Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς

            Μιχάλης Πάτσης, Ζωή στό δρόμο, Ἀθήνα 2015, σελ. 171
           
           Ἀφιερωμένη στούς μπομζί (στήν ρωσσική γλώσσα ἡ λ. σημαίνει τούς ξεσπιτωμένους, τούς ἀνέστιους) εἶναι ἡ συλλογή διηγημάτων πού ἐξέδωσε προσφάτως ὁ συγγραφέας Μ. Πάτσης.
            Ὁ συγγραφέας δίνει μία ἀριστοτεχνική, κοινωνιολογικά καί ψυχογραφικά, εἰκόνα τῆς ζωῆς τῶν μπομζί στήν μοσχοβίτικη πρωτεύουσα.
Ἀφοῦ ὁ συγγραφέας σημειώσει ἐξ ἀρχῆς ὅτι «ἡ ζωή βρίσκεται στό δρόμο καί αὐτός σέ ὁδηγεῖ» (σ. 7), παρουσιάζει τήν ζωή τῶν μπομζί μέσα ἀπό δέκα διηγήματα στά ὁποῖα οἱ ἴδιοι εἶναι κατά κανόνα κεντρικοί ἥρωες («Ἡ ἀνέστια τραγουδίστρια», «Λεπτές ἰσορροπίες», «Ὁ Ἀλεξέϊ στόν Κάτω Κόσμο», «Στά ὑπόγεια τούνελ τῆς Ρίγα», «14 Φεβρουαρίου», «Ὁ ποιητής», «Ἐργασίες ἀπολύμανσης», «Τό ἀνήλιαγο ζευγάρι»). Μεταξύ τῶν κυρίαρχων χαρακτηριστικῶν τῶν μπομζί καταγράφεται ἡ ἐλευθερία τους (σσ. 11-12), ἡ καθαρότητα στήν σκέψη τους (σ. 49), ἡ εὐγένειά τους (σ. 55), ἡ μοναχικότητά τους (σ. 99), ἀκόμη καί ἡ ἐργατικότητά τους (σ. 127, σ. 137) καί, τέλος, ἡ εὐαισθησία τους (σ. 149, σ. 151).  Νομίζω ὅτι μόνον σέ δύο διηγήματα («Ἡ Ε. στό μοναστήρι» καί «Στό βουνό Ἅγιος Γεώργιος») οἱ μπομζί εἶναι μέν δρῶντα ἀλλά ὄχι κεντρικά πρόσωπα. 
            Ἐκτός ἀπό τήν σύγχρονη ρωσσική κοινωνία στό πλαίσιο τῆς ὁποίας διαδραματίζονται οἱ καθημερινές αὐτές ἱστορίες, ὁ ἀναγνώστης θά δεῖ διάσπαρτες ἀναφορές σέ σημαίνοντα πρόσωπα τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας (λ.χ. στόν Τσέχωφ, στόν Πούσκιν, στόν Σκριάμπιν, στόν Γκάρσιν, στόν Γεσένιν), ἀλλά καί τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας τῶν ἰδεῶν (λ.χ. στόν Πλάτωνα, στόν Πλωτίνο, ἀκόμη καί στόν Παπαρηγόπουλο). Ἔχει ἐνδιαφέρον νά σημειωθεῖ ὅτι ἕνας ἀπό τούς μπομζί τῶν διηγημάτων, ὁ Ἀλιόσα, παρουσιάζεται μέν ὡς «φιλέλληνας» (σ. 40), ἐνῶ γενικότερα καταγράφεται ὅτι «σ’ αὐτήν τήν πόλη τό ἔθνος μας (ἐνν. ἡ Ἑλλάδα) ἔχει σχεδόν ξεχαστεῖ. Οἱ ἄνθρωποι τό συνδέουν μόνο μέ τήν ἱστορία καί τό παρελθόν» (σ. 53).
            Εἶναι ξεκάθαρο ὅτι στήν συλλογή διηγημάτων τοῦ Μ. Πάτση ἡ γραφή εἶναι ρεαλιστική ἀλλά καί προπάντων αὐτοβιογραφική. Ὁ συγγραφέας δέν παρακολουθεῖ ὡς ἁπλός παρατηρηρής τήν καθημερινότητα τῶν μπομζί, ἀλλά συνδιαλέγεται ἄμεσα μαζί τους ὅπως καί μέ τήν φιλοσοφία ζωῆς πού οἱ ἴδιοι ἔχουν ἐπιλέξει νά ἀκολουθήσουν: «Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν ἦταν τεμπέληδες καί μέθυσοι. Γράφω ‘’ἦταν’’, γιατί δέν ξέρω ἄν ὑπάρχουν ἀκόμα σ’ αὐτήν χώρα. Ἡ πρόοδος ἀφανίζει πολλές φορές ὅλα τά ἰδιαίτερα στοιχεῖα τῆς κοινωνίας καί γνωρίζουμε πώς τίποτα δέν εἶναι πιό ἀντίθετο στήν πρόοδο ἀπό τήν ἀτομικότητα στήν κοινωνία. Ἀλλά μπορεῖ καί οἱ μπομζί μέ τά χρόνια νά ἔχουν αὐξηθεῖ» (σ. 127).



Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015





Δημήτ ρης Μπαλτᾶς

Ἄννα Ἀχμάτοβα, Τά 3Μ. Μαντελστάμ, Μοντιλιάνι, Μπλόκ, μετ. Δημ. Τριανταφυλλίδης, Ἐκδόσεις s@mizdat 2015, σελ. 68

Στό τομίδιο πού παρουσιάζω σήμερα, ἔχουν περιληφθεῖ τρία κείμενα τῆς μεγαλύτερης κατά κοινή ὁμολογία Ρωσσίδας ποιήτριας τοῦ 20οῦ αἰ., τῆς Ἄννας Ἀχμάτοβα (1889-1966), τά ὁποῖα ἔχει ἀφιερώσει σέ τρεῖς ἐπίσης μεγάλες προσωπικοτητες τῆς ἐποχῆς της, στόν Ὀσίπ Μαντελστάμ (1891-1938), στόν Ἀμαντέο Μοντιλιάνι (1884-1920) καί στόν Ἀλεξάντερ Μπλόκ (1880-1921). 
Ἐπειδή τά κείμενα αὐτά προέρχονται ἀπό τήν αὐτοβιογραφία τῆς Ἀχμάτοβα, ἀπεικονίζουν ὁπωσδήποτε τό ἱστορικό πλαίσιο στό ὁποῖο ζεῖ, ἔρχεται σέ ἄμεση ἐπαφή μέ τίς ἀπεικονιζόμενες προσωπικότητες καί ἀσφαλῶς δημιουργεῖ.
Τό μεγαλύτερο σέ ἔκταση κείμενο εἶναι ἀφιερωμένο στόν Μαντελστάμ, τόν ὁποῖο ἡ ποιήτρια ἐγνώριζε καί ἐθαύμαζε. Ἰσχυρίζεται σωστά ἡ Ἀχμάτοβα ὅτι «ὁ Μαντελστάμ ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού ἄρχισαν νά γραφουν πολιτική ποίηση» (σ. 22). Ἐπίσης ἡ Ἀχμάτοβα θεωρεῖ ότι «ὁ Μαντελστάμ εἶχε μιά πρωτόγνωρη, σχεδόν μεταφυσική σχέση μέ τόν Πούσκιν» (σ. 25). Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι καί στό μεταφραζόμενο κείμενο ἡ Ἀχμάτοβα ὑπερασπίζεται τόν Μαντελστάμ ἀπέναντι σέ μονομερεῖς λογοτεχνικές κριτικές ἐκ μέρους ὁρισμένων Ρώσσων τῆς Διασπορᾶς (σσ. 37-39). 
Τό κείμενο τῆς Ἀχμάτοβα γιά τόν Μοντιλιάνι ἔχει ἀφετηρία τήν γνωριμία τους τό 1911 καί κυρίως τά περίφημα σκίτσα της πού φιλοτέχνησε ὁ Ἰταλός ζωγράφος καί γλύπτης.  Ἀλλά δυστυχῶς, ὡς γνωστόν, τά σκίτσα αὐτά χάθηκαν ὅλα πλήν ἑνός (σ. 54). Ἐδῶ εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ Ἀχμάτοβα δέν γνωρίζει τίποτε ἄλλο γιά τήν μεγάλη προσωπικότητα τοῦ Μοντιλιάνι, ἐνῶ φαίνεται ὅτι πληροφορίες γι’ αὐτόν λαμβάνει ἀφότου ἐκεῖνος δέν εὑρίσκεται πλέον στήν ζωή (σ. 58).
Δύο χρόνια μετά τήν γνωριμία της μέ τόν Μοντιλιάνι ἡ Ἀχμάτοβα συναντᾶ μία ἄλλη μεγάλη ποιητική φωνή τῆς Ρωσσίας τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ., τόν Ἀλεξάντερ Μπλόκ. Ἐκτός τῶν σχετικῶν αὐτοβιογραφικῶν ἀναφορῶν ἡ Ἀχμάτοβα τονίζει τό γεγονός ὅτι τό «Σημειωματάριο» μέ αὐτοβιογραφικές ἀναφορές πού εἶχε γράψει ὁ ἰδιος ὁ Μπλόκ τήν συνοδεύει «ἀποσπώντας την ἀπό τό ἔρεβος τῆς λήθης» (σ. 67).
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, ἡ μετάφραση τῶν τριῶν παρουσιαζομένων κειμένων δίνει τήν ἀφορμή γιά τήν γνωριμία μέ τόν λόγο τῆς Ἀχμάτοβα, ἔστω καί σέ ἕνα ἀποσπασματικό πλαίσιο. Ἡ γραφή τῆς Ἀχμάτοβα εἶναι σαφῶς αὐτοβιογραφική, προσεκτική, ὑπερασπιστική τῶν τριῶν προσωπικοτήτων ἀλλά παράλληλα διατηρεῖ καί ἕνα ἰδιαίτερο ποιητικό ὕφος.  





Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς

π. Βαρνάβα Γιάγκου, Ἁμαρτωλῶν Ἐκκλησία, Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2015, σελ. 389 

Τό πρόσφατο βιβλίο τοῦ π. Βαρνάβα Γιάγκου εἶναι ἡ καταγραφή ὁμιλιῶν καί ἑρμηνειῶν τοῦ συγγραφέως πάνω σέ γνωστά εὐαγγελικά ἀναγνώσματα. Ὅμως, ἐδῶ ὁ κηρυγματικός λόγος ξεφεύγει ἀπό τήν συνήθη καί κουραστική ἠθικολογία, τίς ἱστορικές ἀναφορές καί τίς ἀποτυχημένες, πολλές φορές, ἀπόπειρες ρητορικῆς αὐτοπροβολῆς, πού συναντᾶ ὁ κουρασμένος σύγχρονος ἄνθρωπος. Ἑπομένως πρόκειται γιά μία ἔκπληξη.
Στά βασικά, ἴσως καί τό βασικότερο, θέματα τοῦ βιβλίου καταγράφεται ἡ ἀστοχία (ἁμαρτία) τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζεῖ ὀχυρωμένος πίσω «ἀπό νόμους, τούς θρησκευτικούς» (σ. 95). Ἀναζητεῖ ὁ θρησκευτικός ἄνθρωπος τήν αὐτοδικαίωση (σ. 96, σ. 355), μακριά ἀπό τήν «ταπείνωση, τήν ὑπακοή» (σ. 99).  Ἀντιθέτως πρός τήν λογική τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου, ὁ συγγραφέας τονίζει ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἠθικούς νόμους, ἀπό καλούς ἀνθρώπους, ἀπό χαρισματικούς ἤ εὐφυεῖς ἀνθρώπους. Ἔχει ἀνάγκη … νά εἶναι ἡ ζωή μας μιά Σαρακοστή, ἕνας διαρκής κλαυθμός, μέχρι νά λυγίσει ὁ Θεός στήν ταπεινή καί ἄθλια ζωή μας καί νά φανερώσει τό ἔλεός Του στή ζωή μας» (σ. 346).
Μία ἄλλη αὐτοδικαίωση τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου, τήν ὁποία ἐπισημαίνει καί ἀπορρίπτει ὁ συγγραφέας, ἀφορᾶ τό γεγονός ὅτι αὐτός «βλέπει παντοῦ Ἀντίχριστο, παντοῦ κακό, παντοῦ ἁμαρτία» (σ. 151), γεγονός πού φανερώνει ἔλλειψη ἀγάπης καί ἀνθρωπιᾶς.
Ἕνα ἄλλο, κρίσιμο, γνώρισμα τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὅτι ὀχυρώνει τήν θρησκευτικότητά του σέ «ἐμπειρίες ἄλλων. Ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γιά νά γίνει ζωντανή, πρέπει νά εἶναι θεμελιωμένη σέ προσωπικά βιώματα τῶν μελῶν της ἐδῶ καί τώρα» (σ. 30-31).
Ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι δεκανίκι κανενός ἔθνους, δέν εἶναι δεκανίκι καμιᾶς κοινωνικῆς ὁμάδας, ἡ Ἐκκλησία δέν θέλει ὀπαδούς, δέν θέλει ἀριθμούς» (σ. 192) θά πρέπει νά κατανοήσει, νομίζω, τόσο ἡ θεσμική-διοικοῦσα Ἐκκλησία ὅσο καί οἱ χριστιανοί πού εὔκολα ἰδεολογικοποιοῦν τήν Ἐκκλησία καί τόν ρόλο της.
Ἐάν ἡ Ἐκκλησία ἔχει μία σωστική ἀποστολή, αὐτό, κατά τόν π. Β. Γιάγκου, δέν συμβαίνει διότι «ἔχει καλούς παπάδες … καλή παράδοση καί ἀνέπτυξε τήν βυζαντινή ἁγιογραφία, τήν βυζαντινή μουσική καί τόν βυζαντινό πολιτισμό. Σώζει ἡ Ἐκκλησία, διότι κεντρικό γεγονός της ἔχει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πού δίνει τήν ἐλπίδα τῆς προσωπικῆς μας ἀνάστασης» (σ. 233). 
Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἐπειδή πρόκειται γιά ἀπομαγνητοφωνημένο προφορικό λόγο, ὁ ἀναγνώστης θά συναντήσει στό βιβλίο πολλές ἐπαναλήψεις, οἱ ὁποῖες πάντως δέν εἶναι καθόλου κουραστικές. Ἀντιθέτως ἡ ἀμεσότητα καί ἡ εὐθύτητα τοῦ συγγραφέως ὑπερκαλύπτουν τά ἐπαναλαμβανόμενα θέματα καί κρατοῦν ἀμείωτο τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ. Ἐπίσης ἔχουν ἀποφευχθεῖ στό βιβλίο οἱ κουραστικές παραπομπές σέ παλαιότερους καί συγχρόνους συγγραφεῖς. Οἱ ἐλάχιστες ἀναφορές ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέως στόν Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ἀββᾶ Ἰσαάκ τόν Σύρο καί τόν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος συνάπτονται ἁρμονικά μέ τήν σκοποθεσία του.
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι τό βιβλίο Ἁμαρτωλῶν Ἐκκλησία ἐκπέμπει ἕναν λόγο εἰλικρινῆ, ἀντίθετο πρός τίς καθιερωμένες κηρυγματικές πρακτικές, καί ὡς ἐκ τούτου ἕναν λόγο πού μπορεῖ νά ἀγγίξει τόσο τόν θρησκευόμενο πού ἔχει τήν βεβαιότητα ὅτι κατέχει τήν Ἀλήθεια, ὅσο καί τόν μή θρησκευόμενο ἄνθρωπο πού ἀναζητεῖ διαρκῶς τήν Ἀλήθεια.