Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Πρωτοπρ. Νικόλαος Afanassieff (1893-1966)
In memoriam

Συμπληρώνονται ἐφέτος πενήντα χρόνια ἀπό τόν θάνατο τοῦ π. Νικολάου Afanassieff (Николай Николаевич Афанасьев), Ρώσσου θεολόγου καί συγγραφέως. Ἡ ἐν συνεχείᾳ ἀναφορά εἶναι ἀφιερωμένη στήν μνήμη τοῦ π. Νικολάου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε σημαίνουσα προσωπικότητα στά θελογικά πράγματα, τόσο στήν Ἀνατολή, ὅσο καί στήν Δύση. 
Στήν παροῦσα μελέτη-ἀφιέρωμα, ἀφοῦ δοθεῖ ἀφορᾶ ἕνα σύντομο σχεδιάγραμμα τῆς ζωῆς καί τῆς δράσης τοῦ π. Νικολάου Afanassieff, θά γίνει ἐν συνεχείᾳ ἀναφορά  στήν θεολογική σκέψη τοῦ Ρώσσου συγγραφέως, καί μάλιστα μέ βάση ὄχι μόνον τό περίφημο ἔργο του «Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου», ἀλλά καί τά ὑπόλοιπα, ἐξίσου σημαντικά, δημοσιεύματά του[1].
Α΄.

Ὁ Νικόλαος Afanassieff γεννήθηκε[2] στήν Ὀδησσό, στίς 4 Σεπτεμβρίου τοῦ 1893. Τό 1921 εἰσῆλθε στήν Θεολογική Σχολή Βελιγραδίου ὅπου μετά τό πέρας τῶν βασικῶν σπουδῶν ὑποστήριξε τήν πρώτη του διατριβή μέ τίτλο «Ἡ ἐξουσία τοῦ Κράτους καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι» (Σκόπια, 1927, σελ. 67).
Τά χρόνια πού ἔζησε στό Παρίσι εἶναι ἀναμφιβόλως τά πιό δημιουργικά γιά τόν π. Νικόλαο. Ἐκεῖ ἐργάσθηκε στό Institut Theologie Orthodoxe Saint-Serge. Ἐκτός τοῦ ὅτι ὁ Afanassieff «ὑπῆρξε βοηθός τοῦ Β. Zenkovsky στήν «Ἕδρα τῆς Παιδαγωγικῆς τῶν Θρησκευτικῶν»[3], δίδαξε γιά ἀρκετά χρόνια (1930-1966) μαθήματα Κανονικοῦ Δικαίου  καί Ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ὁ Afanassieff ἦταν ἐπίσης φίλος τοῦ σημαίνοντος Ρώσσου φιλοσόφου Σεργίου Boulgakoff (1871-1944), ἀπό τόν ὁποῖο ἐδέχθη τήν ἀντίληψη περί τῆς «ἐκκλησιαστικοποιήσεως τῆς ζωῆς»[4]. Πάντως, σέ ἄλλο κείμενό του, ὁ Afanassieff ἀσκεῖ κριτική στήν ἐκκλησιολογία τοῦ Boulgakoff, ἀποδίδοντάς ὅμως σ’ αὐτόν τόν «φόρο τιμῆς στήν ζωή, τήν ἐπιστήμη, τήν φιλοσοφία, τήν θεολογία καί τήν πίστη του στήν Ἐκκλησία»[5]. Τέλος, μαζί μέ τόν Ρῶσσο καθηγητή π. Κυπριανό Kern (1899-1960) ἵδρυσε τίς «Ἑβδομάδες Λειτουργικῆς στόν Ἅγιο Σέργιο». Τό ἔργο «Εὐχαριστία»[6] τοῦ Kern ἄσκησε ἐπίσης ἰδιαίτερη ἐπίδραση στήν σκέψη τοῦ Afanassieff.
Στίς 6 Ἰανουαρίου 1940 ὁ Afanassieff χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπό τόν Μητροπολίτη Εὐλόγιο.
Ἐπίσης στό Παρίσι, καί στό περιοδικό Put (= Δρόμος) πού ἐξέδιδαν οἱ Ρῶσσοι τῆς Διασπορᾶς, ὁ π. Νικόλαος θά δημοσιεύσει κατά τήν δύσκολη δεκαετία τοῦ ‘40 μερικά ἀπό τά κυριώτερα ἄρθρα του, τά ὁποῖα εἶναι ἀκόμη ἀμετάφραστα στίς γνωστές εὐρωπαϊκές γλῶσσες.
Δέκα χρόνια ἀργότερα, στίς 2 Ἰουλίου 1950, ὁ π. Νικόλαος ὑπεστήριξε τήν περίφημη διατριβή του «Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[7], τήν ὁποία συνέτασσε σταδιακά (1940-1949), λόγῳ ποικίλων προβλημάτων, σέ ὅλην τήν δεκαετία τοῦ ’40. Ὁ τίτλος τῆς διατριβῆς («Ecclesia Spiritus Sanctu») θά πρέπει νά ἀναζητηθεῖ στόν Τερτυλλιανό ὁ ὁποῖος γράφει χαρακτηριστικά: «Nam et ipsa ecclesia proprie et principaliter ipse est spiritus, in quo est trinitas unius divinitatis, Pater et Filius et Spiritus SanctusSed ecclesia spiritus per spiritalem hominem, non ecclesia numerus episcoporum»[8]. Ἡ κατευθυντήρια γραμμή τοῦ Ρώσσου θεολόγου εἶναι ὅτι «ἡ Ἐκκλησία ἀρχίζει ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἡ Ἐκκλησία ζεῖ διά τοῦ Πνεύματος καί ἐν Πνεύματι»[9].
Στήν διατριβή του ὁ Afanassieff παραπέμπει συχνότατα σέ χωρία ἀπό τίς Ἐπιστολές τοῦ Παύλου, ἰδιαιτέρως ἀπό τήν Α΄ Πρός Κορινθίους, τήν Ἀποστολική παράδοση τοῦ Ἱππολύτου Ρώμης, τό Κατά αἱρέσεων τοῦ Εἰρηναίου, τά Ἀρεοπαγιτικά ἀλλά καί σέ σχετικά πρός τά ζητήματα πού ἐξετάζει ἄρθρα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἀπό πλευρᾶς τῆς δευτερογενοῦς βιβλιογραφίας, τό βιβλίο εἶναι ἐνημερωμένο γιά τήν σχετική βιβλιογραφία μέχρι περίπου τό 1960. Ἐπίσης, γιά τήν ἱστορία, θά προσθέσω ὅτι ἔχει σωθεῖ τό κείμενο τῆς ὁμιλίας πού ἐξεφώνησε ὁ π. Νικόλαος κατά τήν ὑποστήριξη τῆς διατριβῆς του, ἀποτελούμενο ἀπό 23 σελίδες.
Ὅλα αὐτά τά χρόνια ὁ Afanassieff ἐργάζεται σχεδόν ἀποκλειστικά πάνω σέ ζητήματα ἐκκλησιολογίας ὄχι μόνον τῆς ὀρθόδοξης ἀλλά καί τῆς ρωμαιοκαθολικῆς. Ἀξιοσημείωτη χαρακτηρίζεται ἡ συμμετοχή τοῦ π. Νικολάου ὡς παρατηρητῆ, ἐκπροσωποῦντος τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, στήν περίφημη Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962-1965), μαζί μέ ἄλλους ὀρθόδοξους παρατηρητές στήν Σύνοδο, τόν Παῦλο Evdokimov (1901-1970), τόν Κασσιανό Bezobrazov (1892-1965), τόν Ἀλέξανδρο Schmemann (1921-1983) και τόν Νίκο Νησιώτη (1924-1986). Μάλιστα ἔτυχε ἰδιαίτερης προσοσχῆς ὑπό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν τό κείμενο τοῦ Afanassieff μέ τίτλο «L’Eglise qui preside dans l’Amour», πού εἶχε δημοσιευθεῖ στόν τόμο La Primauté de Pierre dans l’Église Orthodoxe (Neuchâtel, 1960)[10] καί τό ὁποῖο θεωρεῖται[11] ὅτι ἄσκησε ὁρισμένη ἐπίδραση στό κεφ. ΙΙΙ τοῦ «Περί Ἐκκλησίας» κειμένου τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου. Ὅμως νομίζω ὅτι ἡ παράλληλη ἀνάγνωση τῶν δύο κειμένων θά ἀναδείξει μᾶλλον τίς διαφορές παρά τίς ὁμοιότητές τους. Γιά παράδειγμα, στό κεφ. ΙΙΙ τοῦ «Περί Ἐκκλησίας» κειμένου τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου ἐπιβεβιώνεται ἡ διδασκαλία «γύρω ἀπό τή σύσταση, διαιώνιση, ἀξία καί φύση τοῦ ἱεροῦ Πρωτείου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης καί γύρω ἀπό τό ἀλάθητο τοῦ διδακτικοῦ του ἀξιώματος»[12]. Ἀντιθέτως, στό θεμελιῶδες κείμενό του ὁ Αfanassieff ἰσχυρίζεται ὅτι, ἄν καί ἱστορικά, ἤδη ἀπό τόν 1ο μ.Χ., ἐδόθη ὁρισμένη προτεραιότητα στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, αὐτό δέν σημαίνει καί ἀναγνώριση τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ρώμης[13]. Τήν ἴδια ἄποψη θά διατυπώσει ὁ Αfanassieff καί σέ ἄλλο κείμενό του, ὅταν γράφει ἐπί λέξει ὅτι «ἡ ὑπεροχή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, πού ὁ ἱστορικός δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ, δέν τόν ἀναγκάζει νά ἀποδεχθεῖ τήν σημερινή διδασκαλία περί τοῦ πρωτείου τοῦ ποντίφηκα τῆς Ρώμης»[14]. Πάντως, μέ μία ἀπαισιόδοξη διάθεση, ὁ Afanassieff ἀποτιμᾶ ὅτι «ἐάν πάρουμε τίς θέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ὡς ἔχουν, δέν ὑπάρχει ἐλπίδα νά λυθεῖ τό ζήτημα τοῦ πρωτείου»[15]. Ἐξ ἄλλου, στό «Περί Ἐκκλησίας» τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου ὁμολογεῖται ὅτι «ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης μέ τό ἀξίωμά του ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Χριστοῦ καί ποιμένα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει πλήρη, ὑπέρτατη καί παγκόσμια ἐξουσία μέσα στήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία μπορεῖ πάντοτε νά ἀσκεῖ ἐλεύθερα»[16]. Ἀντιθέτως ὁ Ρῶσσος θεολόγος διευκρινίζει ὅτι «ἡ ἰδέα τῆς ἐξουσίας δέν ὑπῆρχε στόν πρώϊμο χριστιανισμό. Ὁ Χριστός δέν εἶχε ἐμπιστευθεῖ στόν ἀπόστολο Πέτρο τήν ἐξουσία ἐπί τῆς Ἐκκλησίας, ἄρα δέν εἶχε ἀνάγκη νά περιορίσει τό ‘’πρωτεῖο’’ τοῦ Πέτρου διά τοῦ ‘’πρωτείου’’ τοῦ Ἰωάννη»[17].
Ὅτι ὁ π. Νικόλαος ἐργάστηκε «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνότητος» εἶναι τόσο γνωστό ὅσο καί ἡ κριτική πού κατά καιρούς ἀσκήθηκε ἐναντίον του ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων. Ἐάν «οἱ ἀπόψεις του ἐλήφθησαν ὑπόψη κατά τρόπο κριτικό ἀλλά καί θετικό ἀπό τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο»[18], εἶναι γεγονός ὅτι «μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων οἱ ἰδέες τοῦ Afanasiev ἔγιναν δεκτές μᾶλλον μέ ἐπιφυλακτικότητα παρά μέ ἐνθουσιασμό … Μονάχα ὁρισμένοι θεολόγοι τῆς Ὀρθόδοξης Διασπορᾶς, π.χ. οἱ Alexander Schmemann καί John Meyendorff, ἐξέφρασαν τήν ὑποστήριξή τους στίς θέσεις τοῦ Afanasiev, ἔστω καί μέ ἐπιφυλάξεις σέ ἐπιμέρους σημεῖα»[19].
Ὁπωσδήποτε ὁ Afanassieff διευκόλυνε μέ τά κείμενα καί τίς παρεμβάσεις του τίς συζητήσεις, στό πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν. Ἐπί τοῦ προκειμένου ὁ Ρῶσσος θεολόγος ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ ρωμαιοκαθολική θεολογία καί ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι δίδυμες ἀδελφές, οἱ ὁποῖες μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Οἱ δύο θεολογίες ἔχουν ἕναν κοινό σκοπό: τήν ἐπιστροφή στίς πηγές τῆς ἐκκλησιαστικῆς σκέψης, χωρίς νά ἀρνηθοῦν ἐξ ὁλοκλήρου τό παρελθόν, τό ὁποῖο, παρά τά ἀναρίθμητα λάθη, εἶναι πολύ μεγάλης ἀξίας»[20].
Ὁ π. Νικόλαος πέθανε ἀπό ἀσθένεια στίς 4 Δεκεμβρίου 1966, ἀφοῦ, λίγους μῆνες πρίν, εἶχε ἀποδεχθεῖ μέ χαρά τήν πρόταση νά ἐκδοθεῖ, ὁλοκληρωμένο πλέον, τό ἔργο στό ὁποῖο εἶχε ἀφιερώσει σχεδόν ὅλη τήν ζωή του, τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  

Β΄.

Στό δεύτερο μέρος τῆς παρούσης ἐργασίας θά γίνει μία παρουσίαση τῆς θεολογικῆς σκέψης τοῦ Afanassieff. Ἐξ ἀρχῆς θά σημειωθεῖ ὅτι μεταξύ τῶν θεμελιωδῶν ἐννοιῶν πού καθορίζουν τήν σκέψη καί τίς συναφεῖς προσεγγίσεις τοῦ Afanassieff εἶναι πρῶτον ἡ ἔννοια τῆς «διακονίας», δεύτερον τό γεγονός τῆς «εὐχαριστιακῆς σύναξης» καί τρίτον ἡ παρουσία «τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀλλά, ἐκτός αὐτῶν, ἡ ἔννοια πού χαρακτηρίζει τήν σκέψη καί τήν ζωή τοῦ Ρώσσου θεολόγου καί πού εἶναι περισσότερο γνωστή στούς θεολογικούς κύκλους, εἶναι ἡ «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία»[21].
Ὅσον ἀφορᾶ τήν «διακονία» ὁ Afanassieff ἐπισημαίνει ὅτι «ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει διακονία, ὑπάρχει τό Ἅγιον Πνεῦμα· καί ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει διακονία, δέν ὑπάρχει οὔτε Ἅγιον Πνεῦμα οὔτε ζωή»[22]. Ἐπειδή ὁ Afanassieff θεωρεῖ θεμελιώδη τήν ἔννοια τῆς «διακονίας», ὅπως ἤδη ἀνέφερα, ἰσχυρίζεται ἐν συνεχείᾳ ὅτι «ὅπου δέν ὑπάρχει εὐχαριστιακή σύναξη, ἐκεῖ δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει τό βασίλειον ἱεράτευεμα τῶν πιστῶν, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει καθόλου διακονία τῆς Ἐκκλησίας»[23]. Κατά τόν Afanassieff, τό «βασίλειον ἱεράτευμα», δηλαδή οἱ πιστοί μαζί μέ τόν προεστῶτα, ἔγινε ἡ «βάση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας»[24]. Ὅσον ἀφορᾶ τήν σχέση μεταξύ τοῦ «ἱερατεύματος τοῦ λαοῦ» καί τῆς «ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας», ἕνα ζήτημα πού ἔχει συζητηθεῖ διά μακρόν ἱστορικά, ὁ Afanassieff ἰσχυρίζεται ὅτι «τό ἱεράτευμα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ δέν προκύπτει ἀπό ἐκεῖνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας· ἀντιθέτως, τό ἱεράτευμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας προέρχεται ἀπό ἐκεῖνο»[25]. Συγκρίνοντας τήν διδασκαλία τοῦ Πέτρου πρός αὐτήν τοῦ Παύλου, ὁ Ρῶσσος συγγραφέας θεωρεῖ ὅτι ὁμοιάζουν, καθ’ ὅσον γράφει ὅτι «ἡ διδασκαλία τοῦ Πέτρου περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς ‘’πνευματικοῦ οἴκου’’ εἶναι μία ἄλλη μορφή τῆς διδασκαλίας τοῦ Παύλου περί τῆς  Ἐκκλησίας ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ»[26]. Γιά τόν Afanassieff ἡ Ἐκκλησία εἶναι «τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού φανερώνεται ἐν πληρότητι σέ κάθε εὐχαριστιακή σύναξη τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας»[27]. Παρέχει δέ ὁ Ρῶσσος θεολόγος τήν διευκρίνιση ὅτι «ἡ Ἐκκλησία θεμελιώθηκε ἐπί τοῦ Πέτρου διά τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι διά τοῦ Πέτρου»[28]. 
Ἐπανερχόμενος πολλές φορές στά περί τῆς διοικήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, καί παρά τό ὅτι «οἱ λαϊκοί δέν συνδιοικοῦν μέ τόν ἐπίσκοπο»[29], ὁ Afanassieff τονίζει γενικότερα ὅτι «ὁ ἐπίσκοπος δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει χωρίς τόν λαό καί ἀντιστρόφως[30]. Ἀπήχηση τῆς διατυπώσεως αὐτῆς θά συναντήσει κανείς στήν τοποθέτηση τοῦ Μητρ. Ἰωάννου Ζηζιούλα ὅτι «ὁ ἕνας, δηλαδή ὁ ἐπίσκοπος, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τούς πολλούς, τήν κοινότητα, καί οἱ πολλοί δέν μποροῦν νά ὑπάρξουν χωρίς τόν ἕνα»[31]. 
Ἀλλά καί ὁ Afanassieff ἐπαναλαμβάνει πολλές φορές ὅτι «ὡς σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς ἐκεῖνον ἤ ἐκείνους πού στέκονται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὡς ἐπικεφαλῆς τοῦ λαοῦ»[32]. Προσθέτει δέ ὅτι «χωρίς τήν διακονία [τῆς διοικήσεως] δέν μπορεῖ  νά ὑπάρξει εὐχαριστιακή σύναξη καί χωρίς εὐχαριστιακή σύναξη δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία»[33]. Νομίζω ὅτι ἡ προσεκτική ἀνάγνωση τῶν ὡς ἄνω θέσεων τοῦ Afanassieff θά δείξει ὅτι αὐτές δέν βάλουν μονομερῶς κατά τοῦ ἐπισκοποκεντρικοῦ χαρακτήρα τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης, ἄν καί ἡ διατύπωση τοῦ συγγραφέως ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τόν ἐπίσκοπο, ἀλλά κι ἕνας ἐπίσκοπος δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐπίσκοπος ἐκτός Ἐκκλησίας. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ χωρίς τόν προεστῶτα, διότι χωρίς αὐτόν δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία»[34], μπορεῖ νά προκαλέσει ὁρισμένες ἐπιφυλάξεις[35]. Στό σημεῖο αὐτό ὁ Ρῶσσος θεολόγος προσθέτει ὅτι «οἱ προεστῶτες τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν δέν γίνονταν ποτέ ἀπόστολοι, ἀλλά οἱ ἀπόστολοι ἀσκοῦσαν τήν διακονία τοῦ προεστῶτος, διότι χωρίς αὐτήν τήν διακονία δέν μποροῦσαν νά οἰκοδομήσουν τίς τοπικές ἐκκλησίες»[36].  
Ἀναφερόμενος εἰδκότερα ὁ Afanassieff στήν Ρωσσική Ἐκκλησία τῶν κρισίμων ἐτῶν 1917-1918 τηρεῖ τίς ἐπιφυλάξεις του ἔναντι τῆς ἀρχῆς τῆς «ἀντιπροσωπευτικότητας», καθ’ ὅσον αὐτή ἡ ἀρχή «κατέστρεψε τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιακοῦ σώματος … ὁ ἐπίσκοπος δέν εἶναι ἕνας ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπισκοπῆς του»[37]. Συναφῶς ὁ μητρ. Περγάμου Ἰωάννης ὑπενθυμίζει ὅτι «ὁ ἐπίσκοπος δέν ἐνοεῖτο ‘’ἀντιπρόσωπος’’ τῆς Ἐκκλησίας του κατά τούς πρώτους αἰῶνας· ἐν τῷ προσώπῳ του ἐξεφράζετο σύνολος ἡ Ἐκκλησία του»[38]. Πάντως εἶναι ἀναμφίβολο πώς «εἶναι σημάδι ἐκκοσμίκευσης τό νά θεωρεῖται ἡ Ἐκκλησία σάν μία δημοκρατία μέ τήν κοσμική ἔννοια τοῦ ὅρου, καί νά ὑπόκειται ὁ προεστώς τῆς Εὐχαριστίας στόν διαχειριστικό ἔλεγχο τῶν λαϊκῶν»[39].
Γιά τίς ἀναφερθεῖσες, ὅπως καί γιά ἄλλες[40] θέσεις τοῦ Afanassieff θά πρέπει, νομίζω, νά λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Ρῶσσος θεολόγος ἔχει κατά νοῦν τήν ἀρχαία ἐκκλησιαστική συνείδηση, ἀπό τήν ὁποία ὁ ἴδιος θεωρεῖ, ὄχι ἀδικαιολόγητα, ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἡ σύγχρονη θεολογία καί ζωή, γιά τήν ὁποία μάλιστα «ἡ ἐκλογή τοῦ ἐπισκόπου ἐσήμαινε ἐκλογή δι’ ὅλου τοῦ λαοῦ»[41].
Ἄν καί «τά καινοδιαθηκικά κείμενα δέν δίδουν καμμία πλήρη περιγραφή μιᾶς εὐχαριστιακῆς σύναξης»[42], ὁ Ρῶσσος συγγραφέας διακηρύσσει ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ χωρίς νά ὑπάρξει χωρίς τήν εὐχαριστιακή σύναξη· καί ἡ εὐχαριστιακή σύναξη δέν μπορεῖ νά μην ἐκδηλώσει τήν πληρότητα καί τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας»[43]. Μάλιστα ὁ Afanassieff ἐπισημαίνει σωστά ὅτι «ἡ πρώτη εὐχαριστιακή σύναξη καθόρισε τήν ἐκκλησιαστική τάξη … Ἡ ἐκκλησιαστική σύναξη εἶναι μία καί μοναδική. Δέν ὑπάρχουν διαφορετικές μέσα στόν χρόνο καί τόν χῶρο ἐκκλησιαστικές συνἀξεις»[44]. Βεβαίως ὁ τονισμός τῆς σύνδεσης τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Εὐχαριστία δικαιολογεῖται, νομίζω, στήν ἐποχή τοῦ Afanassieff, ἐάν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν τό γεγονός ὅτι «εἰς τήν ἐπίσημον, μεταπατερικήν καί ‘’δυτικίζουσαν’’ θεολογίαν μας ἡ Εὐχαριστία παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς ἕνα ἀπό τά μυστήρια … Ὁσονδήποτε καί ἄν ὑπογραμίζεται ὁ κεντρικός καί οὐσιαστικός ρόλος της [τῆς Εὐχαριστίας] εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν, ἡ Εὐχαριστία θεωρεῖται ὡς κάτι διαφορετικόν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν»[45]. Ἀπό ἱστορικῆς πλευρᾶς, ἔχει παρατηρθεῖ ὅτι «φθάνοντας στόν Μεσαίωνα ἡ εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία στήν Ὀρθόδοξη παράδοση βρίσκεται ἀντιμέτωπη μέ δύο ‘’ἐχθρούς’’ ταυτόχρονα. Ὁ ἕνας προέρχεται ἀπό τή Δύση καί εἶναι ὁ Σχολαστικισμός ὁ ὁποῖος … ἔχει τήν τάση νά ξεχωρίζει τήν Εὐχαριστία ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὁ ἄλλος κίνδυνος προέρχεται ἀπό τόν ἀναντολικό μοναχισμό μέ μία μονοσήμαντη ἑρμηνεία τοῦ Ἡσυχασμοῦ … ὅπου φαίνεται νά δίνεται ἔμφαση περισσότερο στήν ἄσκηση … ἀπό τή συμμετοχή στήν κοινωνία τῆς κοινότητας τῆς Ἐκκλησίας»[46]. 
Ἐνῶ ὅμως ὁ Afanassieff θεωρεῖ τό Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας ὡς τό «μυστήριο τῶν μυστηρίων»[47], προσθέτει ἐν συνεχείᾳ μέ θλίψη ὅτι «ἡ σύγχρονη χριστιανική συνείδηση δέν κατανοεῖ πάντοτε τήν τραγική ρήξη πού συνιστᾶ τό γεγονός τῆς συμμετοχῆς στίς προσευχές τῆς Εὐχαριστίας, ἀπέχοντας ἑκουσίως ἤ ἀκουσίως ἀπό τήν Θεία Κοινωνία»[48]. Αὐτό ἀκριβῶς ἔχει ὁδηγήσει στήν ἀπώλεια «τοῦ νοήματος τῆς σύναξης»[49]. Παράλληλα ἐπισημαίνει ὁ Afanassieff ὅτι γιά τόν σύγχρονο χριστιανό δέν κατανοεῖται καί ἡ ἐσχατολογική διάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς: «Ζοῦμε μέσα σ’ αὐτήν τήν ἐσχατολογική προσμονή, ἀλλά μέσα στήν Ἐκκλησία ἡ ἐσχατολογία δέν εἶναι μόνον τό μακρινό μέλλον, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἤδη ἡ ἀρχή τῶν Ἐσχάτων»[50].
Ἄν καί ὁ Afanassieff ἐπιχειρεῖ νά τεκμηριώσει τίς ἐκκλησιολογικές του ἀπόψεις σέ καινοδιαθηκικά καί πατερικά κείμενα, εἶναι πιθανόν νά συναντήσει τίς ἀντιρρήσεις τῶν θεολόγων σέ ὁρισμένα ζητήματα (λ.χ. στήν σχέση τοῦ ἐπισκόπου μέ τόν λαό[51], στήν σημασιολογική ἀνάλυση τῶν ὅρων ‘’ἐπίσκοπος’’, ‘’προεστώς’’,  ‘’ἡγούμενος’’ καί ‘’πρεσβύτερος’’[52], ἀκόμη στήν κριτική του στήν σύγχρονη ἀκαδημαϊκή θεολογία, καί βεβαίως στήν συμμετοχή του στήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο).
Νομίζω ὅτι τόσο τό ἔργο «Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὅσο καί τά μικρότερης ἔκτασης βιβλία καί ἄρθρα τοῦ π. Νικολάου Afanassieff εἶναι θεμελιώδη ἀπό ἐκκλησιολογικῆς ἀλλά καί ἱστορικῆς πλευρᾶς.

Ἀντί ἐπιλόγου

Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τό συνολικό ἔργο τοῦ π. Νικολάου Afanassieff ἀφ’ ἑνός θά πρέπει νά ἀξιολογηθεῖ ἐνταγμένο στήν ἐποχή του, ἡ ὁποία ἦταν, ὡς γνωστόν, ἐποχή ἀμφισβητήσεως ὄχι μόνον τῶν  ἠθικῶν ἀξιῶν ἀλλά εἰδικότερα, καί κυρίως, τοῦ ἴδιου τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ διαπίστωση τοῦ Ρώσσου θεολόγου ὅτι «ἕνα τραγικό γεγονός στήν λειτουργική ζωή τῆς σημερινῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ μετασχηματισμός τῆς Εὐχαριστίας σέ ἕνα εἶδος ἰδιωτικῆς θρησκευτικῆς ὑπηρεσίας»[53] μπορεῖ  νά ἀπεικονίζει σέ πολλές περιπτώσεις ἀκόμη καί τήν σημερινή ἐκκλησιακή πραγματικότητα.
Tό πέρας τοῦ βίου τοῦ Ρώσσου θεολόγου συμπίπτει μέ τήν ἀναγέννηση στήν θεολογική σκέψη τόσο στήν Ἀνατολή, ὅσο καί στήν Δύση.
Σήμερα, πενήντα χρόνια  μετά, νομίζω ὅτι ἀπό πολλές προσεγγίσεις τοῦ Afanassieff στήν μνήμη τοῦ ὁποίου εἶναι ἀφιερωμένη ἡ παροῦσα μελέτη, μποροῦν ἀκόμη νά ἐμπνευστοῦν ἀκόμη οἱ χριστιανικές Ἐκκλησίες καί ἀσφαλῶς ἡ σύγχρονη θεολογική ἕρευνα.
 


[1] Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι, ἐνῶ τά βιβλία καί κυρίως τά ἄρθρα τοῦ Afanassieff ἔχουν μεταφραστεῖ σέ ὅλες τίς γνωστές γλῶσσες, στήν ἑλληνική ἔχουν μεταφραστεῖ ἐλάχιστα κείμενά του (Βλ. Nicolas Afanassiev, Ἡ ἐξουσία τῆς ἀγάπης. Σχετικά μέ τό πρόβλημα τοῦ δικαίου καί τῆς χάριτος, μετ. Χρ. Παπαθανασίου, Ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθήνα, 1992, σελ. 59).

[2] Σχεδιάσματα βιογραφίας τοῦ π. Ν. Afanassieff ἔχουν παρουσιάσει παλαιότερα, μεταξύ ἄλλων, ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν στό St Vladimir’s Seminary Quarterly 10 (1966), 4, σ. 209 καί ἡ σύζυγός του Marianne Afanassieff, στό «La genèse de L’Église du Saint-Esprit», Tserkov Dukha Sviatogo (YMCA Press, Paris 1971), τό ὁποῖο περιελήφθη στό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα, καί στό «Nicolas Afanasieff-essai de biographie», Contacts 66, 2 (1969). 

[3] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ.

[4] Βλ. σχετικῶς S. Boulgakov, Sozailismus im Christentum;,Göttingen, 1977, σ. 46.  

[5]  «Sacramenta et Sacramentalia», La Pensée orthodoxe 8, Paris, 1951, σ. 33 (ρωσσ.)

[6] Paris 1947. (ρωσσ.).   

[7] γράφων ἑτοιμάζει τήν μετάφραση τῆς περίφημης αὐτῆς διατριβῆς τοῦ Ν. Afanassieff.  

[8]  De punidicia ΧXI, 16.

[9] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 30.   

[10] Τό μελέτημα αὐτό τοῦ Afanassieff ἔχει μεταφρασθεῖ καί σέ ἄλλες εὐρωπαϊκές γλῶσες: «Das Hirtenamt der Kirche in der Liebe der Gemeinde vorstehen» στόν τόμο Der Primat des Petrus in der orthodoxen Kirche (Bibliothek f. Orthodoxe Theologie und Kirche, B.I.) Zürich, 1961, σελ. 57 (γερμαν. «The Church which presides in Love», στόν τόμο The Primacy of Peter in the Orthodox Church (Library of Orthodox Theology and Spirituqlity, n 1). Londres, 1963, σελ. 63 (ἀγγλ.)· «La Chiesa che presiede nell' Amore» στόν τόμο Il Primato di Pietro nel Pensiero cristiano contemporaneo, Bologne 1965 (ἰταλ.).

[11] Ol. Rousseau, «Préface», στό N. Afanassieff, L’Eglise du Saint Esprit, σ. 8.

[12] Βλ. Δογματική Διάταξη Περί Ἐκκλησίας (Lumen Gnetium) τῆς Β΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, μετ. π. Ἀθανασίου Ἀρμάου, Ἔκδ. Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, [Ἀθήνα], .., σ. 37. 

[13] Ν. Αfanassieff, «L’Eglise qui preside dans l’Amour», ὅπ.π., σ. 48κ.. Ὁμοίως, «L’ apôtre Pierre et l’ evêque de Rome», σ. 640.

[14] «L’ apôtre Pierre et l’ evêque de Rome», σ. 640.

[15] Ν. Αfanassieff, «L’Eglise qui preside dans l’Amour», ὅπ.π., σ. 64.

[16] Βλ. Δογματική Διάταξη Περί Ἐκκλησίας (Lumen Gnetium) τῆς Β΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, μετ. π. Ἀθανασίου Ἀρμάου, Ἔκδ. Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, [Ἀθήνα], .., σ. 44. 

[17] «L’ apôtre Pierre et l’ evêque de Rome», σ. 633, σημ. 1.

[18] Μητρ. Περγάμου Ἰω. Ζηζιούλα, «Ἡ Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία 4, 2009, σσ. 7-8. 

[19] Μητρ. Περγάμου Ἰω. Ζηζιούλα, «Ἡ Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία 4, 2009, σ. 8. 

[20]  «Le Concile dans la théologie orthodoxe russe», Irénikon 3, 1962.

[21] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 29, σσ. 31-32.   

[22] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 45. Πβ. σ. 123.

[23] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 67.   

[24] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 38.

[25] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 49.   

[26] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 41.   

[27] «L’ apôtre Pierre et l’ evêque de Rome», σ. 628.

[28] «L’ apôtre Pierre et l’ evêque de Rome», σ. 630.

[29] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 99.    

[30] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 103.

[31] John Zizioulas, Being as Communion. Studies in Personhood and the Church, St Vladimir’s Seminary Press, N.Y., 1985, σ. 136.

[32] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 196.

[33] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 31.

[34] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 70.   

[35] Μητρ. Περγάμου Ἰω. Ζηζιούλα, «Ἡ Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία 4, 2009, σ. 24. 

[36] «L’ apôtre Pierre et l’ evêque de Rome», σ. 632.

[37] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 105.

[38] Ἰω. Ζηζιούλα, ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ καί τῷ Ἐπισκόπῳ κατά τούς πρώτους αἰῶνας, Ἐκδ. Γρηγόρη, Ἐν Ἀθήναις 1990, σ. 123, σημ. 172.

[39] Μητρ. Περγάμου Ἰω. Ζηζιούλα, «Ἡ Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία 4, 2009, σ. 18. 

[40] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 135, σ. 305, σ. 331, σ. 337.   

[41] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 146.   

[42] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 247.   

[43] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 196. Ὁμοίως σ. 198.

[44] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 248.     

[45] Ἀλεξ. Σμέμαν, «Θεολογία καί Εὐχαριστία», στόν τόμο Θεολογία, ἀλήθεια καί ζωή, Ἀδελφότης Θεολόγων Ἡ Ζωή», Ἀθῆναι, 1962, σ. 98.  

[46] Μητρ. Περγάμου Ἰω. Ζηζιούλα, «Ἡ Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία 4, 2009, σ. 13. 

[47]  «Sacramenta et Sacramentalia», La Pensée orthodoxe 8, Paris, 1951, σ. 31 (ρωσσ.)· «Le Sacrement de l'Assemblée», Messager Orthodoxe 27-28, 1964, σ. 43 (γαλλ.).

[48] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 93.    

[49] «Le Sacrement de l'Assemblée», Messager Orthodoxe 27-28, 1964, σ. 43.

[50] «Le Sacrement de l'Assemblée», Messager Orthodoxe 27-28, 1964, σ. 35.

[51] Μητρ. Περγάμου Ἰω. Ζηζιούλα, «Ἡ Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία 4, 2009, σ. 16. 

[52] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., passim.
[53] L’Eglise du Saint Esprit, ὅπ.π., σ. 93.