Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018


Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ὄψεις τῆς ρωσικῆς κοινωνίας τοῦ 16ου αἰ.

Μέ βάση τά ἀπομαγνητοφωνημένα Πρακτικά Διεθνοῦς Συνεδρίου (1988) τοῦ ἀφιερωμένου στόν Μάξιμο τόν Γραικό, εἶδε προσφάτως τό φῶς τῆς δημοσιότητας ὁ τόμος «Μάξιμος ὁ Γραικός». [Διεθνές Ἐπιστημονικό  Συμπόσιο, (Ἄρτα, 28-30 Ὀκτωβρίου 1988), ἐπιμέλεια Ἀθανασίου Χ. Κουρταλίδη, Ἱερά Μητρόπολις Ἄρτης, 2017, σελ. 275].
Ὁ παρών τόμος  περιέχει ἕνα πλούσιο ὑλικό, μέ τίς εἰσηγήσεις, τίς παρεμβάσεις, τά σχετικά πορίσματα, ἀλλά καί ντοκουμέντα προσυνεδριακά καί μετασυνεδριακά. Τό ββιλίο συμπληρώνεται ἀπό ἕνα χρήσιμο συγχρονικό πίνακα γεγονότων καί προσώπων ὅπως καί μία κατατοπιστική βιβλιογραφία.     
Στήν σημερινή παρουσίαση θά ἀναφερθῶ στήν ρωσική κοινωνία τοῦ 16ου αἰ., κυρίως μέ βάση τό τέταρτο κεφάλαιο τοῦ Β΄ μέρους, στό ὁποῖο συγκεκριμένα ἐξετάζονται τά ζητήματα τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ρωσίας κατά τόν 16ο αἰ., τῆς ἀνάγκης τοῦ διαφωτισμοῦ τῶν Ρώσων καί τῆς συμβολῆς τοῦ Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ σ’ αὐτόν, ἀλλά καί ἐπιπλέον τῆς ἐγκατάλειψής του ἀπό τόν Ὀρθόδοξο κόσμο, πρᾶγμα πού φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι, ἐνῶ ἐκοιμήθη τό 1556, ἀναγνωρίστηκε ὡς ἅγιος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως καί ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας τό 1988.
Στίς εἰσηγήσεις τοῦ τετάρτου κεφαλαίου τοῦ  Β΄ μέρους τοῦ παρόντος τόμου, περιλαμβάνονται ἐκεῖνες τῆς καθηγ. Ὄλγας Ἀλεξανδροπούλου («Ἡ Ρωσία τήν ἐποχή τοῦ Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ», τοῦ καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Σεργίου Μόσχας Ἀλεξίου («Ὁ Μάξιμος ὁ Γραικός στή Ρωσία: Ἀπό τή ζωή καί τήν προσφορά του στόν φωτισμό τῶν Ρώσων»), τοῦ καθηγ. Χρίστιαν Χάννικ («Ὁ Μάξιμος ὁ Γραικός καί ὁ Νίκων τοῦ Μαύρου Ὄρους»), τοῦ ἐρευνητῆ τοῦ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου τοῦ ΥΠΕΞ κ. Γεωργίου Τουσίμη («Ὁ Μάξιμος στή Βουλγαρική Ἱστοριογραφία») καί τοῦ καθηγ. Δημητρίου Γόνη («Ἡ σιωπή γύρω ἀπό τόν Μάξιμο τόν Γραικό»), καθώς καί οἱ παρεμβάσεις τοῦ καθηγ. Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάου καί τοῦ ἐπιμελητῆ τοῦ τόμου Ἀθαν. Κουρταλίδη).
Ἑστιάζοντας τήν προσοχή στήν ρωσική κοινωνία τοῦ 16ου αἰ. ὅπου προσεκλήθη, ἔζησε, ἐργάστηκε, βασανίστηκε καί πέθανε ὁ Μάξιμος ὁ Γραικός, θά σημειώσω κατ’ ἀρχάς ὅτι μεταξύ τῶν ἀναφερθεισῶν εἰσηγήσεων προβάλλεται γενικά ἡ ἄποψη ὅτι τό ρωσικό αὐτό περιβάλλον ἐκινεῖτο πρός μία πολιτιστική καί κοινωνική πρόοδο. Ἐπί τοῦ προκειμένου ἡ καθηγ. Ἀλεξανδροπούλου ἐπισημαίνει ὅτι σ’ αὐτό τό περιβάλλον «κυοφορεῖ ἕνα σημαντικότατο στοιχεῖο τῆς ρωσικῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ 16ου αἰ., ἡ ἀναφορά στήν ἀξία καί τόν ρόλο τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς καί στήν δύναμη τοῦ γραπτοῦ λόγου». (σσ. 122-123). Παρά ταῦτα, εἶναι γεγονός ὅτι στήν Ρωσία τοῦ 16ου αἰ. «ἡ Ἀναγέννηση καί ὁ μή θρησκευτικός τρόπος σκέψης δέν εἶχαν ἀκόμη εἰσέλθει» ((Γ. Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Ἡ μεσαιωνική Ρωσία, Gutenberg, Ἀθήνα 2013, σ. 181). Φέρει ἡ εἰσηγήτρια καθηγ.  Ἀλεξανδροπούλου ὡς παραδείγματα τῆς ρωσικῆς Γραμματείας τοῦ 16ου αἰ. τήν καλλιέργεια τοῦ ἱστορικοῦ ἀφηγήματος, τά Χρονικά (λ.χ. τό Χρονικό τοῦ Νίκωνος), ἐνῶ τονίζει τόν τομέα τῆς Δημοσιολογίας πού περιλαμβάνει κείμενα πάνω σέ ζητήματα ἰδιοκτησίας (σ. 124). Προσθέτει, τέλος, ἡ ἴδια ὅτι τότε στήν Ρωσία «ἀναζωπυρώνεται ἡ ἐθνική συνείδηση, πού ἀκολουθεῖ μιά πολιτισμική καί ἐθνική καλλιτεχνική παράδοση» (σ. 123).
Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ τοποθέτηση τοῦ καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Σεργίου καί Ἁγίας Τριάδος Μόσχας π. Ἀλεξίου ὁ ὁποῖος, σέ ἀντίθεση μέ ἄλλους ἱστορικούς, ἐπισημαίνει ὅτι «ἡ μοσχοβίτικη Ρωσία οὐδόλως ἦτο βυθισμένη εἰς τό σκότος τῆς ἀμαθείας…Ὑπῆρχαν καί ἐκεῖ πολιτιστικαί παραδόσεις με βαθείας ρίζας» (σ. 127).
Ἐκτός τοῦ τετάρτου κεφαλαίου τοῦ Β΄ μέρους τοῦ τόμου, ὄψεις τῆς ρωσικῆς κοινωνίας τοῦ 16ου αἰ. προβάλλονται καί συζητοῦνται ἐν συντομίᾳ καί στό πέμπτο κεφάλαιο τοῦ Β΄ μέρους, κυρίως μέ τίς εἰσηγήσεις τοῦ Ἄγγελου Γιαννακόπουλου («Τό πρόβλημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μοναστηριακῆς περιουσίας») καί τῆς Νίνας Σινίτσυνα («Ἡ κοινωνική διδασκαλία τοῦ Μάξιμου τοῦ Γραικοῦ»). Ὁ Ἄγγελος Γιαννακόπουλος ὑποστηρίζει ὅτι «στή Ρωσία τοῦ 16ου αἰ. ὑπῆρχε μία περίοδος ἔντονων ἀνακατατάξεων καί σήψεως κοινωνικῆς μετά σκληρότητος. Ἡ ἔκλυση τῶν ἠθῶν καί ἡ ἀποδιοργάνωση ἀντανακλοῦσε καί στήν Ἐκκλησία, πού οἱ μαρτυρίες ἀποκαλύπτουν καί σ’ αὐτή διαφθορά. Τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρχε δουλοπαροικία» (σ. 151). Στήν ἴδια κατεύθυνση κινεῖται καί ἡ Νίνα Σινίτσυνα ὅταν σημειώνει ὅτι «ὁ 16ος αἰ. στόν πολιτισμό τῆς Ρωσίας ἦταν ἕνας ἔντονος πνευματικός αἰώνας, μέ ἔντονη κριτική πάνω στήν κοινωνικοπολιτική καί πολιτιστική ζωή» (σ. 162). Θά προστεθεῖ ἐδῶ ὅτι καί ὁ Μάξιμος «εἶδε τή Ρωσική Ἐκκλησία μέ κριτικό πνεῦμα καί καυτηρίασε τίς τάσεις πού ὑπῆρχαν στούς κόλπους της γιά ἐντυπωσιασμό καί ἀπόκτηση ἰσχύος καί ὑλικῶν ἀγαθῶν» ((Γ. Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Ἡ μεσαιωνική Ρωσία, Gutenberg, Ἀθήνα 2013, σ. 182).
Ἐλλείψει ἄλλων ἀναφορῶν στήν ρωσική κοινωνία τοῦ 16ου αἰ. στίς δύο συγκεκριμένες ἑνότητες τῶν εἰσηγήσεων, κρίνεται σκόπιμο νά προστεθεῖ καί ἡ ἀποτίμηση τῆς καθηγ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, ἡ ὁποία, παρουσιάζοντας τά Πορίσματα τοῦ Συνεδρίου, ἐπισημαίνει: «Ἡ Ρωσία τοῦ 16ου αἰώνα, μέ τή μεγάλη ἐδαφική ἀνάπτυξη καί τίς οὐσιαστικές κοινωνικές καί οἰκονομικές ἀνακατατάξεις, περνᾶ αὐτή τήν ἐποχή μιά κρίση, πού βέβαια θά ένταθεῖ στόν ἑπόμενο αἰώνα. Σ’ αὐτήν τήν Ρωσία, μέ τίς μεσαιωνικές ἀκόμη δομές, κλήθηκε (ἐνν. ὁ Μάξιμος ὁ Γραικός) ν’ ἀναλάβει τό τεράστιο ἔργο τῆς μετάφρασης τῶν ἱερῶν κειμένων» (σ. 194).
Μέ ἀφορμή τίς σποραδικές ἀναφορές στίς ἀναφερθεῖσες εἰσηγήσεις ὡς πρός τήν ρωσική κοινωνία τοῦ 16ου αἰ., ἔχει ἐνδιαφέρον, νομἰζω, νά δεῖ κανείς κάπως πιό ἀναλυτικά ὁρισμένα χαρακτηριστικά της.
Εἶναι γεγονός ὅτι τήν ἐποχή τοῦ 16ου αἰ. παρουσιάζεται στήν ρωσική Γραμματεία μία ὤθηση στήν ἱστοριογραφική δραστηριότητα (λ.χ. ἡ «Ἱστορία τῆς ἅλωσης τοῦ Πσκόφ», 1510, τό «Βιβλίο τῶν Ἑκατό κεφαλαίων», 1551, τό «Ντομοστρόι», 1556) πού δέν ἔχουν ἰδιαίτερο λογοτεχνικό ἐνδιαφέρον. Ἀντιθέτως, σημειώνεται ὅτι τά βιβλία «Καλενδάριο τῶν Ἁγίων» καί τό «Βιβλίο τῶν Βαθμῶν» τοῦ Μακαρίου Μόσχας (1482-1563) ἔχουν μεγαλύτερη λογοτεχνική ἀξία (βλ. σχετικά D.S. Mirsky, Ἱστορία τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας, μετ. Ἰ. Ράλλη, Κ. Χατζηδήμου, Ἀθήνα 1977, σ. 18). Ὡστόσο, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἀκόμη καί τά ἔργα αὐτά δέν δείχνουν οὔτε κάποια σημαντική προόδο στά Γράμματα οὔτε κάποια ἰδιαίτερη ὑπέρβαση τῆς ἀμάθειας μεταξύ τῶν εὐρύτερων λαϊκῶν στρωμάτων, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν ἐκπροσώπων τοῦ κλήρου, οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν σέ θέση νά ἀναγνώσουν καί νά σχολιάσουν τά ἤδη μεταφρασθέντα κείμενα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, λ.χ. τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, οἱ μεταφράσεις τῶν ὁποίων «βρίσκονταν σέ πολλά ρωσικά μοναστήρια» (N.O. Losski, Histoire de la philosophie russe. Des origines à 1950, Payot, Paris 1954, σ. 6).
Ἐξ ἄλλου, εἶναι γνωστό ὅτι κατά τόν 16ου αἰ. ὁ τσάρος, παρά τά ἀρκετά προβλήματα, ἐπέτυχε τήν ἐπέκταση τοῦ κράτους σέ μεγάλες περιοχές, κυριεύοντας διαδοχικά τό Καζάν, τό Ἀστραχάν καί μέρος τῆς Σιβηρίας. Αὐτή ἡ ἐπέκταση ὅμως δέν συνοδεύτηκε ἀπό ἀντίστοιχη πρόοδο κοινωνική ἤ πολιτιστική. Κατ’ ἀρχάς, βασιζόμενος κανείς στίς μαρτυρίες τῶν δυτικοευρωπαίων (περιηγητῶν, ἐμπόρων καί πρέσβεων, ἄς ἀναφερθοῦν ἐδῶ τά ὀνόματα τῶν Chancellor, τοῦ Fletcher, το Σιγισμούνδου τοῦ Herberstein, τοRosen καί το Margeret) οἱ ὁποῖοι γιά διαφόρους λόγους βρέθηκαν στήν Ρωσία τοῦ 16ου αἰ., θά διαπιστώσει ὅτι ἡ κοινωνία αὐτή δέν διακρίνεται, σέ καμμία περίπτωση, ἀπό κάποια ἀνάπτυξη ἀντίστοιχη τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (λ.χ. δέν ὑπῆρχαν κεφάλαιο, τεχνογνωσία, πρωτογενής παραγωγή), ἐνῶ παράλληλα εἶναι ἐμφανής, κυρίως στήν σχέση ἀρχόντων καί ἀρχομένων, μία ἐπιρροή ἀπό στοιχεῖα βυζαντινά καί ἀσιατικά. Πάντως στό σημεῖο αὐτό θά προστεθεῖ ὅτι «τό ἰδεῶδες βυζαντινό πρότυπο τῆς ἁρμονικῆς σχέσης μεταξύ κοσμικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας δέν μεταφυτεύθηκε στήν Μόσχα παρά ὡς ἕνα ἐκφυλισμένο κακέπτυπο» (Γ. Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Ἡ μεσαιωνική Ρωσία, Gutenberg, Ἀθήνα 2013, σ. 109).
Φαίνεται δέ ὅτι ἡ ρωσική κοινωνία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι μία κλειστή, ἀπαίδευτη, ἀνώριμη, μέ μεγάλες κοινωνικές ἀνισότητες καί ἐκκλησιαστικά προβληματική κοινωνία. Ἐπί τοῦ προκειμένου γράφει ὁ καθηγ. Δημ. Γόνης: «Ἡ μεγάλη ἀμάθεια ὅλων τῶν κοινωνικῶν στρωμάτων εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἐπικράτηση πλήθους πλανῶν, δεισιδαιμονιῶν καί προλήψεων … Ἡ μαγεία ἦταν διαδεδομένη … Εὐρύτατα διαδεδομένη ἦταν ἡ ἀστρολογία … ἀναισθησία καί σκληροκαρδία κυριαρχοῦσαν στήν ρωσική κοινωνία … Ἀποτέλεσμα τῆς προνομιακῆς θέσεως τῶν ἰσχυρῶν ἦταν ἡ ὁλοκληρωτική ἔλελιψη δικαιοσύνης … Οἱ ἱεροπραξίες γίνονταν χωρίς τάξη ἐπειδή οἱ ἱερεῖς ἀγνοοοῦσαν τό Τυπικό … Μοναχοί καί Μονές ἀσκοῦσαν τήν τοκογλυφία» (Βλ. ἀναλυτικά Δημ. Γόνης, «Ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικός [1470-1556]», στόν τόμο Ἁγίου Μαξίμου Γραικοῦ Λόγοι, τ. Α΄, μετ. Μ.Τσυμπένκο, Τιμόθεος Γκιμόν, Ἱερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος 2011, σσ. 67-73). Βεβαίως ὁρισμένα ἀπό τά παραπάνω ἐξηγοῦνται ὥς ἕνα βαθμό ἀπό τό ὅτι «κατά τό 1546 δέν ὑπῆρχαν στήν Μόσχα σχολεῖα» (Δημ. Γόνης, «Ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικός [1470-1556], ὅπ.π., σ. 68). Συναφῶς θά πρέπει νά προστεθεῖ ὅτι στήν Ρωσία τοῦ 16ου αἰ., ὅπου ἔζησε ὁ Μάξιμος ὁ Γραικός, δέν λειτουργοῦσαν ἀκόμη οἱ περίφημες Θεολογικές Ἀκαδημίες ἡ ἀρχαιότερη τῶν ὁποίων, ἡ Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου, ἐγκαινιάστηκε τό 1630. Τό σημαντικότερο γιά τό θέμα μας, ἡ ἐπίσης σπουδαία Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Μόσχας ἱδρύθηκε ἀπό τούς Ἕλληνες Ἰωαννίκιο (1633-1717) καί Σωφρόνιο (1652-1730) Λειχούδη πολύ ἀργότερα ἀπό τήν ἄφιξη ἐκεῖ (τό 1518) τοῦ Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, καί συγκεκριμένα τό 1685.
Τέλος, δέν εἶναι ἄνευ σημασίας καί τό γεγονός ὅτι «τά τυπογραφεῖα τῆς Μόσχας, πού λειτουργοῦσαν ἤδη ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1560, δέν εἶχαν τυπώσει παρά μόνο τρία βιβλία μή θρησκευτικοῦ περιεχομένου» (Orl. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, μετ. Χ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σ. 38).
Ἀπό τήν συζήτηση μεταξύ τῶν εἰσηγήσεων τοῦ παρόντος τόμου ἀλλά καί ἀπό τά παραδείγματα πού προσέθεσα, συνάγεται ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι κανείς κατηγορηματικός ὅσον ἀφορᾶ τήν ρωσική κοινωνία τοῦ 16ου αἰ. Ὁπωσδήποτε εἶναι μία δύσκολη, ἀπό πολλές ἀπόψεις, ἐποχή, μέ ἀνακατατάξεις στό κοινωνικό καί τό πολιτιστικό ἐπίπεδο, ὅπως τονίζεται σέ ὅλες σχεδόν τίς ὑπό συζήτηση εἰσηγήσεις. Εἶναι δέ βέβαιο ὅτι ἡ ρωσική κοινωνία τοῦ 16ου αἰ. ἀναζητοῦσε διεξόδους καί πρός τοῦτο ἐκλήθη νά συμβάλει ἡ σπουδαία προσωπικότητα τοῦ Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ.
(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος στήν παρουσίαση τοῦ τόμου, στήν Ἀθήνα, στήν Στοά τοῦ Βιβλίου, στίς 17.1. 2018).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου