Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010


Δημήτρης Μπαλτάς

Ἡ σύγχρονη οἰκονομική κρίση ὡς πνευματικό πρόβλημα

Ἐξ ἀρχῆς εἶναι ἀναγκαῖο νά λεχθεῖ ὅτι ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση δέν εἶναι ἕνα πρωτοφανές γεγονός. Εἶναι ἴσως πιό τραγικό, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος, ὕστερα ἀπό τόν β΄ παγκόσμιο πόλεμο, πίστεψε ὅτι δημιούργησε ἕνα κόσμο διαρκοῦς ἀναπτύξεως, οἰκονομικῆς σταθερότητας, κοινωνικῆς ἰσορροπίας καί πολιτικῆς εἰλικρίνειας.
Στήν παροῦσα ἀναφορά θά φανεῖ ὅτι ἡ οἰκονομική κρίση σήμερα, ὅπως καί ἄλλοτε, δέν εἶναι πρόβλημα τῆς οἰκονομίας, καθ’ ὅσον ἡ πολιτική κρίση δέν εἶναι ἁπλῶς καί μόνον πρόβλημα τῆς πολιτικῆς. Ἀντιθέτως ἀποτελοῦν προβλήματα τοῦ πνεύματος, ἄλυτα μέχρι σήμερα, παρά τήν τεχνολογική ἀνάπτυξη πού ἔχει συντελεσθεῖ κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες. Ἐπιπλέον θά ἐπιχειρηθεῖ νά προσδιορισθεῖ ποιά εἶναι ἡ δέουσα συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν σημερινή οἰκονομική κρίση.
Ὁμολογεῖται ἀπό τούς περισσότερους, «εἰδικούς» καί μή, ὅτι ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς συμπεριφορᾶς ἄλογης, ἀπάνθρωπης καί ἀντικοινωνικῆς ἐκ μέρους κυρίως τῶν τραπεζῶν καί τῶν πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν. Διότι αὐτοί οἱ οἰκονομικοί ὀργανισμοί ἐπέτυχαν τήν συσσώρευση τοῦ πλούτου, δημιουργώντας μία εἰκονική οἰκονομία, διά τῆς ὁποίας ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ὑποθήκευσαν τήν ζωή καί τό μέλλον τους καί παράλληλα χρησιμοποιώντας φθηνό ἐργατικό δυναμικό ἀπό τόν «Τρίτο κόσμο». Οἱ ἴδιοι οἰκονομικοί ὀργανισμοί κατέστησαν τήν οἰκονομία τῶν κρατῶν καί τῶν πολιτῶν «τυχερό παίγνιο», πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀσφαλῶς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τά πραγματικά οἰκονομικά μεγέθη. Ἔτσι ἡ καπιταλιστική οἰκονομία ὁδήγησε σέ μία ἀνορθολογική οἰκονομική συμπεριφορά, τά ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας εἶναι πλέον παγκοσμίως ἐμφανῆ. Διά τῶν τρόπων πού ἀναφέρθηκαν ἡ καπιταλιστική οἰκονομία διευρύνει συνεχῶς τό χάσμα πλουσίων καί φτωχῶν καθιστώντας τούς φτωχούς φτωχότερους καί τούς πλούσιους πλουσιότερους. Δέν θά συζητήσω ἐδῶ τίς ἀντιστάσεις τῆς ἀστικῆς τάξεως στό χάσμα αὐτό πού εἶναι τραγικά περιορισμένες.
Πάντως ἐπιβάλλεται νά διευκρινισθεῖ ὅτι οἱ οἰκονομικές ἐπιλογές τῶν δυτικῶν κρατῶν ὑπῆρξαν ἀτυχεῖς, ὄχι ἐπειδή ἔκαναν ἐσφαλμένους μαθηματικούς ὑπολογισμούς, ἀλλά ἐπειδή περιφρόνησαν τόν παράγοντα «ἄνθρωπο». Ἀκριβῶς ἐπειδή τά μέσα πού χρησιμοποίησαν οἱ οἰκονομικοί ὀργανισμοί εἶναι κατ’ οὐσίαν νομιμοφανεῖς τρόποι ἐκμεταλλεύσεως καί τῶν κρατῶν καί τῶν πολιτῶν, ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση θά πρέπει νά κατανοηθεῖ ὡς πρόβλημα πνευματικό καί ἀνθρωπολογικό. Ἀναφερόμενος στήν σχέση τοῦ οἰκονομικοῦ μέ τό πνευματικό πρόβλημα ὁ Ρῶσσος φιλόσοφος Ν. Μπερντιάεφ ἔγραφε παλαιότερα ὅτι «τό πρόβλημα τοῦ δικοῦ μου ψωμιοῦ εἶναι πρόβλημα ὑλικό, ἀλλά τό πρόβλημα τοῦ ψωμιοῦ τῶν διπλανῶν μου, ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, εἶναι πνευματικό καί θρησκευτικό πρόβλημα. Ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ μονάχα γιά τό ψωμί, ζεῖ ὅμως μέ ψωμί, καί πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά ἔχουν ψωμί» (Οἱ πηγές καί τό νόημα τοῦ ρωσικοῦ κομμουνισμοῦ, μετ. Ε. Δ. Νιάνιος, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 265).
Στό σημεῖο αὐτό τίθεται τό ἐρώτημα ποιό μπορεῖ νά εἶναι τό καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν σημερινή οἰκονομική κρίση. Ὑπενθυμίζεται ὅτι κατά τόν Ἰμμ. Κάντ τό καθῆκον εἶναι «ἡ ἀναγκαιότητα μιᾶς πράξης πού προκύπτει ἀπό σεβασμό γιά τόν ἠθικό νόμο» (Τά θεμέλια τῆς μεταφυσικῆς τῶν ἠθῶν, μετ. Γ. Τζαβάρα, Ἀθήνα 1984, σ. 43). Προφανῶς αὐτή ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ καθήκοντος δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση σήμερα μέ νέες, καί δῆθεν ὀρθότερες, ἀριθμητικές πράξεις, οἱ ὁποῖες μάλιστα συνοψίζονται στήν τραγελαφική διατύπωση «ἐξυγίανση τοῦ τραπεζικοῦ συστήματος». Ἐξ ἄλλου, ἡ ἔκφραση περί τοῦ «σεβασμοῦ γιά τόν ἠθικό νόμο», ἐάν συσχετισθεῖ μέ τήν σημερινή οἰκονομική κρίση, θά πρέπει νά ἀφορᾶ, πλέον, στήν ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου στόν ἄνθρωπο, στήν τιμιότητα, στήν γνήσια θρησκευτικότητα, στόν λαϊκό πολιτισμό, στήν ἱστορική συνείδηση, στήν γῆ. Ἐπειδή ἡ τρέχουσα οἰκονομική κρίση εἶναι πρωτίστως πνευματικό καί ἠθικό πρόβλημα, τό καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου λογικά θά πρέπει εἶναι πνευματικό καί ἠθικό.
Ὡστόσο, μέ μία ρεαλιστική καί ὄχι τόσο πεσιμιστική προσέγγιση, τά πράγματα δέν φαίνεται νά ἔχουν τόν προσανατολισμό αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς, καθ’ ὅσον καταβάλλεται ἀκόμη προσπάθεια ἀπό τούς «εἰδικούς», δηλαδή αὐτούς πού δημιούργησαν τήν ζοφερή γιά τούς λαούς καί τά κράτη κατάσταση, νά ἀντιμετωπισθεῖ καί ἡ σημερινή οἰκονομική κρίση διά οἰκονομικῶν τεχνασμάτων καί ὄχι διά τοῦ ἀνθρώπου καί χάριν τοῦ ἀνθρώπου.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εὐθύνη)


Δημήτρης Μπαλτάς

Ὄψεις τῆς περιβαλλοντικῆς ἠθικῆς τοῦ ἀνθρώπου

Ὁπωσδήποτε ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου πρός τό περιβάλλον εἶχε, τουλάχιστον πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια, ὡς ἀφετηρία τήν ἀντίληψη ὅτι αὐτό διέπεται ἀπό μία ἁρμονική τάξη ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία γιά τήν διατήρησή του. Στήν παροῦσα κατάθεση θά συζητηθοῦν ὁρισμένα χαρακτηριστικά τῆς ἠθικῆς πού διαμορφώνει ὁ ἄνθρωπος στήν σχέση του μέ τό περιβάλλον. Ἐάν τό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία ὀντολογική καί ὄχι μόνον ἠθική-λογική κατηγορία, τότε στήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό περιβάλλον θά πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ ἕνα κίνητρο πνευματικῆς καί ὄχι μόνον ὑλικῆς, τεχνολογικῆς, πολιτικῆς, κοινωνικῆς κ.ἄ. τάξεως.
Δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανένα ὅτι τό περιβάλλον, κυρίως κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες, ἔχει ὑποστεῖ ἀνεπανόρθωτες καταστροφές, διότι ἀκριβῶς οἱ ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου σέ ὅλους τούς τομεῖς ἔχουν σάν στόχο πρωτευόντως τό ἴδιον ὄφελος καί δευτερευόντως τήν διατήρηση τῆς περιβαλλοντικῆς ἰσορροπίας. Ἀπό τήν ἄλλη, ἐκτιμᾶται ὅτι οἱ δυνάμεις ἐσωτερικῆς ἀντιστάσεως τοῦ περιβάλλοντος στίς ἐν πολλοῖς αὐθαίρετες ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου ἐξαντλοῦνται σταδιακά.
Ἐάν ἀναζητήσει κανείς τά κίνητρα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ περιβάλλοντος, θά διαπιστώσει ὅτι τό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου δέν διαμορφώνεται πρωταρχικῶς ἀπό παραμέτρους οἰκονομικές, κοινωνικές, πολιτικές κ.ἄ. Διότι αὐτές εἶναι μόνον οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἤθους. Κατά συνέπεια, τό πρόβλημα τῆς φθορᾶς πού προκαλεῖ ὁ ἄνθρωπος στό περιβάλλον εἶναι πνευματικό καί ἀκολούθως οἰκονομικό, τεχνολογικό, κοινωνικό κ.ἄ. Σέ πολλές περιπτώσεις ὁ οἰκονομικός παράγων ἐντάσσεται βεβαίως στό πλαίσιο τῆς μονομεροῦς καπιταλιστικῆς ἀναπτύξεως. Ἀλλά στόν καπιταλισμό, ἐπειδή ὑπάρχει ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἄνθρωπο, ἡ ἠθική συμπεριφορά εἶναι ἀνύπαρκτη. Κατά παρόμοιο τρόπο, μή ἠθική συμπεριφορά φαίνεται νά παρουσιάζει ὁ ἄνθρωπος καί στήν σχέση του μέ τό περιβάλλον, ὅταν τό ἐκμεταλλεύεται λειτουργώντας μέ μοναδικό γνώμονα τήν ἀναπτυξιακή λογική τοῦ καπιταλισμοῦ. Ἐδῶ τό τίμημα τῆς προόδου ἔχει ἀνυπολόγιστες ἀλλά σταθερές καταστροφικές συνέπειες, περιβαλλοντικές ἀλλά καί προσωπικές.
Στήν σημερινή προσέγγιση, ἡ φθορά τοῦ περιβάλλοντος θά πρέπει νά θεωρηθεῖ περισσότερο ὡς ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας πού ἔλαβε ὁ ἄνθρωπος ὡς δωρεά ἀπό τόν Θεό, ἀφοῦ προηγουμένως παρερμήνευσε τήν δοθεῖσα κυριαρχία του ἐπί τῆς φύσεως. Διότι κυριαρχία δέν μπορεῖ νά σημαίνει οὔτε διατάραξη τῆς οἰκολογικῆς ἰσορροπίας οὔτε, ἀκόμη, πλήρη ἐκμετάλλευση τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν. Ἀντιθέτως σημαίνει περισσότερο τήν προστασία τοῦ χώρου στόν ὁποῖο ζῆ καί ἔπειτα ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν πού τοῦ παρέχει αὐτός ὁ χῶρος. Σέ τελική ἀνάλυση, ἀπό μιᾶς ὁρισμένης ἀπόψεως, δέν ἔχει κανένα δικαίωμα ὁ ἄνθρωπος ἐπί τοῦ περιβάλλοντος, ἐπί πράγματος δηλαδή πού ὁ ἴδιος δέν δημιούργησε καί δέν βοηθεῖ στήν διατήρησή του.
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος τῆς μεταβιομηχανικῆς κοινωνίας καί τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό περιβάλλον, τόν κόσμο τῆς γῆς, ἀπό τήν ὁποία ἔρχεται καί στήν ὁποία θά ἐπιστρέψει, τότε τό αἴτημα πού προβάλλεται ἐδῶ εἶναι ἡ γεφύρωση τοῦ χάσματος μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ περιβάλλοντος, παρά τίς δυσοίωνες προβλέψεις τῶν ἐπιστημόνων. Γιά τήν γεφύρωση αὐτή προϋποτίθεται μία διαφορετική ὀντολογική (καί ἄρα κοσμολογική καί ἀνθρωπολογική) ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου μέσα στό περιβάλλον στό ὁποῖο ζῆ καί κινεῖται. Τότε καί οἱ ἐκδηλώσεις τῆς συμπεριφορᾶς του θά ἐκφράζουν μία πιό στέρεη περιβαλλοντική ἠθική.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περ. Εὐθύνη)


Δημήτρης Μπαλτάς


Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόϊ. 
Ἑκατό χρόνια ἀπό τόν θάνατό του


Συμπληρώνονται φέτος ἑκατό χρόνια ἀπό τόν θάνατο ἑνός ἀπό τούς μεγάλους τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, τοῦ Λέοντος Τολστόϊ (1828-1910). Ἄν καί σέ μία im memoriam ἀναφορά δέν εἶναι δυνατό νά γίνει ἐξαντλητική παρουσίαση τῆς θεματολογίας, τοῦ ὕφους καί τῶν ἰδεῶν τοῦ συγγραφέα, ὡστόσο θά ἐπιχειρηθεῖ ἐν συνεχείᾳ νά δοθεῖ μία ἀκριβής εἰκόνα τῆς ζωῆς του καί νά διευρενηθοῦν ὁρισμένες πλευρές τῆς γραφῆς καί τῆς ἰδεολογίας του.
Ὁ Λέων Τολστόϊ γεννήθηκε στήν Γιάσναγια Πολιάνα στίς 28 Αὐγούστου 1828. Τό 1847 ἐγκαταλείπει τό τμῆμα νομικῶν σπουδῶν προφασιζόμενος λόγους ὑγείας. Τήν ἴδια χρονιά κληρονομεῖ τήν Γιάσναγια Πολιάνα, λίγα γειτονικά χωριουδάκια καί μερικές ἑκατοντάδες ψυχές (= δουλοπάροικους).
Τό 1852 δημοσιεύεται στόν «Σύγχρονο» τό πρῶτο κείμενο τοῦ Τολστόϊ μέ τίτλο «Παιδικά χρόνια». Ἀκολουθοῦν τό 1855 «Τά διηγήματα τῆς Σεβαστούπολης». Τό 1856 ἀπαλλάσσεται ὁριστικῶς ἀπό τά στρατιωτικά του καθήκοντα. Τρία χρόνια ἀργότερα ὁλοκληρώνει τό ἔργο «Οἰκογενειακή εὐτυχία». Ἀνοίγει ἕνα σχολεῖο στήν Γιάσναγια Πολιάνα γιά τά παιδιά τῶν χωρικῶν, ἐνῶ παράλληλα ἐκδίδει ἕνα περιοδικό μέ ἐκπαιδευτικά θέματα. Τό 1862 παντρεύεται τήν Σόνια Μπέρς. Ἀπό τό 1863 μέχρι τό 1869 γράφει τό ἐπικό μυθιστόρημα «Πόλεμος καί εἰρήνη», ἐνῶ τό 1877 τελειώνει τήν συγγραφή τοῦ δημοφιλοῦς ἔργου «Ἄννα Καρένινα». Ὕστερα ἀπό πολλούς θανάτους στήν οἰκογένεια (τριῶν παιδιῶν καί δύο ἀγαπημένων θείων) στρέφεται στήν χριστιανική πίστη παρουσιάζοντας τό δοκίμιο «Ἡ θρησκεία μου» τό 1883. Ἀπό τό 1884 ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του γράφει δοκίμια καί ἄρθρα μέ σχετική θεματολογία («Γιά τήν ζωή καί τόν θάνατο», «Βοήθεια γιά τούς πεινασμένους», «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας», «Τί εἶναι τέχνη;», «Ἡ δουλεία τῆς ἐποχῆς μας» κ.ἄ.). Στήν ἴδια ἐποχή ἐντάσσονται καί ὁρισμένα μικρά ἀριστουργήματα ὅπως «Ὁ θάνατος τοῦ Ἰβάν Ἰλίτς», «Ἡ σονάτα τοῦ Κρόϊτσερ», «Ἀφέντης καί ὑπηρέτης» καί «Ὁ πατήρ Σέργιος».
Τό 1901 (22 Φεβρ.) ἀφορίζεται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα ἀντικείμενο ἱστορικῆς ἔρευνας ἀλλά καί πεδίο ἀντιπαραθέσεων.
Τό 1908 οἱ θαυμαστές του ὀργανώνουν γιορτή γιά τά ὀγδοηκοστά γενέθλιά του.
Στίς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1910 φεύγει ἀπό τήν Γιάσναγια Πολιάνα, ὕστερα ἀπό συγκρούσεις δεκαετιῶν μέ τήν γυναίκα του, πρός ἄγνωστη κατεύθυνση. Στίς 7 Νοεμβρίου (20 Νοεμβρ., μέ τό νέο ἡμερολόγιο), στίς 6 τό πρωΐ, ὁ Λέων Τολστόϊ πεθαίνει στόν σιδηροδρομικό σταθμό τοῦ χωριοῦ Ἀστάποβο.
Τό 1958 πραγματοποιεῖται ἡ ἰωβηλαία ἔκδοση τῶν Ἁπάντων (σέ 90 τόμους) τοῦ μεγάλου συγγραφέα.
Ὕστερα ἀπό τό σύντομο χρονολόγιο τοῦ Τολστόϊ, θά παρουσιασθοῦν καί θά συζητηθοῦν ὁρισμένα, καίρια, ζητήματα τοῦ ἔργου του.
Κατ’ ἀρχάς, θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό ἔργο τοῦ Τολστόϊ, ὅπως καί τό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι (1821-1881), ἐντάσσεται ὄχι μόνον στήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας ἀλλά καί στήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας. Ἐκτός, δηλαδή, ἀπό τήν παρουσία του στήν λογοτεχνία, γιά τήν αἰσθητική τῆς ὁποίας ἔχουν γραφεῖ πολλά (Λ.χ. βλ. Γκ. Λούκατς, Μελέτες γιά τόν εὐρωπαϊκό ρεαλισμό, μετ. Τ. Πατρίκιος, Ἀθήνα 1957, σσ. 166-263) συζητεῖται ἡ παρουσία του στήν φιλοσοφία καί μάλιστα στήν πρακτική φιλοσοφία (Ἰω. Παναγιωτίδου, Φιλόσοφοι τοῦ ιθ΄ αἰ.. Σοπενχάουερ-Νίτσε-Τολστόη, Ἀθῆναι 1950, σ. 74). Ζητήματα, ὅπως τό καλό καί τό κακό, ἡ ἀνθρώπινη εὐτυχία, οἱ θρησκευτικές ἀναζητήσεις, ἡ ἀνατροπή τῶν δομῶν τοῦ κράτους εἶναι σαφῶς ζητήματα φιλοσοφικά καί ὄχι λογοτεχνικά. Καθαρῶς φιλοσοφικό ἔργο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ τό «Πόλεμος καί εἰρήνη» καί μάλιστα νά τύχει προσεγγίσεως ἀπό τήν σκοπιά τῆς φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας. Ἐπίσης, τό θέμα τοῦ θανάτου ὡς φυσικοῦ καί ἠθικοῦ κακοῦ κατέχει στόν Τολστόϊ μεγάλη ἔκταση (Βλ. Μιχ. Μακράκης, Ἡ αἴσθησις τοῦ θανάτου καί ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως εἰς τόν Λ. Τολστόη ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀναφορᾷ εἰς τό ἔργον αὐτοῦ Ἀνάστασις, Ἀθῆναι 1978, σσ. 50-98).
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, πού ἔχει ἀπασχολήσει τήν ἑρμηνευτική τῆς ἰδεολογίας του, εἶναι ὁ ὀρθολογισμός τοῦ συγγραφέα στήν προσέγγιση τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὁ Σεργκέϊ Μπουλγκάκωφ (1871-1944), σ’ ἕνα σημαντικό ἄρθρο γιά τόν Τολστόϊ, εἶχε παρατηρήσει ὅτι «στήν θρησκευτική κοσμοθεωρία του παραμένει ἕνας ἐκπρόσωπος τοῦ διαφωτιστικοῦ ὀρθολογισμοῦ, ὅπως αὐτός καλλιεργεῖται ἀπό τόν ιζ΄ αἰ.». (Βλ. Δημ. Μπαλτᾶς, Ρῶσσοι φιλόσοφοι. 19ος- 20ός αἰ., Ἐκδόσεις Σαββάλας, Ἀθήνα 2002, σ. 56). Ἀπό μία ἄλλη ὀπτική, ὁ γνωστός φιλόσοφος Ν. Μπερντιάγιεφ (1874-1948) ὑποστηρίζει ὅτι «ὁ Τολστόϊ εἶχε ἀπαιτήσει τήν ὕπαρξη τοῦ ἄλογου στοιχείου στήν ζωή, ἦταν ἐκεῖνος πού δέν ἤθελε κανένα συμβιβασμό μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου» (Ἡ Ρωσσική ἰδέα, Μόσχα 2000, σσ. 144-145, ρωσσ.).
Συνεξετάζεται μέ τό ζήτημα περί τοῦ ὀρθολογισμοῦ τοῦ Τολστόϊ τό αἴτημά του περί τῆς ἠθικῆς τελειοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου, πάντοτε στό πλαίσιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς (Ἐνδεικτικῶς βλ. Λ. Τολστόϊ, Ἡ θρησκεία μου, μετ. Σπ. Φραγκοπούλου, Ἀθῆναι, σ. 83, σ. 136). Ὡστόσο, ἡ προσπάθεια τοῦ Τολστόϊ νά μετατρέψει τόν χριστιανισμό σέ μία ἁπλή ἠθική διδασκαλία ἔχει ἐπικριθεῖ τόσο ἀπό τόν Βλαδίμηρο Σαλαβιώφ (1859-1900) ὅσο καί ἀπό τόν Σεργκέϊ Μπουλγκάκωφ (Βλ. σχετικῶς Δημ. Μπαλτᾶς, Σταθμοί τῆς ρωσσικῆς φιλοσοφίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2008, σ. 81).
Ἐξ ἄλλου, εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ συσχέτιση τῆς ἠθικῆς θεωρίας τοῦ Τολστόϊ μέ τήν πολιτική θεωρία τῆς «μή ἀντιστάσεως». Γράφει σχετικῶς ὁ Ρῶσσος μυθιστοριογράφος ὅτι «ἡ ἐκδίκησις καί ἡ ἀνταπόδοσις κακοῦ ἀντί τοῦ κακοῦ ὄχι μόνον ὠφέλιμα ἀλλ' οὐδέ καί λογικά εἶνε, ἐπαυξάνουν δέ ἀπεναντίας τό κακόν, ἐφ' ὅσον ὁ χριστιανισμός ἐναργῶς κατέδειξεν ὅτι ἡ μή ἀντίστασις εἰς τό κακόν τῆς βίας, ἡ ἐγκαρτέρησις ἄνευ τινός ἀγῶνος εἰς τήν βίαν, εἶνε τό μόνον μέσον πρός ἐπίτευξιν τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας τῆς ἁρμοζούσης εἰς τόν ἄνθρωπον» (Τό τέλος τῆς ἐποχῆς μας, μετ. Σ. Φραγκοπούλου, Ἐν Ἀθήναις 1923, σ. 22). Ὑπενθυμίζεται ὅτι ἡ ἀρχή τῆς «μή ἀντιστάσεως», ἡ ὁποία βασίζεται στήν εὐαγγελική ἐντολή τῆς ἀγάπης, ἐπηρέασε τόν μεγάλο Ἰνδό ἡγέτη Μαχάτμα Γκάντι (1869-1948) στούς ἐθνικούς καί στούς ἀγῶνες του.
Ἐάν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν τήν ρωσσική κοινωνία τοῦ 19ου αἰ., μέ τίς κρίσεις καί τίς ἀναζητήσεις της, τότε θά πρέπει νά κατανοήσει διαφορετικά καί πιό ἤπια τήν διαδρομή τῆς ἰδεολογικῆς πορείας τοῦ Τολστόϊ. Σέ μία τέτοια ἀποτίμηση ἀναφέρεται ὅτι «ὁ κόμης Λ. Τολστόη μέ τόν πολυχρόνιο πόνο, μέ τούς μαρτυρικούς ἀνθρωπιστικούς ἀγῶνας του, ἐξαγνίζεται στό κριτήριο τῆς ἀνθρωπίνης συνειδήσεως. Γι’ αὐτό ὁ δικαιόφρων ἄνθρωπος δέν θά ρίψῃ κατά τοῦ Τολστόη τόν λίθον τοῦ ἀναθέματος» (Ἰω. Παναγιωτίδου, Φιλόσοφοι τοῦ ιθ΄ αἰ.. Σοπενχάουερ-Νίτσε-Τολστόη, Ἀθῆναι 1950, σ. 81).
Μέ ἀφορμή τήν συμπλήρωση ἑκατό χρόνων ἀπό τόν θάνατο τοῦ μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα ἐπιχειρήθηκε μία ἁδρομερής παρουσίαση τῆς ζωῆς καί τῆς σκέψεώς του. Στόχος σέ μία τέτοια ἀναφορά δέν εἶναι μονομερῶς οὔτε ὁ ἔπαινος οὔτε ὁ ψόγος, ἀλλά ἡ ὑπόμνηση ὅτι ὁ Λ. Τολστόϊ ἀνήκει, καί αὐτός, ἀναμφισβήτητα στίς μεγάλες μορφές τόσο τῆς ρωσσικῆς ὅσο καί τῆς παγκόσμιας σκέψεως.


(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Χριστιανική)