Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Hannah Arendt, Sur l’ antisémitisme, Éditions Points, Paris [2002], σελ. 272


Τό βιβλίο Γιά τόν ἀντισημιτισμό τῆς γνωστῆς φιλοσόφου Hannah Arendt (1906-1975), μαθήτριας τοῦ Χάϊντεγγερ καί τοῦ Γιάσπερς, εἶναι τό πρῶτο μέρος τῆς τριλογίας Οἱ πηγές τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ (Νέα Ὑόρκη, 1951), ἀπό τήν ὁποία στήν ἑλληνική ἔχει μεταφραστεῖ παλαιότερα μόνον τό τελευταῖο (Τό ὁλοκληρωτικό σύστημα, μετ. Γ. Λάμψα, Ἐκδόσεις Εὐρύαλος, Ἀθήνα 1988, σελ. 306). Ἀμετάφραστο στήν ἑλληνική παραμένει καί τό δεύτερο μέρος τῆς τριλογίας ἐπιγραφόμενο Γιά τόν ἰμπεριαλισμό.
Τό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι μία ἐνδιαφέρουσα μελέτη τῆς διαμορφώσεως καί τῆς ἐξελίξεως τοῦ φαινομένου τοῦ ἀντισημιτισμοῦ, κυρίως κατά τόν 19ο καί τόν 20ό αἰ (σσ. 103-159). Ἰδιαιτέρως ἡ Arendt παρακολουθεῖ τόν σχηματισμό καί τήν δράση τῶν πρώτων ἀντισημιτικῶν κινήσεων στήν Εὐρώπη περί τά τέλη τοῦ 19ου αἰ. (σσ. 61-97), ἐνῶ ἀφιερώνει ἀρκετές σελίδες στήν «ὑπόθεση Ντρέϋφους» (σσ. 161-212).   
Στόν Πρόλογο τοῦ βιβλίου ἡ συγγραφέας ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ ἔννοια τοῦ ἀντισημιτισμοῦ διαμορφώθηκε πρῶτα στήν σκέψη τῶν Ἑβραίων γιά τόν ἑαυτό τους» (σ. 9). Μάλιστα, κατά τήν Arendt, οἱ Ἑβραῖοι ἱστορικοί «ἦσαν οἱ πρῶτοι πού διαβεβαίωναν ὅτι ἡ ἰουδαϊσμός εἶναι ἀνώτερος ἀπό τίς ἄλλες θρησκεῖες» (σ. 10).
Στίς αἰτίες τοῦ ἀντισημιτισμοῦ ἡ Arendt καταγράφει τήν «ἀφομοίωση τῶν Ἑβραίων, τόν λαϊκισμό καί τήν ἀπώλεια τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν τοῦ ἰουδαϊσμοῦ» (σ. 27).
Προσδιορίζοντας τήν θέση τῶν Ἑβραίων μέσα στήν κοινωνία, ἡ συγγραφέας τονίζει ὅτι αὐτοί «δέν ἀνῆκαν σέ κάποια κοινωνική τάξη. Θεωρούμενοι ὡς κοινότητα, δέν ἦσαν οὔτε ἐργάτες, οὔτε μέλη τῆς μεσαίας τάξης, οὔτε ἀγρότες» (σ. 36). Ἐπιπλέον δέ, οἱ Ἑβραῖοι «δέν ἀντιπροσώπευαν τήν ἀστική τάξη» (σ. 56). Σέ τελική ἀνάλυση, οἱ Ἑβραῖοι δέν διέθεταν «οὔτε πολιτική πείρα οὔτε πολιτική παράδοση» (σ. 52). Ἔτσι ἡ Arendt συμπεραίνει ὅτι «οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν ἐλάχιστη ἤ [δέν εἶχαν] καμμία σημασία στίς κοινωνικές διαμάχες τῆς  ἐποχῆς» (σ. 71). Παρά ταῦτα, ἡ Arendt ἰσχυρίζεται ὅτι «ὁ σύγχρονος ἀντισημιτισμός, τῶν χωρῶν τῆς κεντρικῆς καί τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, εἶχε αἰτίες περισσότερο πολιτικές παρά οἰκονομικές» (σ. 61). Εἶναι παράδοξο, κατά τήν Arendt, τό γεγονός ὅτι μόνον οἱ ἐχθροί τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ, καί σχεδόν ποτέ οἱ φίλοι του, κατανόησαν τό ἑβραϊκό ζήτημα ὡς ἕνα πολιτικό πρόβλημα» (σ. 107). Ἐκ τῶν ἀναφερθέντων εἶναι σαφές ὅτι γιά τήν Arendt ὁ εὐρωπαϊκός ἀντισημιτισμός ἔχει περισσότερο πολιτικό παρά οἰκονομικό (πβ. καί σ. 48, σ. 61) ἤ θρησκευτικό περιεχόμενο.
Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν τά ἀναφερόμενα στον σχηματισμό τῶν πρώτων ἀντισημιτικῶν τάσεων κατά τόν 19ο αἰ., ἀρχῆς γενομένης ἀπό τό «πρῶτο διεθνές ἀντιεβραϊκό συνέδριο πού ἔλαβε χώρα στήν Δρέσδη κατά τό 1882, στο ὁποῖο συμμετεῖχαν 3000 ἐκπρόσωποι ἀπό τήν Γερμανία, τήν Αὐστρο-Οὑγγαρία καί τήν Ρωσσία» (σ. 80, σημ. 48). Παράλληλα ἡ συγγραφέας σημειώνει ὅτι ὁ γαλλικός ἀντισημιτισμός ὁ ὁποῖος καλλιεργήθηκε ἀπό τόν Διαφωτισμό (σ. 88), ἀλλά καί στήν Γαλλία τοῦ 19ου αἰ.  (σ. 144), δέν εἶχε «καμμία ἐπίδραση στήν διαμόρφωση τοῦ ναζισμοῦ» (σ. 89).
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, τό βιβλίο τῆς Arendt, ἄν καί γραμμένο παλαιότερα, ἐπικεντρωμένο κυρίως στήν γαλλική καί τήν γερμανική ἐκδοχή τοῦ ἀντισημιτισμοῦ, χωρίς ἰδιαίτερη ἀναφορά στήν ρωσσική σκέψη περί τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ, ἔχει ἐξαιρετική σημασία στήν γένεση καί στήν ἐξέλιξη τῶν διαφόρων τάσεων ἀντισημιτισμοῦ.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015






Δημήτρης Μπαλτᾶς


Jean Daniélou, Δοκίμιο γιά τό μυστήριο τῆς ἱστορίας, μετ. Ξ. Κομνηνός, Ἐκδοτική Δημητριάδος, Βόλος 2014, σελ. 386

Μέ τήν ἔκδοση τοῦ ἔργου «Δοκίμιο γιά τό μυστήριο τῆς ἱστορίας» τοῦ γνωστοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ θεολόγου τοῦ 20οῦ αἰ. Jean Daniélou ἡ Ἐκδοτική Δημητριάδος ἐγκαινιάζει τήν θεολογική σειρά «Ἐν Διαλόγῳ».
Jean Daniélou ὑπῆρξε ἐκ τῶν πλέον κεντρικῶν μορφῶν τῆς γαλλόφωνης ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας καί τῆς κίνησης τῆς ressourcement (= ἐπιστροφῆς στίς πηγές). Περί αὐτῶν ὁ ἀναγνώστης θά διαβάσει στήν κατατοπιστική εἰσαγωγή (σσ. 11-44) τοῦ βιβλίου τήν ὁποία ἔχει γράψει ὁ Νικ. Ἀσπρούλης.
Τό ἔργο τοῦ Jean Daniélou περιγράφει  τά ἰδιαίτερα γνωρίσματα τῆς χριστιανικῆς θεωρήσεως τοῦ νοήματος τῆς ἱστορίας, ἐκκινώντας ἀπό τήν ἄποψη ὅτι «ἡ Βίβλος εἶναι μία κατατεθειμένη μαρτυρία γιά συμβάντα, γιά ἔργα τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία» (σ. 51). Διακρίνοντας μάλιστα, ὁ Daniélou τήν «ἱερά» ἀπό τήν «θύραθεν» ἱστορία, ὑποστρηρίζει ὅτι «ἡ ἱερά ἱστορία συνιστᾶ, στήν πραγματικότητα, τήν συνολική ἱστορία, στό ἐσωτερικό τῆς ὁποίας τοποθετεῖται ἡ θύραθεν» (σ. 75). Καταλήγει δέ ὁ συγγραφέας στό συμπέρασμα ὅτι «ἀπό ὅλα τά ἱερά Βιβλία, μόνον ἐκεῖνο τῶν χριστιανῶν ἀπότελεῖ μία ἱστορία καί ὄχι μία ἔκθεση δογμάτων» (σ. 151).
Στό δεύτερο μέρος τοῦ βιβλίου πού παρουσιάζω σήμερα, ὁ Jean Daniélou ἀναφέρεται, μέ πολλά βιβλικά παραδείγματα, στά «θαυμάσια τοῦ Θεοῦ», καθόσον «ἡ ἱερά ἱστορία εἶναι ἐκείνη τῶν μεγάλων ἔργων τοῦ Θεοῦ» (σ. 186). Μεταξύ τῶν συμπερασμάτων τοῦ δευτέρου μέρους ἔχει, νομίζω, σημασία ἡ τοποθέτηση τοῦ συγγραφέως ὅτι «ἡ συρρίκνωση τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας σέ ἐκείνη τῶν θείων ἐνεργειῶν δίχως σύνδεση μέ μία θεσμική πραγματικότητα, ὅπως κάνει ὁ Karl Barth, ἰσοδυναμεῖ μέ τήν παραγνώριση σέ αὐτή τοῦ ἀνθρώπινου στοιχείου … Τό νά βλέπουμε ὅμως στήν Παρουσία τήν περάτωση μιᾶς ἐξέλιξης τῆς ἀνθρωπότητας … σημαίνει ὅτι παραγνωρίζουμε τό θεϊκό στοιχεῖο τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ ὡς συστατικό τῆς ἱστορίας» (σ. 238).
Τό τρίτο καί τελευταῖο μέρος τοῦ βιβλίου τοῦ Jean Daniélou ἀναφέρεται στίς ἀποφάσεις πού πρέπει νά λάβει ὁ χριστιανός γιά νά ἀντιμετωπίσει τά προβλήματα πού τόν περιβάλλουν. Στά κεφάλαια τοῦ τελευταίου μέρους ὁ ἀναγνώστης θά διαπιστώσει ὅτι ὁ συγγραφέας στίς προσεγγίσεις του παρακολουθεῖ ἰδιαιτέρως τήν σκέψη τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Σέ μία ἀπό τίς προσεγγίσεις αὐτές ὁ Daniélou γράφει χαρακτηριστικά: «Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν θά εἶχε βέβαια ἀλλάξει τόν κόσμο γύρω του, ἄν δέν εἶχε ἔρθει ἀκριβῶς σέ ρήξη μέ ὅλα τά ἔθνη, μέ ὅλη τήν νοοτροπία πού ἀντιστοιχοῦσε γι’ αὐτόν τόν κόσμο τοῦ καιροῦ του … Τό βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ χριστιανισμός, ἔτσι ὅπως εἶναι πολύ συχνά στόν σημερινό χριστιανικό κόσμο, δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς ὅτι ἀποτελεῖ καί κανένα μεγάλο σκάνδαλο!  Δέν ἐνοχλεῖ οὔτε τίς δημόσιες ἀρχές, οὔτε τίς δυνάμεις τῆς διανόησης, οὔτε κανέναν. Δέν εἶναι ὅμως αὐτός ὁ χριστιανισμός πού πρόκειται ν’ ἀλλάξει τόν κόσμο (σ. 325).   
Ἄν καί πρωτοδημοσιευμένο τό 1953, τό ἔργο τοῦ Daniélou παρουσιάζει ἰδιαίτερη ἐπικαιρότητα καί μέγιστο ἐνδιαφέρον. Ὁ ἀναγνώστης θά διακρίνει ὁπωσδήποτε τήν τεκμηρίωση τῶν ἀπόψεων τοῦ συγγραφέως μέ τήν χρήση Βιβλικῶν καί Πατερικῶν χωρίων ἀλλά καί μέ τήν κριτική προσέγγιση τῶν κοινωνιολογικῶν καί τῶν θεολογικῶν ρευμάτων τῆς ἐποχῆς του.  
Νά σημειώσω, τέλος, ὅτι ἡ ἔκδοση τοῦ παρόντος βιβλίου τῆς «Ἐκδοτικῆς Δημητριάδος» συμπίπτει μέ τήν συμπλήρωση 40 ἐτῶν ἀπό τόν θάνατο τοῦ σημαντικοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ θεολόγου καί συγγραφέως.