Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014





Δημήτρης Μπαλτάς


Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, Ἐποπτεία καί συντονισμός ὕλης Π. Καλαϊτζίδης, Ἐκδοτική Δημητριάδος, Βόλος, 2014, σελ. 443

 Ἡ δεύτερη ἔκδοση τῶν εἰσηγήσεων τοῦ χειμερινοῦ προγράμματος 2000-2001 στήν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου καλύπτει ὁπωσδήποτε ἕνα κενό στήν θεολογική βιβλιογραφία. Διότι ἡ κυρίαρχη θεολογική σκέψη, μέχρι καί σήμερα στόν ὀρθόδοξο χῶρο, χαρακτηρίζεται ἐν πολλοῖς ἀπό τό ὅτι «συγχέουμε τήν παράδοση μέ τήν παραδοσιαρχία, τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μέ τίς παραδόσεις τῶν ἀνθρώπων (λαϊκές, ἐθνικές, φολκλορικές κ.ἄ.), τήν Ἐκκλησία μέ τό μουσεῖο, τή Θεολογία μέ τη θρησκευτική φιλολογία, τό βασίλειο τοῦ Θεοῦ μέ τό βασίλειο τοῦ Καίσαρος (Πρόλογος Μητρ. Δημητριάδος Ἰγνατίου, σ. 11).  Ἀλλά ὁ π. Ἰωάννης Μάγιεντορφ εἶχε σημειώσει παλαιότερα ὅτι «χωρίς ἐσχατολογία, ἡ παράδοση δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ἀρχαιολογία, ἀρχαιοπληξία, συντηρητισμός, ἄρνηση τῆς Ἱστορίας…» (σ. 14).  
Οἱ εἰσηγήσεις τοῦ τόμου ἀφοροῦν στήν κρίσιμη σχέση τῆς ἐσχατολογίας, τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινωνίας στόν χριστιανικό κόσμο (σελ. 13-155) καί ἀσφαλῶς θέτουν μία νέα θεολογική προβληματική. Ἐξ ἄλλου, ὁρισμένες ἀνακοινώσεις  ἀναφέρονται στίς ἐσχατολογικές ἀντιλήψεις ἄλλων θρησκευτικῶν κοινοτήτων (σελ. 157-221). Ἐπίσης ἡ ἐσχατολογία τῆς ὀρθόδοξης εἰκονολογίας, ἡ πολιτική διάσταση τῆς ἐσχατολογίας, ἡ σχέση Ἐκκλησίας καί ἔθνους ἤ τά ἐσχατολογικά στοιχεῖα τῆς νεώτερης λοογτεχνίας θά προκαλέσουν τό ἐνδιαφέρον ἑνός ἴσως εἰδικότερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ (σελ. 223-426).
Σέ μία γενικότερα ἀποτίμηση θά σημειώσω ὅτι ὅλα τά κείμενα τοῦ τόμου χαρακτηρίζονται ἀπό ἐπιστημονική τεκμηρίωση καί ὁρισμένη πρωτοτυπία. Νομίζω ὅμως ὅτι τό σημαντικότερο γνώρισμα τοῦ τόμου πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι ὅτι «ξαναθύμισε σέ γλώσσα σύγχρονη τή λησμονημένη ἐσχατολογική φύση καί τήν εὐχαριστιακή ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας» (Π. Καλαϊτζίδης, Πρόλογος Β΄ ἐκδόσεως, σ. 7).

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014





Δημήτρης  Μπαλτᾶς

Στό σχολεῖο τῆς τέχνης

Θά ἀναφερθῶ σήμερα σέ δύο ἰδιαίτερους ἐκπροσώπους τῆς ποίησης, στόν Ἕλληνα Γιῶργο Σαραντάρη (1908-1941) καί στήν Ρωσσίδα Ἄννα Ἄχμάτοβα (1889-1966). Μία εἰδική μελέτη θά ἔδειχνε ἴσως ὅτι οἱ δύο ποιητές συναντῶνται μέ τόν λυρικό τόνο καί μέ τήν θρησκευτική τους διάθεση. Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς συνάντησής τους εἶναι ὅτι καί οἱ δύο ἦσαν ἀναγνῶστες τοῦ μεγάλου Ρώσσου μυθιστοριογράφου Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Πέραν αὐτῶν, οἱ δύο αὐτοί ἐκπρόσωποι τῆς τέχνης ἔδειξαν ὅτι συναντήθηκαν στόν ἀγῶνα τῶν λαῶν τους γιά τήν ἐλευθερία τήν ὁποία ἐπιβουλεύονταν πρίν ἀπό δεκαετίες οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ φασισμοῦ στήν Εὐρώπη.
Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης πέρασε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του στήν Ἰταλία ὅπου καί σπούδασε νομικά καί φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο τῆς Μπολόνια.
Παρά τήν ἀσθενική του φύση ὁ Σαραντάρης ἐκλήθη νά πολεμήσει στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν, δείχνοντας μία ἰδιαίτερη φιλοπατρία. Ἐπίσης ἀνταποκρίθηκε σ’ αὐτήν τήν κλήση, ἀποπειρώμενος νά συνδυάσει τήν (φιλοσοφική) θεωρία μέ τήν πράξη. Γράφει ὁ ἴδιος χαρακτηριστικά: «Ἐφ’ ὅσον δέν ἀντιμετώπισες τόν θάνατο, δέν μπορεῖς νά εἶσαι βέβαιος πώς τίποτε δέν ἀναμένεις πιά ἀπό τήν τύχη, καί πώς θέλεις νά ζήσεις χωρίς τίποτε νά ἐλπίζεις ἀπό τήν τύχη … Ἄν κάτι πρέπει νά μᾶς φοβερίζει, δέν εἶναι τόσον ὁ θάνατος, ὅσον ἡ σκέψη πώς μποροῦμε νά πεθάνουμε χωρίς νά ἔχουμε ἀκόμα νικήσει τόν φόβο τοῦ θανάτου»  (Γ. Σαραντάρη, Δοκίμια γιά τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, Εὐθύνη, 1999, σσ. 71-73).
Παρά τά ἀναφερθέντα, ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη εἶναι, καί αὐτός, ἱστορικά ἀκριβής: «Θέλω αὐτή τή στιγμή νά καταγγείλω τό ἐπιστρατευτικό σύστημα πού ἐπικρατοῦσε τήν ἐποχή ἐκείνη καί πού, δέν ξέρω πῶς, κατάφερε νά κρατήσει στά Γραφεῖα ὅλα τά χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καί νά ξαποστείλει στήν πρώτη γραμμή τό πιό ἁγνό κι ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο. Ἦταν σχεδόν μιά δολοφονία» (Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2004, σ. 392).
Εἶναι λοιπόν βέβαιο ὅτι ὁ Σαραντάρης θά συμμετεῖχε καί στόν ἀγῶνα τῆς ὑπέρ τῆς πατρίδας, ἔστω καί ὑπό τίς συνθῆκες πού παραστατικά περιέγραψε ὁ Ἐλύτης. Αὐτό τό ἀποτυπώνει ποιητικά ὁ Σαραντάρης:

Δέν εἴμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τόν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τή χαρά στούς ἀνίδεους
Τίς γυναῖκες στά φιλιά τοῦ ἀνέμου
Καί στή σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πώς φοβούμαστε
Καί  ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς

Ὁπωσδήποτε, πάντοτε μέ τούς χαρακτηριστικούς λόγους τοῦ Ἐλύτη, ὁ Σαραντάρης, «διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου- ὁ μόνος ἴσως σε ὁλόκληρο τό στράτευμα, θά’ ναι περιζήτητος σε ὁποιαδήποτε ἀπό τίς Ὑπηρεσίες πού εἶχαν ἀναλάβει τήν ἀντικατασκοπεία ἤ τήν ἀνἀκριση τῶν αἰχμάλώτων». Ὡστόσο, ὁ ποιητής ἐκτός τῶν προβλημάτων τῆς ὑγιείας του, εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί τήν ἀνέντιμη συμπεριφορά τῶν ἑλλήνων συμπολεμιστῶν του, γιά τήν ὁποία προσθέτει ὁ Ἐλύτης: «Τά χοντρά μυωπικά του γυαλιά, πού χωρίς αὐτά δέν μποροῦσε νά κάνει βῆμα, τά’ χασε μέσα στήν παραζάλη. Φώναζε ‘’βοήθεια’’ στούς ἄλλους φαντάρους» …, οἱ ὁποῖοι «τόν κοροϊδεύανε», ἐνῶ «βαλθήκανε νά τοῦ κλέβουνε κουβέρτες». Καί καταλήγει ὁ Ἐλύτης: «Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στή Δύση βλαστημούσανε τόν Θεό κι ἐμπιστεύονταν στήν μαριχουάνα» (Ὀδ. Ἐλύτης, Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2004, σ. 393).
Θά ἔρθω τώρα στήν Ἄννα Ἀχμάτοβα, ἡ ποιητική ἀξία τῆς ὁποίας εἶχε ἀναγνωριστεῖ ἀκόμη καί πρίν ἀπό τό 1917. Ὡστόσο, ἡ Ἀχμάτοβα ἔζησε ἐξόριστη μέσα στήν ἴδια της τήν πατρίδα ἐπί ἀρκετά χρόνια, ἀφοῦ τῆς εἶχε ἀπαγορευτεῖ ὑπό τό σοβιετικό καθεστώς νά ἐκδίδει τά ποιήματα της. Παρά ταῦτα, τούς πρώτους μῆνες τοῦ πολέμου, ἡ Ἀχμάτοβα κατατάχθηκε μέ προθυμία στήν πολιτοφυλακή τῆς πόλης τοῦ Λένινγκραντ, τῆς σημερινῆς Ἁγίας Πετρούπολης. Ὅπως ἀναφέρεται, «ἀπό τόν ὦμο της κρεμόταν μιά ἀντιασφυξιογόνος μάσκα, ἐνῶ φύλαγε σκοπιά σάν κανονικός στρατιώτης».
Τό 1942 ἐπετράπη στήν Ἀχμάτοβα νά δημοσιεύσει τό ποίημά της μέ τίτλο «Κουράγιο», ὁ πατριωτικός τόνος τοῦ ὁποίου εἶναι ἐμφανής. 

Ξέρουμε πιά τί δείχνει ἡ ζυγαριά
ξέρουμε τί συμβαίνει.
Χτυπᾶνε τά ρολόγια λεβεντιά
καί τό κουράγιο ἀτρόμητο προβαίνει.
Δέν μᾶς τρομάζει τό μολύβι,
πού πέφτει σαν βροχή
καί δίχως σκέπη θα’ μαστε
τό ἴδιο ὀδυνηροί.
Λαλιά τῶν Ρώσων δυνατή,
λόγε μεγάλε τῆς Ρωσίας,
τά ἐγγόνια μας σε καρτεροῦν,
πηγή ἀθανασίας!
Θά σέ κρατήσουμε ἁγνό,
ἀμόλυντο
ἀπό τή σκλαβιά,
ἐλεύθερο καί ζωντανό
παντοτινά!

Ὅταν πιά οἱ Γερμανοί εἶχαν περικυκλώσει τήν πόλη τοῦ Λένινγκραντ, ἕνας  κριτικός τῆς λογοτεχνίας τῆς ζήτησε «ν’ ἀπευθύνει ἕνα ραδιοφωνικό μήνυμα γιά νά τονώσει τό ἠθικό τῶν κατοίκων». Ἐπειδή ἦταν ἄρρωστη, τό μήνυμα ἠχογραφήθηκε στο σπίτι της.  Ἡ Ἀχμάτοβα ἀναφέρθηκε ἰδιαίτερα «στίς προσωπικότητες πού σφράγισαν τήν ἱστορία τῆς πόλης, στόν Λένιν, ἀλλά καί στόν Μεγάλο Πέτρο, στόν Πούσκιν καί στόν Ντοστογιέφσκι». Στό τέλος τοῦ ραδιοφωνικοῦ μηνύματος λέγει ἡ Ἀχμάτοβα μέ μία ἐμψυχωτική διάθεση: «Οἱ ἀπόγονοί μας θά τιμήσουν κάθε μάνα πού ἔζησε τήν περίοδο τοῦ πολέμου, ἀλλά τό βλέμμα τους θά σταθεῖ στήν εἰκόνα τῆς γυναίκας τοῦ Λένινγκραντ, πού φυλοῦσε σκοπιά στη στέγη ἑνός σπιτοῦ τήν ὥρα τῆς ἀεροπορικῆς ἐπιδρομῆς προστατεύοντας τήν πόλη ἀπό τή φωτιά . Τά κορίτσια τοῦ Λένινγκραντ ἔτρεχαν νά προσφέρουν βοήθεια στους λαβωμένους πού κείτονταν ἀνάμεσα στά ἐρείπια τῶν κτιρίων … ὄχι, μιά πόλη πού ἀνέθρεψε γυναῖκες σαν αὐτές δέν μπορεῖ νά κατακτηθεῖ» (Οἱ ἀναφορές στήν Ἀχμάτοβα ἔχουν ληφθεῖ ἀπό τό ἔργο τοῦ Orl. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, τ. Β΄, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σσ. 258-259).

Στό σχολεῖο λοιπόν τῆς τέχνης δέν μαθαίνεις ἁπλῶς, ἀλλά πολεμᾶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πολεμᾶ κανείς ὄχι μόνον μέ τά ὅπλα ἀλλά καί μέ τόν λόγο καί μέ τήν τέχνη. Διότι ὁ καλλιτέχνης, ὅπως οἱ ἀναφερθέντες, ποιεῖ καί γι’ αὐτό διδάσκει. Ἔτσι οἱ ἀνά τόν κόσμο ἐκπρόσωποι τῆς τέχνης δείχνουν, καί τήν ἐποχή τοῦ 1940, τόν δρόμο τῆς ἀντίστασης στήν ἀνελευθερία.

(Tό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Ρήξη)

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014



Δημήτρης Μπαλτᾶς 

Boris Pilniak, L’ Αcajou, trad. J. Catteau, L’ Age d’ Homme, Lausanne 2013, σελ. 100

Στό ἀφήγημα τοῦ Ρώσσου λογοτέχνη Boris Pilniak (1894-1937), ἐλάχιστα γνωστοῦ στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, θά συναντήσει ἀναγνώστης ὄψεις ἀπό τήν παλαιά Ρωσσία, καί συγκεκριμένα τοῦ 18ου αἰ., (σσ. 25-28, σσ. 87-88), ἀλλά καί ἀπό τήν σοβιετική Ρωσσία τῆς δεκαετίας τοῦ 1920 (σ. 35, σ. 46, σσ. 50-53, σσ. 77-78).
Ἀφετηρία γιά τήν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων πού περιγράφονται, εἶναι τέχνη τοῦ ξύλου - ἐξ οὗ καί τίτλος τοῦ βιβλίου: Τό (κόκκινο) μαόνι- ὁποία εἶναι «μία ἀνώνυμη, μία τέχνη τῶν πραγμάτων», τά ὁποῖα «δέν πεθαίνουν», ὅπως οἱ ἄνθρωποι (σ. 87).
Ἀπό τούς κεντρικούς ἥρωες τοῦ ἀφηγήματος εἶναι Iakov Karpovitch Skoudrine, ἐκπρόσωπος τοῦ παλαιοῦ κόσμου, ὁποῖος διαβάζει καθημερινά τήν Βίβλο, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀσκεῖ κριτική στήν μαρξιστική θεωρία περί τοῦ προλεταριάτου καί τῆς ἐπανάστασης (σ. 45). Στίς ἀπόψεις αὐτές θά ἀπαντήσει Ivan Ojogov, ἕνα ἄλλο βασικό πρόσωπο τοῦ κειμένου, ὁποῖος αὐτοαποκαλεῖται «πρῶτος κομμουνιστής» (σ. 50). Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ κειμένου, ὁ Iakov Karpovitch ἐκθέτει τίς ἀπόψεις του γιά τόν πολιτισμό τόν ὁποῖο «κυβερνᾶ  ἡ μνήμη» (σ. 54).
Ἕνα τρίτο ἀναφερόμενο πρόσωπο εἶναι ὁ Akim Iakovlevitch Skoudrine, κομμουνιστής, ὁ ὁποῖος ἐκπλήσσεται ἀπό τά νέα ἤθη τῆς ρωσσικῆς νεολαίας (σ. 77), τά ὁποῖα ἐκφράζει ἡ Claudie: «Κάνω ὅ,τι θέλω καί δέν ἔχω καμμία ὑποχρέωση σέ κανένα» (σ. 76).
Στήν συζήτηση μεταξύ τοῦ Akim καί τοῦ θείου του Ivan Karpovitch, καί στό σημεῖο ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν ἐπικείμενη ἐκτέλεση λενινιστῶν καί τροτσκιστῶν, μπορεῖ νά διακρίνει κανείς μία προφητική διάσταση τοῦ ἔργου, ἐάν λάβει ὑπ’ ὄψιν τίς γνωστές, στήν δεκαετία τοῦ ’30, ἐκκαθαρίσεις τοῦ Στάλιν εἰς βάρος τῶν παλαιῶν συντρόφων του.
Τό ἔργο τοῦ Πιλνιάκ πού παρουσιάζω ἐδῶ, εἶναι ἕνα μικρό ἀριστούργημα. Ὁ ἀναγνώστης θά διακρίνει τήν σατιρική διάθεση τοῦ συγγραφέως γιά πρόσωπα καί πράγματα τόσο τῆς παλαιᾶς Ρωσσίας, ὅσο και τῆς σοβιετικῆς Ρωσσίας. Ἡ τέχνη τῆς σύνθεσης ἐκ μέρους τοῦ Πιλνιάκ εἶναι ἐκπληκτική. Νομίζω ὅτι τό ἀφήγημα αὐτό, στό ὁποῖο ἴσως ὀφείλεται καί ἡ ἐκτέλεση τοῦ συγγραφέως ὑπό τοῦ σταλινικοῦ καθεστῶτος, θά ἔπρεπε νά μεταφραστεῖ ὁπωσδήποτε καί στήν ἑλληνική, ἔστω καί ὕστερα ἀπό ἀρκετές δεκαετίες. 



Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἡ θεωρία τῆς μή ἀντιστάσεως τοῦ Τολστόι
καί οἱ σύγχρονες μορφές βίας
 
Εἶναι γνωστό ὅτι σέ πολλά ἔργα του καί κυρίως στήν ἈνάστασηTολστόι (1828-1910) εἶχε διατυπώσει τήν θεωρία περί τῆς μή ἀντιστάσεως, βασιζόμενος στό εὐαγγελικό χωρίο: Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ (Κατά Ματθαῖον 5,39). Στήν σημερινή ἀναφορά θά γίνει λόγος περί τῆς θεωρίας περί τῆς μή ἀντιστάσεως ὡς προϋποθέσεως τῆς εἰρήνης στόν κόσμο καί στήν ἐπικαιρότητά της, ἐφόσον μάλιστα, καί σήμερα, ἡ βία κυριαρχεῖ τόσο σέ τοπικό, ὅσο καί σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο.
Σ’ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν Ἀνάσταση ἐπισημαίνει ὁ Tολστόι τά ἑξῆς: «Ἀρκετούς αἰῶνες ἐκτελεῖτε ἀνθρώπους πού τους νομίζετε ἐγκληματίες. Καί ποιό τ’ ἀποτέλεσμα; Τούς διορθώσατε; Ὄχι, δέν τούς διορθώσατε ἀντίθετα τό μόνο πού πετύχατε ἦταν νά τούς πολλαπλασιάσετε πυκνώνοντας τίς τάξεις τους μέ ἄλλους ἐγκληματίες- δικαστές, εἰσαγγελεῖς, ἀνακριτές, διοικητές κατέργων πού συνεδριάζουν καί τιμωροῦν τους ἀνθρώπους. Ὁ Νεχλιοῦντοφ τώρα κατάλαβε πιά πώς ἡ κοινωνία και γενικά ἡ κοινωνική τάξη ὑπάρχουν ὄχι ἐπειδή ὑπάρχουν οἱ νομιμοποιημένοι ἐγκληματίες πού δικάζουν και καταδικάζουν τους ἄλλους, ἀλλά ἐπειδή, σέ πεῖσμα αὐτῆς τῆς πρωτοφανοῦς διαφθορᾶς, οἱ ἄνθρωποι συνεχίζουν παρ’ ὅλα αὐτά νά νιώθουν οἶκτο κι ἀγάπη γιά τούς συνανθρώπους τους». Ἑρμηνευόμενη ἡ θεώρηση τοῦ Tολστόι σημαίνει ὅτι ὅταν πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐντολή τῆς μή ἀντιστάσεως, τότε θά ἔλθει στόν κόσμο ἡ εἰρήνη, τήν ὁποία οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν καί διακηρύσσουν. Εἶναι δέ εὐνόητο ὅτι ἡ ἐντολή τῆς μή ἀντιστάσεως βασίζεται καί καλλιεργεῖται διά τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης. Ἐδῶ κρίνεται σκόπιμο νά προστεθεῖ ὅτι ἡ θεωρία περί τῆς μή ἀντιστάσεως εἶναι ἡ καλύτερη ἀπάντηση στήν βία καί στήν τρομοκρατία κάθε ἐποχῆς καί μάλιστα καί στήν δική μας στήν ὁποία ἔχει λάβει καί διαφορετικές μορφές. Διότι σήμερα ἡ βία δέν ἀσκεῖται ἁπλῶς και μόνον μέσα σ’ ἕνα κράτος, ἀλλά ἐμφανίζεται μέ μορφές διακρατικῆς καί ὑπερεθνικῆς συνεργασίας, ἤ στό πλαίσιο ἑνός θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ, ἤ μέ ἐνέργειες μεμονωμένων κοινωνικῶν ὁμάδων πού μᾶλλον ἔχουν περιορισμένη ἀποτελεσματικότητα, ἤ ἀκόμη μέ τήν μορφή τῆς λεγόμενης «τυφλῆς βίας» κ. ἄ.
Ἄν καί ἡ θεώρηση περί τῆς μή ἀντιστάσεως εἶχε ἐπικριθεῖ ἀρκετά ὡς οὐτοπική ἀπό τον ἴδιο τόν Βλαδίμηρο Λένιν (1870-1924), ὁ Ἰνδός ἡγέτης Mαχάτμα Γκάντι (1869-1948) ἐπιχείρησε την πολιτική ἐφαρμογή τῆς θεωρίας τοῦ Tολστόι, ἀπό τήν ὁποία εἶναι βέβαιο ὅτι εἶχε ἐπηρεασθεῖ. Ἐάν ἐντάξει κανείς τήν θεώρηση τοῦ Tολστόι ἀποκλειστικά καί μόνον στήν ἱστορία τοῦ πολιτικοῦ οὐτοπισμοῦ, θά πρέπει νά ἐπισημάνει ὅτι ὁ Ρῶσσος μυθιστοριογράφος συντηρεῖ οὐσιαστικά τό οὐτοπικό στοιχεῖο τῆς ρωσσικῆς πολιτικῆς σκέψεως τοῦ ιθ΄ αἰ. (λ.χ. τῶν Σλαβόφιλων, τοῦ Χέρτσεν, τοῦ Σαλαβιώφ κ.ἄ.).
Πάντως εἶναι γεγονός ὅτι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἐπιλέγει κατά κανόνα τήν βία ὡς ἀπάντηση στήν βία, θεωρώντας μᾶλλον ὅτι ἔτσι λειτουργεῖ πιό ἄμεσα καί ρεαλιστικά, ἐνδεχομένως καί πιό ἀποτελεσματικά. Ἐδῶ μάλιστα φαίνεται να ἐπιβεβαιώνεται ἡ παλαιότερη ἔκφραση «ὁ σκοπός ἁγιάζει τά μέσα», γι’ αὐτό καί δέν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐπί μέρους ἀπώλειες (ἀνθρώπινες ζωές, περιουσίες, ψυχικές δυσαρμονίες κ.ἄ.). Εἶναι ἴσως πιό κοντά στήν ἀλήθεια αὐτή ἡ τοποθέτηση, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁπότε κρίνεται οὐτοπικό νά συμπεριφερθεῖ κανείς μέ ἀγαπητική, διαλλακτική και ἤρεμη διάθεση ἀπέναντι σ’ αὐτόν πού ἐπιχειρεῖ νά πράξει κάτι τό κακό.
Ὡστόσο, νομίζω ὅτι ἡ θεωρία περί τῆς μή ἀντιστάσεως, παρά τόν εὐδιάκριτο οὐτοπικό χαρακτῆρα, ἔχει μία ἰδιάζουσα ἐπικαιρότητα. Διότι ἡ μέχρι τώρα πολιτική συμπεριφορά τοῦ τύπου «βία στήν βία» ἔχει ἀποδειχθεῖ σέ πολλές περιπτώσεις ἀνεπαρκής. Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά πῶ ὅτι ἡ ἀνεπικαιρότητα τῆς θέσεως τοῦ Tολστόι τήν κάνει ἀκριβῶς ἐπίκαιρη.