Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας, Μεταξύ παράδοσης καί ἀνανέωσης, μεταξύ ἐπιστήμης καί ἱεραποστολῆς, Ἐκδοτική Δημητριάδος, εἰσ.-ἐπιμ. Ν. Ἀσπρούλης, Βόλος 2016, σελ. 413.

Μία νέα ἐκδοτική σειρά μέ τίτλο «Θεολογικές προσωπογραφίες» ἐγκαινιάζει ἡ Ἐκδοτική Δημητριάδος, μέ τήν ἔκδοση τῶν παρόντων Πρακτικῶν τοῦ ὁμώνυμου Συνεδρίου πού εἶχε γίνει στήν Ἀθήνα (19.3.2011). 
Οἱ Εἰσηγήσεις τοῦ τόμου καλύπτουν ὅλο τό φάσμα  τῆς συγγραφικῆς παραγωγῆς τοῦ Π. Ν. Τρεμπέλα (1886-1977), μιᾶς ἰδιαίτερης καί σημαντικῆς προσωπικότητας τῶν θεολογικῶν γραμμάτων στήν Ἑλλάδα τοῦ 20οῦ αἰ., ἡ συγγραφική παραγωγή τῆς ὁποίας ἔτυχε τόσο δοξολογικῆς, ὅσο καί ἀπορριπτικῆς προσέγγισης καί ἀποτίμησης ὑπό τῶν θεολόγων κατά τίς προηγούμενες δεκαετίες.
Ἔτσι ὁ τόμος περιέχει μία ἐπισκόπηση τῆς ἐπιστημονικῆς διαδρομῆς του (Ἀθ. Κοτταδάκης, «Πνευματική καί ἐπιστημονική διαδρομή τοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα»), τρεῖς μελέτες βιβλικοῦ ἐνδιαφέροντος μέ βάση τά ἀντίστοιχα ἔργα τοῦ Τρεμπέλα (Ἰω. Καραβιδόπουλος, «Ἰησοῦς ἀπό Ναζαρέτ τοῦ Π. Τρεμπέλα καί οἱ σύγχρονες ἀναζητήσεις τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ», Χρ. Καρακόλης, «Τά καινοδιαθηκικά ὑπομνήματα τοῦ Π. Τρεμπέλα», Στ. Ζουμπουλάκης, «Ὁ Π.Τρεμπέλας ὡς μεταφραστής τῶν βιβλικῶν κειμένων»), μία μελέτη γιά τό κηρυκτικό ἔργο τοῦ Τρεμπέλα (π. Ἀντ. Πινακούλας, «Θεωρία καί πράξη τοῦ κηρύγματος τοῦ Π. Τρεμπέλα»), δύο μελέτες πού ἐξετάζουν τήν συμβολή τοῦ θεολόγου στήν ἐπιστήμη τῆς Λειτουργικῆς (Παναγιώτης Καλαϊτζίδης, «Ὁ Π. Τρεμπέλας ὡς ἐκδότης λειτουργικῶν κειμένων», π. Δημ. Τζέρπος, «Ἡ συμβολή τοῦ Π.Ν. Τρεμπέλα στήν ἀναζωπύρωση τῆς λειτουργικῆς ζωῆς στήν Ἑλλάδα»), τρεῖς μελέτες οἱ ὁποῖες ἐξετάζουν μέ ζητήματα τῆς Δογματικῆς, τῆς Ἀπολογητικῆς καί τῆς σχέσης καταφατικῆς καί ἀποφατικῆς Θεολογίας στό ἔργο τοῦ Τρεμπέλα (Γ.  Βλαντής, «Τό ἀπολογητικό ἔργο τοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα», π. Δημ. Μπαθρέλλος, «Ἡ Δογματική τοῦ Π.Ν. Τρεμπέλα», Παντελής Καλαϊτζίδης, «Μυστικισμός, ἀποφατισμός, καταφατική θεολογία καί τό ζήτημα τῆς πιστότητας στήν Πατερική θεολογία»), μία μελέτη πού ἀναφέρεται στόν ρόλο τοῦ Τρεμπέλα στίς διαχριστιανικές σχέσεις (Γ. Γαλίτης, «Π. Τρεμπέλας: ὁ οἰκουμενικός διδάσκαλος») καί, τέλος, μία μελέτη πού τοποθετεῖ τόν Τρεμπέλα στό πνευματικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς του (π. Εὐ. Γκανᾶς, «Παναγιώτης Τρεμπέλας: Ἡ σκιά τῆς ἐποχῆς πάνω στό ἔργο»).
Τὀ εἰσαγωγικό κείμενο τοῦ τόμου μέ τίτλο «Π.Ν. Τρεμπέλας: Ἕνας προ-νεωτερικός, μετα-πατερικός ὀρθόδοξος θεολόγος τοῦ 20οῦ αἰ.» (σσ. 15-46) τοῦ Ν. Ἀσπρούλη πού προηγεῖται τῶν Εἰσηγήσεων, σκιαγραφεῖ, μέ τρόπο ἀντικειμενικό, τό «στίγμα μιᾶς προσωπικότητας καθώς ἐπίσης καί τό πλαίσιο μέσα στό ὁποῖο αὐτή ἐμφανίστηκε καί δραστηριοποιήθηκε» (σ. 46). 
Κύριο χαρακτηριστικό τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ τόμου εἶναι ἡ ἐπιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση τοῦ πολύπλευρου ἔργου τοῦ σπουδαίου θεολόγου, χωρίς τήν μονομερῆ διάθεση γιά δοξολογική ἤ ἀπορριπτική ἀποτίμησή του, ἡ ὁποία ἔχει παρατηρηθεῖ σέ διάφορα θεολογικά περιβάλλοντα κατά τήν τελευταία τεσσαρακονταετία. Ἐάν ἡ εὐρύτητα τῶν ἀντικειμένων εἶναι ἀπό τά κύρια γνωρίσματα τῆς ὁμολογουμένως ὀγκώδους συγγραφικῆς παραγωγῆς τοῦ ἀειμνήστου καθηγητῆ Τρεμπέλα, ἡ ἴδια θεματολογική εὐρύτητα χαρακτηρίζει καί τόν παρόντα τόμο.
Ἄς ἀναφέρω ὁρισμένα παραδείγματα. Ὅσον ἀφορᾶ τά περίφημα Ὑπομνήματα τοῦ Τρεμπέλα, ἀποτιμᾶται ὅτι αὐτά «ἀπηχοῦν μία προσπάθεια ἐξισορρόπησης τοῦ πατερικοῦ μέ τόν σύγχρονό του ἐπιστημονικό λόγο» (σ. 81). Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ Εἰσήγηση πού ἀσχολεῖται μέ τό ζήτημα τῆς μετάφρασης ἐκ μέρους τοῦ Τρεμπέλα βιβλικῶν κειμένων καί στήν ὁποία ἐπισημαίνεται ὅτι «ἡ καλύτερη μεταφραστική στιγμή του εἶναι στά Ὑπομνήματα τῆς Καινῆς Διαθήκης, στήν ἀρχική ἐκδοχή τους … Δέν εἶναι ὁ μόνος ὁ Τρεμπέλας στόν ὁποῖο ἔλειπε μία στοιχειώδης λογοτεχνική ἀγωγή, αὐτή ἡ ἔλλειψη χαρακτήριζε ὅλο τό εὐσεβιστικό κίνημα καί ἐν γένει τόν ἐκκλησιασαστικό κόσμο» (σ. 104). Στήν περίπτωση τῆς «κριτικῆς ἐκδόσεως» λειτουργικῶν κειμένων ἐκ μέρους τοῦ ἀειμνήστου καθηγητῆ, τονίζεται ὅτι «παρά τίς σοβαρές ἀτέλειες, ὁ Τρεμπέλας ἐπεσήμανε τήν ἐξέλιξη τῶν λειτουργικῶν κειμένων, ἔδωσε μία πρώτη πληροφόρηση γιά τά εἰσαγωγικά ζητήματα τῶν διαφόρων τάξεων καί ἀκολουθιῶν» (σ. 159). Ἐξαντλητική εἶναι ἡ Εἰσήγηση πού ἀφορᾶ τό συνολικό «Ἀπολογητικό ἔργο τοῦ Τρεμπέλα» (σσ. 181-238). Ἐξ ἄλλου, στήν περίπτωση τῆς Δογματικῆς του, ἡ ὁποία ἔχει τύχει κατά καιρούς πολλῶν ἐπικρίσεων, ὄχι πάντως ἀβάσιμων, ἐπισημαίνεται ὅτι «καμιά προσπάθεια συγγραφῆς Ὀρθόδοξης Δογματικῆς δέν κατάφερε νά συναγωνιστεῖ τό ἐπίτευγμα τοῦ Τρεμπέλα» (σ. 256), ἐνῶ ταυτόχρονα προστίθεται ὅτι «ἀκόμη καί σήμερα … θά πρέπει νά ξεκινήσει κανείς ἀπό αὐτό τήν μελέτη κάποιου δόγματος τῆς χριστιανικῆς πίστης» (σ. 259).
Ἕνα δεύτερο χαρακτηριστικό πού μπορεῖ νά διαπιστώσει κανείς ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ τόμου εἶναι τό γεγονός ὅτι ὅλοι οἱ εἰσηγητές προσεγγίζουν καί ἀποτιμοῦν τήν προσφορά τοῦ Τρεμπέλα τοποθετώντας τήν προσωπικότητά του στήν ἐποχή της καί στίς συνθῆκες (πνευματικές, θρησκευτικές, πολιτικές, οἰκονομικές κ.ἄ.) ἐκείνων τῶν ἐτῶν. Τό ἀντίθετο θά ὁδηγοῦσε σέ μία ἀναχρονιστική καί τελικά χωρίς νόημα κριτική ἀποτίμηση. Στήν προσέγγιση αὐτή, ὁ μελετητής τοῦ ἔργου τοῦ Τρεμπέλα θά ἦταν χρήσιμο νά ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τήν προφορική μαρτυρία ἑνός ἄλλου καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, τοῦ Κ. Παπαπέτρου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Τρεμπέλας ἔλεγε, μέ πικρία, πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του: «Ἐμεῖς αὐτό πού μπορούσαμε, αὐτό κάναμε. Ἄς ἔρθετε ἐσεῖς οἱ νεότεροι νά τά κάνετε καλύτερα» (σ. 238).  Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, μία ἀφετηρία μεθοδολογική καί οὐσιαστική στήν ἀνάγνωση τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ τόμου εἶναι τό γεγονός ὅτι, παρά τίς δεκαετίες πού μεσολάβησαν καί παρά τίς καθοριστικές ἀλλαγές πού συνέβησαν στόν τόπο καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή, τό ἴδιο τό ἔργο τοῦ Τρεμπέλα παρουσιάζει μίαν ὁρισμένη ἐπικαιρότητα, καθώς πολλά ἀπό τά ζητήματα πού θίγει «ἀπασχολοῦν τόσο τήν θεολογία, ὅσο καί εὐρύτερα τούς πιστούς» (σ. 335).
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, οἱ Εἰσηγήσεις τοῦ παρόντος τόμου διακρίνονται ἀπό μία νηφάλια, ἀντικειμενική, ἐπιστημονικά τεκμηριωμένη ὀπτική, γεγονός πού θά ὁδηγεῖ σέ μία προσεκτική ἀποτίμηση τῆς πνευματικῆς προσφορᾶς ἑνός σημαντικοῦ θεολόγου  τοῦ 20οῦ αἰ. Θά προσέθετα ὅτι μέ μία ἀντίστοιχη κριτική ματιά θά ἔπρεπε νά προσεγγίζουν καί οἱ νεώτερες γενιές τῶν θεολόγων τά πρόσωπα καί τίς ἰδέες στόν χῶρο τῆς νεοελληνικῆς θεολογίας.
Ὁπωσδήποτε ὁ τόμος, μέ τίς ἱστορικές προσεγγίσεις καί τούς θεολογικούς προβληματισμούς, μπορεῖ νά ἐνδιαφέρει ἕνα εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό. Ἡ δέ κύρια προσφορά τοῦ τόμου εἶναι ἀποτελεῖ μία ἐξαιρετική ἀφορμή γιά ἕναν δημιουργικό διάλογο, πού ἐν πολλοῖς ἀπουσιάζει στούς καιρούς μας.

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Θεολογία, τ. 86, τεῦχ. 4, 2015, σσ. 296-298)

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἡ Εὐρώπη στήν ρωσσική σκέψη
τοῦ 19ου  καί τοῦ 20οῦ αἰ.

Ἡ ἀναφορά στήν παρουσία τῆς Εὐρώπης καί τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ στήν σκέψη τῶν Ρώσσων διανοητῶν τοῦ 19ου  καί τοῦ 20οῦ αἰ. εἶναι χαρακτηριστική τῶν ἀναζητήσεών τους ἀλλά κυρίως ἀφετηριακή τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ταυτότητας τοῦ ρωσσικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία εἶχε κλονισθεῖ ἀπό τήν πολιτική τοῦ Μ. Πέτρου, καθ' ὅσον ὁ τελευταῖος εἶχε προχωρήσει σέ μεταρρυθμίσεις πρός μία δυτικοποίηση τῆς ρωσσικῆς ζωῆς. 
Ἐξεταζόμενης τῆς παρουσίας τῆς Ρωσσίας στήν Εὐρώπη κατά τον 19ο αἰ., ἐτίθετο ἕνα καίριο ἐρώτημα: Εἶναι ἡ Ρωσσία χώρα τῆς Εὐρώπης ἤ γέφυρα ἀνάμεσα στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀσία;
Ἡ γνωστή ἀναμέτρηση μεταξύ τῶν Σλαβόφιλων, τῶν ὁποίων ἡ σκέψη ἦταν προσανατολισμένη στήν θεμελίωση τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας, καί τῶν Δυτικόφιλων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν, μεταξύ ἄλλων, ὅτι τό μέλλον τῆς Ρωσσίας συσχετίζεται μέ τήν εὐρωπαϊκή ἀνάπτυξη, ὑπῆρξε σημαντική ἀπό ἀπόψεως ἱστορικῆς, δεδομένου ὅτι δίδει μία εἰκόνα τῆς ρωσσικῆς κοινωνίας καί κυρίως τῆς ρωσσικῆς σκέψεως τοῦ 19ο αἰ. Ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι γεγονός ὅτι στούς Δυτικόφιλους, καί κυρίως στόν Μ. Μπακούνιν (1814-1876) καί στόν Ἀ. Χέρτσεν (1812-1870), ὑπάρχει μία προσέγγιση τῶν ἰδεῶν τῶν Σλαβόφιλων. Μάλιστα ἀκόμη καί οἱ Δυτικόφιλοι ἔβλεπαν μέ ἐπιφύλαξη τά ἐπιτεύγματα τῆς Δύσεως, τήν ὁποία μάλιστα ὁ Ἀλεξάντρ Χέρτζεν ἀποκαλεῖ «ἑτοιμοθάνατο κόσμο»[1]. Σέ κάθε περίπτωση ἡ ἀντιπαράθεση αὐτή προκάλεσε ἐνδιαφέρουσες καί γόνιμες συζητήσεις μεταξύ τῶν Ρώσσων διανοητῶν καί τοῦ κ' αἰ[2].
Ἀργότερα, ὁ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881), σέ ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα τοῦ Ἡμερολογίου ἑνός συγγραφέα,  παραδέχεται ὅτι «ὅλοι στήν Εὐρώπη μᾶς κοροϊδεύουν [ἐνν. τούς Ρώσσους] … Οἱ Εὐρωπαῖοι δέν θέλησαν νά μᾶς θεωρήσουν δικούς τους, γιά τίποτα στόν κόσμο, σέ καμιά περίπτωση … Σ’ αὐτούς γίναμε παροιμία. Καί ὅσο περισσότερο περιφρονήσαμε τήν ἐθνικότητά μας γιά νά τούς ἀρέσουμε, τόσο μᾶς περιφρόνησαν ἐκεῖνοι περισσότερο. Μασκαρευτήκαμε μπροστά τους, τούς ἐξομολογηθήκαμε δουλικά τήν νοοτροπία μας καί τίς ‘’εὐρωπαϊκές’’ πεποιθήσεις μας … Ὡστόσο, δέν μποροῦμε νά κάνωμε χωρίς τήν Εὐρώπη. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ἡ δεύτερη πατρίδα μας –πρῶτος ἐγώ τό ἀναγνωρίζω, καί πάντα τό ἀναγνώριζα. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ὅμοια ἀγαπητή σέ ὅλους μας, ὅσο καί ἡ Ρωσσία»[3]. Στό ἀναφερθέν παράθεμα μπορεῖ νά διακρίνει εὔκολα ὁ Ἕλληνας ἀναγνώστης ὄχι μόνον τήν σχέση Ρωσσίας-Εὐρώπης ἀλλά καί τήν σχέση Ἑλλάδας-Εὐρώπης.
Εἶναι σαφές ἀπό τά ἀναφερθέντα ὅτι οἱ Ρῶσσοι τηροῦν ἄλλοτε θετική καί ἄλλοτε ἀρνητική στάση ἀπέναντι στήν εὐρωπαϊκή ἰδέα. Ἀλλά στήν συζήτηση περί τῆς σχέσης Ρωσσίας καί Εὐρώπης ἔχει, νομίζω, ἐνδιαφέρον νά σημειωθεῖ ἐδῶ μία τοποθέτηση τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ φιλοσόφου G. Hegel (1770-1831). Γιά τόν Χέγκελ, ἡ Εὐρώπη «ἔγινε κιόλας ἕνα εἶδος κλουβιοῦ, μέσα στό ὁποῖο φαίνονται νά κινοῦνται ἐλεύθερα μόνο δύο εἴδη ἀνθρώπων: ἐκεῖνοι πού ἀνήκουν σ' ὅσους κλείδωσαν τό κλουβί, κι ἐκεῖνοι πού ἀναζήτησαν γιά τόν ἑαυτό τους μία θέση μέσα σ’ αὐτό τό κλουβί ... Σ' αὐτό τό εὐρωπαϊκό κλουβί ἀντιπαραθέτει ὁ Hegel τό μέλλον τῆς Ρωσσίας. Τά ἄλλα, νεότερα κράτη ἔχουν, ὅπως φαίνεται, φθάσει στόν σκοπό τῆς ἐξέλιξής τους καί ἴσως ὑπερβῆ κιόλας τό σημείο κορύφωσης, ἡ κατάστασή τους ἔγινε στατική· ἀντίθετα ἡ Ρωσσία φέρει στούς κόλπους της μία τρομερή δυνατότητα ἐξέλιξης τῆς ἔντονης φύσης της»[4].
Ἀπό τούς τελευταίους διανοητές τῆς προεπαναστατικῆς ἐποχῆς ὁ Βασίλι Ροζάνωφ (1856-1919) θά ὑποστηρίξει ὅτι «οἱ Ρῶσσοι βεβαιώνουν πάντοτε ὅτι εἶναι συνάμα ἕνας λαός ἀνατολικός καί δυτικός, χωρίς νά ἀντιλαμβάνονται ὅτι στήν πραγματικότητα δέν εἶναι οὔτε λαός δυτικός οὔτε λαός ἀνατολικός»[5].
Προϊόντος λοιπόν τοῦ 20οῦ αἰ., τό θέμα «Ρωσσία-Εὐρώπη» παρουσιάζεται στήν σκέψη τῶν Ρώσσων διανοητῶν ὑπό τήν μορφή «Ἀνατολή-Δύση». Γιά παράδειγμα, ὁ γνωστός Ρῶσσος φιλόσοφος Νικόλαος Μπερντιάγιεφ (1874-1948), στό ἄρθρο μέ τίτλο «Vostok i Zapad» («Ἀνατολή καί Δύση»)[6], ὑποστηρίζει, μεταξύ ἄλλων, ὅτι ἡ «Ἀνατολή» καί «Δύση» δέν εἶναι ἱστορικοί ἤ γεωγραφικοί ὅροι, ἀλλά πολιτιστικά μεγέθη. Ἡ δέ Ρωσσία μετέχει, στόν ἕνα ἤ ἄλλο βαθμό, καί τῆς «Ἀνατολῆς» καί τῆς «Δύσης».
Ἀλλά κατά τόν 20ό  αἰ. θά διατυπωθοῦν καί οἱ λεγόμενες εὐρασιατικές θεωρίες μέ κύριους εἰσηγητές τόν Nικ. Τρουμπετσκόϊ (1890-1938), τόν Π. Σαβίτσκυ (1895-1965) καί τόν Ν. Ἀλεξέγιεφ (1879-1964). Οἱ διανοητές αὐτοί θεωρεῖται ὅτι ἀκολουθοῦν τίς ἰδέες τῶν Σλαβόφιλων, ἐφ’ ὅσον καί αὐτοί «ζητοῦν διαζύγιο ἀπό τήν διεφθαρμένη Εὐρώπη»[7].
Ἀπό τίς ἐνδεικτικές ἀναφορές στίς θεωρήσεις Ρώσσων διανοητῶν τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ. εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ ρωσσική σκέψη ἀντιμετωπίζει κριτικά τήν σχέση τῆς Ρωσσίας μέ τήν Εὐρώπη. Ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἰδιαιτερότητας τῆς χώρας τους θεωροῦν ὅτι ἡ Ρωσσία βρίσκεται στό σταυροδρόμι τῶν δρόμων τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσης, χωρίς νά εἶναι οὔτε ἀποκλειστικῶς «Ἀνατολή» οὔτε ἀποκλειστικῶς «Δύση». Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι αὐτές οἱ προσεγγίσεις θά μποροῦσαν νά βροῦν ἐφαρμογή καί τήν περίπτωση τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας, ἡ ὁποία δέν κατάφερε οὔτε νά γίνει «Δύση» οὔτε νά διατηρηθεῖ ὡς «Ἀνατολή».   

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Πειραϊκή Ἐκκλησία, τ. 297, 2016, σσ. 47-48) 

           


[1] Χέρτσεν, Ἀνάλεκτα, μετ. Λ. Γεωργίου-Μ. Κορωναίου, Ἐκδόσεις Καλβος, Ἀθήνα, 1970,  σ. 291. 
[2] Βλ. γενικά Δημ. Μπαλτᾶς, Σταθμοί τῆς ρωσσικῆς φιλσοοφίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα, 2007, σσ. 21-36.
[3] Φ. Ντοστογιέφσκι, Τό ἡμερολόγιο τοῦ συγγραφέα, ὅπ.π., σ. 243.
[4] Ἡ ἄποψη τοῦ Hegel παρατίθεται ἀπό τόν K. Löwith (Ἀπό τόν Hegel στόν Nietzsche. Τό επαναστατικό ρήγμα στή σκέψη τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰ..., τ. Α΄, σ. 79.
[5]  V. Rozanov, L’ apocalypse de notre temps, trad. J. Michaut, L’ Age d’ Homme, Lausanne 1976, σ. 102.
[6] Ν. Μπερντιάγιεφ, «Vostok i Zapad», Put, τ. 23, 1930, σσ. 97-109. Ὁ γράφων ἔχει ἑτοιμάσει τήν μετάφραση τοῦ κειμένου στήν ἑλληνική.
[7] Θρ. Ν. Μαρκέτου, Ἡ γεωπολιτική πρακτική τῆς Ρωσσίας στή μετασοβιετική κεντρική Ἀσία, ἐκδ. Σύλλογος πρός διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθῆναι 2008, σ. 37.