Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μιχάλης Λεβέντης, Τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων, Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2016, σελ. 133

Προλογίζοντας τό βιβλίο ἡ συγγραφέας Μάρω Βαμβουνάκη γράφει ὅτι «τό νά εἶναι σέ θέση κανείς νά βλέπει τά ὁρατά καί ‘’βλέπει’’ καί τά ἀόρατα εἶναι χάρισμα καί χάρις. Γιατί εἶναι τά ἀόρατα πού νοηματοδοτοῦν τά ὁρατά καί ἐξηγοῦν τό αἴνιγμα ὅπου σταματάει ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου» (σ. 9).
Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά θυμίσω κατ’ ἀρχάς τήν διατύπωση τοῦ «Συμβόλου τῆς Πίστεως» ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ποιητής ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων». Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι ὑπαρκτά ὄχι μόνον τά ὁρατά ἀλλά καί τά ἀόρατα. Βεβαίως, κατά κανόνα, ὁ καθημερινός ἄνθρωπος, τόσο ὁ πιστός ὅσο και ὁ μή πιστός, δέν ἔχει τό χάρισμα, ἤ καλύτερα τήν Χάρη, νά δεῖ τά ἀόρατα, πολύ δέ περισσότερο νά ἐκφράσει ὁτιδήποτε περί αὐτῶν. Ἔτσι τά ἀόρατα ἀνήκουν στόν χῶρο τοῦ Ἀρρήτου καί ὄχι τοῦ λογικά ἀποδείξιμου. Γι’ αὐτό καί διερωτᾶται ὁ Μιχ. Λέβέντης: «Μέ τί ἄραγε ξεδιψᾶ καλύτερα ὁ ἄνθρωπος, μέ νερό ἤ μέ οὐρανό; Γύρω γύρω ὅλοι καί στή μέση τό Ἄρρητο» (σ. 53).  Πάντως, γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ὁ ἄνθρωπος δέν ἦταν ποτέ, καί δέν εἶναι, ἕτοιμος νά δεχθεῖ κάτι ἔξω καί πέρα ἀπό τήν λογική τοῦ 2=2=4. Ἀλλά θά θυμίσω τούς λόγους τοῦ μεγάλου Φ. Ντοστογιέφσκι στό Ὑπόγειο: «τό δύο καί δύο τέσσερα δέν εἶναι πιά ζωή, κύριοι, μά ἡ ἀρχή τοῦ θανάτου» (Τό Ὑπόγειο, σ. 47).
Ἄς δοῦμε δι’ ὀλίγων τήν παρουσία τῶν ἀοράτων στήν ζωή μας. Γιά πολλούς ἀνθρώπους, καί κυρίως γιά τούς διακρινόμενους ἀπό σκεπτικισμό, τά ἀόρατα χαρακτηρίζονται ὡς «παράξενα, ἀπίστευτα, ἤ τῆς φαντασίας» (σ. 92). Ἄλλωστε εἶναι γεγονός ὅτι «ὅ,τι εἶναι ἀλλιώτικο ἀπ’ τις ἐμπειρίες μας, τό βλέπουμε καχύποπτα καί κάποτε τό κοροϊδεύουμε» (σ. 117). Ἀκριβῶς κοροϊδεύαμε παλαιότερα, σᾶς θυμίζω, τόν στρατηγό Μακρυγιάννη στό γνωστό «Ὁράματα καί θάματα», ὅταν ἔγραφε: «Τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τό βράδυ τρώγαμεν ψωμί∙ … βλέπομεν ὅλοι ὅσ’ ἤμαστε εἰς τό τραπέζι μιάν λάμψη∙ ἦταν σκοτάδι καί ἔγινε ἡμέρα, καί αὐτό τό εἴδανε καί πολύς κόσμος» (Ὁράματα καί θάματα, σ. 61). Ἐνῶ ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ ἀρρήτου φωτός εἶναι κοινή, σέ ἄλλο σημεῖο ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀοράτου εἶναι περισσότερο προσωπική: «Εἰς τίς 1844, τήν πρώτη Δεκεβρίου, ἦρθε ὁ Χριστός ὁ ἀληθινός, καί ἡ Θεοτόκο καί ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὅλοι εἰς τίς εἰκόνες» (Ὁράματα καί θάματα, σ. 71). Ὑποστήριζαν τότε οἱ ‘’εἰδικοί’’ ὅτι οἱ καταγραφόμενες ἐμπειρίες τοῦ Μακρυγιάννη ἦταν ἀποτέλεσμα παλαιοῦ τραύματος στό κεφάλι καί μιᾶς διαμορφωθείσης ἰδεοκαταληψίας. Πέραν ὅλων αὐτῶν, τήν ἀκρίβεια τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατο, ὅπως ἀντιλαμβάνεστε, γιά διαφόρους λόγους νά διαπιστώσουμε σήμερα, εἶναι γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει, κατά κανόνα, μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη στήν ἐμπειρία πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν λειτουργίας τῶν αἰσθήσεων καί ὄχι σέ ὅ,τι ἔρχεται ἀπό ἕναν κόσμο ἐξω καί πάνω ἀπό τήν ἐμπειρία.
Ἄς ἔρθω τώρα στό βιβλίο τοῦ Λεβέντη. Σ’ ἕνα ἀπό τά ἀφηγήματα τοῦ βιβλίου ὁ συγγραφέας γράφει-περιγράφει ἕνα ὄνειρο στό ὁποῖο «ἡ Παναγία ἔρχεται ὁλοζώντανη … γέρνει χαριτωμένα τό κεφάλι καί γνέφει καταφατικά» (σ. 110).  Ἐδῶ τό ἀόρατο ἔρχεται νά συναντήσει τό ὁρατό, ἔστω καί στήν κατάσταση τοῦ ὀνείρου. Ἀλλά θά προσθέσει ὁ συγγραφέας παρακάτω ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «περπατᾶ ὁλοζώντανος μέσα στόν λόγο Του και μᾶς ζωοποιεῖ» (σ. 121). Χαρακτηριστική καί ἡ χρήση τοῦ ἐπιθέτου «ὁλοζώντανος» καί στίς δύο ἀναφορές τοῦ συγγραφέα. Πάντως νομίζω ὅτι θά ἀδικοῦσε κανείς τόν συγγραφέα, ἐάν περιοριζόταν σέ μία αἰσθητική- ὑφολογική ἀνάλυση τοῦ κειμένου.
Ὅμως ἔχει ἐνδιαφέρον, καί ἴσως προκαλεῖ ὁρισμένη θλίψη, τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν βλέπει ὄχι μόνον τά ἀόρατα, ἀλλά καί τά ὁρατά, τά ὁποῖα θά ἔλεγε κανείς ὅτι θά ἦταν πιθανότερο νά τά δεῖ. Σέ ἕνα ἄλλο ἀπό τά ἀφηγήματα τοῦ βιβλίου ἡ ἀντικειμενικῶς ὁρατή εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού φωνάζει «πεινάω, πεινάω» καί ὅλοι τόν προσπερνοῦν «σάν νά μήν ὑπάρχει» (σ. 63, ἡ ἴδια διατύπωση στήν σ. 73), δείχνει ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά προσλάβει ἀκόμη καί τό ὁρατό, ὄχι μόνον τό ἀόρατο.
Στήν ποιητική κατακλείδα τοῦ μικροῦ βιβλίου ὁ συγγραφέας θέλει νά ἐλπίζει ὅτι ὁ λόγος του θά παραμείνει ὁ ἴδιος: «Συνέχισε νά συλλαβίζεις ὅσα ἐπιμένουν νά κρύβονται/ γιά ν’ ἀνθίσουν κάποιοι σπόροι τοῦ ἀνέκφραστου/ καί νά γίνουν θνητοί» (σ. 131). Εἶμαι τῆς γνώμης  ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ λόγος τῶν ἀφηγημάτων τοῦ Μ. Λεβέντη διακρίνεται ἀπό ὁρισμένη ποιητικότητα ἡ ὁποία θά πρέπει νά ἀποκρυπτογραφηθεῖ καί ἔτσι νά ἀποκαλυφθεῖ. Μέ μία φιλοσοφική διάθεση θά ἔλεγα ὅτι ὁ συγγραφέας, μέσα ἀπό τά σύντομα καί ἁπλά, καί αὐτοβιογραφικά ἄν δέν κάνω λάθος, ἀφηγήματά του, δείχνει ὅτι τόσο τά ὁρατά, ὅσο καί τά ἀόρατα ἔχουν, κατά θεία παραχώρηση, τήν θέση τους στήν ζωή μας. Ὁπωσδήποτε γιά νά κατανοήσει ὁ ἄνθρωπος τήν σχέση ὁρατοῦ καί ἀοράτου, θά πρέπει νά δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι καί τά ἀόρατα, ὅπως ἀκριβῶς τά ὁρατά, δέν ἀνήκουν στόν χῶρο τῆς φαντασίας ἤ τοῦ μύθου.
Τό νέο βιβλίο τοῦ συγγραφέα Μιχ. Λεβέντη μέ τίτλο Τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων εἶναι μία μικρή ἀποκάλυψη, κυριολεκτικά καί μεταφορικά. 

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου στήν Πινακοθήκη  τοῦ Δήμου Πειραιᾶ, στίς 16.11.2016).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου