Σάββατο, 27 Απριλίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἀλμπέρ Καμύ, Ὁ καλλιτέχνης καί ἡ ἐποχή του. Ὁμιλίες στή Σουηδία, Ἐκδόσεις Καστανιώτη, Ἀθήνα 2011, σελ. 90

Μέ ἀφορμή τήν συμπλήρωση 100 ἐτῶν ἀπό τήν γέννηση τοῦ Γάλλου λογοτέχνη Ἀλμπέρ Καμύ (1913-1960) θά ἀναφερθῶ στό παρόν σημείωμα στίς λιγότερο γνωστές «Ὁμιλίες» πού ὁ ἴδιος ἐξεφώνησε στήν Σουηδία, ὅταν ἐκλήθη νά παραλάβει τό βραβεῖο Νόμπελ, καί ὄχι στά περισσότερο γνωστά λογοτεχνικά ἔργα ἤ δοκίμιά του. 
Οἱ δύο «Ὁμιλίες» πού παρουσιάζονται στόν παρόντα τόμο, ἐνδιαφέρουν κυρίως ἀπό τήν ἄποψη τῆς αἰσθητικῆς, καθ’ ὅσον πραγματεύονται τήν θέση τοῦ καλλιτέχνη καί τήν λειτουργία τῆς τέχνης στήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς του.
Ὁ καλλιτέχνης, γιά τόν Καμύ, ἔχει τήν ὑποχρέωση «νά ταχθεῖ στήν ὑπηρεσία τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἀλήθειας» (σ. 27), ἰδιαιτέρως μέσα σ’ ἕνα κόσμο «πού ἀπειλεῖται μέ διάσπαση, ὅπου οἱ μεγάλοι Ἱεροεξεταστές μας κινδυνεύουν νά ἑδραιώσουν γιά πάντα τά βασίλεια τοῦ θάνατου» (σ. 29).
Ἐν συνεχείᾳ ὁ Καμύ ἰσχυρἰζεται ὅτι «δημιουργῶ, στίς μέρες μας, σημαίνει δημιουργῶ ἐπικινδύνως» (σ. 37). Αὐτή ἡ ἄποψη ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι, ὅταν ὁ Καμύ ἐξεφώνησε τίς δύο «Ὁμιλίες», εἶχε ἤδη διαπιστώσει τίς ‘’ἐπιτυχεῖς’’ προσπάθειες ἀστυνόμευσης καί καθοδήγησης τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας στά τυραννικά καθεστῶτα τοῦ Χίτλερ καί τοῦ Στάλιν.
Ἀπορρίπτει δέ ὁ Καμύ τήν παλαιότερη θεωρία «ἡ τέχνη γιά τήν τέχνη» πού κυριάρχησε ἀπό τόν 19ο αἰ., ἐνῶ παράλληλα ἀντιμάχεται τήν «σύγχρονη ἐπιτήδευση ἤ ἀφαίρεση στήν τἐχνη» (σ. 45).
Ὁ καλλιτέχνης, κατά τόν Καμύ, μπορεῖ νά εἶναι «στρατευμένος», ἀλλά θά πρέπει νά ἀρνηθεῖ νά συνταχθεῖ μέ τόν «τακτικό στρατό» (σ. 59). Δέν ὑπηρετεῖ, δηλαδή, μία συγκεκριμένη παράταξη, ἀλλά μόνον «τόν πόνο καί τήν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων» (σ. 59). Ἀπό τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὁ Καμύ θά ἀπορρίψει τήν θεωρία τοῦ «σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ» (σσ. 50-53), ἡ ὁποία εἶχε κατ’ οὐσίαν ὡς σκοπό τόν περιορισμό τῆς ἐλευθερίας στήν τέχνη καί στήν λογοτεχνία (Ἐδῶ θυμίζω ὅτι ἡ ἐν λόγῳ θεωρία εἶχε προταθεῖ καί καθιερωθεῖ ἐπί Στάλιν κατά τό 1932).
Ἐπειδή τά σύγχρονα τυραννικά καθεστῶτα πολεμοῦν τήν ἐλεύθερη δημιουργικότητα, ὁ Καμύ ἀποτιμᾶ ὅτι «εἶναι φυσικό ἡ τέχνη νά ἀποτελεῖ δηλωμένο ἐχθρό γιά κάθε μορφή καταπίεσης. Εἶναι ἀπολύτως φυσικό οἱ καλλιτέχνες καί οἱ διανοούμενοι νά εἶναι τά πρῶτα θύματα κάθε σύγχρονης τυραννίας, εἴτε προέρχεται ἀπό τή δεξιά εἴτε ἀπό τήν ἀριστερά» (σ. 61). Γιά τήν ἱστορία, θά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Καμύ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό κομμουνιστικό κόμμα τῆς Γαλλίας κατά τό 1935 καί πρό τοῦ νά δεῖ τίς μαζικές ἐκκαθαρίσεις (μεταξύ ἄλλων καί λογοτεχνῶν καί καλλιτεχνῶν) τοῦ Στάλιν τό 1937. 
Νομίζω ὅτι ὁ Καμύ στίς δύο «Ὁμιλίες» του ὑπῆρξε εἰλικρινής στίς προσεγγίσεις του καί μέ μία διάθεση ἀντικειμενικῆς παρουσιάσεως τοῦ ρόλου τοῦ καλλιτέχνη καί τῆς Τέχνης. Ὑπερασπίζεται τόσο τήν ἐλευθερία στήν διαδικασία τῆς Τέχνης ὅσο καί τήν Τέχνη ὡς ἔκφραση τῆς ἀλήθειας.


Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς


Στέφανος Εὐαγγελίδης, Στυλιανή Χ., Ἐγκλήματα καί τιμωρία, Ἐκδόσεις Ἀρμίδα, Λευκωσία 2012, σελ. 135.

Στό βιβλίο αὐτό ὁ συγγραφέας Στ. Εὐαγγελίδης ἀναδεικνύει τίς παραμέτρους ἑνός στυγεροῦ ἐγκλήματος πού διαπράχθηκε στήν Ἀγγλία κατά τό 1954. Διότι, ὅπως φαίνεται, δέν πρόκειται γιά ἕνα ἔγκλημα πού εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς διαφωνίας μεταξύ τῆς πεθερᾶς, τῆς Στυλιανῆς Χριστοφῆ, καί τῆς νύφης της (σσ. 19-20), ἀλλά γιά τήν πράξη ἑνός ἀνθρώπου ψυχικά διαταραγμένου, ὅπως ἀποδεικνύει καί ἡ σχετική ἔκθεση τοῦ ἀρχιάτρου Δρ Christie πού ἐξέτασε τήν κατηγορουμένη (σσ. 47-49). Δυστυχῶς ἡ ἔκθεση τοῦ ἀρχιάτρου δέν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν (σκοπίμως;) ἀπό τίς δικαστικές Ἀρχές.
Στό σημεῖο αὐτό καί ἐνῶ συνεχίζονται οἱ καταθέσεις τῶν μαρτύρων, γίνεται γνωστό διά τῶν ἐφημερίδων ὅτι ἡ Στυλιανή Χριστοφῆ εἶχε διαπράξει καί μία ἄλλη δολοφονία μερικές δεκαετίες νωρίτερα, κατά τό 1925, τῆς πεθερᾶς της Μαρίας Κούλλα, καί μάλιστα μέ τήν συνέργεια δύο ἄλλων γυναικῶν τοῦ χωριοῦ Ριζοκαρπάσου τῆς Κύπρου, πράξη γιά ὁποία ἐντούτοις εἶχε τότε ἀθωωθεῖ ἐλλείψει στοιχείων (σσ. 57-58).
Ἀφοῦ ὁ συγγραφέας παραθέσει ὁρισμένα γενικά στοιχεῖα γιά τήν θανατική ποινή (σ. 62κἑξ), γιά τίς ἐπιστολές πού ἔστειλε καί ἔλαβε μέχρι τήν ἐκτέλεσή της ἡ Στυλιανή ἤ Στυλλού, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν (σσ. 73-81) καί ἀναφερθεῖ καί στίς διαμαρτυρίες πρό τῆς ἐκτελέσεώς της ἐκ μέρους κάποιων διαμαρτυρομένων ἐναντίον τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν (σ. 97), δείχνει ὁρισμένες ἀξιοσημείωτες παραμέτρους τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ ὑπόθεση τῆς Στυλλούς ἀπασχόλησε τήν Βουλή τῶν Κοινοτήτων τῆς Ἀγγλίας, ἀφοῦ βουλευτές τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος τάχθηκαν ὑπέρ τῆς παροχῆς χάριτος πρός τήν κατηγορουμένη (σ. 101κἑξ). Ἐάν μάλιστα ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τά γεγονότα πού καταγράφει ὁ Στ. Εὐαγγελλίδης, συμβαίνουν λίγο πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τοῦ Ἀγῶνα τῶν Κυπρίων ἐναντίον τῶν Ἄγγλων ἀποικιοκρατῶν, τότε δικαιολογημένα μπορεῖ νά συμφωνήσει κανείς μέ τήν ἑρμηνεία ὅτι ἡ ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου (καί τελικά τῆς τότε κυβερνήσεως) ἦταν «ἕνα μήνυμα τῆς σκληρῆς στάσης πού ἐπρόκειτο νά ἀκολουθήσει η Βρετανία ἀπέναντι στούς Κυπρίους» (σ. 116).
Ἀπό τήν παράθεση τῶν στοιχείων εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ Στυλιανή Χριστοφῆ δολοφόνησε τήν νύφη της, ἀλλά τό ἔγκλημα «δέν ἦταν προμελετημένο» (σ. 124). Ὅμως, δέν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἀπό ἕνα δικαστήριο πού ἐφήρμοζε νόμους ἀπαρχαιωμένους, ἡ ψυσική κατάσταση τῆς κατηγορουμένης (πβ. σ. 113). Προφανῶς οἱ νόμοι αὐτοί ἦσαν τελείως ἀμείλικτοι πρός ἕνα ἄτομο μειωμένων διανοητικῶν ἱκανοτήτων καί ψυχικῆς ἀνισορροπίας (πβ. σ. 126).
Ὁπωσδήποτε ὁ ὑπότιτλος τοῦ βιβλίου, πού παρουσιάζω σήμερα, «ἐγκλήματα καί τιμωρία» παραπέμπει στό περίφημο «Ἔγκλημα καί τιμωρία» τοῦ μεγάλου Ρώσσου μυθιστοριογράφου Φ. Ντοστογιέφσκι. Ἔχει ἐνδιαφέρον νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκι στηρίχθηκε σέ ἕνα πραγματικό γεγονός, τήν δολοφονία ἑνός τοκογλύφου κατά τό 1861-62 καί ἐν συνεχείᾳ μᾶς ἔδωσε ἕνα λογοτεχνικό ἀριστούργημα. Ἀλλά ὁ Ρασκόλνικοφ δέν φαίνεται νά ἔχει κάποια ψυχική διαταραχή πού τόν ὁδηγεῖ στήν διάπραξη τοῦ συγκεκριμένου ἐγκλήματος. Ἀκριβέστερα ἡ ἑρμηνεία τῆς πράξεως τοῦ Ρασκόλνικοφ θά πρέπει συσχετισθεῖ μέ τήν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων πού θέτουν ὁ νόμος καί ἡ ἐλευθερία, (πρᾶγμα πού δείχνει καί ἡ διπλή ἐτυμολογία τῆς λέξεως prestupleniye = ἔγκλημα, ὑπέρβαση), μέσα στήν κοινωνία (βλ. ἀναλυτικῶς Δ. Μπαλτᾶς, Ντοστογιέφσκι. Ζητήματα φιλοσοφικῆς ἀνθρωπολογίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2010, σσ. 95-98).
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, θά τονίσω ὅτι ἡ γραφή τοῦ Στ. Εὐαγγελίδη εἶναι ἁπλή, ἀνεπιτήδευτη, καί συγχρόνως συναρπαστική. Τό κείμενό του θυμίζει ἕνα καλά τεκμηριωμένο ρεπορτάζ πού κρατάει ζωντανό τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος, ἔστω κι ἄν πολλά ἀπό τά ζητήματα τῆς ὑποθέσεως μένουν, καί ἴσως παραμείνουν καί στό μέλλον, ἀναπάντητα.







Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Frédéric Lenoir, Le Christ philosophe, Plon, 2007, σελ. 306

Στό βιβλίο αὐτό ὁ Frédéric Lenoir, ἱστορικός τῶν θρησκειῶν καί διευθυντής τοῦ περιοδικοῦ «Le Monde des religions», παρακολουθεῖ ἱστορικά καί κριτικά τήν ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ μέχρι τόν 20ό αἰ.
Παραδέχεται ὁ σ. ὅτι ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου του εἶναι «κάπως παράδοξος» (σ. 21), ὅπως καί ὁ ὅρος «χριστιανική φιλοσοφία» (ὁμοίως σ. 21), ὁ ὁποῖος πάντως χρησιμοποιήθηκε εὐρύτατα (καί χρησιμοποιεῖται ἀκόμη) στήν Ἱστορία τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας.
Παράλλληλα ὁ σ. ἰσχυρίζεται ὅτι «ὁ Χριστός ἄνοιξε ἕνα νέο πνευματικό δρόμο», «ἐλευθερώνοντας τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἀπό τό βάρος τῶν παραδοσιακῶν θρησκειῶν» (σ. 25).
Σημειωτέον γενικῶς ὅτι τά κεφάλαια II καί V τοῦ βιβλίου ἔχουν ἕνα φιλοσοφικό περιεχόμενο, ἐνῶ τά κεφάλαια IV, VI καί VII περιέχουν κυρίως στοιχεῖα ἱστορικά. Ἡ βιβλιογραφία πού χρησιμοποιεῖ ὁ σ. σέ ὅλα τά κεφάλαια, εἶναι ἐξαιρετικῶς περιορισμένη.
 Ἐκ τῶν ἀναφερθέντων κεφαλαίων στό δεύτερο, ἐπιγραφόμενο «Ἡ φιλοσοφία τοῦ Χριστοῦ», ἐπεξηγεῖ, τρόπον τινα, τόν τίτλο τοῦ βιβλίου. Ὁ σ. ἑρμηνεύει τόν θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς «ἕνα πέρασμα σέ μία ἄλλη διάσταση τῆς ζωῆς» καί ὡς «τήν ἐλπίδα τῶν χριστιανῶν» (σ. 69) ἀντιστοίχως. Ἀναφέρεται δέ ἐκτενῶς (σσ. 74-94) ὁ Lenoir στήν ἠθική τοῦ Χριστοῦ (λ.χ. στήν ἀτομική ἐλευθερία, σστήν χειραφέτηση τῆς γυναίκας, στήν κοινωνική δικαιοσύνη, στήν διάκριση τῶν ἐξουσιῶν, στήν θεωρία τῆς μή ἀντιστάσεως, ἀκόμη δέ καί στήν ἔννοια τοῦ προσώπου).
Ἀπό τά ἐνδιαφέροντα κεφάλαια τοῦ βιβλίου εἶναι τό ἐπιγραφόμενο «Ἀπό τόν χριστιανικό στόν ἄθεο οὑμανισμό». Διατείνεται ὁ Lenoir ὅτι «ὁ χριστιανικός οὑμανισμός βεβαιώνει τήν αὐτονομία τοῦ ἀτόμου» (σ. 173), καθ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἐπιλέξει μεταξύ τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, νά ζήσει σάν ἕνας ἄγγελος ἤ σάν ἕνας κτῆνος (σ. 172). Ἀντιθέτως, στό πλαίσιο τοῦ ἀθέου οὑμανισμοῦ ἡ θρησκεία θεωρεῖται «σάν ἕνα ἐμπόδιο στήν πραγματοποίηση τῆς αὐθεντικῆς ἀτομικῆς καί κοινωνικῆς προόδου» (σ. 188). Ἐν συνεχείᾳ ὁ σ. καταγράφει τήν κριτική τοῦ Φόϋερμπαχ, τοῦ Μάρξ καί τοῦ Φροϋντ. Νομίζω ὅτι τήν καλύτερη κριτική παρουσίαση τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος θά τήν βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στό ἔργο «Le drame de l’ humanisme athée» (Oeuvres Completes τ. II, Παρίσι 2007) τοῦ H. de Lubac.
Γιά τούς μελετητές τῆς «νεωτερικότητας» καί τῆς λεγομένης «μετανεωτερικότητας» εἶναι χρήσιμες οἱ σελίδες πού ἀφοροῦν στήν ἰδέα τῆς προόδου (σσ. 200-206) καί στίς «χριστιανικές ρίζες τῆς Εὐρώπης» (σσ. 221- 231).
Ἐάν πράγματι οἱ «χριστιανικές Ἐκκλησίες ἔχουν χάσει τήν ἐπίδραση πού ἀσκοῦσαν στούς κοινωνίες ἀνά τούς αἰῶνες (σ.  239), αὐτό, κατά τόν συγγραφέα, δέν σημαίνει ὅτι οἱ ἀποδομητικές θεωρίες (λ.χ. τοῦ M. Onfray) ἔχουν νά προτείνουν κάτι στήν «θέση τοῦ Δεκαλόγου ἤ τῆς καντιανῆς ἠθικῆς» (σ. 263).
Τό βιβλίο τοῦ Fr. Lenoir ἀρχίζει μέ τόν «Μύθο τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» τοῦ Ντοστογιέφσκι καί ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἀφήγηση τῆς συνάντησης τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Σαμαρείτιδα.  Οἱ δύο συναντήσεις δείχνουν, νομίζω, τήν ἀνατρεπτική διάσταση (πβ. σ. 299) τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ.
Παρά τίς ἀντιρρήσεις πού μπορεῖ νά διατυπώσει κανείς  στά ἱστορικά (ἀκόμη καί στά φιλοσοφικά) ζητήματα, τό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι ἐνδιαφέρον καί ἀπό μιᾶς ἀπόψεως ἐπίκαιρο.

(Σημείωση. Τό βιβλίο τοῦ Fr. Lenoir ἔχει μεταφρασθεῖ καί στήν ἑλληνική: Ὁ Χριστός φιλόσοφος, μετ. Αἰμ. Βαλασιάδης, ἐκδ. Πόλις, Ἀθήνα 2010, σελ. 368).