Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς


Οἱ ἰδιαιτερότητες τῶν λαῶν
καί τό πρόβλημα τοῦ ἀπομονωτισμοῦ

Εἶναι ὀρθή ἡ παλαιότερη ἄποψη ὅτι ἡ οἰκονομική καί πολιτισμική παγκοσμιοποίηση ἀπειλεῖ ἄμεσα τίς ἰδιαιτερότητες λαῶν καί πολιτισμῶν, πού βρίσκονται ἐκτεθειμένοι στίς ἐκδηλώσεις της.
Ἀλλά νομίζω ὅτι ἡ διατήρηση αὐτῶν τῶν ἰδιαιτεροτήτων (ἐθνικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτικῶν, ἀκόμη καί χαρακτηριολογικῶν) ἐξαρτᾶται καί ἀπό τόν βαθμό μέ τόν ὁποῖο οἱ λαοί δύνανται νά ἀντιστέκονται σέ κάθε προσπάθεια ἀπώλειας ἤ περιορισμοῦ τους. Στήν σύντομη ἀναφορά θά ὑποστηρίξω ὅτι ὁ τρόπος διαφύλαξης τῶν ἰδιαιτεροτήτων δέν εἶναι ὁ ἀπομονωτισμός τῶν λαῶν, στήν ἐθνική, τήν πολιτική, τήν οἰκονομική καί τήν πολιτιστική ἐκδοχή του.
Ἄν καί ὁ ἀπομονωτισμός ὡς πολιτικό «δόγμα» εἶχε ἐκφρασθεῖ πολύ παλαιότερα, καί μάλιστα στήν ἀμερικανική πολιτική τοῦ 19ου αἰ., ἔκτοτε οἱ πολιτικές ἐπιλογές τῶν λεγομένων «Μεγάλων Δυνάμεων» κάθε ἄλλο παρά ἀπομονωτικές ἦσαν. Ἐνδεικτικῶς θά θυμίσω τήν ἀποικιοκρατική πολιτική τῶν εὐρωπαϊκῶν χωρῶν (τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας κ.ἄ.) κατά τόν 19ο καί τόν 20ό  αἰ. Πολύ ἀργότερα, στόν 20ό αἰ., ἡ πολιτική τῆς σοβιετικῆς Ρωσσίας στά γειτονικά της κράτη εἶναι χαρακτηριστική γιά τό θέμα μας, διότι διατήρησε καί τόν ἀπομονωτικό (ὡς πρός τούς ἄλλους εὐρωπαϊκούς λαούς καί τήν Ἀμερική) καί τόν παρεμβατικό (ὡς πρός τά κράτη-δορυφόρους της) χαρακτήρα. Περιττό νά προσθέσω ὅτι ἐδῶ στήν Ἑλλάδα ἡ ἀποτίμηση αὐτῶν τῶν χαρακτηριστικῶν ἔγινε ἐκ μέρους κυρίως τῆς Ἀριστερᾶς κατά ἕναν τρόπο μανιχαϊστικό: ἡ «κακή, ἰμπεριαλιστική» Δύση πού παρεμβαίνει ὅπου γῆς, κατά τά συμφέροντά της, ἐνῶ ἡ «καλή» σοβιετική, σοσιαλιστική, «δημοκρατική» κοινωνία ἐπαγγέλεται τόν ἐπίγειο παράδεισο γιά τόν ρωσσικό λαό καί γιά τά κράτη-δορυφόρους της  κ.ἄ.
Σήμερα, καί παρά τίς ἐναλλασσόμενες πολιτικές ἀπομονωτισμοῦ καί παρεμβατισμοῦ πού ἀκόμη ἀσκοῦνται εἰς βάρος τῶν ἀδυνάμων λαῶν, καί στό πλαίσιο τῆς παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, τό ζήτημα πού τίθεται, εἶναι ἄν μπορεῖ νά προταθεῖ καί νά ἐφαρμοσθεῖ μία ἐνδιάμεση πρός τίς ἀναφερθεῖσες πολιτική συμπεριφορά. Διότι ὁ ἀπομονωτισμός δέν εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη συμπεριφορά στίς σύγχρονες, τίς ἀποκαλούμενες καί δημοκρατικές, κοινωνίες. Πρός τοῦτο θά ἀναφέρω ὁρισμένα παραδείγματα πού ἀφοροῦν καί τήν χώρα μας.
Κατά πρῶτον, στόν οἰκονομικό τομέα, ὁ ἀπομονωτισμός ἐκφράζεται σήμερα μέ τόν λόγο περί «ἐθνικοῦ νομίσματος». Κατ’ ἀρχάς, ἡ ἐπιστροφή σ’ ἕνα ἐθνικό νόμισμα (λ.χ. γιά τήν Ἑλλάδα) δέν σημαίνει αὐτομάτως καί βελτίωση τῶν συνθηκῶν τοῦ βίου. Ἐπίσης, παρά τό ἐπιχείρημα ὅτι τό ἐθνικό νόμισμα θά σημάνει καί δυνατότητα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, θά πρέπει νά λεχθεῖ ὅτι σέ μία χώρα, ὅπως ἡ Ἑλλάδα,  καθαρῶς καί διαρκῶς παρασιτική ἡ οἰκονομική ἀνάπτυξη καί ἡ λεγόμενη παραγωγική ἀνασυγκρότηση εἶναι ἁπλῶς ἕνα εὐχολόγιο καί τίποτε περισσότερο. Ἐξ ἄλλου, εἶναι προφανές ὅτι δέν εἶναι ὑπεύθυνα τά νομίσματα ὡς οἰκονομικές ἀξίες γιά τήν φτωχοποίηση ἤ τόν πλουτισμό συγκεκριμένων κοινωνικῶν ὁμάδων, ἀλλά ἡ χρήση τους ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων. Καί θά προσθέσω ὅτι ἀκόμη κι ἄν εἴχαμε στήν Ἑλλάδα ὡς ἐθνικό νόμισμα τήν ἀγγλική ἤ τήν ἐλβετική λίρα πού εἶναι πολύ ἰσχυρότερο ἀπό τό εὐρώ, θά βρισκόμαστε στήν ἴδια, ἴσως καί σέ χειρότερη, θέση. Διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων καί ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦσαν ἀνώριμοι νά κάνουν σωστή χρήση ἑνός νέου, ἰσχυροῦ, νομίσματος στήν καθημερινότητά τους. Ὅσον ἀφορᾶ στήν κερδοσκοπία τῶν Τραπεζῶν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας νιώθει ἔκπληξη ἡ κυβερνῶσα Ἀριστερά στήν Ἑλλάδα, θά θυμίσω, καί πάλι, τόν λόγο τοῦ μεγάλου Ρώσσου ἐπαναστάτη Μ. Μπακούνιν: «Ἡ τωρινή [κατά τήν δεακετία τοῦ 1870] καπιταλιστική παραγωγή καί ἡ κερδοσκοπία τῶν Τραπεζῶν ἀπαιτοῦν, γιά τη μελλοντική καί πιό τέλεια ἀνάπτυξή τους, ἕνα τεράστιο κρατικό συγκεντρωτισμό…» (Κρατισμός καί ἀναρχία, μετ. Γ. Γαλανόπουλος, Ἐλεύθερος Τύπος, Ἀθήνα, 1979, σ. 16).  Ἀποδεικνύονται δέ καί πολιτικά ἀνώριμοι σήμερα οἱ κυβερνῶντες στήν Ἑλλάδα Ἀριστεροί, ὅταν πιστεύουν ὅτι μποροῦν νά ἐπιβιώσουν στόν σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο κατά τρόπο ἀπομονωτικό.
Ἕνα ἄλλο παράδειγμα πού θά φέρω, ἀφορᾶ τίς θρησκευτικές ἰδιαιτερότητες τῶν λαῶν. Εἶναι ἀδύνατο, ἀκόμη καί ἐπικίνδυνο, σήμερα, μέσα σέ κοινωνίες περισσότερο ἤ λιγότερο δημοκρατικές, περισσότερο ἤ λιγότερο θρησκευόμενες, νά λειτουργεῖ κανείς ἀπομονωτικά σέ θρησκευτικό ἐπίπεδο, ἀγνοώντας ἤ περιφρονώντας τούς λοιπούς θρησκευόμενους, εἴτε ἄλλου θρησκεύματος εἴτε ἄλλου δόγματος, ὅπως καί τούς θρησκευτικά ἀδιάφορους. Γιά παράδειγμα, ἡ διατήρηση τῆς θρησκευτικῆς ἰδιαιτερότητας τῶν χριστιανῶν σέ μία μουσουλμανική ἤ θρησκευτικῶς ἀδιάφορη χώρα θά ἐπιτευχθεῖ μέ τόν διάλογο, τήν συνεργασία σέ κοινά προβλήματα, καί φυσικά καί μέ ἐκδηλώσεις συνεργασίας, φιλίας κ.ἄ.  Ἐπίσης, μανιχαϊστικοῦ τύπου ἀποτιμήσεις, (λ.χ. «οἱ ὑποκριτές» ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ «ζῶντες ἐν ἀληθείᾳ» ὀρθόδοξοι) εἶναι, καί αὐτές, δείγματα ἀνθρώπων πού ἐπιδιώκουν ἕναν θρησκευτικό ἀπομονωτισμό, καί ἀσφαλῶς δέν εὐνοοῦν τήν συγκρότηση μιᾶς ἁρμονικῆς κοινωνίας.
Ἕνα τρίτο, καί πολύ ἐπίκαιρο, παράδειγμα εἶναι ὁ ἐθνικός ἀπομονωτισμός. Στό σημεῖο αὐτό θά παραθέσω κατ’ ἀρχάς ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό τόν Ντοστογιέφσκι: «Ὅλοι στήν Εὐρώπη μᾶς κοροϊδεύουν [ἐνν. τούς Ρώσσους] … Οἱ Εὐρωπαῖοι δέν θέλησαν νά μᾶς θεωρήσουν δικούς τους, γιά τίποτα στόν κόσμο, σέ καμιά περίπτωση … Σ’ αὐτούς γίναμε παροιμία. Καί ὅσο περισσότερο περιφρονήσαμε τήν ἐθνικότητά μας γιά νά τούς ἀρέσουμε, τόσο μᾶς περιφρόνησαν ἐκεῖνοι περισσότερο. Μασκαρευτήκαμε μπροστά τους, τούς ἐξομολογηθήκαμε δουλικά τήν νοοτροπία μας καί τίς ‘’εὐρωπαϊκές’’ πεποιθήσεις μας … Ὡστόσο, δέν μποροῦμε νά κάνωμε χωρίς τήν Εὐρώπη. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ἡ δεύτερη πατρίδα μας –πρῶτος ἐγώ τό ἀναγνωρίζω, καί πάντα τό ἀναγνώριζα. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ὅμοια ἀγαπητή σέ ὅλους μας, ὅσο καί ἡ Ρωσσία» (Τό ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέα, μετ. Μ. Ζωγράφου, Ἐκδόσεις Δαρεμᾶ, Ἀθῆναι, ἄ.ἔ., σ. 243). Στό ἀναφερθέν παράθεμα μπορεῖ νά διακρίνει εὔκολα ὁ ἀναγνώστης ὄχι μόνον τήν σχέση Ρωσσίας-Εὐρώπης ἀλλά καί τήν σημερινή σχέση Ἑλλάδας-Εὐρώπης. Ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἑλλάδα, εἶναι ἀφελές, νομίζω, νά θεωρεῖ κανείς ὅτι χάνει τήν ἐθνική κυριαρχία του ὅταν ἐξαρτᾶται ἀπό ξένους οἰκονομικούς παράγοντες. Περισσότερο χάνει τήν ἀξιοπρέπειά του, ἀλλά ὄχι τήν ἐθνική κυριαρχία του. Ἡ δέ ἐπιλογή ἑνός ἐθνικοῦ ἀπομονωτισμοῦ καί μάλιστα μιᾶς χώρας ἀνίσχυρης οἰκονομικά, στρατιωτικά, γεωοπολιτικά κ.ἄ. ἔναντι ἄλλων, καί μάλιστα γειτόνων, εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνη.
Τά ἀναφερθέντα εἶναι ἐλάχιστα ἀπό τά πολλά παραδείγματα τῆς ἐπιλογῆς μιᾶς ἀπομονωτικῆς συμπεριφορᾶς ἐθνικῶν, οἰκονομικῶν καί θρησκευτικῶν κοινοτήτων σ’ ἕναν κόσμο πού εὐνοεῖ τήν ἀνοιχτή καί ὄχι τήν κλειστή κοινωνική, οἰκονομική, πολιτισμική κ.ἄ. ὀργάνωση. Οἱ ἰδιαιτερότητες τῶν λαῶν, ἀκόμη καί ἡ ἀξιοπρέπειά τους, θά προσέθετα καί ἡ ἀνεξαρτησία τους, διασώζονται μέ ἄλλες πολιτικές συμπεριφορές (διαλόγου, συνεργασίας, φιλίας, βεβαίως καί δπλωματίας) καί σαφῶς ὄχι ἀπομονωτικές. Πολύ δέ περισσότερο ὅταν οἱ λαοί αὐτοί εἶναι ἀνίσχυροι οἰκονομικά, γεωπολιτικά κ.ἄ.




Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς


Ἐνάντια στόν κρατισμό

Ἐδῶ καί δύο αἰῶνες ἔγινε πολύς λόγος ἐνάντια στόν κρατισμό ὡς μοντέλο πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς ὀργάνωσης. Ἀπο ἱστορικῆς πλευρᾶς, ἡ κριτική ἐκ μέρους τοῦ Μπακούνιν τῆς κρατικιστικῆς ἀντίληψης τῶν μαρξιστῶν ἀπεδείχθη προφητικά σωστή, ἐάν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν τόν συγκεντρωτικό καί αὐταρχικό χαρακτήρα τοῦ σοβιετικοῦ κράτους μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917.
Ἀπό οἰκονομικῆς πλευρᾶς, ὁ κρατισμός συνδέθηκε μέ τήν ἐκδοχή τῆς σοσιαλιστικῆς ἀντίληψης περί τῆς οἰκονομίας καί τῆς συναφοῦς  ἀντίθεσης πρός τήν λεγόμενη «φιλελεύθερη οἰκονομία». Ἐπίσης ὁ κρατισμός ταυτίστηκε μέ τήν ἄσκηση ἐλέγχου ἐκ μέρους τοῦ «μεγάλου κράτους» σέ ὅλους τούς τομεῖς τοῦ δημόσιου καί ἰδιωτικοῦ βίου καί τέθηκε ξεκάθαρα ἐνάντια στήν ἰδιωτική πρωτοβουλία. Ἔτσι οὐσιαστικά συγκροτήθηκε ἕνα εἶδος κρατικοῦ καπιταλισμοῦ, ἀλλά μέ τήν διακριτική ἀπσιώπηση τῆς λέξεως «καπιταλισμός». Αὐτά τά χαρακτηριστικά πού ἁδρομερῶς ἀνέφερα, δέν ὁδήγησαν σ’ ἕνα καλύτερο καί πιό ἀνθρώπινο κράτος. Προσέφεραν τήν ἐλάχιστη οἰκονομική καί κοινωνική ἐξασφάλιση στούς ἀποδεχομένους τό σύστημα καί προφανῶς ὄχι σ’ αὐτούς πού ἐπέκριναν τό σύστημα.
Σήμερα, ἡ ἴδια περιγραφεῖσα λογική ἐξακολουθεῖ ἀκόμη, (παραδόξως;), νά κυριαρχεῖ στήν σκέψη τῆς Ἀριστερᾶς καί τῆς παρούσης ἑλληνικῆς κυβέρνησης. Ἀλλά εἶναι προφανές ὅτι ἡ σοβιετική ἀντίληψη περί κράτους καί περί οἰκονομίας δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖ μία σύγχρονη, δημιουργική, ἀκόμη καί δημοκρατική, πρόταση. Ἐκτός ἄν ἀρέσκεται νά ἀναφέρεται στήν Ἀριστερά ὡς ἀρχαιολογία. Οἱ πολιτικές καί κυρίως οἰκονομικές ἐπιλογές πού ἔχουν κάνει ἡ Ρωσσία, ἡ Κίνα καί ἡ Κούβα, ἀρκοῦν γιά νά ἀντιληφθεῖ κανείς ὅτι ἐδῶ στήν χώρα μας ἡ Ἀριστερά ὡς θεωρία ἐπιβιώνει κατά τρόπο ἀρχαιολογικό, ἐνῶ ὡς πράξη κυριαρχεῖ κατά τρόπο καπιταλιστικό. Γιά παράδειγμα, ὁ κουραστικός λόγος τῆς Ἀριστερᾶς περί τοῦ «μεγάλου κεφαλαίου» εἶναι ἐκτός τόπου ἀλλά καί χρόνου. Προφανῶς τό «μεγάλο  κεφάλαιο» στήν Ἑλλάδα εἶναι πολύ μικρότερης ἔκτασης καί δύναμης ἀπό τό διεθνοποιημένο κεφάλαιο. Ἐάν κάτι ἔπρεπε νά περισωθεῖ στήν χώρα μας ἀπό οἰκονομικῆς πλευρᾶς, αὐτό θά ἦταν τό μικρό κεφάλαιο. Διότι «ὅσο ὑπάρχει τό κεφάλαιο, τό μεγάλο κεφάλαιο θά καταπιέζει τό μικρό», κατά τήν παλαιότερη διατύπωση τοῦ Π. Κροπότκιν (Ἡ κατάκτηση τοῦ ψωμιοῦ, μετ. Ἄ. Γαρμπή, Ν. Ἀλεξίου, Ἐλεύθερος τύπος, Ἀθήνα 2008, σ. 187). 
Μία τελευταία παράμμετρος στήν σύντομη ἀναφορά μου εἶναι τό ζήτημα τοῦ πατριωτισμοῦ. Καί ἐδῶ μπορεῖ νά παρατηρήσει κανείς παράδοξα πράγματα. Ἡ σημερινή ἑλληνική Ἀριστερά ἀρνεῖται πεισματικά ἕναν πατριωτικό λόγο, φοβούμενη ἀφ’ ἑνός νά μήν πρσλάβει ἑθνικιστικά χαρακτηριστικά, διατηρώντας ἀφ’ ἑτέρου ἕναν ἄκαιρο διεθνιστικό λόγο. Κατά συνέπεια, ὁ κρατισμός τῆς Ἀριστερᾶς συνδέεται, ἀκόμη, μέ τόν μή πατριωτικό λόγο, ἐπιτρέποντας ἔτσι τήν οἰκειοποίηση τοῦ πατριωτικοῦ λόγου ἐκ μέρους νεοφασιστικῶν μορφωμάτων. Ἀλλά στό σημεῖο αὐτό θά θυμίσω τήν διατύπωση τοῦ Μ. Μπακούνιν, ὁ ὁποῖος διεκήρυσσε ὅτι «ἡ Πατρίδα ἀντιπροσωπεύει τό ἱερό καί ἀδιαφιλονίκητο δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου,  κάθε ὁμάδας ἀνθρώπων, ἑνώσεων, κοινοτήτων, περιοχῶν, ἐθνῶν νά αἰσθάνονται, νά σκέπτονται, νά θέλουν καί νά δροῦν μέ τόν δικό τους τρόπο, καί ὁ τρόπος αὐτός εἶναι πάντα τό ἀναμφισβήτητοἀποτέλεσμα μιᾶς μακροχρόνιας ἱστορικῆς ἐξέλιξης» (ἡ ἀναφορά ἔχει ληφθεῖ ἀπό τόν H. Arvon, Μιχαήλ Μπακούνιν, μετ. Π. Γκέκα, Πλέθρον, Ἀθήνα, 2009, σ. 112).
Σέ μία γενική ἀλλά ὄχι τελική ἀποτίμηση, ὁ κρατισμός πού προτείνεται καί σήμερα ἀπό τήν κυβερνῶσα καί τήν μή κυβερνῶσα ἑλληνική Ἀριστερά εἶναι ἄκαιρος, περιοριστικός οἰκονομικά καί πολιτικά καί λάχιστα πατριωτικός. Νομίζω τι μία σχέση το σύγχρονου πολίτη μέ τό κράτος θά πρέπει νά περιορίζεται βασικά στίς φορολογικές του ποχρεώσεις, γιά να παραφράσω κάπως τόν παλαιότερο λόγο το Ντίνου Χριστιανόπουλου. λλά θά θυμίσω τι φορολογία εναι να νταποδοτικό γεγονός: τό κράτος θά πρεπε νά παρέχει ποχρεωτικά στόν πολίτη σφάλεια, ατρική περίθαλψη, σύνταξη κ.. γιά να ζητε στήν συνέχεια πό τόν πολίτη νά εναι φορολογικά συνεπής.