Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς


Θεός κόσμος ἄνθρωπος
στόν Ἔφηβο τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι

Εἰσαγωγικά

Ἔφηβος ἀνήκει στήν ἐποχή τῆς ὥριμης συγγραφικῆς δραστηριότητας (1875) τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Ἀλλά εἶναι ἀληθές ὅτι ὁ Ἔφηβος δέν ἔτυχε οὔτε τῆς προσοχῆς οὔτε τῆς εὐνοϊκῆς κριτικῆς πού γνώρισαν τά ἄλλα, καί κυρίως τά λεγόμενα «μεγάλα», ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκι[1]. Αὐτό ὀφείλεται κυρίως στήν παλαιότερη διαπίστωση ὅτι ὁ Ἔφηβος παρουσιάζει ὁρισμένες θεματολογικές διαφορές ἀπό τά ἄλλα τέσσερα «μεγάλα» ἔργα («Ἔγκλημα καί τιμωρία», «Ὁ ἠλίθιος», «Οἱ Δαιμονισμένοι», «Οἱ ἀδελφοί Καραμάζοφ») τοῦ Ρώσσου μυθιστοριογράφου. Ἐν τούτοις, ὁ Ἔφηβος δέν στερεῖται φιλοσοφικῶν ἀναζητήσεων, ὅπως ἔχει παλαιότερα ὑποστηριχθεῖ[2], καθ’ ὅσον ἀπό μία προσεκτικότερη ἀνάγνωση τοῦ ἔργου θά δεῖ κανείς νά συζητοῦνται καί ἐδῶ τά προβλήματα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς διχασμένης συνειδήσεως, τῆς κοινωνικῆς κριτικῆς κ.ἄ., τά ὁποῖα βεβαίως εἶναι κυρίαρχα στά ἀναφερθέντα ἔργα. Φαίνεται, λοιπόν, οἱ θεματολογικές ὁμοιότητες μεταξύ τῶν «μεγάλων» ἔργων καί τοῦ Ἐφήβου εἶναι ἀρκετές.
Πολλά χρόνια ἀργότερα, καί ὁπωσδήποτε ὕστερα ἀπό τήν δημοσίευση τοῦ κλασσικοῦ πιά ἔργου Ἡ κοσμοαντίληψη τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι (1921)[3] τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948), ἄρχισαν οἱ κριτικοί νά προσεγγίζουν μέ μεγαλύτερη προσοχή τό περιεχόμενο τοῦ Ἐφήβου. Πάντως οἱ αὐτοτελεῖς μελέτες πάνω στίς ἰδέες καί τό ὕφος τοῦ Ἐφήβου, τόσο στήν διεθνή, ὅσο καί στήν ἑλληνική βιβλιογραφία, εἶναι ἐλάχιστες[4]. Ὁ ἀναγνώστης θά βρεῖ ἀναφορές στόν Ἔφηβο σέ γενικά κυρίως ἔργα γιά τόν Ντοστογιέφσκι ἤ σέ γενικά ἔργα γιά στήν ρωσσική λογοτεχνία[5]. Ἔτσι τό παρόν μελέτημα ἔρχεται νά καλύψει τό ὑπάρχον κενό στήν ἑλληνική βιβλιογραφία. Πιό συγκεκριμένα, θά ἐξετασθοῦν ἐν συνεχίᾳ οἱ ἀνθρωπολογικές προσεγγίσεις πού ἐπιχειρεῖ ὁ  Ντοστογιέφσκι στόν Ἔφηβο.


Α΄


Κατά πρῶτο ἔχει ἐνδιαφέρον, νομίζω, νά προσέξει κανείς ὁρισμένα ἀπό τά βασικά ζητήματα τοῦ Ἐφήβου, ζητήματα πού ἀπασχόλησαν τόν ἴδιο τόν Ντοστογιέφσκι σέ ὅλην τήν ζωή του. Ἐξ αὐτῶν τό ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ ἀπασχολεῖ καί τούς ἥρωες τοῦ Ἐφήβου[6]. Σ’ ἕνα χαρακτηριστικό διάλογο μέ τόν Ἀρκάντη, τόν Ἔφηβο δηλαδή, ὁ Βερσίλοφ ἰσχυρίζεται ὅτι «ὁ Ρῶσσος μας ἄθεος, ἄν εἶναι πραγματικά ἄθεος καί μέ λιγάκι μυαλό, εἶναι ὁ λαμπρότερος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου καί πάντα τείνει νά καλοπιάσει τό Θεό, γιατί ἐξάπαντος εἶναι ἀγαθός κι εἶναι ἀγαθός γιατί εἶναι ὑπερευχαριστημένος μέ τό εἶναι ἄθεος. Οἱ ἄθεοί μας εἶναι ὅλοι σοβαροί ἄνθρωποι…»[7]. Τύπος μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, ὁ Μακάρ Ἰβάνοβιτς στήν συνάντησή του μέ τόν Ἀρκάντη, ἀπαντᾶ σέ σχετική ἐρώτηση τοῦ Ἐφήβου, λέγοντας ὅτι «σέ ὅλα ὑπάρχει τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Μέσα στό κάθε δέντρο, μέσα στό κάθε μόριο, περικλείνεται αὐτό τό μυστήριο…»[8].  Καί λίγο παρακάτω, σέ μία διαλεκτική ἀντιπαράθεση μέ τόν Βερσίλοφ, ὁ Μακάρ Ἰβάνοβιτς βεβαιώνει ὅτι «εἶναι ἀδύνατο νά ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν προσκυνάει κάτι. Κι ἄν ἀρνηθεῖ τό Θεό, θά προσκυνήσει τά εἴδωλα, ξύλινα ἤ χρυσά ἤ ἀκόμα καί μία ἰδέα. Εἰδωλολάτρες εἶν’ ὅλοι αὐτοί κι ὄχι ἄθεοι, νά πῶς πρέπει νά τούς ὀνομάσει κανείς»[9]Ἡ διατύπωση αὐτή εἶναι ἡ καλύτερη ἑρμηνεία γιά τήν ἰδεολογία τοῦ σοσιαλισμοῦ πού ἀρχικῶς ἐξιδανικεύθηκε καί ἐν συνεχείᾳ τρομοκράτησε πολλές γενιές Ρώσσων κατά τήν σοβιετική ἐποχή. Παράλληλα, εἶναι ἕνα κατάλληλο παράδειγμα τῆς ἑρμηνευτικῆς τῆς ἀτομικῆς ψυχολογίας[10]. Νά σημειωθεῖ, τέλος, σέ μία συγκριτική ἐξέταση ἔχει ὑποστηριχθεῖ[11] ὅτι ὁ Μακάρ τοῦ «Ἐφήβου» θυμίζει τόν Πλάτωνα Καρατάγιεφ στό «Πόλεμος καί Εἰρήνη» τοῦ Τολστόϊ.


Β΄


Ἐξεταζόμενος ὁ κόσμος τοῦ Ἐφήβου θά λεχθεῖ γενικά ὅτι αὐτός εἶναι ἡ Ρωσσία στήν σχέση της μέ τήν Δύση καί ἀκολούθως ἡ ρωσσική οἰκογένεια.
Ὅσον ἀφορᾶ τήν συγκεκριμένη ρωσσική οἰκογένεια, ὁ Ντοστογιέφσκι θεωρεῖ ὅτι πρόκειται γιά ἕνα παράδειγμα τῆς «τυχαίας» οἰκογένειας, σύμφωνα μέ τόν ὁρισμό πού ὁ ἴδιος θά δώσει ἀναλυτικότερα ἀλλοῦ: «Ἡ ρωσσική οἰκογένεια γίνεται ὅλο καί περισσότερο ‘’τυχαία’’. Αὐτό τό κοσμητικό τυχαία εἶναι πραγματικά ἐκεῖνο πού ταιριάζει στή ρωσσική οἰκογένεια τῆς ἐποχῆς μας. Φαίνεται σά νἄχασε ξαφνικά τήν παλιά της ὄψη, ὅσο γιά τήν καινούργια … Καί θά ἀνταποκρίνεται αὐτή ἡ καινούργια στόν χαρακτῆρα τῆς ρωσσικῆς ψυχῆς; Πολλοί σοβαροί ἄνθρωποι δηλώνουν ἀνοιχτά πώς ‘’δέν ὑπάρχει πιά ρωσσική οἰκογένεια’’»[12].
Στόν Ἔφηβο παρουσιάζονται ὁ ἀριστοκράτης Βερσίλοφ, ἡ ὑπηρέτριά του Σοφία καί τά ἐξώγαμα παιδιά τους, ὁ Ἀρκάντι καί ἡ Λίζα. Ἐπίσης δύο πρόσωπα τῶν ὁποίων ὁ ρόλος εἶναι βασικός, εἶναι ἡ Κατερίνα Ἀχμάκοβα, ἡ μοιραία γυναίκα μέ τήν ὁποία εἶναι ἐρωτευμένος ὁ Βερσίλοφ, καί ὁ Μακάρ Ἰβάνοβιτς, ὁ γερασμένος σύζυγος τῆς Σοφίας. Ὁ Ἀρκάντι ἔρχεται ἀπό τήν Μόσχα στήν Πετρούπολη γιά νά ρυθμίσει τήν σχέση του μέ τόν Βερσίλοφ. Ἐρωτεύεται τήν Κατερίνα, ἀλλά τά πράγματα ξεκαθαρίζουν μέ τόν ἐρχομό καί κυρίως τόν θάνατο τοῦ Μακάρ Ἰβάνοβιτς. Ἡ οἰκογένεια παύει νά εἶναι «τυχαία», ὅταν ὁ Βερσίλοφ παντρεύεται τήν Σοφία. 
Ἀλλά ὁ κόσμος τοῦ Ἐφήβου εἶναι καί ἡ Ρωσσία σέ σχέση μέ τήν Εὐρώπη. Τό ζήτημα αὐτό τίθεται, διότι ὁ Βερσίλοφ ἐνσαρκώνει ἀκριβῶς τό κοσμοπολίτικο στοιχεῖο τοῦ Ρώσσου. Σ’ ἕνα χαρακτηριστικό διάλογο μέ τόν Ἀρκάντη, ὁ Βερσίλοφ ἰσχυρίζεται ὅτι «γιά ἕνα Ρῶσο ἡ Εὐρώπη εἶναι τό ἴδιο πολύτιμη ὅσο καί ἡ Ρωσία: ἡ κάθε πέτρα της τοῦ εἶναι προσφιλής. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ἐξίσου πατρίδα μας, ὅσο καί ἡ Ρωσία…»[13]. Πάντως στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅτι ἡ ἀντίληψη τοῦ Ντοστογιέφσκι γιά τήν Εὐρώπη δέν ἀλλάζει ἄρδην μέ τήν δημοσίευση τοῦ Ἐφήβου. Μετριάζεται ἴσως ἡ κριτική του στάση σέ σχέση μέ τήν παλαιότερη αὐστηρή κριτική πρός τήν Εὐρώπη καί τούς Εὐρωπαίους πού εἶχε ἀσκήσει ὁ συγγραφέας στίς Χειμερινές σημειώσεις πάνω σέ καλοκαιρινές ἐντυπώσεις (1863)[14]. Γιά τήν ἀλήθεια, ὁ Ντοστογιέφσκι θά ἐπανέλθει στήν αὐστηρή κριτική τῆς Εὐρώπης στό Ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέως[15].
Σέ τελική ἀνάλυση, ὁ κόσμος τοῦ Ἐφήβου εἶναι ὁ κόσμος τῆς Ρωσσίας καί ὁ κόσμος τῆς Εὐρώπης. Τό φιλελεύθερο πνεῦμα τῆς Εὐρώπης ἐκφράζει ὁ Βερσίλοφ, ἐνῶ τόν συντηρητικό χαρακτῆρα τῆς Ρωσσίας θυμίζει ὁ Μακάρ Ἰβάνοβιτς. Ὁραματίζεται μάλιστα ὁ Βερσίλοφ μία «μελλοντική ἀνθρωπότητα χωρίς Θεό» ἀπό τήν ἀπουσιάζει ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία καί ἀγάπη[16].  
Εἶναι σαφές ὅτι οἱ δύο κόσμοι εἶναι διακριτοί, ἐνῶ ἡ συνάντησή τους ὁδηγεῖ στήν ἀποκατάσταση τῆς ἠθικῆς τάξεως πού εἶχε διασαλευθεῖ μέ τήν συμπεριφορά τοῦ Βερσίλοφ.  



Γ΄


Μεταξύ τῶν ἀνθρωπολογικῶν ζητημάτων πού συζητοῦνται στόν Ἔφηβο, εἶναι τό πρόβλημα τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλά ἐδῶ ἡ ἐλευθερία δέν συσχετίζεται ἀπολύτως μέ τό πρόβλημα κακοῦ. Ἄλλωστε εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκι δέν ἀσχολήθηκε συστηματικά στόν Ἔφηβο μέ τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ καί τοῦ καλοῦ. Κυρίως ἡ ἐλευθερία στόν Ἔφηβο θεωρεῖται ὅτι πραγματώνεται λόγῳ τῆς δυνάμεως πού μπορεῖ νά ἀποκτήσει κανείς μέ τήν οἰκονομική ἀνεξαρτησία.
Ἀναλυτικότερα.
Γιά τόν Ἀρκάντη ἡ ἀτομική ἐλευθερία μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ διά τῆς οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας, ἔχοντας σάν στόχο ὁ ἴδιος νά γίνει ἕνας «Ρότσιλδ»[17]. Στό πλαίσιο αὐτό ὁ Ἀρκάντη λέγει ὅτι ἔχει τήν ἀνάγκη ἐκείνου «πού ἀποκτάει κανένας μέ τήν παντοδυναμία καί πού εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀποκτηθεῖ δίχως αὐτήν: κι αὐτό εἶναι ἡ ἀπομονωμένη κι ἤρεμη συνείδηση τῆς δύναμης! Νά ὁ ἀκριβέστερος ὁρισμός τῆς ἐλευθερίας…»[18]. Ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι τό μοτίβο τοῦ Ἀρκάντι ὡς Ρότσιλδ ὁ Ντοστογιέφσκι «τό πῆρε ἀπό τόν Φιλάργυρο ἱππότη τοῦ Ποῦσκιν»[19]. Ὡστόσο, εἶναι προφανές ὅτι ἡ σύνδεση τῆς ἐλευθερίας μέ τήν οἰκονομική δύναμη εἶναι ἀτυχής, καθ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος οὐσιαστικά χάνει τήν ἐλευθερία του ὄταν ὑποτάσσεται στήν ἐξουσία τοῦ χρήματος. Ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι ὁ Ἀρκάντη γίνεται «ἕνας ὑποχείριος τῆς πνευματικῆς πιέσεως πού ἀσκεῖ τό χρῆμα, ὡς ἰδέα, στό πνεῦμα του»[20]. Ἐξ ἄλλου, ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἀρκάντι εἶναι βεβιασμένη καί ἀνώριμη, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος δέν γνωρίζει καί νά καταλαβαίνει ἀκόμη τήν ζωή στό σύνολό της καί στίς ἐκφάνσεις της.

Ἀπό τήν σύντομη πραγμάτευση φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ὁ μεγάλος Ρῶσσος μυθιστοριογράφος ἀσχολήθηκε μέ κρίσιμα ἀνθρωπολογικά ζητήματα καί στόν Ἔφηβο, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ πρῶτες κριτικές προσεγγίσεις τοῦ ἔργου δέν ἦσαν ἰδιαιτέρως εὐνοϊκές. Συγκεκριμένα, στόν Ἔφηβο ὁ Ντοστογιέφσκι προσεγγίζει τά γνωστά ζητήματα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά παράλληλα ἐνδιαφέρεται νά  ἐπανεξετάσει καί τήν σχέση τῆς Ρωσσίας μέ τήν Εὐρώπη. Ἐάν γίνει δεκτό ὅτι ἡ κριτική του στάση πρός τήν Εὐρώπη εἶναι ἤπια στόν Ἔφηβο, αὐτό ἀποτελεῖ μόνον μία παρένθεση στήν γενικότερη κριτική προσέγγιση ἐκ μέρους του τῆς σχέσεως τῆς Ρωσσίας μέ τήν Εὐρώπη.

 (Τό παρόν εἶχε δημοσιευθεῖ στό περ. Σύναξη)
                                                                 



[1] Βλ. σχετικῶς K. N. Léontiev, Écrits essentiels, trad. et comm. D. Beaune-Gray, Lausanne 2003, σ. 54. L. Grossman, Dostoievski, trad. Μ. Kahn, Moscou 1970, σ. 441.
[2] D. S. Mirsky, Ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, μετ. Ἰ. Ράλλη-Κ. Χατζηδήμου, Ἀθήνα 1977, σ. 232.
[3] Ν. Μπερδιάγιεφ, Τό πνεῦμα τοῦ Ντοστογιέφσκι, μετ. Ν. Ματσούκα, Ἐκδ. Π. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1972.
[4] Βλ. Μιχ. Κ. Μακράκης, «Ντοστογιέφσκυ βιβλιογραφία», στόν τόμο Σπουδή στόν Ντοστογιέφσκυ, ἔκδ. Imago, σσ. 364-368.
[5] Βλ. ἐνδεικτικῶς D. Likhatchov, Poétique historique de la littérature russe (x-xx s.), pr.-trad.- not. Fr. Lesourd, L’ Age d’ Homme, Lausanne, σσ. 96-101.  
[6]  Ὁ Ἔφηβος, τ. Α΄, μετ. Κ. Μακρῆ, Γκοβόστης Ἐκδοτική, ἄ.ἔ., σ. 46.
[7]  Ὁ Ἔφηβος, τ. Α΄, σ. 339.
[8]  Ὁ Ἔφηβος, τ. Β΄, σ. 22.
[9]  Ὁ Ἔφηβος, τ. Β΄, σ. 52.
[10] Βλ. σχετικῶς Δημ. Μπαλτᾶς, Ντοστογιέφσκι. Ζητήματα φιλοσοφικῆς ἀνθρωπολογίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2010, σσ. 54-57.
[11] Ντολίνιν, Στό δημιουργικό ἐργαστήρι τοῦ Ντοστογιέφσκι: Ἡ ἱστορία τῆς δημιουργίας τοῦ μυθιστορήματος «Ὁ ἔφηβος», Μόσχα 1947. Ἡ ἀναφορά ἔχει ληφθεῖ ἀπό τόν Μιχ. Μακράκη (Ὁ σοσιαλισμός τοῦ Ντοστογιέφσκι καί ἡ σοβιετική κριτική, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1983, σ. 74)
[12] Φ. Ντοστογιέφσκι, Τό ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέα, μετ. Μ. Ζωγράφου, Ἐκδ. Δαρεμᾶ, Ἀθῆναι, ἄ. ἔ., σ. 403. 
[13]  Ὁ Ἔφηβος, τ. Β΄, σ. 22.
[14]Βλ. ἐνδεικτικῶς Χειμερινές σημειώσεις πάνω σέ καλοκαιρινές ἐντυπώσεις, μετ. Ἀ. Μεσσήνη, Ἐκδόσεις Καστανιώτη, σ. 34, σ. 40, σ. 48, σ. 78, σ. 82, σ. 89. 
[15]  Βλ. ἐνδεικτικῶς Ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέως, μετ. Μ. Ζωγράφου, Ἐκδ. Δαρεμᾶ, Ἀθῆναι, ἄ. ἔ., σσ. 108-116, σσ. 275-278, σσ. 382-387.
[16] Μιχ. Μακράκη, Ὁ σοσιαλισμός τοῦ Ντοστογιέφσκι καί ἡ σοβιετική κριτική, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1983, σ. 195 καί σ. 281, σημ. 77.
[17] Ὁ  Ἔφηβος, τ. Α΄, σ. 136.
[18]  Ὁ  Ἔφηβος, τ. Α΄, σ. 141.
[19] J. Lavrin, Φιοντόρ Μ. Ντοστογιέφσκι, μετ. Ζ. Κουκουτσίδη, Ὀρ- γανισμός Κλασσικῶν Ἐκδόσεων, Ἀθῆναι 1970, σ. 149. Πβ. Μ. Μπράουν, Ντοστογιέφσκι. Ἡ ζωή του μέσα ἀπό τό ἔργο του, μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Ἐκκρεμές, Ἀθήνα 2008, σ. 314. 
[20] Ἀμ. Α. Παπαβασιλείου, Ντοστογιέφσκυ. Τομές στό ἔργο του, Ἐκδ. Φέξη, Ἀθῆναι 1965, σ. 61.  

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013



Dimitris Baltas

P. Destrée, C. Talon-Hugon, Le Beau et le Bien. Perspectives historiques de Platon à la philosophie américaine contemporaine, Les éditions Ovadia, Nice, 2012, σελ. 337.

Τά 16 κεφάλαια -ἐργασίες πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν τῆς Γαλλίας, τοῦ Βελγίου καί τῆς Βραζιλίας-, αὐτοῦ τοῦ τόμου ἀναφέρονται στήν σχέση τοῦ ὡραίου καί τοῦ καλοῦ μέσα ἀπό τίς σχετικές ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων (Πλάτωνος, Ἀριστοτέλους, Πλωτίνου), τῶν μεσαιωνικῶν (Θωμᾶ Ἀκυϊνάτη, Νικολάου Κουζάνου), τῶν νεωτέρων (Χιούμ, Ντιντερό, Κάντ, Σίλλερ, Νίτσε) καί τῶν συγχρόνων (Μπασελάρ, Σάρτρ) φιλοσόφων.
Ἀφετηρία καί σκοπός τοῦ ἔργου παραμένει λοιπόν ἡ ἐξέταση τῆς σχέσεως μεταξύ τῆς αἰσθητικῆς καί τῆς ἠθικῆς περί τῶν ὁποίων ὁ Βιττγκενστάιν εἶχε γράψει παλαιότερα ὅτι «ἡ ἠθική καί ἡ αἰσθητική εἶναι ἕνα» (σ. 11). Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου, θεωρήσεις περί τῆς ἀνεξαρτησίας καθεμιᾶς τῶν δύο περιοχῶν τοῦ σκέπτεσθαι πού διατυπώθηκαν διά μακρῶν κατά τόν 20ό αἰ, ἐπανεξετάζονται πλέον ὡς ἀπόλυτες καί μονομερεῖς.
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, νομίζω ὅτι αὐτός ὁ συλλογικός τόμος περιέχει χρήσιμες καί ἐνδιαφέρουσες προσεγγίσεις πού μποροῦν νά ἀναγνωσθοῦν τόσο ἀπό εἰδικούς ἐρευνητές ὅσο καί ἀπό ἀναγνῶστες μέ γενικότερους προβληματισμούς καί ἱστορικοφιλοσοφικά ἐνδιαφέροντα.