθέτει καί ἐφαρμόζει μία συγκεκριμένη ἰδεολογία. Ἀλλά νομίζω ὅτι ὁ Πούτιν, παρά τίς δημόσιες ἀναφορές του σέ χωρία Ρώσσων φιλοσόφων (λ.χ. τοῦ Λεόντιεφ, τοῦ Ἰλίν, τοῦ  Μπερντιάγιεφ κ.ἄ.) δέν κινεῖται ὑπό μία ὁρισμένη ἰδεολογία. Ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐπί μέρους τοποθετήσεις Ρώσσων φιλοσόφων, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι αὐτές ἔχουν διατυπωθεῖ σέ συγκεκριμένες ἱστορικές ἐποχές καί πολιτικές συνθῆκες. Ἐάν αὐτές οἱ ἀποσπασματικές ἀναφορές χρησιμοποιοῦνται ἐπιλεκτικά ἀπό τόν Πούτιν, καί μάλιστα κατά προτροπή δύο σημαντικῶν προσωπικοτήτων τῆς σημερινῆς Ρωσσίας, τοῦ σκηνοθέτη Ν. Μιχάλκοφ καί τοῦ π. Τύχωνος Σεβκούνοφ (σ. 17), αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Ρωσσίας «διαθέτει μία στέρεη ἰδεολογική βάση ἀπό τήν ὁποία  ἐμπνέεται» (σ. 162). Οἱ ἐπί μέρους τοποθετήσεις τῶν Ρώσσων φιλοσόφων ἐντάσσονται στόν λεγόμενο «πολιτικό ρεαλισμό» (σ. 28) τοῦ Πούτιν, ὁ ὁποῖος δέν διακρίνεται πάντοτε ἀπό ὁρισμένη δημοκρατική προσέγγιση τῶν ζητημάτων. Ἄν καί ὁ Eltchaninoff ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ Ρωσσία ἔχει τη δική της ἐκδοχή γιά τή δημοκρατία» (σ. 87), νομίζω ὅτι ἡ Ρωσσία, στήν ἱστορική της πορεία, δέν γνώρισε ποτέ τήν δημοκρατία ὥστε νά ἔχει τήν δική της ἐκδοχή γι’ αὐτήν (σ. 87). 
Σ’ ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικό τοῦ «συστήματος Πούτιν» πού καταγράφει ὁ Eltchaninoff τονίζεται «ὁ Πούτιν ἔχει ἐργαλειοποιήσει, σέ μεγάλο βαθμό, τόν ὀρθόδοξο χριστιανισμό, ἱστορικά ἐχθρικό πρός τόν ἐθνικισμό, χρησιμοποιώντας τον ὡς ἰδεολογικό ὅπλο» (σ. 143). Βεβαίως γιά τήν «ἐργαλειοποίηση τῆς θρησκείας» ἔχει τίς εὐθύνες της καί ἡ ἐπίσημη Ρωσσική Ἐκκλησία. Πάντως, γιά τήν ἱστορία, αὐτή ἡ περίεργη συμπόρευση τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας μέ τό σημερινό ρωσσικό κράτος ἔχει ὁδηγήσει ἀμφότερες τίς δύο ἐξουσίες σέ μία ἐξωστρέφεια καί σέ μία προβολή τῆς ἰδέας τῆς Ρωσσίας καί τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τόν ὑπόλοιπο, χριστιανικό καί μή, κόσμο. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν χρειάζεται νά γίνει ἰδεολογικό «γνώρισμα» κάποιου «συστήματος» γιά νά διακηρύξει τό μήνυμά της στόν κόσμο.
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θεωρῶ ὅτι τό βιβλίο τοῦ Eltchaninoff εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον καί ἀπό ὁρισμένης ἄποψης πρωτότυπο. Πάντως ὁρισμένες προσεγγίσεις τοῦ συγγραφέα εἶναι συζητήσιμες, καθ’ ὅσον μία σύνθεση στοιχείων καί μάλιστα ἑτερόκλητων δέν μπορεῖ νά συνιστᾶ «σύστημα». Εἶναι βέβαιο ὅτι τό βιβλίο θά συζητηθεῖ μεταξύ τῶν ἱστορικῶν τῆς πολιτικῆς σκέψης καί τῶν φιλοσόφων, ἀλλά καί ἑνός εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ πού ἐνδιαφέρεται γιά τίς διεθνεῖς πολιτικές ἐξελίξεις.