Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015




                       Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ταυτότητα καί συλλογικός βίος
τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας

Στό πλαίσιο τῶν δέκα συνεδρίων τά ὁποῖα, μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀφιερωμένα στά 200 χρόνια ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, παρουσιάζω σήμερα τόν τόμο τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ Β΄ ἐξ αὐτῶν συνεδρίων, τό ὁποῖο ἔλαβε χώρα τήν 22η καί τήν 23η Νοεμβρίου 2013 στήν Ἱερά Μονή Πεντέλης. Τήν ἔκδοση τοῦ παρόντος τόμου τῶν 375 σελίδων ἀνέλαβαν καί ἔφεραν εἰς πέρας οἱ «Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι». Μἐ τήν εὐκαιρία νά ὑπενθυμίσω ὅτι ἔχουν ἤδη ἐκδοθεῖ οἱ Εἰσηγήσεις τοῦ Α΄ Συνεδρίου (Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2013, σελ. 255).
Ὁ Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνάτιος, στήν προσφώνησή του, πού προηγεῖται τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ Β΄ τόμου, τονίζει ὅτι μέ τά συνέδρια αὐτά «ἡ Έκκλησία θέλει νά ἀποτίσει τόν ὀφειλόμενο φόρο τιμῆς σέ ὅλους ὅσοι ἀγωνίσθηκαν καί ἔπεσαν ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος. Θέλει νά ὑπογραμμίσει ὅτι διαφωνεῖ μέ τήν ὑποβάθμιση τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων, μέ τόν χλευασμό τῆς μνήμης μαρτύρων καί ἡρώων καί μέ τήν ἰδεολογικά φορτισμένη διαστρέβλωση τῶν γεγονότων» (σ. 19).  
Ἡ πρώτη παρατήρησή μου ἀφορᾶ τόν χαρακτήρα τῶν Εἰσηγήσεων, οἱ ὁποῖες μποροῦν νά κατηγοριοποιηθοῦν ὡς ἀκολούθως.
α΄ Ὑπάρχουν ἀνακοινώσεις (τῶν πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν Ἀθανασίου Καραθανάση, Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Χάρη Μελετιάδη, Βλασίου Φειδᾶ) πού ἔχουν ἕνα γενικό περί τήν συλλογική συνείδηση τῶν Ἑλλήνων κατά τήν τουρκοκρατία χαρακτήρα.
β΄ Ἄλλες ἀνακοινώσεις, καί μάλιστα ἀρκετές, ἔχουν ἕνα εἰδικότερο ἐρευνητικό περιεχόμενο (λ.χ. αὐτές πού ἀναφέρονται σέ προσωπικότητες τῶν 15ου-18ου αἰ.: στόν Κύριλλο Λούκαρι [τοῦ συγγραφέα Γιώργου Καραμπελιᾶ], τόν Ἀθανάσιο τόν Πάριο [τοῦ δρ νεώτερης ἱστορίας κ. Χαράλαμπου Μηνάογλου], τόν Θεοδόσιο Ζυγομαλᾶ [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγ. κ. Σταῦρο Περεντίδη] καί τόν Εὐγένιο Βούλγαρη [τοῦ Πολιτικοῦ Ἐπιστήμονα κ. Ἀλφρέδου Σταϊνχάουερ], ἀλλά καί αὐτές πού ἀφοροῦν πολύ συγκεκριμένα ζητήματα: στίς δυνατότητες θεολογικοῦ διαλόγου μέ τό ἰσλάμ βάσει τῆς ἑλληνικῆς ἀντιισλαμικῆς γραμματείας [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγ. Ἀστέριου Ἀργυρίου], στό παιδομάζωμα καί τούς ἐξισλαμισμούς [τῆς πανεπιστημιακοῦ Βασιλικῆς Παπούλια], στήν παιδεία τοῦ γένους [τῆς πανεπιστημιακοῦ κ. Ἑλένης Ἀγγελομάτη-Τσουγκαράκη], στήν ἑλληνική κοινότητα τῆς Βενετίας [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγητῆ Γεωργίου Πλουμίδη], στίς οἰκονομικές καί κοινωνικές νοοτροπίες κατά τίς παραμονές τῆς ἐπανάστασης [τοῦ δρ ἱστορίας κ. Ἀπόστολου Διαμαντῆ], στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία τῆς Μασσαλίας [τῆς δρ ἱστορίας κας Ἐρατώς Πάρη], στήν μοναστική ζωή στήν Σάμο τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου [τοῦ καθηγητῆ Ἐμμανουήλ Βαρβούνη], στήν ναυτιλία τῶν Ἑλλήνων κατά τίς παραμονές τῆς ἐπανάστασης [τῆς μεταδιδακτορικῆς ἐρευνήτριας τοῦ Ἰονίου Παν/μίου κ. Κατερίνας Γαλάνη], στούς Ἕλληνες ἐμπόρους κατά τήν περίοδο τῆς ὄψιμης τουρκοκρατίας [τῆς πανεπιστημακοῦ Κατερίνας Κορρέ]) καί τέλος στήν κοινωνιολογική διερεύνηση τῆς κοινοτικῆς ζωῆς τοῦ ἑλληνισμοῦ [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγ. Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου] .  
Σύμφωνα μέ τίς Εἰσηγήσεις τῶν ἐγκρίτων ἐπιστημόνων, στήν διαμόρφωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας καί τοῦ συλλογικοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας παίζει καθοριστικό ρόλο ἡ «ἁγιοπατερική παράδοση καί ἡ ἑλληνικότητα (σ. 137). Μάλιστα στό πλαίσιο αὐτό ὑποστηρίζεται «ἡ ἄμεση συνέχεια τῶν Ρωημῶν τοῦ 16ου αἰ. μέ τήν κλασσική ἀρχαιότητα καί μέ τόν βυζαντινό κόσμο» (σ. 194). Περιττό νά τονίσω τήν σημασία τῆς ἰδέας τῆς συνέχειας πού ἀφορᾶ τήν ἱστορικό βίο τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους (στήν ἀρχαία, τήν βυζαντινή καί τήν νέωτερη ἐκδοχή του) τόσο κατά τόν 19ο αἰ., ὅσο καί στίς ἡμέρες μας. Μία δεύτερη ἐπιβίωση τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου στήν τουρκοκρατία ἀφορᾶ «τήν δικαϊκή παράδοση» (σ. 25). Ἐπίσης βυζαντινή ἐπιβίωση ἰδιαιτέρως κρίσιμη, ἀλλά καί καθοριστική, τῆς διαμόρφωσης τοῦ συλλογικοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας εἶναι ὁ θεσμός τῶν κοινοτήτων ὁ ὁποῖος «ἐκφράζει τήν ἀντίσταση τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ στή δύναμη τοῦ Κράτους καί στήν οἰκονομική καί ἐθνικοθρησκευτική καταπίεση τοῦ κατακτητῆ» (σ. 366). Ἐκτός τῶν βυζαντινῶν ἐπιβιώσεων πού ἀναφέρθηκαν, γίνεται λόγος καί γιά τήν ἐπιβίωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πραγματικότητας, ὑπέρ τῆς ὁποίας συνηγοροῦν τά ἐνδεικτικά παραδείγματα τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου, τοῦ Ἠλία Μηνιάτη καί τοῦ Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ,  οἱ ὁποῖοι «ζοῦσαν καί ἐκινοῦντο συνειδησιακά, ἀλλά καί πρακτικά, σ’ ὅλη τήν ἱστορική διάρκεια τοῦ Ἔθνους» (σ. 56). Πέραν αὐτῶν τῶν ἐπισημάνσεων εἶναι εὐνόητο ὅτι στήν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἔπαιξε σημαντικό ρόλο καί ἡ διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τόσο ὑπό τήν λόγια, ὅσο καί ὑπό τήν δημώδη μορφή της.  Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παρατηρήσω ὅτι μεταξύ τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ παρόντος τόμου, ἐκτός ἀπό ὁρισμένες σποραδικές ἀναφορές, δέν ἀφιερώθηκε καμμία εἰσήγηση στό ζήτημα τῆς γλώσσας ὡς συνεκτικοῦ παράγοντα τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας.
Σέ πολλές ἀνακοινώσεις ἐξαίρεται ἰδιαιτέρως ἡ παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ὁ ὁποῖος «διατηροῦνταν ὡς υπέρτατη πνευματική κεφαλή, ἀλλά καί ἀναγορευόταν σέ ἀνώτατη πολιτική ἀρχή τῶν ὑποτελῶν Χριστιανῶν» (σ. 30). Ἐπιπλέον προστίθεται ὅτι «ἀντικαθιστᾶ τόν αὐτοκράτορα στά ἰδεολογικά καί πνευματικά ζητήματα» (σ. 197). Γιά τούς ὑπόδουλους εἶχε σημασία τό γεγονός ὅτι «ἡ ἐφαρμογή τοῦ ἀναφερόμενου στόν δημόσιο καί ἰδιωτικό βίο τῶν ὀρθοδόξων προνομιακοῦ καθεστῶτος εἶχε ὡς ἀνώτατο ὑπεύθυνο ἐγγυητή ἔναντι τῆς Ὑψηλῆς Πύλης τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη» (σ. 146). Ἀσφαλῶς ἡ οἰκουμενικότητα πού ἐκφράζει τό πρόσωπο τοῦ Πατριάρχη, δέν συνάδει μέ τόν καλλιεργούμενο ἐθνοφυλετισμό τῆς βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας τόν ὁποῖο, ὡς γνωστόν, κατεδίκασε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κατά τό 1872 (σ. 201).
Παράλληλα, προβάλλεται ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἐθνική ταυτότητα τῶν ὑποδούλων «ἐκφράζει τήν διαφορετικότητα τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς ἀπό τήν Δύση» (σ. 23). Αὐτό ἔχει ἰδιαίτερη σημασία διότι μέσα στήν «διαμόρφωση ἑνός ἑλληνικοῦ δρόμου στή νεωτερικότητα» ὑπάρχει ὁ ἀγώνας «ἐνάντια στήν τουρκική κατοχή καί τήν λατινική ἀλλοτρίωση» (σ. 122). Ἀλλά ἀπέναντι στήν τουρκική κατοχή καί τήν λατινική ἀλλοτρίωση καθίσταται προφανῶς ἀναγκαία ἡ παιδεία τῶν Ἑλλήνων (πβ. σ. 221), ἡ ὁποία «συνάπτεται συχνά μέ τήν μόρφωση ἤ τήν ἀγωγή» (σ. 216) καί ὄχι μέ τήν «ἐκπαιδευτική διαδικασία» (σ. 225), ἐνῶ δέν παρουσιάζει κάποια συγκεκριμένη πολιτική διάσταση (σ. 226). Ἐδῶ ἐπισημαίνεται ὅτι «μπορεῖ νά μή διαθέτουμε ποσοτικά στοιχεῖα γιά τήν ἔκταση τῆς ἐπίδρασης τῆς νεωτερικότητας στόν ἑλληνικό πληθυσμό, ἀλλά εὔλογα εἰκάζεται ὅτι ἡ ἐπίδραση αὐτή ἦταν περιορισμένη σέ μία ἐλίτ λογίων καί σπουδαστῶν, ἐμπόρων τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τῆς Διασπορᾶς. Τό βέβαιο εἶναι πώς οἱ ἰδέες αὐτές ἐπηρέασαν σημαντικά καί ἄμεσα ἐκείνους πού οὐσιαστικά προετοίμασαν τήν Ἐπανάσταση» (σ. 255).  Πάντως ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά διατηρήσω ὁρισμένες ἐπιφυλάξεις ὡς πρός τόν βαθμό τῆς ἐπίδρασης τῶν ἰδεῶν τοῦ Διαφωτισμοῦ στόν Λαό καί στήν Ἐκκλησία.
Ἐξ ἄλλου, παρά τίς ἐκπληκτικές προσπάθειες τῶν ἑλλήνων λογίων στό ζήτημα τῆς παιδείας τοῦ τουρκοκρατούμενου ἑλληνισμοῦ, κυρίως τούς δύο τελευταίους αἰῶνες τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει κανείς τήν ἄποψη ξένου περιηγητοῦ τῆς ἐποχῆς ὅτι «ἡ πολιτισμική ὑστέρηση τῶν Ἑλλήνων συνδέεται μέ τό καθεστώς τῆς ὑποδούλωσης καί τῆς ἀπαξίωσης ἐντός τῆς κοινωνικῆς ζωῆς πού ἐπέβαλαν οἱ Τοῦρκοι» (σ. 60).
Αὐτά καί ἄλλα ἐνδιαφέροντα ζήτηματα θά ἀναγνώσει κανείς στόν παρουσιαζόμενο σήμερα τόμο. Θά κλείσω τήν παρουσίαση τοῦ τόμου μέ ὁρισμένες γενικότερες παρατηρήσεις.
Οἱ προβαλλόμενες τοποθετήσεις τῶν Εἰσηγητῶν εἶναι πλήρως τεκμηριωμένες. Μάλιστα γιά τήν καλύτερη τεκμηρίωση ἔχει ἐπιστρατευθεῖ ἕνας μεγάλος ἀριθμός παραθεμάτων ἀπό ἔργα τῶν λογίων τῶν χρόνων τῆς τουρκοκρατίας, ἀλλά καί παλαιότερα, πού ὑπάρχουν σέ ὅλες σχεδόν τίς ἀνακοινώσεις. Εἶναι εὐνόητο ὅτι γίνεται χρήση ὑπό τῶν Εἰσηγητῶν καί τῆς πλούσιας, τουλάχιστον σέ ὁρισμένα ζητήματα, δευτερογενοῦς βιβλιογραφίας.
Εἶναι προφανής ἡ πολυφωνία στίς προσεγγίσεις ἐκ μέρους τῶν Εἰσηγητῶν ὁρισμένων ζητημάτων, καθ’ ὅσον μάλιστα, πάντοτε σύμφωνα μέ τήν προσφώνηση τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνατίου, ἡ Ἐκκλησία μας «ἐπιθυμεῖ νά δώσει τό βῆμα σέ κάθε ἀξιόλογο ἐπιστήμονα καί σοβαρό ἐρευνητή, ὁ ὁποῖος καλεῖται νά καταθέσει τεκμήρια καί μαρτυρίες γιά τά γεγονότα, ἔστω κι ἄν ἀκουσθοῦν διαφορετικές ἀπόψεις γιά τό ἴδιο θέμα» (σ. 19).
Τέλος, θά ἀναγνωρίσει κανείς καί τήν πρωτοτυπία ὁρισμένων θεμάτων καί προσεγγίσεων. Οἱ Εἰσηγητές ἐπέλεξαν, σέ πολλές περιπτώσεις, πρόσωπα καί ἀνέδειξαν ζητήματα λιγότερο γνωστά στό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό.
Σέ μία συνολική ἀποτίμηση, θά τονίσω ὅτι πρόκειται γιά μία σημαντική ἔκδοση, χρήσιμη τόσο στόν εἰδικό μελετητή τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας, ὅσο καί στόν ἀναγνώστη μέ σχετικούς προβληματισμούς καί ἱστορικά ἐνδιαφέροντα. Ἰδιαιτέρως ἡ ἀναδειξη τοῦ ζητήματος τῆς διατήρησης τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας παρουσιάζει μία ἐπικαιρότητα, ἐάν μάλιστα ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι στά ἐπιστημονικά πράγματα κυριαρχεῖ σήμερα ἡ ἄποψη ὅτι τό ἑλληνικό ἔθνος εἶναι μία «κατασκευή» τοῦ 19ου αἰ., ἡ ὁποία συμπίπτει μέ τήν συγκρότηση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος στήν ἐπετειακή ἐκδήλωση στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, τήν 21η Μαρτίου 2015)

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

 
Δημήτρης Μπαλτᾶς, Μαρτυρολόγιο. Συγγραφεῖς καί καλλιτέχνες στό στόχαστρο τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2014, σελ. 136
 
Για την πλειονότητα των σύγχρονων ανθρώπων, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, αποτελεί κοινή αντίληψη ότι το σοβιετικό καθεστώς, όπως και το εθνικοσοσιαλιστικό, υπήρξαν οι πιο τυραννικές μορφές διακυβέρνησης κατά τον 20ό αιώνα. Αν και ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες, στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν έναν «νέο» τύπο ανθρώπου τόσο η σοβιετική όσο και η εθνικοσοσιαλιστική ηγεσία εκμηδένισαν κάθε μορφή έκφρασης που τολμούσε να διαφοροποιηθεί έστω και ελάχιστα από την κυρίαρχη κρατική ιδεολογία. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού το ναζιστικό καθεστώς υιοθέτησε τις πιο σύγχρονες και «αποτελεσματικές» μεθόδους εξόντωσης, όπως οι θάλαμοι αερίων. Αντίθετα, το σοβιετικό επέλεξε πιο παραδοσιακές και εν μέρει «πρωτόγονες» μεθόδους, όπως η λιμοκτονία ή η φυσική εξάντληση των «αντιπάλων» του μέσω της καταναγκαστικής εργασίας στα διαβόητα γκουλάγκ, η χωροθέτηση των οποίων σε περιοχές με εξαιρετικά δυσβάστακτο κλίμα εγγυάτο την αποτελεσματικότητά τους. 

Όσον αφορά ειδικότερα το σοβιετικό καθεστώς, τα πρώτα και κυριότερα θύματα των διωγμών του υπήρξαν οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες, η τύχη των οποίων αποτελεί και το θέμα του βιβλίου που παρουσιάζουμε εδώ. Παρά τη σχετικά μικρή έκτασή του, το έργο αναλύει έγκυρα και μεθοδικά τις μεθόδους εξουδετέρωσης των ιδεολογικών αντιπάλων (πραγματικών ή εικαζόμενων) του σοβιετικού καθεστώτος, εξετάζοντας μάλιστα αναλυτικά τις πιο γνωστές και προβεβλημένες περιπτώσεις τους. Κατ’ αρχήν ο συγγραφέας, γνωστός για τη συστηματική συγγραφική του ενασχόληση με τη ρωσική πνευματική κίνηση, επισημαίνει ότι οι διωγμοί των διανοουμένων δεν υπήρξαν επινόηση του σοβιετικού καθεστώτος αλλά ανάγουν την προέλευσή τους στη μεταναπολεόντεια περίοδο, οπότε το τσαρικό καθεστώς έστρεψε την οργή του, μεταξύ άλλων, εναντίον των Δεκεμβριστών διανοουμένων και του Αλεξάνδρου Πούσκιν. 

Παρόμοιοι διωγμοί συνέβησαν και αργότερα κατά τον 19ο αιώνα, προοιωνιζόμενοι αντίστοιχους σοβιετικούς κατά τον 20ό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας: «Το έργο του Αλεξ. Σολζενίτσιν (1918-2008) υπό τον τίτλο “Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς”, έχει μία σπουδαία καταγωγή, τις “Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων” του Ντοστογιέφσκυ, αν και επισημαίνεται ότι “υπάρχουν ομοιότητες στα δύο βιβλία οι οποίες δεν μπορούν να αποδοθούν στην επίδραση του παλαιότερου συγγραφέα στον νεώτερο, αλλά οφείλονται στην όμοια κατάσταση που περιγράφουν τα δύο βιβλία”» (σελ. 16). 
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωσή του ότι «ο σταλινισμός, ως θεωρητική σύλληψη και ως πρακτική εφαρμογή, υπήρχε και προ του Στάλιν, κατά την εποχή του Λένιν, και μετά τον Στάλιν, κατά την εποχή του Χρουστσώφ» (σελ. 9-10). Είναι γεγονός ότι τα πρώτα σύγχρονα γκουλάγκ εγκαινιάστηκαν ευθύς μετά την επικράτηση του σοβιετικού καθεστώτος, δεδομένου ότι το τσαρικό καθεστώς εξόριζε μεν τους αντιπάλους του αλλά δεν τους περιόριζε κατ’ ανάγκη σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας (κάτι που διαπίστωσε και ο ίδιος ο Λένιν κατά την εξορία του στη Σιβηρία). Υπ’ αυτή την έννοια η εξέλιξη των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας στη Ρωσία / Σοβιετική Ένωση γινόταν όλο και πιο απάνθρωπη, τουλάχιστον μέχρι τον θάνατο του Στάλιν. 

Γενικότερα πάντως, ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι «θα πρέπει να τονισθεί ότι η Τρομοκρατία του Λένιν ήταν θεμελιωμένη στον Μαρξ και στον Ένγκελς οι οποίοι έγραφαν ότι “θα πρέπει να επαναληφθεί το 1793. Αφού καταλάβουμε την εξουσία και μετέπειτα, θα μας βλέπουν σαν να είμαστε τέρατα, αλλά αυτό βεβαιότατα μας αφήνει αδιάφορους”» (σελ. 55). Οι τίτλοι των τεσσάρων κυρίων κεφαλαίων του έργου δηλώνουν χαρακτηριστικά και το είδος της «ποινής» που συνεπαγόταν η δυσμένεια του σοβιετικού καθεστώτος για τους διανοούμενους αντιπάλους του: «Οι εξόριστοι», «Οι εκτελεσθέντες», «Οι καταδικασθέντες σε λήθη», «Οι αυτόχειρες». 
Καταληκτικά, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον έργο το οποίο, παρά τον όγκο των πληροφοριών που περιέχει, διαβάζεται χωρίς να κουράζει, αποτελώντας παράλληλα ένα χρήσιμο εγχειρίδιο, εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα, για το θέμα που διαλαμβάνει.

             (Νίκος Νικολούδης, Ιστορικά Θέματα, 18.3. 2015)

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Teresa Obolevitch, La philosophie religieuse russe, trad. M. Gawron-Zaborska, Les Éditions du Cerf, Paris 2014, σελ. 275

Μία δυναμική, πρωτότυπη καί ἐνδιαφέρουσα πλευρά τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως τῶν τελευταίων αἰώνων ἀναδεικνύει τό βιβλίο τῆς Teresa Obolevitch, καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο Jean-Paul  II Κρακοβίας, τό ὁποῖο προσφάτως μεταφράστηκε στά γαλλικά. 
 Ἡ ρωσσική θρησκευτική φιλοσοφία διατηρεῖ μία ἰδιαίτερη θέση στήν Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας, ἐπικεντρωνόμενη κυρίως, μέ βάση τήν πραγμάτευση τῆς συγγραφέως, στά προβλήματα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς συνθέσεως ἰδεαλισμοῦ καί ρεαλισμοῦ καί, τέλος, τῆς φιλοσοφίας τοῦ ὀνόματος. Γιά τήν προβληματική αὐτή ἡ Teresa Obolevitch ἔχει ἀφετηρία τήν σκέψη τοῦ Βλαδίμηρου Σολόβιεφ (σσ. 119-140), τοῦ Νικολάου Λόσσκυ (σσ. 140-151) τοῦ Παύλου Φλωρένσκυ (σσ. 153-170), τοῦ Σεμιόν Φράνκ (σσ. 170-188), τοῦ Νικολάου Μπερντιάγιεφ (σσ. 189-203), τοῦ Λέοντα Σεστώβ (σσ. 204-214), τοῦ Σεργίου Μπουλγκάκωφ (σσ. 221-228) καί τοῦ Ἀλεξέϊ Λόσεφ (σσ. 228-236). Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά σημειώσω ὅτι τά ἀναφερόμενα στόν Σέργιο Μπουλγκάκωφ περιορίζονται μόνον στήν φιλοσοφία τοῦ ὀνόματος καί δέν ἀφοροῦν τό συνολικό φιλοσοφικό ἔργο του.
Τῆς παρουσιάσεως τῶν ἀναφερθέντων Ρώσσων φιλοσόφων, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων ἐξορίστηκαν ἀπό τούς μπολσεβίκους τό 1922 καί ἔζησαν στήν δυτική Εὐρώπη καί στήν Ἀμερική, ἔχει προηγηθεῖ μία ἐκτενής ἀναφορά στόν χαρακτήρα τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας ἀπό τόν μεσαίωνα μέχρι τόν 19ο αἰ. (σσ. 17-109). Ἐπισημαίνεται ὅτι «οἱ Ρῶσσοι διανοούμενοι τοῦ 18ου αἰ. δέχθηκαν ἐπιδράσεις τῆς σκέψεως τοῦ Ντεκάρτ καί τοῦ Λάϊμπνιτς» (σ. 59). Ἐπίσης ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ σελίδες πού καλύπτουν τά «φιλοσοφικά μοτίβα στήν ρωσσική λογοτεχνία» (σσ. 97-109), μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι καί τοῦ Τολστόϊ.
Μεταξύ τῶν βασικῶν τοποθετήσεων τῆς συγγραφέως θα ἀναφερθεῖ ὅτι «ἡ φιλοσοφία στήν Ρωσσία, περισσότερο ἀπό ὑπηρέτρια τῆς θεολογίας, εἶναι, τρόπον τινα, τό τέκνο της» (σ. 45).
Σέ μία συνολική ἀποτίμηση, τό βιβλίο τῆς Teresa Obolevitch εἶναι μία χρήσιμη εἰσαγωγή στήν ρωσσική φιλοσοφία, καί ἰδιαιτέρως στήν ρωσσική  θρησκευτική φιλοσοφία τοῦ 20οῦ αἰ. Ἡ συγγραφέας παρακολουθεῖ τήν πρωτογενῆ φιλοσοφική παραγωγή τῶν Ρώσσων διανοητῶν, ἀλλά καί τήν πλούσια δευτερογενῆ βιβλιογραφική παραγωγή.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015



Δημήτρης Μπαλτᾶς

M. Jimenez, Τί εἶναι ἡ αἰσθητική; μετ. Μ. Καρρά, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 2014, σελ. 310

Τό βιβλίο αὐτό τοῦ M. Jimenez ἀποτελεῖ μία ἱστορία τῶν διαφορετικῶν συστημάτων αἰσθητικῆς, ἀπό τόν Πλάτωνα μέχρι τόν Ἀντόρνο, ἐντασσόμενης ὁπωσδήποτε στήν γενικότερη Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας.
 Ἀπό τήν ἄποψη τῆς ὁρολογίας, ἔχει κατά καιρούς συζητηθεῖ ἡ «φιλοσοφία τῆς τέχνης» σέ παράλληλη ἀναφορά μέ τόν ὅρο «αἰσθητική» (πβ. σ. 18) πού καθιέρωσε ὁ Μπάουμγκαρντεν [1714-1762], παρά τήν γνωστή ἐπισήμανση τοῦ Σλέγγελ [1772-1829] ὅτι «σέ αὐτό πού ἀποκαλοῦμε φιλοσοφία τῆς τέχνης λείπει συνήθως ἤ τό ἕνα ἤ τό ἄλλο: δηλαδή, ἤ ἡ φιλοσοφία ἤ ἡ τέχνη». Ὁ συγγραφέας συζητεῖ ἐκτενέστατα τό πρόβλημα τῆς αὐτονομίας ἤ τῆς ἑτερονομίας τῆς τἐχνης, ἐπισημαίνοντας, μεταξύ ἄλλων, τόν κίνδυνο «τῆς συγκρότησης μιᾶς αἰσθητικῆς σφαίρας ἐντελῶς ἀποκομμένης ἀπό τήν καθημερινή ζωή» (σ. 68).
Τό ὡραῖο  θεωρεῖται ἀπό τόν συγγραφέα ὡς μία «ἀξία κοινή σέ ὅλες τίς κατηγορίες» (σ. 90) τῶν αἰσθητικῶν συστημάτων ἀπό τόν Πλάτωνα μέχρι τήν σύγχρονη αἰσθητική θεωρία.
Βεβαίως εἶναι ἀναπόφευκτο νά ἀφιερώσει ὁ Jimenez πολλές σελίδες τοῦ βιβλίο του στίς αἰσθητικές θεωρήσεις τοῦ Κάντ (σσ. 110-114) καί τοῦ Χέγκελ (σσ. 131-148). Ἐδῶ ὑπενθυμίζεται  ὅτι, ἐνῶ γιά τόν Κάντ ἡ φυσική ὀμορφιά ὑπερέχει τοῦ καλλιτεχνικοῦ κάλλους, γιά τόν Χέγκελ τό καλλιτεχνικό κάλλος εἶναι πάντοτε ἀνώτερο ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς φύσεως. Ἔχει σημασία νά προστεθεῖ ὅτι καί ὁ Πλάτωνας ἀλλά καί ὁ Ἀριστοτέλης ἐκφράζουν, κατά τόν συγγραφέα, μία δυσπιστία «ἀπέναντι στά τέχνης τά ὁποῖα τείνουν νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τήν ἀλήθεια» (σ. 181).     
Ἐν συνεχείᾳ συζητεῖ ὁ Jimenez τίς περί τέχνης προσεγγίσεις τοῦ Μάρξ, τοῦ Νίτσε καί τοῦ Φρόϋντ (σσ. 183-214), ἀπό τούς ὁποίους μόνον ὁ Νίτσε δείχνει ἕνα ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν αἰσθητική, ἔστω καί ὑπό τήν ἐπιρροή τοῦ Σοπενχάουερ.
Κατά τόν 20ό αἰ., ὅταν στήν τέχνη κυριαρχοῦν οἱ διάφορες Πρωτοπορίες (βλ. σχετικῶς P. Bürger, Θεωρία τῆς Πρωτοπορίας, μετ. Γ. Σαγκριώτης, Νεφέλη, Ἀθήνα 2011, σσ. 218), ἡ αἰσθητική καλεῖται , γιά τόν συγγραφέα, «νά βοηθήσει στήν ἑρμηνεία τῶν νέων ἔργων, νά διαλύσει τίς ζῶνες σκιᾶς καί ἀκατανοησίας, οἱ ὁποῖες συσκοτίζουν τίς σχέσεις ἀνάμεσα στο κοινό καί τήν τέχνη τῆς ἐποχῆς μας» (σ. 237).
Ἐπίσης δέν θά μποροῦσαν νά λείπουν ἀπό τό παρόν βιβλίο οἱ αἰσθητικές θεωρήσεις τοῦ Λούκατς, τοῦ Χάϊντεγγερ, τοῦ Μαρκοῦζε καί τοῦ Ἀντόρνο (σσ. 243-285), πού ἔχουν ἀσκήσει μεγάλη ἐπιρροή στίς σημερινές αἰσθητικές κατευθύνσεις. 
Συζητοῦνται, τέλος, τά κριτήρια αἰσθητικῆς στήν σύγχρονη τέχνη τά ὁποῖα, κατά τόν Jimenez, «πρέπει νά τά ἀναζητήσουμε στό ἴδιο τό ἔργο» (σ. 306).
Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ καί μία παρατήρηση ὅσον ἀφορᾶ τήν συγκεκριμένη ἑλληνική ἔκδοση. Θά ἦταν χρήσιμο νά παρατίθενται στό βιβλίο οἱ ἑλληνικές μεταφράσεις τῶν ἀναφερομένων ξένων ἔργων, ὥστε νά μπορεῖ νά ἀνατρέξει ἄμεσα σ’ αὐτά ὁ Ἕλληνας ἀναγνώστης (περιέργως σέ ὅλο τό βιβλίο ὑπάρχει μόνο μία ἀναφορά σέ ἑλληνική  μετάφραση: σ. 295, σημ. 30).
Σε μία γενική ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι ἡ παροῦσα ἔκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Jimenez ἔρχεται νά προστεθεῖ στήν σύγχρονη βιβλιογραφία περί  αἰσθητικῆς (Ἐνδεικτικῶς βλ. M.C. Beardsley, Ἱστορία τῶν Αἰσθητικῶν Θεωριῶν, μετ, Δ. Κουρτοβίκ, Π. Χριστοδουλίδης, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα 1989. M. Haar, Τό ἔργο τέχνης. Δοκίμιο γιά τήν ὀντολογία τῶν ἔργων, μετ. Π. Ἀνδρικόπουλος, Ἐκδόσεις Scripta, Ἀθήνα 1998). Ὁπωσδήποτε τό βιβλίο εἶναι ἕνα χρήσιμο ἐργαλεῖο ὄχι μόνο γιά τούς εἰδικούς, ἀλλά καί γιά τόν ἀναγνώστη μέ αἰσθητικούς προβληματισμούς καί σχετικά ἐνδιαφέροντα.

(Nέος Λόγιος Ἑρμῆς, τ. 11, 2015, σσ. 257--258)