Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018



Δημήτρης Μπαλτᾶς

Εὐαγγελία Δαμουλῆ-Φίλια, ‘’Μεθώντας μ’ ἕνα κρασί ἁγιονορίτικο…’’. Ἡ ἐμπειρία τοῦ ταξιδιοῦ στό Ἅγιο Ὄρος στήν ἑλληνική λογοτεχνία ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἕως τίς μέρες μας, Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 2017, σελ. 510

Ἡ μελέτη τῆς Εὐαγγ. Δαμουλῆ-Φίλια ἀφορᾶ τήν ἐμπειρία τοῦ ταξιδιοῦ, καί συγκεκριμένα στό Ἅγιον Ὄρος, Ἑλλήνων ταξιδιωτῶν κατά τούς δύο τελευταίους αἰῶνες. Γενικότερα μπορεῖ νά λεχθεῖ ὅτι τό ταξίδι, σύμφωνα καί μέ τήν θεώρηση τῆς συγγραφέως, τροφοδοτεῖ τήν φαντασία τοῦ περιηγητῆ, ἔτσι ὥστε νά μεταβαίνει αὐτός «ἀπό τήν ταξιδιωτική ἐμπειρία στήν ταξιδιωτική γραφή» (σσ. 35-39). Ἐννοεῖται  βεβαίως ὅτι τό ταξίδι στό Ἅγιον Ὄρος δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ταξίδι πρός κάποιο λιγότερο γνωστό ἤ παντελῶς ἄγνωστο προορισμό ἀλλά ἐμπνέει τούς περιηγητές λογοτέχνες ἤ τούς ἐγκαταβιοῦντες σ’ αὐτό μέ τήν ἱερότητα τοῦ περιβάλλοντος χώρου.
Διατρέχοντας τό ὁμολογουμένως ἐξαντλητικό βιβλίο τῆς συγγραφέως, στάθηκα κατ’ ἀρχάς στήν ἀναφορά της στόν ποιητή Τάκη Παπατσώνη καί στό γνωστό βιβλίο του Ἄσκηση στόν Ἄθωνα, δημοσιευμένο τό 1963. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι στό συγκεκριμένο βιβλίο ὁ Παπατσώνης ἀναφέρεται ἐκτενέσταστα (σελ. 17, 33, 49, 99, 158, 167, 168, 187) στήν «καρτερικιά, μαρτυρικιά» Ρωσία, στούς Ρώσους συγγραφεῖς Νικολάι Γκόγκολ καί Λέοντα Σεστώβ καί στό ρωσικό μοναστήρι τοῦ Ἀγίου Παντελήμονος. Σημειώνει ἐπί λέξει ἡ Λίτσα Δαμουλῆ-Φίλια ὅτι «ἡ Ρωσία ἐμπνέει πολύ τόν συγγραφέα ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στους Γκόγκολ, Ντοστογιέφσκι καί Σεστώφ μέ τόν ὁποῖο συνεχῶς συνδιαλέγεται μέσα ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ ἔργου του πού τοῦ κρατᾶ συντροφιά στόν Ἄθωνα» (σ. 211). Ἐν συνεχείᾳ, κατά τήν ἀνάγνωση τοῦ παρουσιαζόμενου σήμερα βιβλίου, στάθηκα στίς παραγράφους «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Ὄρους στήν Ρωσία καί οἱ Ρῶσοι προσκυνητές στόν Ἄθωνα» καί «Ἡ Φιλοκαλική Ἀναγέννηση» (κεφ. Β΄, σσ. 73-79 καί σσ. 79-86 ἀντίστοιχα) καί «Ἡ Σλαβική διείσδυση στή Μακεδονία καί στό Ἅγιον Ὄρος καί τό Μακεδονικό ζήτημα» (κεφ. Γ΄, σσ. 96-103), στίς ὁποῖες ἐπέλεξα νά ἑστιάσω τήν σημερινή μου ἀναφορά. Ὁπωσδήποτε θά φανεῖ ὅτι ἡ συνάντηση τῆς Ρωσίας καί τῶν Ρώσων μέ τό Ἅγιο Ὄρος εἶναι διαρκής, τουλάχστον γιά ὀκτώ αἰῶνες.    
Γιά τήν προσέγγιση τοῦ θέματος ἀναφέρεται κατ’ ἀρχάς ὅτι «ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὡς μεγάλου μοναστικοῦ κέντρο τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν ἄργησε νά φτάσει καί στή Ρωσία καί ἔτσι νά δημιουργήσει ἐκεῖ εὐνοϊκό κλίμα γιά ἐγκαταβίωση Ρώσων μοναχῶν στά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους» (σ. 73). Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάος σημειώνει ὅτι «οἱ πρῶτοι Ρῶσοι μοναχοί βρίσκονται στή Μονή Παντελεήμονος ἀπό τόν 12ο αἰ.» (Ὁ ρωσικός κόσμος μου, Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2015, σ. 37). 
Παράλληλα, ἡ συγγραφέας προσθέτει ὅτι ὁ ἱδρυτής τοῦ ρωσικοῦ μοναχισμοῦ, ὁ μοναχός Ἀντώνιος, «πέρασε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί […] ἐπιστρέφοντας στήν πατρίδα του ἵδρυσε τήν Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος στό Κίεβο» (σ. 73). 
Ἐκτός ἀπό αὐτές τίς ἀπαρχές τῶν σχέσεων τῆς ἁγιορείτικης μέ τήν ρωσική μοναστική παράδοση, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι στήν πορεία αὐτῶν τῶν σχέσεων, μέ ἀφετηρία πάντοτε τό Ἅγιον Ὄρος, τρία πρόσωπα στά ὁποῖα ἀναφέρεται ἡ συγγραφέας, ἀποτελοῦν κρίσιμους σταθμούς.
Πρῶτα, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἄκρως καθοριστική ἡ παρουσία τοῦ ἁγιορείτη μοναχοῦ Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ στήν Ρωσία τοῦ 16ου αἰ., σέ μία κοινωνία στήν ὁποία διενεργοῦνταν ἀνακατατάξεις σέ πολιτισμικό κάι πολιτικό ἐπίπεδο καί ἡ ὁποία ἀναζητοῦσε διεξόδους σέ συναφῆ προβλήματα.  Στό πλαίσιο αὐτό ο Μάξιμος ὁ Γραικός, ἄνθρωπος πού διέθετε οὐμανιστική παιδεία, προσεκλήθη στήν Ρωσία ἀκριβῶς γιά νά συμβάλει στόν διαφωτισμό τῶν Ρώσων. Κατά τήν διατύπωση τῆς συγγραφέως, οἱ Ρῶσοι «τόν θεωροῦσαν ἔγκυρο φωτιστή καί τόν συμβουλεύονταν» (σ. 74).
Ἀργότερα, τόν 18ο αἰ., ὁ μοναχός Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) ὁ «πιό σπουδαῖος ἀπό τούς Ρώσους πού ζοῦσαν στό Ἅγιον Ὄρος» (σ. 83), εἶναι ἐκεῖνος πού «θά μεταφράσει στά σλαβονικά τήν «Φιλοκαλία» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη» (σ. 83), ἕνα πολύ γνωστό καί ἀγαπημένο ἐγχειρίδιο τῶν Σλάβων ὀρθοδόξων.  
  Τό τρίτο ὁριακό σημεῖο τῶν περιγραφομένων σχέσεων ἀποτελεῖ ὁ μοναχός Βασίλειος Γκριγκόριεβιτς Μπάρσκι (1701-1747), ὁ ὁποῖος «ἐπισκέφθηκε δύο φορές τίς μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1725-1726 καί 1744), ὑπῆρξε ὁ πρῶτος πού ἀνέδειξε κρυμμένα ἀρχεῖα τοῦ Ἄθω καί ἔριξε πλούσιο φῶς στόν ἀνεκτίμητο πλοῦτο τῶν ἱστορικῶν πηγῶν πού διασώθηκαν στίς βιβλιοθῆκες τοῦ Ἁγίου Ὄρους» (σ. 81). Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία τό γεγονός ὅτι ὁ Μπάρσκι ἐξέδωσε σέ βιβλίο τίς ἐντυπώσεις του ἀπό τήν ἐμπειρία του μέ τόν ἁγιορείτικο μοναχισμό, τίς ὁποῖες διαθέτουμε καί σέ ἑλληνική μετάφραση (ἐπιμ. Παῦλος Μυλωνάς, Ἁγιορειτική Ἑστία, 2009, σελ. 715). 
Ἀλλά καί τόν 19ο αἰ. οἱ σχέσεις τῆς Ρωσίας μέ τό Ἅγιο Ὄρος εἶναι στενές σέ διάφορα ἐπίπεδα. Κατ’ ἀρχάς εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ Ρῶσοι ἐκείνης  τῆς ἐποχῆς ἐνδαφέρονται γιά τήν εἰκαστική πλευρά τοῦ θέματος «Ἅγιον Ὄρος», ἐάν σκεφθεῖ κανείς ὅτι κατά τά ἔτη 1840-1847 ἐκδίδονται στήν Ρωσία τρία βιβλία μέ χάρτες καί λιθογραφίες ἐμπνευσμένα ἀπό τήν μοναστική πολιτεία (σ. 83). Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐκκλησιαστική τέχνη, εἶναι πλέον γνωστό ἀπό τήν μελέτη τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ ὅτι ὁ τσάρος Ἀλέξανδρος Γ΄ εἶχε ἀποστείλει δύο ἀφιερωματικές εἰκόνες στήν Μονή Παντελεήμονος. Ἀπό τό στοιχεῖο αὐτό ἐπιβεβαιώνεται «ἡ φήμη τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ὄχι μόνο ὡς τόπου ὅπου φυλάσσονταν ρωσικές εἰκόνες ἀλλά καί ὡς σημαντικοῦ κέντρου παραγωγῆς τους» (Βλ. τόν ὁδηγό Θρησκευτική τέχνη ἀπό τή Ρωσία στήν Ἑλλάδα, 16ος-19ος αἰ., ἐπιμ. Γ. Μπόιτσεβα, Ἀ. Δρανδάκη, Μουσεῖο Μπενάκη, Ἀθήνα 2017, σσ. 18-21).  
Ὁπωσδήποτε καί κατά τόν 19ο αἰ. ἡ πνευματική ἀκτινοβολία τοῦ Ἁγίου Ὄρους παραμένει σταθερή. Ὁ Ρῶσσος φιλόσοφος Κωνσταντίν Λεόντιεφ (1831-1891) μεταβαίνει τό 1871 στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά καρεῖ μοναχός. Ἄν καί τελικά ἐκάρη μοναχός στήν περίφημη Μονή τῆς Ὄπτινα στήν Ρωσία εἴκοσι χρόνια ἀργότερα, ὁ Λεόντιεφ  ἐκδίδει ἕνα, ἀμετάφραστο ἀκόμη στά ἑλληνικά, σύντομο αὐτοβιογραφικό κείμενο μέ τίτλο «Ἡ μεταστροφή μου καί ἡ ζωή στό Ἅγιον Ὄρος», ὅπου ἀναφέρεται, μεταξύ ἄλλων, στήν ἀδιάφορη θρησκευτικά οἰκογενειακή ἀτμόσφαιρα τῶν παιδικῶν του χρόνων. Ἐπίσης ὁ ἀπόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Ἁγίας Πετρούπολης καί δημοσιογράφος Νικολάι Μπλαγκοβεσένσκι (1837-1889) ἐπισκέφθηκε τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐν συνεχείᾳ, τό 1864, δημοσίευσε τίς ἐντυπώσεις του ἀπό τό προσκυνηματικό αὐτό ταξἰδι. Τό κείμενο αὐτό περιελήφθη στήν θαυμάσια συλλογή δοκιμίων τοῦ συγγραφέα πού δημοσιεύθηκε τό 1871.
Πάντως, γιά τήν ἱστορία καί τήν πληρότητα τῶν σχετικῶν πληροφοριῶν, καί βεβαίως μέ ἀφορμή τήν ἀναφορά τῆς συγγραφέως, εἶναι ἀναγκαῖο νά προστεθεῖ ὅτι ἤδη τόν 19ο αἰ. τό Ἅγιον Ὄρος εἶχε γίνει «ἐπίκεντρο ἐθνικοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς χερσονήσου τῆς Αἵμου καί τῆς Ρωσίας, κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰ.» (σ. 96). Αὐτό ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι «ἡ Ρωσία βλέπει τό Ἅγιον Ὄρος σάν πεδίο ὄχι μόνο θρησκευτικῆς ἀναγεννήσεως ἀλλά καί μείζονος ρωσικῆς ἐπιρροῆς στά Βαλκάνια καί κύρια προς τό Αἰγαῖο» (σ. 97). Πρόκειται, ὡς γνωστόν, γιά τήν ἐποχή πού ὁ πανσλαβισμός ἔχει ἐντονότατη παρουσία στόν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς καί βρίσκει διπλωματικά τήν ἔκφρασή του στήν συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τό 1878. 
Τό ἐνδιαφέρον τῶν Ρώσων γιά τό Ἅγιον Ὄρος θά ἐκφραστεῖ γιά τελευταία φορά, ὄχι ὅμως σ’ ἕνα περιηγητικό πλαίσιο, κατά τήν προεπαναστατική περίοδο τό 1913, ὅταν στήν ρωσική Μονή Παντελεήμονος εἰσέβαλαν στρατιῶτες τοῦ τσαρικοῦ στρατοῦ, κατόπιν προτροπῆς τῆς τότε ἡγεσίας τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας καί συνέλαβαν τούς μοναχούς πού ὑποστήριζαν «τήν λατρεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ» (βλ. ἀναλυτικά Κωνσταντῖνος Παπουλίδης, Οἱ Ρῶσοι ὀνοματολάτρτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου, Θεσ/νίκη 1977, σ. 51, σσ. 58-59). Ὑπολογίζεται ὅτι περί τούς 840 μοναχούς συνελήφθησαν ἀπό τόν ρωσικό στρατό καί ὁδηγήθηκαν στήν ἐξορία μέσα στήν Ρωσία.  
Σταδιακά, καί κυρίως μετά τόν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἡ Μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, θά περιπέσει σέ παρακμή. Σχετικά μ’ αὐτό, καταγράφεται στό βιβλίο τῆς συγγραφέως ἡ μαρτυρία τοῦ καθηγητῆ Ἀνδρόνικου Τζώρα, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τό ρωσικό μοναστήρι καί ἐν συνεχείᾳ καταχώρισε τίς ἐντυπώσεις του στό βιβλίο του Ἅγιον Ὄρος, ἡ Ξωτική Πολιτεία (Ἀθήνα 1944), ὅπου μεταξύ ἄλλων γράφει: «Τεράστια οἰκοδομήματα πού θυμίζουν στρατῶνες ἤ μεγάλα ξενοδοχεῖα. Ἐδῶ πρίν ἀπό τόν περασμένο πόλεμο ἀράζανε καράβια πού ἀπ’ τήν Τσαρική Ρωσία κουβάλαγαν πλούσια δῶρα παντός εἴδους γιά τούς Ρώσους μοναχούς … Τό Μοναστήρι σήμερα βρίσκεται σέ κατάπτωσι. Οἱ περισσότεροι ἀπ’ τούς καλογήρους –σήμερα εἶναι 300 ἐνῶ πρίν ἦσαν 2.000 – εἶναι ξεπεσμένοι Λευκορῶσοι» (σ. 269). 
Μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917, ἡ νέα σοβιετική ἡγεσία δέν θά δείξει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τό Ἅγιον Ὄρος, παρά μόνο μετά τό 1954, ὅπως ἐπισημαίνει καί ἡ συγγραφέας (σ. 74 καί σ. 103). Γιά τήν προσέλευση τῶν Ρώσων προσκυνητῶν στό Ἅγιον Ὄρος κατά τίς δεκαετίες αὐτές καί τίς ἐκδόσεις σχετικῶν βιβλίων δέν νομίζω ὅτι μπορεῖ νά γίνει ἐδῶ ἰδιαίτερος λόγος.
Ἄς κρατήσουμε, λοιπόν, τήν ἐπισήμανση ὅτι τά στοιχεῖα γιά τήν Ρωσία καί τήν σχέση τῆς ὁμόδοξης αὐτῆς χώρας μέ τό Ἅγιον Ὄρος τά ὁποῖα παρέχει ἡ συγγραφέας ἐντάσσονται σ’ ἕνα ἱστορικό-ἐκκλησιαστικό ἀλλά καί πολιτικό πλαίσιο καί ὄχι ἁπλῶς στό πλαίσιο τῆς γνωστῆς ταξιδιωτικῆς λογοτεχνίας. Ἡ διαγραφεῖσα σχέση δείχει ὅτι περισσότερο οἱ Ρῶσοι προσέρχονται στό Ἅγιον Ὄρος προσδοκώντας εἴτε νά ζήσουν ἐκεῖ, εἴτε νά μεταλαμπαδεύσουν στήν πατρίδα τους τήν ἁγιορείτικη πνευματικότητα. Ἀκριβῶς, λοιπόν, τό ταξίδι καί στήν περίπτωση τῶν Ρώσων πού προσέρχονται στό Ἅγιον Ὄρος, δέν εἶναι ἁπλῶς μία μετάβαση σ’ ἕναν ἰδιαίτερο χῶρο, οὔτε ἐξαντλεῖται σέ μία περιγραφή τῆς φύσης καί ὄψεων τῆς μοναστικῆς ζωῆς, ἀλλά ἐμπεριέχει ἕνα πνευματικό σκοπό. Αὐτό καταδεικνύεται σαφῶς ἀπό τά μέχρι σήμερα ἐκδοθέντα βιβλία τῶν Ρώσων περιηγητῶν.

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου στό Πολιτιστικό Κέντρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, στίς 29.4. 2018) 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου