Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Φρήντριχ Σίλλερ, Ἐπιλογή ἀπό τό ἔργο του, εἰσαγωγή-ἐπιλογή-μετάφραση Κώστας Ἀνδρουλιδάκης, Στιγμή, Ἀθήνα 2015, σελ. 141

Ὁ παρών τόμος περιλαμβάνει μεταφρασμένα κείμενα ἀπό περισσότερο ἤ λιγότερο γνωστά ἔργα τοῦ σπουδαίου Γερμανοῦ ποιητῆ καί φιλοσόφου Φρ. Σίλλερ (1759-1805). 
Προηγεῖται τῶν κειμένων μία ὄχι ἐξαντλητική ἀλλά ἰδιαιτέρως κατατοπιστική «Εἰσαγωγή» τοῦ μεταφραστῆ Κ. Ἀνδρουλιδάκη. Μεταξύ ἄλλων ὁ μεταφραστής ἀναφέρεται στίς ἐπιδράσεις (σσ. 14-16) στήν σκέψη καί τό ἔργο τοῦ Σίλλερ (ὁ Κάντ, ὁ προτεσταντικός εὐσεβσιμός, ἡ ἀρχαία ἡ λατινική ποίηση, ὁ Σαίξπηρ , ἡ φιλοσοφική σκέψη τοῦ Λαϊμπνιτς καί τοῦ Ρουσσώ, ὁ Γκαῖτε κ.ἄ.). Ὁ Κ. Ἀνδρουλιδάκης τονίζει σωστά ὅτι «κέντρο τοῦ στοχασμοῦ [τοῦ Σίλλερ] εἶναι ἡ αἰσθητική … Σκοπός τῆς τέχνης δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ παρουσίαση αἰσθητῶν φαινομένων, ἀλλά ἡ ἀναπαράσταση τοῦ Ἀπείρου καί τοῦ Ἀπολύτου» (σ. 19).  Ἀλλά καί ὁ Σίλλερ ἐπέδρασε, μέ τήν σειρά του, στήν σκέψη τῶν ἐκπροσώπων τοῦ γερμανικοῦ Ἰδεαλισμοῦ, στόν Σέλλινγκ καί στόν Χέγκελ, ἀργότερα στόν Σοπενχάουερ καί στόν Νίτσε, ἀκόμη καί στόν Ντοστογιέφσκι (σσ. 24-27).
  Ἀπό τά ἀνθολογούμενα κείμενα, τά ὑπ’ ἀριθμ. 1-3 καί 7-19 παρουσιάζουν φιλοσοφικό περιεχόμενο, ἐνῶ τά κείμενα ὑπ’ ἀριθμ. 4-6 ἔχουν περισσότερο ἱστορικό χαρακτήρα. Τό ὑπ’ ἀριθμ. 20 κείμενο περιέχει σύντομα ἀποσπάσματα ἀπό «Ἐπιστολές» τοῦ Σίλλερ. Παρενθετικά θά προσθέσω ὅτι τό ὑπ’ ἀριθμ. 10 ἐκτενές ἀπόσπασμα προέρχεται ἀπό τό ἔργο τοῦ Σίλλερ Καλλίας ἤ περί τοῦ κάλλους καί ἔχει ἤδη μεταφραστεῖ στήν ἑλληνική (μετ. Γ. Ξηροπαΐδη, Πόλις, Ἀθήνα, 2005), ἐνῶ τό ὑπ’ ἀριθμ. 15 προέρχεται ἀπό τό ἔργο του Περί τῆς αἰσθητικῆς παιδείας τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο ἐπίσης ἔχει μεταφραστεῖ στήν ἑλληνική (μετ. Κ. Ἀνδρουλιδάκης, Ἰδεόγραμμα, Ἀθήνα, 2006).   
Σέ ἕνα χαρακτηριστικό ἀπό τά παρουσιαζόμενα κείμενα, ὁ Σίλλερ ἀναφέρεται ἐκτενῶς στήν παιδευτική ἀξία τοῦ θεάτρου, τό ὁποῖο «δρᾶ βαθύτερα καί διαρκέστερα ἀπό τήν ἠθική καί τούς νόμους» (σ. 33, σ. 34). Ἐδῶ θά διευκρινισθεῖ ὅτι γιά τόν Σίλλερ ὁ ἄνθρωπος «δέν εἶναι προορισμένος νά ἐπιτελεῖ ἠθικές πράξεις ἀλλά νά εἶναι ἕνα ἠθικό ὄν» (σ. 54), ἑπομένως ἔχει σημασία ὁλόκληρος ὁ χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀξιοσημείωτη ἡ τοποθέτηση τοῦ Σίλλερ ὅτι «ὅταν δέν θά διδάσκεται πιά καμιά ἠθική, δέν θά βρίσκει πίστη καμιά θρησκεία, δέν θά ὑφίσταται κανείς νόμος, θά ἐξακολουθεῖ νά μᾶς προξενεῖ ρίγος ἡ Μήδεια σάν θά κατεβαίνει τρεκλίζοντας τήν κλίμακα τοῦ ἀνακτόρου καί θά ἔχει πιά τελεστεῖ  ἡ παιδοκτονία» (σ. 33).
Εἰδικότερα ἡ τραγωδία, γιά τόν Σίλλερ, «ἔχει τήν ἐξουσία, καί μάλιστα τήν ὑποχρέωση, νά ὑποτάξει τήν ἱστορική ἀλήθεια στούς νόμους τῆς ποίησης» (σ. 49), δηλαδή τῆς ποιητικῆς ἀλήθειας. Στό ἴδιο πλαίσιο κινεῖται καί ἡ τοποθέτηση τοῦ Γερμανοῦ ποιητῆ καί στοχαστῆ ὅτι ἡ ποίηση «δέν πρέπει νά ἀποβλέπει στόν πολίτη μέσα στόν ἄνθρωπο, ἀλλά στόν ἄνθρωπο μέσα στόν πολίτη» (σ. 67). 
Στό ἀπόσπασμα «Περί τοῦ παθητικοῦ» ὁρίζει ὁ Σίλλερ ὅτι «ὁ ἔσχατος σκοπός τῆς τέχνης εἶναι ἡ ἀναπαράσταση τοῦ ὑπεραισθητοῦ, καί ἰδιαιτέρως ἡ τραγική τέχνη τό ἐπιτυγχάνει αὐτό μέ τό νά αἰσθητοποιεῖ τήν ἠθική ἀνεξαρτησία ἀπό τούς φυσικούς νόμους στήν κατάσταση τῆς ἁψιθυμίας» (σ. 61). Περιττό νά σημειώσω ὅτι τήν ἀντίληψη περί τῆς τέχνης ὡς ἀναπαράστασης τοῦ Ἀπολύτου θά ἀναπτύξει ἐκτενέστερα ὁ Φρ. Σέλλινγκ (1775-1854) στήν περίφημη «Φιλοσοφία τῆς τέχνης» πού παραμένει ἀκόμη ἀμετάφραστη στήν ἑλληνική. 
Ἡ διατύπωση τοῦ Σίλλερ ὅτι «θά ἐπιδιώξομε νά κάνομε τήν ὀμορφιά μεσίτισσα τῆς ἀλήθειας» (σ. 70) εἶχε μία ἀπροσδόκητη ἐπίδραση στήν ρωσσική σκέψη, καί συγκεκριμένα στόν μεγάλο Ρῶσσο φιλόσοφο Βλαδίμηρο Σολοφιώφ (1853-1900) ὁ ὁποῖος, ἀκολουθώντας τήν γνωστή διατύπωση τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881) ὅτι «ἡ ὀμορφιά θά σώσει τόν κόσμο», θά ὑποστηρίξει, μέ τήν σειρά του, ὅτι «ἡ ὀμορφιά ταυτίζεται μέ τό καλό καί τήν ἀλήθεια» (Dictionnaire de la philosophie russe, sous la direction de Françoise Lesourd, Lage dHomme, Lausanne 2010, σ. 240).
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, μέ τά ἀνθολογούμενα κείμενα τοῦ παρόντος τόμου ἔχουμε μία σύντομη ἀλλά ἀκριβή εἰκόνα τῶν περί τῆς αἰσθητικῆς ἀντιλήψεων τοῦ Φρ. Σίλλερ. Ἄν καί ἔχουν διατυπωθεῖ ἐπιφυλάξεις ὡς πρός τήν σύνδεση τοῦ ποιητικοῦ ὕφους καί τοῦ φιλοσοφικοῦ λόγου στό ἔργο του Σίλλερ, ἐντούτοις νομἰζω ὅτι ἡ συμβολή του στήν αἰσθητική φιλοσοφία εἶναι ἀξιοσημείωτη. Ἄλλωστε, ὅπως εἶχε πεῖ ὁ μεγάλος Ρῶσσος γλωσσολόγος Α. Ποτέμπνια (1835-1891), ἡ ποίηση εἶναι σκέψη μέ εἰκόνες.





Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Τζόν Στάινμπεκ, Ρωσικό ἡμερολόγιο, μετ. Κ. Σίνου, Κέδρος, Ἀθήνα 2009, σελ. 349

Στήν σημερινή κατάθεση παρουσιάζω τό Ρωσικό Ἡμερολόγιο τοῦ γνωστοῦ Ἀμερικανοῦ συγγραφέα  καί νομπελίστα Τζόν Στάινμπεκ (1902-1968). Τό βιβλίο αὐτό εἶναι μᾶλλον λιγότερο γνωστό στό ἀναγνωστικό κοινό, σέ σύγκριση μέ τήν Πεδιάδα τῆς Τορτίγια (1935), τό Ἄνθρωποι καί ποντίκια (1937) καί βεβαίως τά Σταφύλια τῆς ὀργῆς (1939) καί τό Ἀνατολικά τῆς Ἐδέμ (1952).
Τό Ρωσικό Ἡμερολόγιο περιγράφει τό ταξίδι πού ἔκανε ὁ Στάινμπεκ μαζί μέ τόν διάσημο φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα στήν σοβιετική Ἕνωση καί τό ὁποῖο διήρκεσε ἀπό τίς 31 Ἰουλίου μέχρι τά μέσα Σεπτεμβρίου τοῦ 1947. Τό βιβλίο ἐκδόθηκε τό 1948.
Ἐξ ἀρχῆς δηλώνει ὁ Στάινμπεκ ὅτι «ἡ ρωσική πολιτική εἶναι ἐξίσου σημαντική μέ τή δική μας, ἀλλά πρέπει νά ὑπάρχει κι ἐκεῖ μία μεγάλη ἄλλη πλευρά, ὅπως ἀκριβῶς καί ἐδῶ» (σ. 54). Ὡς σκοπός τῆς καταγραφῆς τοῦ Στάινμπεκ ὁρίζεται τό ἑξῆς: «Νά καταγράψουμε ὅσα εἴδαμε καί άκούσαμε χωρίς συντακτικά σχόλια, χωρίς νά βγάζουμε συμπεράσματα γιά πράγματα πού δέν γνωρίζαμε ἀρκετά καί δίχως νά θυμώνουμε μέ τίς γραφειοκρατικές καθυστερήσεις» (σ. 55). 
Ἄν καί «ὁ Στάινμπεκ ἀποφεύγει σκόπιμα καί συνειδητά τήν εἰς βάθος ἀνάλυση, τίς ἀναφορές στό ἱστορικό πλαίσιο καί στήν πολιτική τοποθέτηση» (σ. 41), ὅπως σημειώνεται στήν «Εἰσαγωγή» τῆς ἑλληνικῆς ἔκδοσης τοῦ Ρωσικοῦ Ἡμερολογίου, ὡστόσο δέν παραλείπει ὁρισμένες ἐνδιαφέρουσες συγκρίσεις μεταξύ τῶν Ρώσσων καί τῶν Ἀμερικανῶν: «Τούς Ρώσους τούς διδάσκουν, τούς ἐκπαιδεύουν καί τούς παροτρύνουν νά πιστεύουν ὅτι ἡ κυβέρνησή τους εἶναι καλή, ὅτι ὅλοι οἱ τομεῖς της εἶναι καλοί … Ἀπό τήν ἄλλη, οἱ Ἀμερικανοί καί οἱ Ἄγγλοι πιστεύουν ἐνδόμυχα ὅτι ὅλες οἱ κυβερνήσεις εἶναι κατά κάποιο τρόπο ἐπικίνδυνες … καί ὅτι πρέπει νά παρακολουθοῦν στενά καί νά κριτικάρουν τήν ἑκάστοτε κυβέρνηση» (σ. 87). Ἡ διαφορά αὐτή ἀντικατοπτρίζεται καί στόν διαφορετικό ρόλο τῶν συγγραφέων στήν Ρωσσία καί στήν Ἀμερική: «Στή Σοβιετική Ἕνωση ἡ δουλειά τοῦ συγγραφέα εἶναι νά ἐνθαρρύνει, να δοξάζει τό σοβιετικό σύστημα, ἐνῶ στήν Ἀμερική καί στήν Ἀγγλία ὁ καλός συγγραφέας εἶναι ὁ κέρβερος τῆς κοινωνίας. Ἡ δουλειά του εἶναι νά σατιρίζει τήν ἀνοησία της, νά ἐπιτίθεται στις ἀδικίες της, νά καταδικάζει τά σφάλματά της» (σ. 269). 
Δέν μπορεῖ νά μήν ἀναφερθεῖ ὁ Στάινμπεκ στήν γνωστή προσωπολατρεία τοῦ Λένιν (σσ. 99-100) καί κυρίως τοῦ Στάλιν (σσ. 119-120, σσ. 277-278), ἐνῶ ὅσον ἀφορᾶ τόν Τρότσκυ σημειώνει ὅτι «ὁ Τρότσκυ ἔχει πάψει νά  ὑπάρχει, δέν ὑπῆρξε κἄν ποτέ» (σ. 99). 
Μεταξύ τῶν χαρακτηριστικῶν στήν συμπεριφορά τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τῆς Ρωσσίας τά  ὁποῖα ἐπιχειρεῖ νά καταγράψει ὁ Στάινμπεκ, θά ἀναφερθεῖ τό γεγονός ὅτι «ἐλάχιστοι γελᾶν στό δρόμο, ἐνῶ σπάνια βλέπεις κάποιον να χαμογελᾶ. Οἱ ἄνθρωποι περπατοῦν, ἤ μᾶλλον τρέχουν, μέ τό κεφάλι σκυφτό καί δέν χαμογελοῦν» (σ. 111). Ἕνα δεύτερο, καί ἐξίσου σημαντικό, γνώρισμα τοῦ λαοῦ εἶναι, γιά τόν Στάινμπεκ ὅτι «ὁ ρωσικός λαός στηρίζεται στήν ἐλπίδα ὅτι αὔριο ὅλα θά εἶναι καλύτερα ἀπό σήμερα» (σ. 134). Ἕνα τρίτο σημεῖο τό ὁποῖο τονίζει ὁ Ἀμερικανός συγγραφέας εἶναι τό γεγονός ὅτι οἱ Ρῶσσοι «λατρεύουν τά αὐτόματα μηχανήματα καί τό ὄνειρό τους εἶναι νά μηχανοποιήσουν ὅλες τίς τεχνικές μεθόδους τους. Γι’ αὐτούς ἡ μηχανοποίηση ἰσοδυναμεῖ μέ τήν εὐημερία» (σ. 195). Αὐτό τό τελευταῖο χαρακτηριστικό εἶναι κοινό, κατά τόν Στάινμπεκ (σ. 225), στούς Ἀμερικανούς καί στούς Ρώσσους.
Οἱ δύο ἐπισκέπτες ἐπισκέφθηκαν καί περιοχές τῆς Γεωργίας καί τῆς Οὐκρανίας ὅπου ἡ ἀτμόσφαιρα καταγράφεται ὡς «ἐξαιρετικά φιλόξενη» (σ. 201), ἀλλά καί ὡς «παράδεισος» (σ. 249).
Ἔχει ἐνδιαφέρον, νομίζω, να λεχθεῖ ὅτι ὁ Στάινμπεκ ἀναφέρεται, μέ ὁρισμένη δηκτικότητα, στό Ρωσικό Ἡμερολόγιο στους Ἕλληνες καί στούς Τούρκους μέ ἀφορμή δύο, ὄχι ἰδιαίτερα εὐχάριστες, συναντήσεις πού εἶχε μαζί τους στήν ρωσσική γῆ. Γιά τούς Ἕλληνες παρατηρεῖ χαρακτηριστικά ὅτι «ὅπου ὑπάρχουν Ἕλληνες, θά ὑπάρχει καί καπιταλισμός» (σ. 239). Γιά τούς Τούρκους ἐπισημαίνει τόν κομπασμό τους ἔναντι τῶν δύο ἐπισκεπτῶν, προσθέτοντας γενικά ὅτι ἡ Ἀμερική παρέχει στούς Τούρκους «δολάρια γιά να διατηρήσουν τη δημοκρατία στο μεγάλο κράτος τους» (σ. 312).
Ἀποτιμώντας τό ταξίδι τους στήν σοβιετική Ρωσσία, ὁ Στάινμπεκ σημειώνει ὅτι «αὐτό τό ἡμερολόγιο δέν θά ἱκανοποιήσει οὔτε τούς δογματικούς ἀριστερούς οὔτε τούς φανατικούς δεξιούς ... Δέν μποροῦμε νά καταλήξουμε σέ κάποιο συμπέρασμα ἐκτός τοῦ ὅτι οἱ Ρῶσοι εἶναι ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στόν κόσμο. Σίγουρα ἀνάμεσά τους ὑπάρχουν καί κακοί, ἀλλά στή συντριπτική τους πλειοψηφία εἶναι πολύ καλοί» (σ. 346).
Εἶναι εὐνόητο ὅτι τό παρόν βιβλίο δέν εἶναι οὔτε δοκίμιο πολιτικῆς κριτικῆς οὔτε ἱστορική πραγματεία. Βεβαίως ὁ συγγραφέας δίνει ὁρισμένες ὄψεις τῆς καθημερινότητας τῶν Ρώσσων, κατά τήν τριακοστή περίπου ἐπέτειο τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1917. Αὐτή ἡ εἰκόνα πού παρουσιάζει τό βιβλίο, δέν μπορεῖ να ὁδηγήσει σέ γενικότερες ἀποτιμήσεις γιά τήν σοβιετική ἐξουσία καί κοινωνία τῶν προηγουμένων δεκαετιῶν. Ἡ ἐνδεχόμενη συνολική ἀποτίμηση πού θά ἐπιχειρηθεῖ ἀπό τόν ἱστορικό ἐρευνητή, καί ὄχι πλέον ἀπό τούς πρωταγωνιστές ἐκείνων τῶν ἐποχῶν, θά ὁδηγήσει, ἐκτός τά συμπεράσματα τοῦ Στάινμπεκ, καί σέ ἄλλα συμπεράσματα περισσότερο θλιβερά ἀλλά ἐξίσου ἀντικειμενικά.




Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015




            Dimitris Baltas

Père Serge Boulgakov, Ma vie dans l’ Orthodoxie. Notes autobiographiques, trad. I. Rovere-Sova, M. Rovere-Tsivikis, Éditions des Syrtes, Genève 2015, pp. 255

In this text, I will present the recently published French translation of the Autobiographical Notesof the eminent Russian religious philosopher Fr. Sergius Bulgakov (1871-1944), by Éditions des Syrtes. As Nikita Struve wrote in the introductory note to the volume, it is a translation of the manuscript published in 1946 by Léon Zander, Bulgakov’s student and friend” (p. 8).
The “Autobiographical Notes” is not just a juxtaposition of various parts of the author’s biography, specifically regarding his homeland (pp. 11-40), his ordination and priesthood (pp. 51-84), various trips he made after his exile from Russia (pp. 139-153, 173-179 and 181-206) and, finally, his excruciating illness (pp. 207-225). Rather, this direct narrative, which is in most parts quite enthralling, gives the reader a glimpse into an intellectual’s critical attitude toward the destiny of his country and himself.
For Bulgakov, the Church constitutes the people, because in the Church there is no ‘laos,’ there is only the Church, one for all, offering unity in all” (p. 23). In the Church, the people, of which the Russian philosopher was also a member, assumes “truth by beauty and beauty in truth” (p. 24).
            Despite the fact that Bulgakov always lived “in faith and through faith” (p. 39), he nevertheless passed through the atheism, nihilism, and rebelliousness of the Russian intelligentsia (p. 42, p. 46, p. 53), even to the extent that he confessed: “I cannot understand now how I was able to remain for so long in this spiritual lethargy” (p. 47). Bulgakov goes on to admit that “even within Marxism, [he] preserved the nostalgia of the religion” (p. 55).
Characteristic of the events narrated by the author is the day of his ordination in a church in Moscow, which was attended by prominent Russian intellectuals and former Marxists: “I want to mention Fr. P. Florensky, M.A Novoselov, B. Ivanov, N. Berdyaev, Fr. Struve, Prince E. Trubetskoi, L. Sestov...” (p. 63). This day is characterized by Bulgakov himself as a day of “general joy” (p. 63).
In the chapter where Bulgakov refers to the years of his priesthood, the reader will discern a highly critical and sometimes even judgmental attitude toward the historical-institutional Church and Orthodoxy. The Russian philosopher asks, for example: “To which extent and in what sense can we consider Orthodoxy as being the exclusive possessor of ecclesiasticality? The Church as the Body of Christ does not coincide with the boundaries of the confessions; this is obvious. Nor is it limited to Orthodoxy. True Christians exist in all parts of Christianity...” (p. 68). It is certain that this view would be strongly criticized by conservative Christians, which will naturally blame him for a tendency towards ecumenism. I would like to point out, however—in order to avoid the misconception that Bulgakov does not provide in his “autobiography” a systematic ecclesiological analysis—that he was also criticized, primarily by the institutional church, for declaring that “Orthodoxy, first in Byzantium, then in the Russian East, now in the Church of Moscow, suffers from a certain kind of papacy—not a deliberately dogmatic, clear, and accurate one, but a psychological papacy. Orthodoxy is a collectivity rather than an episcopacy” (p. 75).
It is noteworthy that, for Bulgakov, in addition to the “historic” Orthodoxy, there is also “the eschatological Orthodoxy, that of the coming Christ ... Orthodoxy is not only the possession of a given wealth—of faith and of life in faith—it is also prophecy, revelation, and past history of course, but also the history of the present and the future” (p. 82).
There are several points in the book that are likely to surprise readers. For example, while Bulgakov asserts that “he was not politically a monarchist (p. 106), he was nevertheless sympathetic to what the Tsar represented (p. 131). In spite of this, however, he admits that “as a student, [he] had a dream to assassinate the tsar(p. 109), and that he “later participated in the preparation for the revolution of 1905(p. 109).
Concerning now the Revolution of 1917, Bulgakov describes it as a “tragedy, as a catastrophe of what was [for him] the most respectable, sweet, the bearer of joy in Russian life, i.e., of love” (p. 105). Reflecting on the Revolution of 1917 and the collapse of Tsar and Tsarism, Sergius Bulgakov attempts a comparison between the ancient tragedy of Oedipus and the tragedy of Tsar and Tsarism, a comparison which in his view leads to their common tragic destiny: Oedipus had to kill his father, whether he wanted to or not. Tsar Nicholas II could not have been a better monarch than he was” (p. 107).
Bulgakov goes on to criticize the conservative Russians intellectuals, “who constituted the living rejection of nihilism, even though they lacked spirituality”(p. 113). Significant in this respect is his exclamation: “How unbearable all these irresponsible Slavophiles became to me!” (p. 153).
These and other interesting things one will find in Bulgakov’s “Autobiographical Notes.” It is certain that this book is not limited to events of his personal or family life. I think, however, that the reader should approach Bulgakov’s views with a mild, objective, and critical mind, taking a non-dogmatic approach and carefully considering the context of his statements. This caveat is particularly apropos for the Greek audience, for whom almost none of Bulgakov’s works have been translated, which would allow them to gain a more complete picture of the religious/philosophical thought of the Russian thinker.
It is also possible that various approaches of Bulgakov, particularly in relation to ecclesiastical matters (e.g., on the bishops, the ecumenicity of the Church), are quite relevant for our time, since they have been the subject of discussion and often fruitful debate among contemporary theologians.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Πρακτικά Συνεδρίου «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί διαφύλαξη τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος. Νεομάρτυρες, Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ἒπαναστατικά κινήματα» (Ἱερά Μονή Πεντέλης, Στοά τοῦ Βιβλίου, 14-15 Νοεμβρ. 2014), Ἀθήνα 2015, Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, σελ. 358

Ὕστερα ἀπό τήν ἔκδοση τῶν Πρακτικῶν τῶν δύο προηγουμένων Συνεδρίων μέ θέματα «Ἱστοριογραφία καί πηγές γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ 1821» (Ἀθήνα, 2013) καί «Ἡ ζωή τῶν ὑποδούλων ἐπί τουρκοκρατίας» (Ἀθήνα, 2014), ἡ Εἰδική Συνοδική Ἐπιτροπή Πολιτιστικῆς Ταυτότητος καί οἱ Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι προχώρησαν στήν ἔκδοση τῶν Πρακτικῶν τοῦ Γ΄ Συνεδρίου, τό ὁποῖο, καί αὐτό, ἐντάσσεται στήν ὀργάνωση τῶν 10 Συνεδρίων γιά τά 200 χρόνια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, κατά τήν σχετική ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. 
Ὁ τόμος τῶν Πρακτικῶν τοῦ Γ΄ Συνεδρίου πού παρουσιάζω σήμερα, ἀπαρτίζεται ἀπό τρεῖς γενικές θεματικές ἑνότητες: α΄. «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί διαφύλαξη τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος», β΄. «Νεομάρτυρες. Ἒπαναστατικά κινήματα» καί γ΄. « Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός».
Στήν πρώτη θεματική ἑνότητα φιλοξενοῦνται οἱ Εἰσηγήσεις τῶν καθηγητῶν Χρίστου Κρικώνη, Γεωργίου Παναγόπουλου, Μαρίας Μαντουβάλου, Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου καί τοῦ Μητρ. Κενύας Μακαρίου. Ἀκολουθοῦν, στήν δεύτερη ἑνότητα οἱ Εἰσηγήσεις τῶν καθηγητῶν Ἠλία Νικολάου, πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Δημητρίου Παπάζη, Ἀθανασίου Καραθανάση καί τῶν ἐρευνητῶν δρ Ὄλγας Δάσιου, δρ Χαράλαμπου Μηνάογλου καί δρ Ἀθηνᾶς Κονταλῆ. Τέλος, στήν τρίτη θεματική ἑνότητα περιλαμβάνονται οἱ Εἰσηγήσεις τῶν καθηγητῶν Βασιλείου Τσίγκου, Ἀθανασίου Ζωϊτάκη, Ἐμμανουήλ Βαρβούνη, Ἀπόστολου Νικολαΐδη, τῶν ἐρευνητῶν Γεωργίου Παπανικολάου, Εὐδοξίας Αὐγουστίνου, Ἠλία Μογλενίδη καί τοῦ ἀρχιμ. δρ Χρυσοστόμου Παπαθανασίου.
Μέ τίς Εἰσηγήσεις τῆς α΄ θεματικῆς ἑνότητας ἐπιχειρεῖται νά ἀναδειχθεῖ ὁ πολύτιμος ρόλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στήν διαφύλαξη τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν ὑποδούλων. Ἐπισημαίνει σχετικά ἡ καθηγήτρια Μ. Μαντουβάλου ὅτι «θεμέλιο τῆς ἐθνικῆς συνείδησης καί ἑνότητας τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων σέ ὅλη τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ὑπῆρξαν ἡ ἀκλόνητη πίστη τους στήν Ὀρθοδοξία, ἡ ἀκράδαντη θέλησή τους γιά ἀπελευθέρωση καί ἡ διαχρονική ἐθνική τους γλώσσα (σ. 57).
Τήν ἐθνική καί θρησκευτική διάσταση τῆς παρουσίας τῶν Νεομαρτύρων στόν ἑλλαδικό χῶρο τονίζουν οἱ Εἰσηγήσεις τῆς β΄ θεματικῆς ἑνότητας τῶν παρουσιαζομένων Πρακτικῶν. Γιά τήν διαφοροποίηση μεταξύ τῶν Νεομαρτύρων καί τῶν Ἐθνομαρτύρων κάνει λόγο ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός ἐπισημαίνοντας ὅτι «στούς μέν Νεομάρτυρες τό βάρος τῆς μαρτυρίας πέφτει στήν Πίστη … ἐνῶ στήν συνείδηση τῶν Ἐθνομαρτύρων βαρύνει ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Πατρίδας» (σ. 112). Πρός ἀποφυγή παρερμηνειῶν ὁ ἴδιος διευκρινίζει ὅτι «περιπτώσεις κεκηρυγμένων ἀθέων ἤ τελείως ἀδιαφόρων ὡς πρός τήν Πίστη Ἐθνομαρτύρων δέν τεκμηριώνονται καί πρέπει μᾶλλον νά εἶναι ἀνύπαρκτες σ’ αὐτούς τούς χρόνους» (σ. 112). 
Ἡ γ΄ θεματική ἑνότητα τῶν Πρακτικῶν εἶναι ἀφιερωμένη στόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, τοῦ ὁποίου τό 2014 συμπληρώθηκαν καί ἑορτάστηκαν στήν χώρα μας τά 300 ἔτη ἀπό τήν γέννησή του. Ὀκτώ συνολικά ἀνακοινώσεις περιλαμβάνονται στόν τόμο τῶν Πρακτικῶν καί ἐξετάζουν ζητήματα τοῦ βίου καί τῆς δράσης τοῦ Ἁγίου. Μάλιστα ὁ καθηγητής Ἀπόστολος Νικολαΐδης θεωρεῖ πώς «ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἡ ἀλλαγή δέν ἔρχεται μέσῳ μιᾶς τυφλῆς ἐπανάστασης καί ἀπό ἀνθρώπους χωρίς πίστη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ἐθνική συνείδηση, ἀλλά ἀπό συνειδητοποιημένους πιστούς στήν Ἐκκλησία καί στήν Πατρίδα» (σ. 358). Ἐκτιμᾶται γενικά ὅτι οἱ Διδαχές τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ πού ἐκδίδονται ἀπό διαφόρους Ἐκδοτικούς Οἴκους, εἶναι μία πολύτιμη παρακαταθήκη ἀκόμη καί γιά τίς σύγχρονες γενιές τῶν Ἑλλήνων.
Καί σ’ αὐτόν τόν τόμο τῶν Πρακτικῶν, ὅπως καί στούς προηγούμενους, εἶναι εὐδιάκριτη ἡ σοβαρότητα στήν πραγμάτευση τῶν ζητημάτων, ἡ δέουσα ἐπιστημονική τεκμηρίωση τῶν ἀπόψεων τῶν Εἰσηγητῶν καί ἡ συναγωγή συμπερασμάτων πού προωθοῦν τήν ἐπιστημονική ἔρευνα. Ἐδῶ θά ἀναφερθεῖ, μεταξύ ἄλλων, ἡ καταγραφή πλούσιας βιβλιογραφίας γιά τόν Διονύσιο τόν Φιλόσοφο (σελ. 184-199) καί γιά τόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό (σελ. 261-277 καί 311-321).



Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἡ δῆθεν κουλτούρα τῆς ἀντίστασης

Ἐξ ἀρχῆς θέλω νά δείξω τήν θέση μου: τό ἀντιστασιακό πνεῦμα, πού χαρακτήρισε τόν ἑλληνισμό ἐπί αῖῶνες, ἔχει ἐξελιχθεῖ κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες σέ μία καρικατούρα «ἀντίστασης». Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἀντίσταση στήν Χώρα μας ἀπό ἀξιακό γεγονός ἐκφυλίστηκε σ’ ἕναν κουραστικό ἀρνητισμό καί σέ μία ἀναποτελεσματική διαμαρτυρία. Ἀναλυτικότερα καί μέ παραδείγματα.  
Ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης ἔχει ἁπλωθεῖ σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς καθημερινότητας τῶν Ἑλλήνων, ἀπό τό σπίτι καί τό σχολεῖο μέχρι τήν ἐργασία καί τίς περισσότερες ἐκφράσεις τοῦ συλλογικοῦ βίου. Τό παιδί «ἀντιστέκεται» στό πατερναλιστικό ἐκπαιδευτικό σύστημα, τό ὁποῖο συνήθως ἀγνοεῖ παντελῶς, ὁ φοιτητής «ἀντιστέκεται» στό πανεπιστημιακό κατεστημένο, τό ὁποῖο τόν ἐκμεταλλεύεται ἐν ἀγνοίᾳ του, ὁ ἐργαζόμενος «ἀντιστέκεται» στόν ἐργοδότη του «ὁ ὁποῖος τοῦ πίνει τό αἷμα» (ναί, ἀλλά χωρίς τήν παρουσία τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα ὁ ἴδιος ὁ ἐξεγειρόμενος δέν θά εἶχε ἐργασία),  διάφορες «Κινήσεις Πολιτῶν ἀντιστέκονται» στίς πρόσφατες ἐπενδύσεις γιά τήν ἐγκατάσταση ἀνεμογεννητριῶν στήν Κρήτη, «δημοτικά συμβούλια «ἀντιστέκονται» ἐπιλεκτικῶς σέ συγκεκριμένα συμφέροντα, ἀλλά βεβαίως ὄχι σέ ὅλα. Ἀκόμη καί ἐκπρόσωποι τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου «ἀντιστέκονται», ἄλλοι ἐκτοξεύοντας βέλη κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ ρόλου του καί ἄλλοι ἀναμειγνυόμενοι σέ συμβαίνοντα σέ ἄλλες ἐνορίες, μητροπόλεις κ.ἄ.  Ἐπλήθυναν δέ τά τελευταῖα χρόνια στήν χώρα μας καί «Κινήσεις Πολιτῶν» καί «Ἐπιτροπές» οἱ ὁποῖες δείχνουν δυναμικά τό «ἀντιστασιακό τους πνεῦμα» ἐναντίον τοῦ συγχρόνου φασισμοῦ καί τοῦ καπιταλισμοῦ. Ἐδῶ θά μποροῦσε νά διερωτηθεῖ κανείς πῶς εἶναι δυνατόν στήν χώρα πού ἄλλοτε πολέμησε τόν φασισμό νά ὑπάρχουν τόσο πολλοί φασίστες, ἐναντίον τῶν ὁποίων εἶναι ἐπιβεβλημένο νά διοργανώνονται ἐκδηλώσεις, πορεῖες κ.ἄ. Μάλιστα θά ἦταν χρήσιμο νά γνωρίσει ἐπιτέλους καί ὁ ἁπλός πολίτης τίς πηγές χρηματοδοτήσεως αὐτῶν τῶν «Κινήσεων».
Ἡ σημερινή ἀναφορά διαθέτει καί ἕνα ἄλλο πρόσφατο παράδειγμα: στό περίφημο «δημοψήφισμα» τοῦ 2015 καταγράφηκε ἕνα μεγάλο ποσοστό «ἀντιστασιακῶν» συμπατριωτῶν μας, ἄν καί παραμένει ἀδιευκρίνιστο σέ τί ὁ καθένας ἀτομικά ἔκανε τήν ἀντίστασή του (στό κράτος, στήν Εὐρώπη, στό εὐρώ, στόν καπιταλισμό;). Ἐάν γινόταν μία σχετική κοινωνιολογική μελέτη τῶν ψηφισάντων, θά διεπίστωνε κανείς ὅτι «ἀντιστέκονταν» σέ κάτι (;) οἱ πάντες, «ἀριστεροί» καί «δεξιοί», «συντηρητικοί» καί «προοδευτικοί», «παλαιοημερολογίτες» καί «νεοημερολογίτες» κ.ἄ.
Δέν μπορεῖ νά μήν γίνει ἀναφορά καί στήν μουσική ἐπένδυση πού συνοδεύει τίς ἐπιμέρους ἐκφράσεις τοῦ ἀντιστασιακοῦ πνεύματος. Κατά κανόνα, σέ σχετικές ἐκδηλώσεις ἀκούγονται σχεδόν ἀποκλειστικῶς τραγούδια τοῦ Θεοδωράκη καί τοῦ Σαββόπουλου, ἐνίοτε δέ καί ἐλασσόνων συνθετῶν μας. Σπανίως ἐπιλέγονται σχετικά ἄσματα ἐκ τῆς Ἑσπερίας. Προτιμᾶται δέ καί ἡ αἰσθητική ἔκφραση νέων «ἀντιστασιακῶν» καλλιτεχνῶν, πού χρησιμοποιοῦν τήν ἀφίσα, τό γκράφιτι κ.ἄ. 
Ἔχει ἐνδιαφέρον νά δοθεῖ ἁδρομερῶς καί μία εἰκόνα τῆς ταξικῆς ἀφετηρίας τῶν ἀναφερθέντων ἀλλά καί ἄλλων «ἀντιστασιακῶν», πολλοί ἐκ τῶν ὁποίων ἔχουν ἀστική ἤ μεγαλοαστική  καταγωγή, ἄλλοτε εἶναι συνδικαλιστές πού οὐδέποτε ἔχουν ἐργαστεῖ σέ κάποια θέση ἐργασίας καί ἄλλοτε, κατά ἕνα περίεργο τρόπο, ἔχουν καταφέρει νά ζοῦν καπιταλιστικά καί παραλλήλως νά μιλοῦν περί τῆς Ἀριστερᾶς καί τῆς προσφορᾶς της στόν τόπο μας. Στό σημεῖο αὐτό ἔρχεται στό νοῦ μου ἡ διατύπωση τοῦ μεγάλου Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ὁ ὁποῖος στό Ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέα ἔγραφε: «Οἱ γαιοκτήμονές μας πουλοῦσαν τούς δουλοπαροίκους τους καί πήγαιναν στό Παρίσι γιά νά ἐκδώσουν σοσιαλιστικές ἐφημερίδες» (μετ. Μ. Ζωγράφου, Ἐκδόσεις Δαρεμᾶ, Ἀθῆναι, ἄ.ἔ., σ. 242).
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης, μέ τήν ὁποία διαποτίστηκαν γενιές καί γενιές τῆς Μεταπολίτευσης εἶναι μία καρικατούρα τοῦ ἀντιστασιακοῦ πνεύματος. Ἡ κουλτούρα αὐτή ἐξυπηρέτησε, καί δυστυχῶς ἀκόμη ἐξυπηρετεῖ, ἕνα πνεῦμα ξένο πρός τήν ἴδια τήν ἀντίσταση καί τίς δημιουργικές δυνάμεις πού τήν χαρακτηρίζουν. Διότι, ἐνῶ ἡ ἀντίσταση μπορεῖ νά ὁδηγήσει γενικά σέ κάτι νέο, δημιουργικό καί ἐλπιδοφόρο, ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης δέν ὁδήγησε παρά σέ μία μόνιμη παρακμή τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, μία ὄψη τῆς ὁποίας εἶναι καί ἡ λεγόμενη σημερινή «οἰκονομική κρίση». Σέ τελική ἀνάλυση, ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης προσέφερε ἕναν ἀρνητισμό γιά τόν ἀρνητισμό, ἕναν μηδενισμό γιά τόν μηδενισμό, μία κουλτούρα γιά τήν ὑποκουλτούρα καί ἐν τέλει τήν παρακμή. Καί ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων ἡ ἐποχή μας, ἐποχή καί τῆς κουλτούρας τῆς ἀντίστασης, μπορεῖ νά προσλάβει τόν χαρακτηρισμό «θλιβερή καί δίχως συνείδηση ἐποχή», ἔκφραση πού εἶχε χρησιμοποιήσει γιά τήν ἐποχή του ὁ Μ. Μπακούνιν στό περίφημο ἄρθρο του «Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία» (μετ. Ν. Κούρκουλος, Ἐλεύθερος Τύπος, Ἀθήνα 1987, σ. 17).