Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014



Δημήτρης Μπαλτᾶς
 
Hans-Georg Gadamer, L’ heritage de l’ Europe, trad. Ph. Ivernel, Éditions Payot -Rivages poche-Petite Bibliothèque, Paris 2003, σελ. 174

Ὁ παρών τόμος περιλαμβάνει ἐννέα, μεταφρασμένα στήν γαλλική, ἄρθρα τοῦ Χ.-Γκ. Γκάνταμερ (1900-2002), ἑνός ἀπό τούς σπουδαιότερους φιλοσόφους τοῦ 20οῦ αἰ., ἐκ τῶν ὁποίων τά  ὀκτώ ἔχουν γραφεῖ κατά τήν δεκαετία τοῦ ‘80 καί ἕνα κατά τήν δεκαετία τοῦ ‘60.
Ἐπειδή ὁ φιλόσοφος δέν ἐνδιαφέρεται μόνον γιά τό μέλλον τῆς Eὐρώπης, ὅπως ἰσχυρίζεται, ἀλλά καί γιά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, θεωρεῖ ὅτι «ἕνα θεμελιῶδες καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά ζεῖ μέ τόν ἄλλο, νά ζεῖ ὅπως ὁ ἄλλος» (σσ. 39-40), τονίζοντας καί ἐδῶ, ὅπως καί σέ ἄλλα σημεῖα τοῦ βιβλίου, τήν σημασία τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἑτερότητας μέσα στήν σύγχρονη κοινωνία (σ. 42, σ. 111, σ. 125).
Πολύ παρακάτω, ὁ συγγραφέας θά προσθέσει ὅτι στήν διατήρηση τόσο τοῦ μέλλοντος τῆς Εὐρώπης, ὅσο καί τοῦ μέλλοντος τῆς ἀνθρωπότητας, θά βοηθήσουν οἱ λεγόμενες «ἐπιστῆμες τοῦ πνεύματος» (σ. 67), πιό γνωστές ὡς ἀνθρωπιστικές ἐπιστῆμες. 
Ἀναφερόμενος στήν διάκριση θεωρίας καί πράξεως ὁ Γκάνταμερ ἐπισημαίνει ὅτι «καθῆκον μας παραμένει νά καθυποτάξουμε τίς θεωρητικές γνώσεις καί τίς τεχνικές δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου στήν ‘’πράξη’’ του, δέν συνίσταται καθόλου στό νά μετασχηματίσουμε τόν ζωντανό κόσμο μας, πού δικαιολογημένα εἶναι ὁ κόσμος τῆς πράξεως, σε μία τεχνική κατασκευή μέ βάση θεωρητική» (σσ. 120-121). Διευκρινίζει ὁ φιλόσοφος ὅτι «πράξη σημαίνει τήν τοποθέτηση τοῦ ἀνθρώπου στόν φυσικό καί στόν κοινωνικό χῶρο πού τόν περιβάλλει». (σ. 122). Πάντως εἶναι πολύ πιθανόν ὅτι μέ τίς ἀναφερθεῖσες ἀπόψεις δέν θά συμφωνήσουν οἱ τεχνοκράτες τῆς ἐποχῆς μας. Σέ κάθε περίπτωση, γιά τόν Γκάνταμερ ἡ ἐπιστήμη ἡ ὁποία μάλιστα εἶναι «ἡ βάση ὁλοκλήρου τοῦ συγχρόνου δυτικοῦ πολιτισμοῦ» (σ. 99), ἀποτελεῖ ἕνα «ἠθικό καί φιλοσοφικό καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου» (σ. 126).
Σέ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ βιβλίου ὁ Γκάνταμερ προχωρεῖ σε αὐτοβιογραφικές ἀναφορές (λ.χ. 165-171). Ἐπί τοῦ προκειμένου θά σημειώσω ὅτι ὁ ἀναγνώστης, πού ἐνδιαφέρεται περισσότερο γιά τήν ζωή καί τήν σκέψη τοῦ Γερμανοῦ φιλοσόφου, μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ φιλοσόφου ἐπιγραφόμενο Χρόνια φιλοσοφικῆς μαθητείας (ἑλλην. μετ. Χρ. Ἀστερίου, Ἐκδόσεις Πατάκη, σελ. 411), τό ὁποῖο ἀσφαλῶς ξεφεύγει ἀπό τά πλαίσια μιᾶς συνηθισμένης αὐτοβιογραφίας. Παρενθετικά δέ, θά παρατηρήσω ὅτι τό ἔργο τοῦ Γκάνταμερ δέν ἔχει τύχει ἰδιαίτερης μεταφραστικῆς ἀποδοχῆς στήν Ἑλλάδα, ἄν ἐξαιρέσει κανείς ὁρισμένα δοκίμια καί ἄρθρα. Λ.χ. τό ἔργο τοῦ Γκάνταμερ Ἀλήθεια καί μέθοδος. Βασικές ἀρχές μιᾶς φιλοσοφικῆς ἑρμηνευτικῆς (1960) παραμένει ἀκόμη ἀμετάφραστο στήν ἑλληνική.
Σέ μία ἀποτίμηση τῶν θέσεων τοῦ παρόντος τόμου, θά τονίσω ὅτι πρόκειται γιά ἐνδιαφέρουσες τοποθετήσεις τοῦ συγγραφέως σέ ζητήματα ὄχι ἀποκλειστικῶς καί μόνον φιλοσοφικά, οἱ ὁποῖες θά προκαλέσουν ἴσως τό ἐνδιαφέρον τοῦ εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ, ἀφοῦ μάλιστα παρουσιάζουν μία ὁρισμένη ἐπικαιρότητα. Ὁ λόγος του εἶναι ἁπλός καί ταυτόχρονα διευσδυτικός. Περιττό νά σημειώσω ὅτι στά ζητήματα πού θίγει ἐδῶ, ὁ Γκάνταμερ λαμβάνει πάντοτε ὑπ' ὄψιν του τίς θέσεις τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Χέγκελ.