Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012


 

Δημήτρης Μπαλτάς

Ὁ χριστιανισμός στόν 21ο αἰ.
Προβλήματα καί προοπτικές


Στόν 21ον αἰ. πλέον, καί μάλιστα σέ μία ἐποχή ὅπου ἀναβιώνει τό θρησκευτικό φαινόμενο καί οἱ διάφορες, ἀμφιβόλου προελεύσεως, θρησκευτικές ἐμπειρίες, ἀναζητεῖται ὁ ρόλος τοῦ χριστιανισμοῦ καί τῶν χριστιανῶν. Αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία ἰδιαιτέρως γιά τήν Εὐρώπη, ἐάν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, κατά μία ἄποψη, ἡ γηραιά ἤπειρος θεμελιώθηκε πάνω στίς ἀρχές τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς δημοκρατίας, τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου καί τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ἐν συνεχείᾳ θά συζητηθοῦν ὁρισμένα χαρακτηριστικά τῆς σύγχρονης χριστιανικῆς Εὐρώπης πού προβληματίζουν τόν σκεπτόμενο, ὄχι μόνον χριστιανό, ἄνθρωπο.
Κατ’ ἀρχάς, ἕνα βασικό στοιχεῖο, ἀποτρεπτικό πολλές φορές τῆς βιώσεως τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, ἄν καί ὄχι νεοφανές, εἶναι ἡ ἔντονη ἐκκοσμίκευση τοῦ χριστιανισμοῦ ἤ, καλύτερα, τῶν χριστιανῶν, ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων, ὑπό τήν μορφή τῆς πλήρους ἀποδοχῆς τῶν συγχρόνων συνθηκῶν ἤ τῆς μινιμαλιστικῆς δογματικῆς συνειδήσεως. Ἐδῶ ἐπιβάλλεται νά τονισθεῖ ὅτι τό σχῆμα «παράδοση- πρόοδος» ἐφαρμόζεται, ἐσφαλμένως ἐπί τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, καθ’ ὅσον αὐτή δέν εἶναι ἰδεολόγημα, μονομερῶς πολιτική ἤ κοινωνική διδασκαλία. Κρίνεται σκόπιμο νά ὑπομνησθεῖ ἡ τοποθέτηση τοῦ N. Berdiaeff ὅτι «ὁ χριστιανισμός ὀφείλει νά εἶναι συγχρόνως ἐλεύθερος ἀπό τόν κόσμο, ἐπαναστατικός ἐν σχέσει μέ τόν κόσμο καί γερμένος μ’ ἀγάπη πάνω στόν κόσμο» (Πνεῦμα καί πραγματικότητα, μετ. Ἀντ. Χατζηθεοδώρου, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα 1968, σ. 200).
Ἐξ ἄλλου, εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ ἐκκοσμικευμένη ἀντίληψη περί τοῦ χριστιανισμοῦ συνδέεται μέ τήν ἰδεολογικοποίησή του. Διαπιστώνεται, μεταξύ ἄλλων, ὅτι οἱ σύγχρονοι χριστιανοί στήν Εὐρώπη, ὅπως καί ἀλλοῦ, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους διαθέτουν ἀξιόλογη μόρφωση, βιώνουν καί προβάλλουν τήν χριστιανική ἀλήθεια ὑπό τήν μορφή μιᾶς, ἀκόμη, ἀκαδημαϊκῆς (φιλολογικῆς, ἀρχαιολογικῆς κ.ἄ.) γνώσεως. Παράλληλα ἡ σύγχρονη ἑρμηνευτική, προσαρμοζόμενη δῆθεν στίς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν, ἔχει μετατρέψει τόν χριστιανισμό σέ ἰδεολόγημα, καί μάλιστα ψυχολογικῆς ἤ ψυχιατρικῆς ὑφῆς, πού ἁπλῶς παρεμβαίνει σέ σύγχρονα προβλήματα ἀτομικῆς ψυχολογίας. Ἄν ἡ  θρησκεία χρησιμοποιεῖται γιά νά ἀποκαλυφθοῦν τά ὑποκειμενικά βιώματα ἤ ἄν τά ὑποκειμενικά βιώματα χρησιμοποιοῦνται γιά νά τονισθεῖ τό θρησκευτικό βίωμα, αὐτά εἶναι ζητήματα- ἐφαρμογές ἑνός ψυχολογισμοῦ στόν χριστιανισμό. Προφανῶς αὐτή ἡ τάση ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν χριστιανισμό ὡς νόημα βίου, ὡς ὀντολογική πραγματικότητα, διαφορετική ὁπωσδήποτε ἀπό τίς διάφορες θρησκευτικές ἐμπειρίες ἤ ἀντιλήψεις.
Ἐπειδή τά ἱστορικά καί τά κοινωνικά δεδομένα ἔχουν ἄρδην μεταβληθεῖ, δέν μπορεῖ νά γίνει πλέον λόγος γιά μία ἐπιστροφή στήν beata ignorantia τοῦ πρώϊμου χριστιανισμοῦ. Ἀλλά, ἐάν ἡ Εὐρώπη θέλει ἕνα χριστιανισμό κατά τά μέτρα καί τίς προοπτικές της, ἕνα ἐκκοσμικευμένο καί ἰδεολογικοποιημένο χριστιανισμό, τότε δέν ἀναζητεῖ ἕνα νόημα βίου. Ἴσως ἀναζητεῖ ἁπλῶς ἕνα «ἔνδυμα» γιά νά καλύψει τήν «πνευματική» της ἔνδεια.
Ἐάν ἡ Εὐρώπη, ἄρα καί ἡ Ἑλλάδα, ἐπιθυμεῖ ἕνα χριστιανισμό μέ ρεαλιστικό χαρακτήρα, θά πρέπει νά ξεκινήσει ἀπό μία διαφορετική ὀντολογική ἀφετηρία, ἤτοι τήν ἐκκλησιαστικοποίηση τῶν χριστιανῶν. Σ’ αὐτό τό πλαίσιο, κατανοεῖται ὅτι ὁ ρεαλισμός τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι ὁ ρεαλισμός τῆς μυστηριακῆς ζωῆς πού προσφέρει ἡ Ὀρθοδοξία. Γι’ αὐτό καί σήμερα, στήν Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰ., ἡ Ὀρθοδοξία «καλεῖται νά δώση ἀπάντηση στά ἐρωτήματα τῶν ἑτεροδόξων ἀπό τό ἔσχατο βάθος τῆς συνεχοῦς καθολικῆς ἐμπειρίας της καί νά προσφέρη στη δυτική ἑτεροδοξία ὄχι μία ἀνασκευή ἀλλά μία μαρτυρία καί τήν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδοξίας», ὅπως εἶχε κάπου τονίσει παλαιότερα ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. 

(Το παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εθύνη.)



Δημήτρης Μπαλτάς


Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς ἀπο-αναπτύξεως


Ἀπό τό αἴτημα τῆς «προόδου» πού ἀποτέλεσε τούς τελευταίους αἰῶνες τόν κύριο στόχο τόσο τῆς «ἀριστερᾶς» ἰδεολογίας ὅσο καί τοῦ καπιταλισμοῦ, ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται σήμερα, ὕστερα καί ἀπό τίς διαπιστώσεις τῶν ἐπιστημόνων, καί παρά τήν κυριαρχία τῆς καπιταλιστικῆς οἰκονομίας, σέ μία ἐπανεκτίμηση τοῦ βαθμοῦ ἀναπτύξεως στόν περιβάλλοντα χῶρο. Ὁρισμένες πλευρές αὐτῆς τῆς αὐτοκριτικῆς θά δείξω στήν σημερινή κατάθεση.
Κατά πρῶτον, ἡ πρόταση περί τῆς ἀπο-αναπτύξεως βάλλει εὐθέως κατά τοῦ καπιταλιστικοῦ προτύπου πού βασίζεται, καί σήμερα, στήν ἀρχή τῆς ὠφέλειας καί ἄρα στήν ἐκμετάλλευση ἀνθρώπου ἀπό ἄνθρωπο. Βάλλει, λ.χ., κατά τῶν πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν, οἱ ὁποῖες λειτουργοῦν πρός τό συμφέρον ὁρισμένων ἀνθρώπων καί ὄχι τοῦ κράτους καί τῆς κοινωνίας, ἐκμεταλλευόμενες τό φθηνό ἐργατικό δυναμικό ἄλλων χωρῶν ἤ καταπιέζοντας τό ὑπάρχον ἐργατικό δυναμικό τῆς χώρας ὅπου ἑδρεύουν.
Παράλληλα, τό καπιταλιστικό πρότυπο εὐνοεῖ τήν ἑδραίωση τῆς καταναλωτικῆς συνειδήσεως καί συμπεριφορᾶς καί μάλιστα σέ ἀνεξέλεγκτο πλέον βαθμό. Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ Ζάν Κλώντ Μισεά ἐπισημαίνει, χαρακτηριστικά, ὅτι «κάτω ἀπό τήν αὐξανόμενη κυριαρχία τῆς ἀνεξέλεγκτης οἰκονομίας, ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων τείνει νά μεταβληθεῖ σέ ἕναν παράλογο ἀγώνα δρόμου γιά νά μήν γεράσουν καί νά μήν πεθάνουν ποτέ, δηλαδή, νά ἀρνηθοῦν τόν ἑαυτό τους ὡς ἀνθρώπινη φύση».
Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀπο-ανάπτυξη συνδέεται μέ τήν δημιουργία μιᾶς οἰκολογικῆς συνειδήσεως, ἕτοιμης νά ἀντιταχθεῖ στήν ἐκμετάλλευση ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος τό ὁποῖο, κυρίως κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες, ἔχει ὑποστῆ ἀνεπανόρθωτες καταστροφές. Αὐτό διότι οἱ δραστηριότητες τοῦ ἀνθρώπου σέ ὅλους τούς τομεῖς ἔχουν σάν στόχο πρωτευόντως τό ἴδιον ὄφελος καί δευτερευόντως τήν διατήρηση τῆς περιβαλλοντικῆς ἰσορροπίας. Στήν περίπτωση αὐτή, πρέπει νά συνυπολογισθεῖ ὅτι οἱ δυνάμεις ἐσωτερικῆς ἀντιστάσεως τοῦ περιβάλλοντος στίς ἐν πολλοῖς αὐθαίρετες ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου ἐξαντλοῦνται σταδιακά. Ἐννοεῖται ἐδῶ ὅτι στήν περίπτωση πού προτείνει κανείς τήν ἀπο-ανάπτυξη σέ κοινωνικό ἐπίπεδο ἀλλά ὁ ἴδιος ζεῖ κατά τρόπο ὑπερκαταναλωτικό, ἡ διαφορά μεταξύ θεωρίας καί πράξεως καθίσταται ἀγεφύρωτη. 
Τέλος, κρινόμενη ἀπό φιλοσοφικῆς πλευρᾶς, ἡ ἀπο-ανάπτυξη συγκροτεῖ μία ὁρισμένη φιλοσοφική ἀνθρωπολογία, καθ’ ὅσον ἐπιχειρεῖ νά ἐπαναφέρει τόν ἄνθρωπο σέ μία ποιοτική σχέση μέ τόν ἄνθρωπο καί μέ τόν περιβάλλοντα χῶρο. Ἔτσι ἡ πρόταση τῆς ἀπο-αναπτύξεως ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν μία σύγχρονη ὀντολογική θεώρηση, ὁπωσδήποτε μέ ρίζες ἀρκετά παλαιές.
Ἡ σημερινή κατάθεση δέν προκύπτει ἀπό κάποια πεσιμιστική διάθεση. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ πρόταση περί ἀπο-αναπτύξεως ἐπιβάλλεται σήμερα ὄχι ἀπό κίνητρα πολιτικά-οἰκονομικά,  ἤ καί ψυχολογικά, ἀλλά ὑπό τό κράτος τῶν ἐπιστημονικῶν προσεγγίσεων, ἐπισημάνσεων καί προβλέψεων. Σέ κάθε περίπτωση, γίνεται κατανοητό ὅτι ἡ ἀνάπτυξη δέν μπορεῖ νά εἶναι μία αὐθαίρετη ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου, πού ὑπερβαίνει κάποια ὅρια, ἀλλά συνεκτιμᾶται πάντοτε καί μέ τόν βαθμό τῆς ἐσωτερικῆς του τελειοποιήσεως. Ἐάν, λοιπόν, ἔχει φθάσει ὁ ἄνθρωπος στήν ὕβρη, θά πρέπει νά γνωρίζει ἤδη τήν ἀκολουθία τῆς τραγικῆς του μοίρας.      

 (Το παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εθύνη)