Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017




          Δημήτρης Μπαλτᾶς


Μιχαήλ Μπαχτίν, Ὁ Ραμπελαί καί ὁ κόσμος του. Γιά τή λαϊκή κουλτούρα τοῦ Μεσαίωνα καί τῆς Ἀναγέννησης, μετ. Γ. Πινακούλας, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2017, σελ. 575

Ἡ μνημειώδης διατριβή τοῦ Ρώσου φιλοσόφου Μ. Μπαχτίν (1895-1975) παρουσιάστηκε προσφάτως στήν ἑλληνική, ὕστερα ἀπό ἀρκετές δεκαετίες, χάρη στόν μεταφραστικό ἄθλο τοῦ Γ. Πινακούλα καί τήν ἐκδοτική πρωτοβουλία τῶν Πανεπιστημιακῶν Ἐκδόσεων Κρήτης. 
Ἄν καί ἡ πρώτη μορφή τοῦ βιβλίου τοῦ Μπαχτίν γιά τόν Φρ. Ραμπελαί (1494-1553) γράφηκε περί τό 1940 καί ὁ τίτλος τοῦ διδάκτορα ἀπονεμήθηκε στόν Ρῶσο συγγραφέα τό 1952, τό βιβλίο του ἐκδόθηκε τελικά ὁλοκληρωμένο τό 1965. Προσδιορίζοντας δέ τόν χαρακτήρα τῆς ἐργασίας του ὁ Μπαχτίν τονίζει ὅτι αὐτή «ἔχει βασικά ἱστορικό-λογοτεχνικό χαρακτήρα, ἀλλά δέν θέτουμε σέ αὐτή εὐρύτερα αἰσθητικά ζητήματα, καί εἰδικά ζητήματα αἰσθητικῆς τοῦ γέλιου» (σ. 140). 
Νά σημειώσω ἐξ ἀρχῆς ὅτι, ἄν καί ὁ Μπαχτίν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καί ἀσκεῖ κριτική στήν ραμπελαισιανή (ἀκόμα καί τόν βαθμό πρόσληψης τοῦ Ραμπελαί στήν ρωσική φιλολογία, τήν προεπαναστατική καί τήν μετεπαναστατική) βιβλιογραφία μέχρι καί τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, στήν διατριβή του δέν ἀσχολεῖται μέ στοιχεῖα τοῦ βίου τοῦ Ραμπελαί (ἐκτός τῆς ἀναφορᾶς του στήν ἰατρική παιδεία τοῦ Γάλλου συγγραφέα). Ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐπιδράσεις πού δέχθηκε ὁ Ραμπελαί, ὁ Μπαχτίν βεβαιώνει ὅτι «οι κωμωδιογράφοι – ὁ Ἀριστοφάνης, ὁ Πλαῦτος, ὁ Τερέντιος- δέν ἄσκησαν μεγάλη ἐπίδραση» (σ. 115, σημ. 63).

Παράλληλα μέ τήν ἐξαντλητική ἐκ μέρους τοῦ Μπαχτίν ἀνάλυση συγκεκριμένων ἀποσπασμάτων (passim) ἀπό τά κείμενα τοῦ Ραμπελαί, ὁ Ρῶσος φιλόσοφος προβαίνει καί σέ συγκριτικές ἀναφορές τοῦ Γάλλου συγγραφέα μέ ὁρισμένα μνημειώδη ἔργα τῆς εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας, ὅπως τόν «Δόν Κιχώτη» τοῦ Θερβάντες (σσ. 28-29), καί τήν «Θεία Κωμωδία» τοῦ Δάντη (σσ. 466-467).  
Στήν ἐκτενῆ «Εἰσαγωγή» (σσ. 1-70) τοῦ συγγραφέα τίθενται τά ζητήματα τά ὁποῖα θά πραγματευθεῖ στήν συνέχεια. Ἄς κρατήσουμε ἐδῶ τήν ἐπισήμανση τοῦ Μπαχτίν ὅτι «ὁ Ραμπελαί εἶναι ἀναντικατάστατος γιά τή διείσδυση στήν ἴδια τήν βαθιά οὐσία τῆς λαϊκῆς γελαστικῆς κουλτούρας ... Τό ἔργο του εἶναι πραγματικά μία ὁλόκληρη ἐγκυκλοπαίδεια τῆς λαϊκῆς κουλτούρας» (σ. 69. Βλ. καί σσ. 527-528), ὅπως αὐτή ἀπεικονίζεται μέσα ἀπό τίς περιπέτειες τοῦ κεντρικῶν ἡρώων του, τοῦ Πανταγκρυέλ καί τοῦ Γαργαντούα.
Τό γεγονός ὅτι «οἱ ραμπελαισιανές εἰκόνες εἶναι ἐχθρικές πρός κάθε σταθερότητα καί σοβαρότητα» (σ. 2, σ. 509) συνδέεται ἀναμφίβολα μέ τήν «γελαστική ἀρχή πού ὀργανώνει τίς καρναβαλικές τελετές» (σ. 8, σσ. 98-100). Τονίζεται ἐδῶ ἡ διαφοροποίηση τῆς «ἐπίσημης γιορτῆς πού ἑδραίωνε τήν σταθερότητα … καί παραμόρφωνε τήν ἀληθινή φύση τῆς ἀνθρώπινης ἑορταστικότητας» ἀπό τό καρναβάλι «πού γιόρταζε τήν προσωρινή ἀπελευθέρωση ἀπό τήν κυρίαρχη ἀλήθεια» (σ. 12. Βλ. ὁμοίως σ. 113, σ. 247, σ. 254, σ. 318, σ. 468, σ. 547). Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Μεσαίωνα, μάλιστα ἀκόμα καί ὁ κατώτερος κλῆρος καί οἱ φοιτητές τοῦ πανεπιστημίου, μετεῖχαν καί στίς δύο αὐτές ζωές, τήν ἐπίσημη καί τήν καρναβαλική. Κυριότερο γνώρισμα τῆς γελαστικῆς ἀρχῆς στόν Ραμπελαί εἶναι, κατά τόν Μπαχτίν, ἡ «ὑλικοσωματική ἀρχή τῆς ζωῆς: τῶν εἰκόνων τοῦ ἴδιου τοῦ σώματος, τοῦ φαγητοῦ, τοῦ ποτοῦ, τῶν κοπράνων, τῆς σεξουαλικῆς ζωῆς» (σ. 23).
Ἐντοπίζοντας γεωγραφικά τίς διάφορες μορφές λαϊκο-γιορταστικῶν ἐκδηλώσεων (πού συνοψίζονται σέ ὅ,τι ὀνομάζεται καρναβάλι), ὁ Μπαχτίν θεωρεῖ ὅτι αὐτές ἐλάμβαναν χώρα περισσότερο στήν Ἰταλία, στήν Γαλλία καί στήν Γερμανία. Ἀλλά θά προσθέσει ὅτι «στήν Ρωσία αὐτή ἡ διαδικασία δέν συνέβη καθόλου∙ οἱ διάφορες μορφές τῆς λαϊκο-γιορταστικῆς διασκέδασης, τόσο γενικοῦ ὅσο καί τοπικοῦ χαρακτήρα (ἀποκριάτικης, χριστουγεννιάτικης, πασχαλινῆς κ.λπ.), παρέμεναν ἀσυγχώνευτες καί δέν ξεχώρισε κάποια μορφή, ἀνάλογη μέ τό δυτικοευρωπαϊκό καρναβάλι» (σσ. 253-254).
Ἄν καί ἡ ἱστορία τοῦ γέλιου ἀνάγεται σέ ἐποχή πρίν ἀπό τόν Μεσαίωνα (λ.χ. στό ἀρχαῖο σατυρικό δρᾶμα), ὁ Μπαχτίν τονίζει ὅτι κυρίως τό μεσαιωνικό γέλιο «φώτιζε τήν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου», διά τῆς νίκης «ἐπί τοῦ φόβου ἐνώπιον τοῦ ἐπέκεινα, τοῦ ἱεροῦ, τοῦ θανάτου, κάθε ἐξουσίας» (σ. 109). Νά σημειωθεῖ πάντως ὅτι αὐτή ἡ ὑπερνίκηση τοῦ φόβου ἀφορᾶ κατ’ ἐξοχήν στήν λαϊκή κουλτούρα, διότι, ἐξ ἀντιθέτου, ἡ «ἐπίσημη κουλτούρα χρησιμοποίησε συχνά, ἀκόμη καί καλλιέργησε, τόν φόβο, μέ στόχο τήν ταπείνωση καί τήν καταπίεση τοῦ ἀνθρώπου» (σ. 389, σημ. 10). Γιά παράδειγμα, δέν εἶναι λοιπόν τυχαῖο τό γεγονός ὅτι «ὁ Ραμπελαί ἔγραψε τόν Πανταγκρυέλ στή διάρκεια τῶν θεομηνιῶν πού ἐνέσκηψαν στή Γαλλία τό 1532», οἱ ὁποῖες «ἦταν ἰσχυρές γιά νά ἀφυπνίσουν κοσμικούς φόβους καί ἐσχατολογικές ἰδέες… Ὁ Πανταγκρυέλ ἦταν, σέ σημαντικό βαθμό, μία εὔθυμη ἀπάντηση, στόν κοσμικό φόβο καί στή θρησκευτική-ἐσχατολογική διάθεση πού ἀφύπνισαν αὐτές οἱ θεομηνίες» (σ. 393). Πέραν αὐτοῦ, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τόν φόβο ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τούς ἀγέλαστους καί σοβαρούς ἀνθρώπους ἀποτελεῖ ἕνα γενικώτερο στόχο τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Ραμπελαί.
Μέ ἀφετηρία τίς παραπάνω ἑρμηνευτικές ἀρχές ὁ Μπαχτίν θά προσεγγίσει στό ἔργο τοῦ Ραμπελαί συγκεκριμένα ζητήματα, τά σημαντικότερα τῶν ὁποίων εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἐκθρόνιση-ἐνθρόνιση τῶν βασιλέων (σ. 191, σ. 230, σ. 232, σ. 279, σ. 444), οἱ βρισιές (σ. 191, σ. 218, σ. 408), ἡ διακωμώδηση ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν καί κειμένων (σ. 193, σ. 212, σ. 264, σ. 383, σ. 406), ἡ γυναίκα (σ. 278) καί ὁ θάνατος (σ. 379, σ. 387, σ. 430, σ. 470, σ. 472, σ. 4760). Γιά τήν κατανόηση αὐτῶν τῶν ζητημάτων εἶναι ἀναγκαῖο νά προσθέσω ὅτι ἐκεῖνοι πού γελοιοποιεῖ ὁ Ραμπελαί εἶναι «οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ παλαιοῦ κόσμου πού πεθαίνοντας γεννᾶ» (σ. 239). Ἀλλά, προς ἀποφυγήν παρερμηνειῶν, ὁ Μπαχτίν παρέχει τήν διευκρίνηση ὅτι, ἐνῶ «στό ἔργο τοῦ Ραμπελαί ὑπάρχουν πολλοί ὑπαινιγμοί σέ ἱστορικά πρόσωπα καί γεγονότα», δέν πρέπει «νά ἀναζητοῦμε κάποιο συγκεριμένο καί μοναδικό κλειδί γιά κάθε εἰκόνα … Ἡ ἱστορικο-ἀλληγορική μέθοδος δέν μπορεῖ, στίς περισσότερες περιπτώσεις, νά δώσει μιά ἀκριβή ἀποκρυπτογράφηση, ἀφοῦ ἡ παράδοση εἶναι ἀντιφατική, καί κάθε σύγκριση καί εἰκασία εἶναι αὐθαίρετη» (σ. 133).
Τό 5ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τοῦ Μπαχτίν ἀναφέρεται στό γκροτέσκο ὕφος γνωρίσματα τοῦ ὁποίου εἶναι «ἡ μεγαλοποίηση, ὁ ὑπερβολισμός, τό υπέρμετρο» (σ. 353). Παρενθετικά θά σημειώσω ἐδῶ τήν διατύπωση τοῦ σπουδαίου Ρώσου σκηνοθέτη Βσέβολοντ Μέγιερχολντ (1874-1940) ὅτι «τό γκροτέσκο περιφρονώντας χωρίς συμβιβασμούς τίς κάθε εἴδους μικρολεπτομέρειες δημιουργεῖ ὅλη τήν πληρότητα τῆς ζωῆς … Τό γκροτέσκο ἀνακατεύει τά ἀντίθετα, δημιουργώντας ἐνσυνείδητα τήν ὀξύτητα τῶν ἀντιθέσεων καί παίζοντας μόνο  μέ τήν δική του ἰδιορρυθμία (Κείμενα γιά τό θέατρο, τ. Α΄, μετ. Ἀ. Βογιάζος, Ἰθάκη, Ἀθήνα 1982, σ. 144). Ἀναφερόμενος λοιπόν ὁ Μπαχτίν στόν Ραμπελαί, δείχνει ὅτι τό πρόσωπο, τό στόμα, ἡ κοιλιά καί ὁ φαλλός, τό φαγητό καί τό πιοτό παίζουν τόν σημαντικότερο ρόλο στό γκροτέσκο σῶμα (σσ. 366-368). Συμπεραίνει δέ ὁ Μπαχτίν ὅτι «τό γκροτέσκο σῶμα συνυφαίνεται ὄχι μόνο μέ τά κοσμικά ἀλλά καί μέ τά κοινωνικο-οὐτοπικά μοτίβα, πάνω ἀπό ὅλα, μέ τό μοτίβο τῆς ἀλλαγῆς τῶν ἐποχῶν καί τῆς ἱστορικῆς ἀνανέωσης τῆς κουλτούρας» (σ. 376).
Ἐάν τό ἔργο τοῦ Ραμπελαί ἀπεικονίζει τήν λαϊκή γελαστική κουλτούρα τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσαίωνα καί τῆς Ἀναγέννησης, ἔχει ἐπίσης ἐνδιαφέρον νά δοῦμε τήν ἑορταστικότητα καί τό γέλιο στίς συνθῆκες τοῦ συγχρόνου ἀστικοῦ πολιτισμοῦ μας. Ὁ ἴδιος ὁ Μπαχτίν ὑποστηρίζει σχετικά ὅτι «ἡ ἑορταστικότητα στίς συνθῆκες τῆς ἀστικῆς κουλτούρας ἁπλῶς στένεψε καί διαστρεβλώθηκε, ἀλλά δέν πέθανε» (σ. 320). Γιά παράδειγμα, ἡ σύγχρονη ἑορταστικότητα δέν στηρίζεται στήν «ἐλευθερία ἀπό τίς λεκτικές νόρμες, ἀπό τίς καθιερωμένες γλωσσικές ἱεραρχίες» (σ. 547), ὅπως βεβαίως συμβαίνει στό ἔργο τοῦ Ραμπελαί. Διότι, γιά τόν Μπαχτίν, ὁ Ραμπελαί «δέν μιλοῦσε στήν γλῶσσα τῶν ἐννοιῶν, ἀλλά στήν γλῶσσα τῶν λαϊκῶν-γελαστικῶν εἰκόνων» (σ. 509). Πάντως, νομίζω ὅτι σήμερα, στίς συνθῆκες τόσο τοῦ ἰδιωτικοῦ ὅσο καί τοῦ συλλογικοῦ βίου, ἀπουσιάζουν οἱ εὐωχικές-γελαστικές εἰκόνες, ὅπως τίς παρουσιάζει ὁ Ραμπελαί καί τίς ἑρμηνεύει ὁ Μπαχτίν. Γίνονται βεβαίως ἀκόμη, ἀνά τόν κόσμο, γιορτές καρναβαλιοῦ, ἀλλά δέν μποροῦμε νά μιλήσουμε γιά τήν καρναβαλοποίηση τοῦ λόγου καί ἐν γένει τῆς ζωῆς, ὅπως τήν ἐπεδίωξε ὁ Ραμπελαί καί τήν ἀνέδειξε ὁ Μπαχτίν.
Σέ μία γενικώτερη ἀποτίμηση, θά σημειώσω ὅτι τό βιβλίο τοῦ Μπαχτίν παραμένει μία ἐνδιαφέρουσα καί μέ συναρπαστικό τρόπο γραμμένη ἑρμηνευτική τοῦ ραμπελαισιανοῦ ἔργου, μέ πρωτοτυπία ἀξεπέραστη.

(Στέπα 7, 2017, σσ. 310-312)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου