Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015





Βασίλι Ροζάνωφ


Λόγος στόν Ντοστογιέφσκι

μετάφραση Δημήτρης Μπαλτᾶς


Λένε ὅτι ὁ Πλάτων καί ὁ Χέγκελ εἶχαν δημιουργήσει τήν διαλεκτική· ὅμως, πολύ νωρίτερα ἀπό αὐτούς, ὁ χαμαιλέων πού ἀλλάζει τά χρώματά του καί πού δέν ἔχει κανένα συγκεκριμένο, μόνιμο χρῶμα, ἔδωσε τό παράδειγμα αὐτοῦ πού λέγεται ὀργανική διαλεκτική. Τί εἶναι διαλεκτική; Εἶναι τό «ναί» καί τό «ὄχι», πού μεταβαίνει τό ἕνα στό ἄλλο, πού βοηθεῖ τό ἕνα τό ἄλλο, ἀκόμα κι ἄν μανιωδῶς διαφωνοῦν.
Εἶναι, ἄραγε, ἔντιμη ἡ διαλεκτική; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἐκπληκτικό πρᾶγμα. Ἡ ἀνεμοδούρα εἶναι, ἐπίσης, ἔντιμη, ἐνῶ τό ξύλο τοῦ δέντρου πού βρίσκεται στό ἔδαφος εἶναι παράδειγμα «ἔντιμης ἀπομάκρυνσης ἀπό τό νά ἑλίσσεται κανείς». Τό ξύλο τοῦ δέντρου, ὅπως καί ὁ Ἀδάμ πρίν ἀπό τό ἁμάρτημα, εἶναι ἀθῶο, ἔντιμο, θετικό. Ἡ Εὔα βαρέθηκε τόν «παράδεισο τῆς τρυφῆς» πολύ γρήγορα, καί ὁ ὄφις-διαλεκτικός τήν ἔβγαλε, χωρίς ἰδιαίτερη δυσκολία, ἀπό κεῖ στήν θλιβερή ἀλλά καί ἐνδιαφέρουσα ἐπίγεια ὕπαρξη, κι ἔτσι ξεκίνησε ἡ κάθε εἴδους διαλεκτική…
Τά μυαλά καί οἱ ψυχές, οἱ ἀναγνῶστες καί οἱ συγγραφεῖς, τυγχάνουν νά εἶναι, ἐπίσης, διαλεκτικοί, οἱ μέν σάν τό ξύλο τοῦ δέντρου, οἱ δέ σάν τήν βέργα τῆς ἰτιᾶς. Ἄς ἀφήσουμε κατά μέρος τούς θετικούς καί ἄς στραφοῦμε πρός τούς διαλεκτικούς. Παράδειγμα μεγίστου διαλεκτικοῦ συγγραφέα σ’ ἐμᾶς, καί ἴσως στήν παγκόσμια λογοτεχνία, εἶναι ὁ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Αὐτός πιά κι ἄν εἶναι εὐλύγιστος … Ὁ ἴδιος ὑπέφερε ἀπό τήν εὐλυγισία: διότι αὐτό εἶναι κάτι τό καταχθόνιο, ἀφοῦ δέν μπορεῖ κανείς νά σταματήσει κάπου, νά κρατηθεῖ ἀπό ἕνα ἐπιχείρημα, μπορεῖ νά πέσει καί νά καταλήξει σ’ ἕνα ἐπιχείρημα ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπό τό προηγούμενο. Κι ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον μέ τό μυαλό ἀλλά καί μέ τήν καρδιά, τό πάθος, τόν ἐνθουσιασμό, τήν συγκίνηση. Τί εἶναι ἐπανάσταση; Ἀπαντᾶ σ’ αὐτό ὁ Πέτρος Βερχοβένσκι στούς «Δαιμονισμένους». Τρώει κρύο κοτόπουλο, περιμένοντας τήν αὐτοκτονία τοῦ Κυρίλλωφ. Καί ὅμως (κάθε διαλεκτική ξεκινάει ἀπό τό «καί ὅμως»), ἀκόμα τί εἶναι ἐπανάσταση; Εἶναι καί ὁ Ρασκόλνικωφ. Διότι, ἀναμφίβολα, δέν εἶναι ἕνας καθημερινός ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος ὁρισμένης δομῆς τῆς ζωῆς ἀλλά ἕνας ἐπαναστάτης, ἔστω στήν πρώτη φάση τῆς ἐξέγερσής του. Ἄρα καί ὁ Βερχοβένσκι καί ὁ Ρασκόλνικωφ, ἰδού τί εἶναι ἐπανάσταση. Θά συμφωνήσετε πώς ἐδῶ δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς οὔτε τό «ναί» οὔτε τό «ὄχι»· θά συμφωνήσετε πώς ἐδῶ τό «ναί» καί τό «ὄχι» ἔχουν συμπλεχθεῖ σ’ ἕνα τερατῶδες σύνολο. Εἶναι, ἄραγε, ἁγνή αὐτή ἡ ἱεροδουλεία; Ὁλόκληρο τό σύμπαν δέν εἶχε ἐπ’ αὐτοῦ δύο ἀπαντήσεις· ὅμως, ὁ Ντοστογιέφσκι, στό «Ἔγκλημα καί τιμωρία», μᾶς ἔδειξε τήν Σόνια Μαρμελάντοβα καί μέ αὐτό τό χριστιανικό παράδειγμα διέλυσε τό «οὐ μοιχεύσεις» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης· «ἁγία πόρνη» ἔχει γίνει ἔκφραση χαρακτηριστική στήν γλῶσσα μας. Ὑπάρχει, ἄραγε, κάτι τό θετικό στό μεθύσι; Ὅμως, μέσα ἀπό τήν ἀφήγηση τοῦ Μαρμελάντωφ, ὁ Ντοστογιέφσκι ἀνάγκασε ὁλόκληρη τήν Ρωσσία, καί ὁλόκληρο τόν κόσμο, νά ἀκούσει τήν ἐξομολόγηση τοῦ μέθυσου, νά ἀκούσει, νά μήν μπορεῖ νά ἀναπνεύσει καί νά κλάψει μέ τήν ἐξομολόγηση αὐτή. Στούς «Δαιμονισμένους» καί σέ μερικές σελίδες τοῦ «Σπιτιοῦ τῶν πεθαμένων» μᾶς συμφιλιώνει καί μέ τούς δολοφόνους, τούς ὁποίους θά εἶχαν θανατώσει, ἐνῶ ἐμεῖς αὐτούς τούς ἰδεολογικά σοφούς μας ἄθελά μας τούς λυπούμαστε καί συζητοῦμε νοερά μαζί τους. Ὁ Ντοστογιέφσκι διεύρυνε τρομερά καί διευκρίνισε τρομερά τό Εὐαγγέλιο. Ἀπό παλαιά, τόν ἀποκαλοῦν «μεγάλο χριστιανό συγγραφέα» καί αὐτό ἔχει ἰδιαίτερο καί ὀξύ νόημα: εἶναι ὁ πρῶτος πού καλλιτεχνικά, μέσα ἀπό μορφές, μέσα ἀπό ζωγραφική, καί μέσα ἀπό τόσο ρεαλιστική ζωγραφική, μᾶς ἔδειξε τήν ἀτιμωρησία τοῦ ἐλαττώματος, τήν ἀθωότητα τοῦ ἐγκλήματος, ἔδειξε καί ἀπέδειξε τό εὐαγγελικό «ἄφες» … Ἐπειδή, ὅμως, εἶναι διαλεκτικός, δίπλα σ’ αὐτό τό «ἄφες τά πάντα», προκάλεσε, μέ εὐλύγιστη ζωγραφική, καί τέτοια ὀργή, τέτοιο θυμό σέ πολλούς ἀνθρώπους, πρᾶγμα πού, καί αὐτό, δέν εἶχε κατορθώσει κανείς: ἐντελῶς εὐαγγελικά, στήν κατακλεῖδα τοῦ «ἄφες» δεικνύει τό ἐπέκεινα τοῦ κόσμου φῶς, τό αἰώνιον, τό ἀνέσπερον, ὅπου καίγονται καί δέν θά καοῦν «οἱ μέθυσοι καί οἱ μοιχοί»…
Ἐάν διαβάσει κανείς Ντοστογιέφσκι, πιάνεται ἀπό τό κεφάλι του. «Τίποτε δέν βλέπω», «ἀπόλυτο σκότος», «δέν ξεχωρίζω τήν μέρα ἀπό τήν νύχτα». Ἕνα πρᾶγμα ἔκανε: τό «ὀρθό», τό θετικό ξύλο τοῦ δέντρου, πού βρισκόταν ἐγκάρσια στόν δικό μας, τόν ρωσσικό, ἀλλά καί στόν εὐρωπαϊκό δρόμο, ταρακούνησε τόσο πολύ, ὥστε οὐδέποτε πρόκειται νά ἐπανέλθει αὐτός στήν προτέρα ἤρεμη καί εὐτυχισμένη κατάσταση. Ἡ διάνοια τοῦ Ντοστογιέφσκι ἔβαλε τέλος στό εὐθύγραμμο τῆς σκέψης καί τῆς καρδιᾶς· κατά τρόπο ἀπίθανο ἐμβάθυνε ἀλλά καί κλόνισε τήν ρωσσική γνώση…

(Τό παρόν ἀπόσπασμα εἶχε δημοσιευθεῖ στό περιοδικό Εὐθύνη, τ. 440, 2008, σσ. 390-391)


Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς

π. Σεργκέι Μπουλγκάκοφ, Ὁ Κάρλ Μάρξ καί ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ, μετ. Δ. Β. Τριανταφυλλίδης, Ἐκδόσεις S@mizdat, Ἀθήνα 2015, σελ. 134

Στόν τόμο μέ τίτλο Ὁ Κάρλ Μάρξ καί ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ παρουσιάζονται σέ ἑλληνική μετάφραση δύο ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητας δοκίμια τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου φιλοσόφου Σεργκέι Μπουλγκάκωφ (1871-1944). Συγκεκριμένα, οἱ τίτλοι τῶν δύο μεταφρασμένων κειμένων εἶναι «Ὁ Κάρλ Μάρξ ὡς θρησκευτικός τύπος» καί «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ὡς πολιτικός τύπος» ἀντιστοίχως.
Ἐκ τῶν βασικῶν θέσεων τοῦ Μπουλγκάκωφ στό δοκίμιο «Ὁ Κάρλ Μάρξ ὡς θρησκευτικός τύπος» εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Μάρξ εἶναι μαθητής τοῦ Φοϋερμπαχ (σ. 28, σ. 34, σ. 51) καί ὄχι τοῦ Χέγκελ (σσ. 38-39), ὅπως συνήθως ὑποστηρίζεται. Στό πλαίσιο αὐτό ὁ Μπουλγκάκωφ κάνει λόγο γιά μία «ἀνύπαρκτη ἱστορική σχέση μεταξύ τοῦ μαρξισμοῦ καί τοῦ κλασσικοῦ ἰδεαλισμοῦ» (σ. 41. Ὁμοίως σ. 36: «Δέν ὑπάρχει καμιά ἄμεση σχέση διαδοχῆς ἀνάμεσα στόν κλασσικό γερμανικό ἰδεαλισμό καί στόν μαρξισμό»). Μία ἄλλη σημαντική πλευρά τοῦ δοκιμίου εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου ὅτι τό ἀντιθρησκευτικό στοιχεῖο πού χαρακτηρίζει τόν Μάρξ (σ. 33 κ.ἑ.), βεβαίως κληρονομιά ἀπό τόν Φοϋερμπαχ, χαρακτηρίζει καί τό σοσιαλιστικό κίνημα (σ. 23 κ.ἑ., σ. 68) στό ὁποῖο ὁ Μάρξ ἄσκησε μέγιστη ἐπιρροή. Εἰδικότερα, σχετικά μέ τίς περί θρησκείας ἀπόψεις τοῦ Μάρξ, ὁ Σ. Μπουλγκάκωφ ὑποστηρίζει ὅτι αὐτές διαμορφώθηκαν στό πρώϊμο ἔργο τοῦ Μάρξ, ἐνῶ στά μεταγενέστερα ἔργα δέν ὑπάρχουν οὐσιαστικές ἀλλαγές στίς θρησκευτικές του ἀπόψεις (σ. 60 κ.ἑ.).
Γιά τήν ἱστορία, θά σημειώσω ὅτι πρίν ἀπό μερικά χρόνια εἶχα μεταφράσει (Ἐκδόσεις Ἄθως, Ἀθήνα 2004, σελ. 52) ἀπό τήν ρωσσική τό περίφημο αὐτό δοκίμιο τοῦ Μπουλγκάκωφ, βασιζόμενος σέ μία ἔκδοση τοῦ 1929 πού εἶχα ἀνακαλύψει στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Σέ ἀντίθεση μέ τά ἔργα τῶν μεγάλων Ρώσσων λογοτεχνῶν, τοῦ Ν. Γκόγκολ, τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι καί τοῦ Λ. Τολστόϊ ἀκόμη καί τοῦ Ἰ. Τουργκένιεφ, γιά τά ὁποῖα διαθέτουμε πολλές μεταφράσεις στήν ἑλληνική, παλαιότερες καί σύγχρονες, εἶναι σπάνιο στήν ἑλληνική μεταφραστική παραγωγή ἔργων τῶν Ρώσσων φιλοσόφων νά συναντήσουμε μεταφράσεις τοῦ ἴδιου κειμένου, ὅπως συμβαίνει στήν περίπτωση τοῦ πρώτου ἐκ τῶν δύο κειμένων («Ὁ Κάρλ Μάρξ ὡς θρησκευτικός τύπος»). Ἕνα ἄλλο σχετικό, πολύ παλαιότερο, παράδειγμα ἀποτελεῖ τό ἔργο τοῦ Μπερντιάγιεφ «Τό πνεῦμα τοῦ Ντοστογιεφσκι» εἶχε ἐκδοθεῖ ἡμιτελῶς, πρίν ἀπό τήν γνωστή ἔκδοση τοῦ 1972 (μετ. Ν. Ματσούκας, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη), σέ μία δυσεύρετη σήμερα μεταπολεμική ἔκδοση (Ἐκδόσεις Κεραμεύς, Ἀθήνα, ἄ.ἔ.).
Τό δεύτερο ἐκ τῶν δύο δοκιμίων τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου ἐπιγράφεται «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ὡς πολιτικός τύπος». Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὁ ἀκριβής τίτλος τοῦ ἄρθρου τοῦ Σ. Μπουλγκάκωφ εἶναι «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ὡς φιλοσοφικός τύπος» (δημοσιευμένο στό περιοδικό «Ζητήματα Φιλοσοφίας καί Ψυχολογίας», τοῦ 1902 καί ὄχι τοῦ 1920, ὅπως ἐκ παραδρομῆς σημειώνεται στήν σ. 73).
Στήν ἀρχή τοῦ δοκιμίου ὁ Μπουλγκάκωφ ἐπισημαίνει σωστά ὅτι «ἡ διανόησή μας [τῶν Ρώσσων] εἶναι ἐλάχιστα πεπαιδευμένη φιλοσοφικά. Τό ἐπίπεδο τῆς φιλοσοφικῆς ἐκπαίδευσης εἶναι στήν χώρα μας ἐξαιρετικά χαμηλό ὄχι μόνο μεταξύ τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ, ἀλλά καί τῶν συγγραφέων … Ὡστόσο … ἔχουμε τήν πλέον φιλοσοφικά ἐκλεπτυσμένη βιβλιογραφία: ἐκείνη ἡ δύναμη τῆς σκέψης τοῦ λαοῦ μας … βρῆκε διέξοδο σέ καλλιτεχνικές μορφές … στό πρόσωπο τοῦ Ντοστογιέφσκι καί τοῦ Τολστόι, ἀκόμη καί τοῦ Τουργκένιεφ» (σσ. 75-76).  Εἰδικότερα στόν Ντοστογιέφσκι προσθέτει ὁ Μπουλγκάκωφ ὅτι «ἔχουμε ἕνα μεγάλο οὑμανιστή, ἕναν ἄνθρωπο πού ἀγαπάει τόν λαό, ἀλλά καί ἕνα ἐξαιρετικό φιλοσοφικό ταλέντο. Ἀπό ὅλους τούς συγγραφεῖς μας ὁ τιμητικός τίτλος τοῦ καλλιτέχνη-φιλοσόφου ἀνήκει δικαιωματικά στόν Ντοστογιέφσκι» (σ. 76). Ἴσως ὁ Μπουλγκάκωφ εἶναι ὁ πρῶτος πού χαρακτήρισε ξεκάθαρα τόν Ντοστογιέφσκι ὡς φιλόσοφο.
Ὕστερα ἀπό αὐτές τίς διευκρινίσεις, ὁ Μπουλγκάκωφ σκιαγραφεῖ τήν φιλοσοφική παρουσία τοῦ Ἰβάν, ἑνός ἀπό τούς κεντρικούς ἥρωες τῶν Δαιμονισμένων τοῦ Ντοστογιέφσκι, στόν ὁποῖο «τέθηκαν ἀπό τήν ἀρχή ὅλα ἐκεῖνα τά ἐρωτήματα πού τόν βασάνιζαν, τά ὁποῖα πρέπει νά ἐπιλύσει ἤ νά πεθάνει ἠθικά» (σ. 85).  Μάλιστα βασανιστική θέση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ Ἰβάν ἔγκεται στό ὅτι «δέν μπορεῖ νά καταλήξει σέ κάποιο συμπέρασμα» (σ. 92). Τελικά ὁ Μπουλγκάκωφ ἐπισημαίνει ὅτι ὁ Ἰβάν «καταλήγει στό θλιβερό γιά τόν ἴδιο συμπέρασμα ὅτι ὡς κριτήριο τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί συνεπῶς καί τῆς ἠθικῆς, τίποτε δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει δίχως τήν μεταφυσική ἤ τήν θρησκευτική ἔγκριση» (σ. 86).
Στό συγκεκριμένο  δοκίμιο ὁ Μπουλγκάκωφ προσεγγίζει ἐπίσης τόν περίφημο «Μύθο τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστή» (σσ. 102-113) πού παρουσιάζει ὁ Ἰβάν στόν ὁποῖο ἀπαντᾶ ὁ Ἁλιόσα, ὁ ἕτερος ἀδελφός του, μέ βεβαιότητα: «Ὁ ἱεροεξεταστής σου δέν πιστεύει στόν Θεό, νά ποιό εἶναι τό μυστικό του!» (σ. 110).
Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφέρον σημεῖο τοῦ δοκιμίου «Ὁ Ἰβάν Καραμάζωφ ὡς φιλοσοφικός τύπος» τοῦ Σ. Μπουλγκάκωφ εἶναι ἡ σύγκριση πού ἐπιχειρεῖ ὁ Ρῶσσος φιλόσοφος μεταξύ τῶν μορφῶν τοῦ Φάουστ καί τοῦ Ἰβάν Καραμάζωφ: «Ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ ἐκφράζει τά δεινά καί τίς ἀμφιβολίες τοῦ 19ου αἰ., ὅπως ὁ Φάουστ τοῦ 18ου αἰ.. Ἄν ὁ τελευταῖος εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀτομικισμοῦ, τότε ὁ Ἰβάν Καραμάζοφ εἶναι ὁ σκεπτικιστής γιός τῆς ἐποχῆς τοῦ σοσιαλισμοῦ» (σ. 119). Γιά τόν Μπουλγκάκωφ, στόν Ἰβάν Καραμάζωφ ὁ Ρῶσσος διαισθάνεται «τήν ἐγγενή του ἀσθένεια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐθνικό χαρακτηριστικό, τήν ἀσθένεια τῆς συνείδησης» (σ. 122). 
Τά δύο δοκίμια τοῦ Σ. Μπουλγκάκωφ εἶναι ἐνδεικτικά τῶν ἀναζητήσεων καί τῶν προσεγγίσεων τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφικῆς σκέψης τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ. Στήν πρώϊμη αὐτή φιλοσοφική του παραγωγή ὁ Ρῶσσος διανοητής ἀναδεικνύεται σέ ἔγκυρο γνώστη τόσο τῆς ντοστογιεφσκικῆς, ὅσο καί τῆς μαρξικῆς σκέψης.





Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015






Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μητρ. Δημητρ. & Ἁλμυροῦ Ἰγνατίου, Πίσω ἀπό τά καθημερινά. Λόγια καρδιᾶς μέ ἀφορμή τήν ἐπικαιρότητα, Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2015, σελ.  331

Τό παρόν βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα εἶναι μία συλλογή ἄρθρων, διαρθρωμένων σέ ὀκτώ θεματικές ἑνότητες (α΄. «Στό ξεκίνημα» β΄. «Θεός ἀγάπης, Θεός ἐλπίδας» γ΄. «Ἀπό τόν Σταυρό στήν Ἀνάσταση» δ΄. «Τό μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας» ε΄. «Ἐκκλησία, ἡ μέλλουσα πόλις» στ΄. «Θρησκευτικός φανατισμός καί συμφιλίωση» ζ΄. «Δι’ εὐχῶν» καί η΄. «Σάν ὄνειρο»), τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημ. & Ἁλμυροῦ Ἰγνατίου, πού ἐξέδωσαν προσφάτως σέ μία φροντισμένη ἔκδοση οἱ «Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι».
Κατ’ ἀρχάς θά παρατηρήσω ὅτι ἡ παροῦσα ἔκδοση γεννήθηκε ἀπό τήν ἀνάγκη νά ἔρθει σέ ἐπαφή ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος μέ τήν ἐπικαιρότητα. Ὅμως τήν ἐπικαιρότητα ὄχι μόνον τῶν πιστῶν, ἀλλά καί τῶν θρησκευτικῶς ἀδιάφορων συγχρόνων ἀνθρώπων πού ἀναζητοῦν τήν ἀλήθεια ἤ τουλάχιστον τήν ἐλπίδα. Ὁ συγγραφέας τονίζει ἀκριβῶς ὅτι «σέ ἐποχές διάσπασης, ἀπομόνωσης, ἀδιαφορίας καί ἀπελπισίας, οἱ Ἐνορίες ἀποτελοῦν ὀάσεις ἀνθρωπιᾶς, κοινωνικῆς δράσης, ἐλπίδας καί νοηματοδότησης τῆς ζωῆς» (σ. 187).  Αὐτό διότι «ἡ ἐποχή μας ἔδειξε γιά μία ἀκόμη φορά ὁ κόσμος στηρίχτηκε σέ ἀξίες καί νοήματα πού δέν μπόρεσαν νά γεμίσουν τήν ψυχή του» (σ. 139).  Εἶναι τραγικό ὅτι αὐτές οἱ ἀξίες δέν συσχετίζονται οὔτε μέ τήν «ρεαλιστική ἐλπίδα ἀναγέννησης τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου» (σ. 55) τήν ὁποία προσφέρει ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου οὔτε μέ τήν ἐλπίδα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ (ἀναλυτικά στίς σσ. 92-93).
Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι (ἤ πρέπει νά εἶναι) λόγος ἀγάπης καί ἀνθρωπιᾶς. Αὐτό ἀκριβῶς ἐπισημαίνει ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος, προσθέτοντας ὅτι «ὁ λόγος τῆς ἀγάπης σήμερα εἶναι ἡ πράξη τῆς ἀγάπης» καί ἀποτιμώντας ὅτι  «ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν εὐθύνη τῆς ἀλήθειας» (σ. 150).  Κατά ταῦτα μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἰδιαιτέρως τήν Ἐκκλησία τῆς ἐποχῆς μας, ἡ ἀπολυτότητα καί ὁ ἀπομονωτισμός δέν ἔχουν νά προσφέρουν κάτι θετικό στόν ἄνθρωπο. Στό πλαίσιο αὐτό ἡ ἔμπρακτη ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης συνδέεται μέ τήν δυνατότητα «νά συνδιαλέγεται (ἐνν. ὁ ἑλληνισμός) μέ τό διαφορετικό» (σ. 273) καί νά ἀπομακρύνει «τόν φανατισμό» (σσ. 267-272), ὁ ὁποῖος «ἐλλείψει  οὐσιαστικῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων» (σ. 270) καλλιεργεῖται ἀκόμη καί στίς πολιτισμένες δυτικές κοινωνίες καί ὁ ὁποῖος «τρέφεται ἀπό ἀκραία αὐτοϋποτίμηση καί παραχώρηση θεμελιωδῶν δώρων τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ ἐλευθερία καί ἡ αὐτοσυνειδησία, στίς διαθέσεις σκοτεινῶν κύκλων ἒξουσίας καί χρήματος» (σ. 271). Ἀντιθέτως πρός αὐτήν τήν καλλιεργούμενη ὑπό διαφόρων ὁμάδων ἐχθρότητα γιά τόν ξένο καί τήν διαφορετικότητά του, ὁ συγγραφέας τονίζει ἐμφαντικά ὅτι «στόν τόπο μας ὁ ξένος, ἀκόμη καί στήν ἔσχατη ἐξαθλίωση, οὔτε ὡς ὑπάνθρωπος χαρακτηρίστηκε, οὔτε πογκρόμ καί ὀργανωμένα ἐγκλήματα συντελέστηκαν στό ὄνομα τῆς διατήρησης μιᾶς φαντασιακῆς καθαρότητας αἵματος ἤ πολιτισμοῦ» (σ. 274). Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος παρακολουθεῖ καί τήν «ἐξάπλωση τοῦ ἀκραίου ἰσλαμισμοῦ» (σ. 248), διευκρινίζοντας πάντως ὅτι «ἀδικεῖται τό Ἰσλάμ, ἄν ταυτιστεῖ στό σύνολό του μέ τόν φανατισμό καί τόν ἐξτρεμισμό. Δέν εἶναι λίγες οἱ ἰσλαμικές φωνές πού καταδικάζουν καί ἀντιμάχονται τήν κτηνωδία τῶν τζιχαντιστῶν» (σ. 249).
Στό πλαίσιο τῆς ἐπικαιρότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου δέν μπορεῖ νά μήν γίνει λόγος γιά τήν κρίση πού διέρχεται σήμερα ἡ Χώρα μας καί γιά τίς συνέπειές της. Γράφει λοιπόν ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος ὅτι «μία ἀπό τίς πιό ἐπώδυνες ἐπιπτώσεις τῆς περιβόητης κρίσης εἶναι ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας μας νά διαχειριστοῦμε τά δύσκολα. Τριάντα χρόνια ἐπίπλαστης εὐμάρειας στάθηκαν ἀρκετά γιά νά πιστέψουμε πώς κάθε ἐσωτερική ἐγρήγορση, κάθε ψυχική τροφοδοσία καί κάθε πνευματική ἐργασία ἦταν ἁπλῶς περιττές ἐνασχλήσεις» (σ. 117). Ἀλλά  τίς συνέπειες τῆς κρίσης καί κυρίως ὁρισμένες «ἄκρως ἐπώδυνες ψυχικές πιέσεις, ὅπως ἡ ἀνία τοῦ στείρου καταναλωτισμοῦ, ἡ ἀπαγοήτευση ἀπό τήν ἀναξιοκρατία καί ὁ θυμός ἀπό τήν ἀπαξίωση θεσμῶν καί ἀξιωμάτων» (σ. 198), βιώνουν ἰδιαιτέρως οἱ νέοι ἄνθρωποι.
Στό σημεῖο θά πρέπει νά προστεθεῖ ὅτι ὁ συγγραφέας, ἀναφερόμενος στίς εὐθύνες τοῦ πολιτικοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, τίς ὁποῖες ὅλοι σχεδόν στόν τόπο μας ὁμολογοῦν, διακρίνει σωστά ὅτι κανείς ἀπό τούς ὑπεύθυνους δέν προβαίνει σέ μία γόνιμη αὐτοκρτική: «Καί ὅταν ψελλίζουν αὐτήν τήν λέξη, ὁ κόσμος γίνεται ἀποδέκτης ὄχι τοῦ πνεύματος τῆς συντριβῆς ἑνός Τελώνη, ἀλλά τοῦ πνεύματος τῆς ἀλαζονείας ἑνός Φαρισαίου. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτό τό πνεῦμα πού εὐθύνεται γιά τήν πλήρη ἀπαξίωση τῆς κάθε εἴδους ἡγεσίας αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀλλά καί γιά τήν πλήρη ἄρνηση ὑποστήριξης τῶν ὅποιων μέτρων καί τῶν ὅποιων πρωτοβουλιῶν λαμβάνονται ἀπό ἐκείνην ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ» (σ. 86).
Μία παράμετρος πού δέν προβάλλεται ἰδιαίτερα στίς σημερινές συζητήσεις, εἶναι τό γεγονός ὅτι «ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἴσως ἀπό τούς λιγότερο αἰφνιδιασμένους χώρους ἀπό ὅσα τραγικά συμβαίνουν γύρω μας. Διότι, ἀπό τήν φύση της ἀλλά καί ἀπό τόν τρόπο λειτουργία της, εἶχε πάντα σαφῆ εἰκόνα τόσο τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν, ἡ ὁποία ἔκρυβε μία ἐπίπλαστη εὐμάρεια, ὅσο καί μιᾶς ἀπόλυτης πνευματικῆς φτώχειας, ἀντίστοιχης τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς» (σσ. 30-31). Σέ κάθε περίπτωση, μέσα σ’ αὐτήν τήν κρίση πού ἀσφαλῶς δέν εἶναι μόνον οἰκονομική, ἡ Ἐκκλησία θά ἀνταποκριθεῖ ἐμπράκτως, ὅπως παρατηρεῖ σέ πολλά σημεῖα ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος, καί ὅπως εἶναι πασιφανές ὅτι συμβαίνει, ἀλλά «δέν εἶναι αὐτός ὁ σκοπός της. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιδιώκει νά ἐντάξει. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιδιώκει νά μεταμορφώσει. Περισσότερο ἀπό μισθούς καί συντάξεις, ἡ κοινωνία θά διψάει γιά ἀνθρώπους καί ποιοτικές ἀνθρώπινες σχέσεις. Αὐτήν τή δίψα ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νά προσλάβει καί νά διακονήσει» (σ. 174). Ἀποτιμᾶται σχετικῶς ὅτι «μία Ἐκκλησία πού ἀρκεῖται σέ ἀνώδυνες μεταφυσικές διακηρύξεις ἤ παρηγορητικές δράσεις κάλυψης κάποιων βιοποριστικῶν ἀναγκῶν τῶν ἀναξιοπαθούντων στερεῖ τόν κόσμο ἀπό ἐλπίδα καί ὁδηγεῖ σέ δρόμους ἐπανειλημμένα χρεωκοπημένους» (σ. 131).  
Ἐπιπλέον, καί ἐπειδή ἡ αὐτοκριτική δέν ἀφορᾶ μόνο τόν πολιτικό ἤ τόν πνευματικό κόσμο, ὅπως ἀναφέρθηκε, ὁ συγγραφέας προχωρεῖ καί στήν αὐτοκριτική ἐκ μέρους τῆς θεσμικῆς Ἐκκλησίας: «Ἐξανιστάμεθα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία περιθωριοποιεῖται. Ἐμπράκτως, ὅμως, εἶναι ἡ δική μας ἀσυνέπεια ἐκείνη πού ἄφησε τήν οἰκογένεια χωρίς πρότυπα, τή δημόσια ζωή χωρίς ἐντιμότητα, τήν πολιτική χωρίς ἀρχές, τήν Παιδεία χωρίς ὅραμα καί τήν πατρίδα μας ἕρμαιο στόν κυνισμό καί τήν ἀπληστία τῶν κέντρων τοῦ χρήματος» (σσ. 115-116). Μεταξύ τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν γίνεται ἰδιαίτερη ἀναφορά στό σημερινό σχολεῖο (σσ. 23-51). Εἶναι γνωστό ὅτι «ἡ ἑλληνική παιδεία δέν ὑπῆρξε ποτέ ἐργαλεῖο ἑνός οἰκονομικοῦ συστήματος, γι’ αὐτό καί κατάάφερε νά θεμελιώσει κοινωνίες πάνω σέ ἀξίες καί ὁράματα πού οὔτε κοστολογοῦνται οὔτε χρεοκοποῦν» (σ. 24). Ἐπιμένει δέ ὁ συγγραφέας σέ πολλά σημεῖα τοῦ βιβλίου του ὅτι τό σημερινό ἑλληνικό σχολεῖο χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἔλλειψη δημιουργικότητας ἀλλά καί ἀπό τήν χαρά τῆς δημιουργίας (σ. 39, σ. 43). Ἡ θλιβερή πραγματικότητα βεβαιώνει, καί ἐδῶ, τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Ἐκτός ἀπό τίς προσεγγίσεις σέ ζητήματα ἐπικαιρότητας ἤ ἀπό τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας μέσα τήν σύγχρονη κοινωνία, ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος ἀφιερώνει σαράντα περίπου σελίδες (σσ. 281-311) τοῦ βιβλίου του σέ ὁρισμένα πρόσωπα πού κατά τήν διάρκεια τῆς παλαιότερης καί τῆς σύγχρονης ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν πρότυπα ἀγώνα, ταπείνωσης καί ἁγιότητας. Ἔτσι κάνει μία ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν ἅγιο Παντελεήμονα, στόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, στόν Ἰωάννη Καποδίστρια, στόν ἅγιο Νεκτάριο, στόν ἀείμνηστο  καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Νίκο Νησιώτη καί στόν μακαρισμό Πατριάρχη ΚΠόλεως Δημήτριο.  
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου, ἡ ἀποφυγή τοῦ γνωστοῦ σέ ὅλους πομπώδους ὕφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν λόγων, ἡ ἐπικαιρότητα τῶν ζητημάτων καί τῶν νοημάτων καί κυρίως τό πλησίασμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου μέ τήν σκληρή πολλές φορές σημερινή πραγματικότητα εἶναι τά κυριώτερα χαρακτηριστικά τῆς γραφίδος τοῦ συγγραφέως. 

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου, στήν Ἀθήνα, στό ξενοδοχεῖο Caravel, στίς 15.11.2015)





Δημήτρης Μπαλτᾶς


L. Graham, J.-M. Kantor, Ὀνοματίζοντας τό ἄπειρο, μετ. Τ. Μιχαηλίδης, Ἐκδόσεις Ἀλεξάνδρεια, Ἀθήνα 2013, σελ. 231.

Ἕνα πολύ ἐνδιαφέρον βιβλίο, γραμμένο ἀπό δύο σημαντικούς Ἱστορικούς τῆς ἐπιστήμης, τόν  Loren Graham καί τόν Jean-Michel Kantor, μέ θεολογική ἀφετηρία, ἱστορικές ἀναφορές, μαθηματική θεωρία καί φιλοσοφικές προεκτάσεις, θά παρουσιάσω σήμερα.
Θά ξεκινήσω τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου «Ὀνοματίζοντας τό ἄπειρο» μέ δύο παρατηρήσεις. Πρῶτον, ὅτι πρίν ἀπό τήν δημοσίευση τοῦ συγκεκριμένου βιβλίου πού ἐκδόθηκε ἀπό τό Harvard University Press τό 2009, οἱ δύο συγγραφεῖς εἶχαν δημοσιεύσει δύο ἄρθρα γιά τήν θρησκεία καί τά μαθηματικά στήν Ρωσσία, τό 2005 καί τό 2007, τό ἕνα μέ τίτλο «Ρωσσικός θρησκευτικός μυστικισμός καί γαλλικός ὀρθολογισμός» καί τό ἄλλο μέ τίτλο «Θρησκευτική αἵρεση καί μαθηματική δημιουργικότητα στήν Ρωσσία». Ἡ δεύτερη παρατήρησή μου ἀφορᾶ τό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου γιά τό ὁποῖο σωστά, νομίζω, ἐπελέγη, τόσο στήν ἀγγλική ὅσο καί στήν ἑλληνική ἔκδοση, ὁ πίνακας τοῦ Ρώσσου ζωγράφου Μιχαήλ Νεστέροφ, μέ τίτλο Οἱ Φιλόσοφοι (1917) πού βρίσκεται στήν Πινακοθήκη Τετριάκωφ τῆς Μόσχας. Ὁ πίνακας ἀπεικονίζει τούς γνωστούς Ρώσσους διανοητές Παῦλο Φλωρένσκυ (φιλόσοφο, μαθηματικό καί θεολόγο) καί Σέργιο Μπουλγκάκωφ (καθηγητή τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας στήν Μόσχα καί ἀργότερα τῆς Ὀρθόδοξης Δογματικῆς στό Παρίσι). 
Τό βιβλίο μέ τίτλο «Ὀνοματίζοντας τό ἄπειρο» ἀρχίζει μέ τήν συναρπαστική ἀφήγηση τῶν γεγονότων πού συνέβησαν στήν Μονή Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους τό 1913, ὅταν στρατιῶτες τοῦ τσαρικοῦ στρατοῦ εἰσέβαλαν, κατόπιν προτροπῆς τῆς τότε ἡγεσίας τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας καί συνέλαβαν τούς μοναχούς πού ὑποστήριζαν «τήν λατρεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ» (σ. 19). Ἄν καί ἄλλοι  Ρῶσσοι μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους διέβλεπαν στήν διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν ὁρισμένη πανθεϊστική ἀντίληψη, στόν βαθμό πού ταυτίζεται ἡ θεία πραγματικότητα μέ τήν κτιστή πραγματικότητα (βλ. σχετικῶς Teresa Obolevitch, La philosophie religieuse russe, Cerf, Paris, 2014, σ. 216), εἶναι γεγονός ὅτι ἡ Ρωσσική Ἐκκλησία τηροῦσε μία στάση περιέργως ἀνεκτική ἀπέναντι στούς Ὀνοματολάτρες, χωρίς νά καταδικάζει εὐθέως  τήν διδασκαλία τους ὡς «αἱρετική» (σ. 26). Ἡ τελευταία παρατήρηση τῶν συγγραφέων εἶναι σωστή, διότι ἡ Ρωσσική Ἐκκλησία βαθμιαία ἄρχισε νά βλέπει μέ ἠπιότερη διάθεση τήν διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν (βλ. ἀναλυτικά Κωνσταντῖνος Παπουλίδης, Οἱ Ρῶσοι ὀνοματολάτρτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου, Θεσ/νίκη 1977, σ. 51, σσ. 58-59), λαμβάνοντας μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τό γεγονός ὅτι ὁρισμένοι ἐξ αὐτῶν ἐξέφραζαν προοδευτικές πολιτικές ἀπόψεις.
Ἡ σχετική διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν, ὅπως αὐτή διατυπώθηκε κατ’ ἀρχάς ἀπό τόν ἱερόμοναχο Ἱλαρίωνα καί ἀργότερα ἀπό τόν π. Ἀντώνιο Μπουλάτοβιτς, ἐρείδεται ἐπί τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἡ ὁποία κατ’ αὐτούς θεωρεῖται ὅτι «σώζει τόν ἄνθρωπο, καθ’ ὅσον ὁ Θεός ἐνυπάρχει στό ὄνομά Του» (Κ. Παπουλίδης, ὅπ.π., σ. 17). Ἐπί τοῦ προκειμένου θά θυμίσω τήν διευκρίνιση τοῦ Μητρ. Κάλλιστος Ware ὅτι «τό Ὄνομα εἶναι δύναμη, ἀλλά μία μηχανική ἐπανάληψη δέν πετυχαίνει τίποτα ἀπό μόνη της. Ἡ Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι ἕνα μαγικό φυλακτό. Ὅπως σέ ὅλες τίς μυστηριακές ἀκολουθίες, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά συνεργήσει μέ τόν Θεό διαμέσου τῆς ζωντανῆς του» (Ἡ δύναμη τοῦ ὀνόματος, ἐκδ. Πορφύρα, Ἀθήνα 2015, σ. 39).
Ἡ διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν βρῆκε ὑπεραπιστές τούς σημαίνοντες Ρώσσους θρησκευτικούς φιλοσόφους τοῦ 20οῦ αἰ., κυρίως τόν Μιχαήλ Νοβοσέλοφ 1864-1938), τόν Π. Φλωρένσκυ (1882-1938), τόν Νικόλαο Μπερντιάγιεφ (1874-1948) καί τόν Σέργιο Μπουλγκάκωφ (1871-1943). 
Σύμφωνα μέ τόν Σέργιο Μπουλγκάκωφ, ἡ γλῶσσα δέν εἶναι κάτι τό συμβατικό, ἀλλά τό πραγματικό. Τό ὄνομα ἐκφράζει τό ὑποκείμενο ὡς λεκτική εἰκόνα μιᾶς συγκεκριμένης ὑποστάσεως. Ἐάν ἡ ἀναφορά ἑστιασθεῖ στά ὀνόματα πού ἀναφέρονται  στόν Θεό, αὐτά, κατά τόν Μπουλγκάκωφ, εἶναι «λεκτικές εἰκόνες τῆς θεότητας, ἐνσαρκώσεις τῶν θείων ἐνεργειῶν» (Ἡ φιλοσοφία τοῦ ὀνόματος, σ. 178). Καί, πάντοτε κατά τόν Μπουλγκάκωφ, στήν διατύπωση «τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεός» τό ‘’εἶναι’’ δέν σημαίνει μία ταύτιση τοῦ ὀνόματος καί τοῦ Θεοῦ ἀλλά τήν πραγματική παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ὀνόματί Του (Ἡ φιλοσοφία τοῦ ὀνόματος, σ. 205).
Παρά τήν ἐνδιαφέρουσα ἀνάλυση τοῦ Μπουλγκάκωφ, θά πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι τό ὄνομα δέν ἔχει σχέση «κατ’ οὐσίαν» μέ τό ὑποκείμενο πού τό φέρει, ἀλλά ἔχει δοθεῖ «συμβατικά». Γιά παράδειγμα, τό ὄνομα «Φώτιος» δέν φανερώνει κάποιον πού ἐκπέμπει φῶς, τό ὄνομα «Γεώργιος» δέν φανερώνει κάποιον πού εἶναι γεωργός κ.ἄ.
Αὐτός πού κυρίως ὑποστήριξε τήν διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν εἶναι ὁ σπουδαῖος Ρῶσσος φιλόσοφος καί μαθηματικός Παῦλος Φλωρένσκυ στήν περίφημη διατριβή του Στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας (1912), βασιζόμενος στήν ἑρμηνεία τοῦ γνωστοῦ εὐαγγελικοῦ χωρίου Οὗ γάρ εἰσιν δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μἐσῳ αὐτῶν (Ματθ. 18, 19-20). Βεβαίως τό χωρίο ἔχει κατ’ ἀρχάς συμβολικό περιεχόμενο. Μάλιστα ἄς ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι γιά τόν Φλωρένσκυ τό σύμβολο «εἶναι τό μόνο μέσο θρησκευτικῆς γνώσεως» (βλ. προσφάτως Teresa Obolevitch, La philosophie religieuse russe, Cerf, Paris, 2014, σ. 164). Ἀλλά στό ἀναφερθέν χωρίο τό ‘’ὄνομα’’ δέν εἶναι ἁπλῶς μία ὁποιαδήποτε λέξη, ἀντιστοιχεῖ στήν πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ. Μέ τούς λόγους τοῦ Κάλλιστου Ware, «τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι nymen praesens, ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν, Ἐμμανουήλ (Ἡ δύναμη τοῦ ὀνόματος, ὅπ.π., σ. 36). Ἔτσι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος «ἔχει μυστηριακό χαρακτήρα λειτουργώντας σαν ἕνα σημεῖο τῆς ἀθέατης παρουσίας Του» (Ἡ δύναμη τοῦ ὀνόματος, ὅπ.π., σ. 38).
Ἐπιπλέον, ἡ θεώρηση κατά τήν ὁποία οἱ Ρῶσσοι Ὀνοματολάτρες ταύτιζαν τόν Θεό ἤ τόν Ἰησοῦ μέ τά ὀνόματά τους, ὑπῆρξε ἡ ἀφετηρία γιά τόν Φλωρέσνκυ ὥστε νά συνδέσει γενικότερα τήν λατρεία τοῦ ὀνόματος καί τά μαθηματικά, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος «ἔβλεπε μιά σχέση ἀνάμεσα στήν ὀνομασία τοῦ Θεοῦ καί τήν ὀνομασία τῶν συνόλων στήν συνολοθεωρία: τόσο ὁ Θεός, ὅσο καί τά σύνολα ἀποκτοῦν ὑπόσταση μέσῳ τῆς ὀνομασίας τους» (σ. 26).
Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφέρον σημεῖο τῆς διατριβῆς τοῦ Φλωρένσκυ εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας της «ἐπαινοῦσε τήν μαθηματική ἀσυνέχεια ὡς μία μέθοδο διαφυγῆς ἀπό τόν ντετερμινισμό» (σ. 83), γεγονός πού προκάλεσε ἰδιαίτερη ἐντύπωση στόν μεγάλο Ρῶσσο μαθηματικό Ντμίτρι Ἐγκόροφ (1869-1931). Παράλληλα ὁ Φλωρένσκυ ἄσκησε ἐπιρροή καί σ’ ἕνα ἄλλο Ρῶσσο σπουδαῖο μαθηματικό, τόν Νικολάι Λούζιν (1883-1950).
Σύμφωνα μέ τούς συγγραφεῖς, τό βιβλίο τῶν ὁποίων παρουσιάζεται σήμερα, ἡ κοινή προσέγγιση τῶν τριῶν μαθηματικῶν ἐντοπίζεται στό ὅτι ὅπως «οἱ ὀνοματολάτρες ἔδωσαν ὑπόσταση στόν Θεό λατρεύοντας τό ὄνομά του, οἱ μαθηματικοί ἔδωσαν ὑπόσταση στά σύνολα ὀνοματίζοντά τα» (σσ. 105-106).
Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ παραπάνω συσχετισμοί τοῦ Φλωρένσκυ παρουσιάζουν μία ὁρισμένη πρωτοτυπία. Οἱ δύο συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου συμπεραίνουν, πάντως, ὅτι ἐνῶ ἡ σύνδεση τῶν μαθηματικῶν καί τῆς μεταφυσικῆς ἔγινε εὐμενῶς δεκτή στούς Ρώσσους, οἱ Γάλλοι μαθηματικοί (βλ. κεφ. 3) «προσπαθοῦσαν νά τήν ἀποφύγουν» (σ. 72). 
Ἀλλά τό γεγονός ὅτι ὁ Ἐγκόροφ καί ὁ Λούζιν «ἦταν βαθιά θρησκευόμενοι» (σ. 117) ἀποτελοῦσε γιά τίς σοβιετικές ἀρχές πρόβλημα πιό σημαντικό ἀπό τήν ἐνασχόλησή τους μέ τά ἀνώτερα μαθηματικά. Ἔτσι στήν δεκαετία τοῦ ‘20 καί τοῦ ’30 κατέστη ἀδύνατο γιά τούς δύο μαθηματικούς νά ὑποστηρίζουν δημοσίως ὅτι «ἡ θρησκεία καί τά μαθηματικά ἦταν ἄρρηκτα συνδεδεμένα» (σ. 120). Παρά ταῦτα, ὁ Ἐγκόροφ διατήρησε τήν «θρησκευτική του πίστη» (σ. 141), ἀκόμα κι ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό Πανεπιστήμιο καί ἐξορίστηκε στό  Καζάν.
Ἀπό τούς Ρώσσους διανοητές πού ἀνέφερα, ὁ Π. Φλωρένσκυ συνελήφθη, ὑπεβλήθη σέ βασανιστήρια, ἐξορίστηκε στά νησιά Σολοφκί καί τελικά ἐκτελέστηκε, κατά πᾶσα πιθανότητα τό 1938 (σ. 150). Ἀλλά παραμένει ζητούμενο μέχρι σήμερα, γιά τούς συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου, γιά ποιό λόγο δέν συνελήφθη ὁ Ν. Λούζιν καί δέν τοῦ ὑπεβλήθη κάποια ποινή (σ. 148, σσ. 162-164). Μάλιστα ὀ Λούζιν συνέχισε νά πηγαίνει στήν Ἐκκλησία μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του.  
Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι οἱ συγγραφεῖς αὐτῆς τῆς μελέτης ἀσχολοῦνται μέ ἕνα ζήτημα πού ἔχει καί θρησκευτικό περιεχόμενο, ἔστω κι ἄν ἀμφότεροι δηλώνουν «μή θρησκευτικῶν πεποιθήσεων» (σ. 193). Πάντως οἱ ἴδιοι θεωροῦν ὅτι «ἡ θρησκευτική πίστη εἶναι σέ θέση, σέ μερικές περιπτώσεις τουλάχιστον, νά ἐνισχύσει τήν ἐπιστημονική δημιουργικότητα» (σ. 199. Πβ. σ. 202).  
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά σημειώσω ὅτι πρόκειται γιά μία σημαντική ἔκδοση πού ἀπευθύνεται σέ ἕνα εὐρύτατο κοινό, μέ ἐνδιαφέροντα ἱστορικά, μαθηματικά καί θεολογικά. Τό βιβλίο εἶναι γραμμένο μέ ἕναν τρόπο συναρπαστικό καί ἀκριβῆ.