Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013




Ν. Βerdiaeff

Ν. Tσερνιτσέφσκι

μετάφραση

Dimitris Baltas



Κεντρική μορφή στήν ρωσσική κοινωνία τοῦ 1860 ἦταν ὁ Τσερνιτσέφσκι, ὁ ὁποῖος ἦταν πνευματικός ἡγέτης. Τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι ἀποτελοῦν τό ἠθικό κεφάλαιο πού χρησιμοποιοῦν ἀργότερα οἱ λιγότερο ἄξιοι ἄνθρωποι. Χάρις στά προσωπικά ἠθικά στοιχεῖα του ἦταν ὄχι μόνον ἀπό τούς καλύτερους Ρώσσους ἀλλά καί πολύ κοντά στήν ἁγιοσύνη. Ναί, ὁ ἐνδιαφέρων αὐτός ὑλιστής καί μηδενιστής, αὐτός ὁ ἰδεολόγος τοῦ ρωσσικοῦ «μηδενισμοῦ» ἦταν σχεδόν ἅγιος. Ὅταν οἱ στρατιῶτες τῆς ἔνοπλης φρουρᾶς τόν ὁδηγοῦσαν στά καταναγκαστικά ἔργα στήν Σιβηρία, ἔλεγαν: «Μᾶς ἀνέθεσαν νά μεταφέρουμε ἕνα ἐγκληματία, κι ἐμεῖς μεταφέρουμε ἕνα ἅγιο». Ἡ ὑπόθεση τοῦ Τσερνιτσέφσκι ἦταν ἀπό τίς πλέον ἀηδιαστικές μηχανορραφίες τῆς ρωσσικῆς κυβερνήσεως. Εἶχε καταδικαστεῖ σέ καταναγκαστικά ἔργα ἐπί 19 χρόνια. Ἄντεξε τήν ἐξορία ἡρωϊκά, μέ χριστιανική ταπεινοφροσύνη θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς. Ἔλεγε: «Παλεύω γιά τήν ἐλευθερία, ἀλλά δέν θέλω ἐλευθερία γιά τόν ἑαυτό μου, γιά νά μήν σκεφθεῖ κανείς ὅτι παλεύω γιά ὠφελιμιστικούς λόγους». Αὐτά ἔλεγε καί ἔγραφε ὁ «ὠφελιμιστής». Δέν ἤθελε τίποτε γιά τόν ἑαυτό του. Ἡ ἀγάπη τοῦ Τσερνιτσέφσκι γιά τήν γυναῖκα του, τήν ὁποία εἶχε ἀποχωρισθεῖ, εἶναι μία ἀπό τίς πιό ἐκπληκτικές ἐκδηλώσεις ἀγάπης μεταξύ ἄνδρα καί γυναίκας. Πρέπει νά διαβάσει κανείς τά γράμματα τοῦ Τσερνιτσέφσκι πρός τήν γυναῖκα του γιά νά ἐκτιμήσει πλήρως τόν ἠθικό χαρακτῆρα του καί τόιν σχεδόν μυστικιστικό χαρακτῆρα πού εἶχε ἡ ἀγάπη γιά τήν γυναίκα του.
Ἡ περίπτωση τοῦ Τσερνιτσέφσκι ἐκπλήσσει λόγῳ τῆς ἀναντιστοιχίας μεταξύ τῆς πενιχρῆς ὑλιστικῆς καί ὠφελιμιστικῆς φιλοσοφίας του καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά θυμηθοῦμε τά λόγια τοῦ Βλ. Σαλαβιώφ: «Στούς Ρώσσους μηδενιστές προσιδιάζει ὁ ἑξῆς συλλογισμός: ὁ ἄνθρωπος προῆλθε ἀπό τόν πίθηκο, ἄρα ἄς ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο».
Ὁ Τσερνιστέφσκι ἦταν πολύ μορφωμένος, γνώριζε θεολογία, φιλοσοφία τοῦ Χέγκελ, φυσικές ἐπιστῆμες, ἱστορία καί ἦταν εἰδικός στήν πολιτική οἰκονομία. Ὁ Mάρξ ἄρχισε νά μαθαίνει τήνν ρωσσική γιά νά διαβάσει τίς οίκονομικές πραγματεῖες τοῦ Τσερνιτσέφσκι· τόσο μεγάλη ἦταν ἡ ἐκτίμηση πού ἔτρεφαν [γι’ αὐτές] ἐκείνο τόν καιρό. Στόν Τσερνιτσέφσκι συγχωροῦσαν τήν ἔλλειψη λογοτεχνικοῦ ταλέντου. Στά γραπτά του δέν ὑπῆρχε καμμία ἐξωτερική ἑλκυστικότητα, [ὁ ἴδιος] δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τόν περισσότερο λαμπρό Πισάρεφ.
Ὁ σοσιαλισμός τοῦ Τσρενιτσέφσκι ἦταν πιό κοντά στόν λαϊκό σοσιαλισμό τοῦ Χέρτζεν, ἤθελε καί αὐτός νά στηρίζεται στήν ἀγροτική κοινότητα καί στόν ἐργατικό συνεταιρισμό, διότι ἤθελε νά ἀποφύγει τήν ἐξέλιξη τοῦ καπιταλισμοῦ στήν Ρωσσία. Στήν Κριτική τῶν φιλοσοφικῶν προκαταλήψεων κατά τῆς κοινοτικῆς γαιοκτησίας, χρησιμοποιώντας τήν διαλεκτική τοῦ Χέγκελ, προσπαθοῦσε νά ἀποδείξει ὅτι μπορεῖ νά ἀποφευχθεῖ μεσαία περίοδος τῆς καπιταλιστικῆς ἀναπτύξεως. Ἡ βασική κοινωνική ἰδέα του ἦταν ἡ ἀντιπαράθεση τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καί τῆς λαϊκῆς εὐημερίας. Μάλιστα ὁ Τσερνιτσέφσκι ἦταν ὑπέρ τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως, καί σ’ αὐτό δέν ἦταν λαϊκιστής, ἐάν ὑπό τήν ἔννοια τοῦ λαϊκισμοῦ ἐννοεῖ κανείς τήν ἀπαίτηση νά παραμένει ὁλόκληρη ἡ Ρωσσία ἀποκλειστικῶς ἀγροτική χώρα καί νά μήν παίρνει τόν δρόμο τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως. Πίστευε, ὅμως, ὅτι ἡ βιομηχανική ἀνάπτυξη μπορεῖ νά συντελεσθεῖ μέ μή δυτικό καπιταλιστικό τρόπο. Ὁ Τσερνιτσέφσκι ἦταν ἕτοιμος ἀκόμα καί νά δεῖ μέσα του κάτι κοινό μέ τούς σλαβόφιλους. […]
Ὁ Χέρτζεν, λόγῳ τῆς ψυχικῆς ἰδιοσυγκρασίας του, παρέμεινε «ἰδεαλιστής» τῆς δεκαετίας τοῦ 1840, παρά τόν σκπετικισμό του. Ὁ πιό ἤπιος τύπος «ἰδεαλιστῆ» τῆς δεακετίας τοῦ 1840 ἀντικαθίσταται ἀπό τόν σκληρό τύπο «ρεαλιστῆ» τῆς δεκαετίας τοῦ 1860. Ἐν συνεχείᾳ, ὁ πιό ἤπιος τύπος τοῦ λαϊκιστῆ ἀντικαθίσταται ἀπό τόν πιό σκληρό τύπο τοῦ μαρξιστῆ, ὁ πιό ἤπιος τύπος τοῦ μενσεβίκου ἀπό τόν πιό σκληρό τύπο τοῦ μπολσεβίκου. Παρεμπιπτόντως, ὁ Τσερνιτσέφσκι δέν ἦταν καθόλου σκληρός τύπος, ἦταν πολύ ἀνθρώπινος, γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη, ἕτοιμος νά θυσιάσει τόν ἑαυτό του. […]
Οἱ μηδενιστές τῆς δεκαετίας τοῦ 1860 ἐμφανίζουν μία ἀσκητική χροιά, χαρακτηριστική γιά τήν μεταγενέστερη ἐπαναστατική διανόηση. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀσκητικῆς χροιᾶς θά ἦταν ἀδύνατος ὁ ἡρωϊκός ἐπαναστατικός ἀγώνας. Τό ἀσκητικό στοιχεῖο εἶχε ἐκφρασθεῖ στό Τί νά πράξουμε; τοῦ Τσερνιτσέφσκι.
Τό Τί νά πράξουμε; ἀνήκει στόν τύπο τῶν ἐκλεπτυσμένων μυθιστορημάτων. Τό μυθιστόρημα αὐτό δέν ἔχει καλλιτεχνική ἀξία, εἶναι γραμμένο χωρίς ταλέντο. Ἡ κοινωνική οὐτοπία ἠ ὁποία ἐκφράζεται στό ὄνειρο τῆς Βέρας Παύλοβνα, εἶναι ἀρκετά ἁπλοϊκή. Ὅμως, τό μυθιστόρημα τοῦ Τσερνιτσέφσκι εἶναι ἐξαιρετικό καί ἔχει τεράστια σημασία. Ἡ σημασία αὐτή ἦταν κατά κύριο λόγο ἠθική. Ἦταν τό κήρυγμα μιᾶς νέας ἠθικῆς. Τό μυθιστόρημα, πού ἀναγνωρίστηκε ὡς κατήχηση τοῦ μηδενισμοῦ, τό διέβαλαν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ δεξιοῦ στρατοπέδου, [οἱ ὁποῖοι] ἄρχισαν νά φωνάζουν γιά τήν ἀνηθικότητά του - οἱ ἄνθρωποι τούς ὁποίους κάτι τέτοιο δέν χαρακτήριζε καθόλου. Στήν πραγματικότητα, ἡ ἠθική τοῦ Τί νά πράξουμε; εἶναι πολύ ὑψηλή. […]
Τό κήρυγμα τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀγάπης εἶναι τό κήρυγμα τῆς εἰλικρίνειας τοῦ συναισθήματος καί τῆς ἀξίας τῆς ἀγάπης μεταξύ ἄνδρα καί γυναίκας. Ἡ διακοπή τῆς ἀγάπης ἐκ μιᾶς τῶν δύο πλευρῶν σημαίνει τήν διακοπή τῆς σχέσεως. Ὁ Τσερνιτσέφσκι ἐξεγείρεται κατά τῆς ὁποιασδήποτε μορφῆς κοινωνικῆς βίας στά ἀνθρώπινα συναισθήματα, κινεῖται ἀπό ἀγάπη πρός τήν ἐλευθερία, ἀπό σεβασμό πρός τήν ἐλευθερία καί τήν εἰλικρίνεια τοῦ συναισθήματος. […]
Οἱ Ρῶσσοι εἶναι λιγότερο νομοταγεῖς ἀπό τούς Δυτικούς· γι’ αὐτούς τό περιεχόμενο ἔχει μεγαλύτερη σημασία ἀπό τήν μορφή. Γι’ αὐτό καί ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγάπης ἀποτελεῖ ρωσσική θεωρία, θεωρία τῆς ρωσσικῆς διανοήσεως. […] Ἐδῶ δέν πρόκειται νά συμφωνήσουμε μέ τούς Δυτικοευρωπαίους, τούς φυλακισμένους στόν πολιτισμό τῆς νομοθεσίας, κυρίως δέν πρόκειται νά συμφωνήσουμε μέ τούς καθολικούς, οἱ ὁποῖοι  ἔχουν μετατρέψει τόν χριστιανισμό σέ θρησκεία τοῦ νόμου. Γιά μᾶς μεγαλύτερη ἀξία ἔχει ὁ ἄνθρωπος, γιά κείνους πιό σημαντική εἶναι ἡ κοινωνία καί τό πολιτισμικό ἐπίπεδο.
Ὁ Τσερνιτσέφσκι εἶχε τήν πιό πενιχρή φιλοσοφία. Ὅμως, τό βάθος τῆς ἠθικῆς του φύσεως τοῦ ὑπέβαλε τίς πιό ὀρθές καί καθαρές ἀξίες τῆς ζωῆς. Ὑπῆρχε σ’ αὐτόν μεγάλη ἀνθρωπιά, ἀγωνιζόταν γιά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγωνιζόταν κατά τῆς ἐξουσίας τῆς κοινωνίας πάνω στά ἀνθρώπινα συναισθήματα. […]

(σημ. μετ.: Τά ἀποσπάσματα προέρχονται ἀπό τό βιβλιο τοῦ Ν. Μπερντιάγιεφ Ἡ Ρωσσική Ἰδέα, 1946, ἀνατ. Μόσχα 2000, σσ. 103-107, ρωσσ.).