Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016




            Δημήτρης Μπαλτᾶς 


           Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάος, Ὁ ρωσικός κόσμος μου, Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2015, σελ. 276


Στό προσφάτως ἐκδοθέν βιβλίο του ὁ γνωστός πανεπιστημιακός καθηγητής Ἀντ.-Αἰμ. Ταχιάος καταθέτει, μέ ἕνα ὕφος ἁπλό καί κατανοητό, τίς ἀναμνήσεις καί τά βιώματά του ἀπό τήν ἐποχή πού σπούδασε στό «Ἰνστιτοῦτο Ὀρθοδόξου Θεολογίας τοῦ Ἀγίου Σεργίου» στό Παρίσι. Ἔτσι μέ τό βιβλίο, τό ὁποῖο παρουσιάζω σήμερα, ὁ συγγραφέας προσπαθεῖ νά καταστήσει «γνωστές προσωπικότητες ἑνός ἀνεπνάληπτου παρελθόντος, καθώς καί ἐντυπώσεις καί ἐντυπώσεις μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς» (σ. 12).
Τά χρόνια τῆς παραμονῆς τοῦ συγγραφέως στό Παρίσι ὑπῆρξαν ἀφορμές γιά νά ἔρθει σέ ἐπαφή μέ ἐξέχουσες φυσιογνωμίες τῆς Ρωσσικῆς Διασπορᾶς, ὅπως ὁ Λέβ Ζάντερ (1893-1964), ὁ Πάβελ Ἐβντοκίμοφ (1900-1970), ὁ Λεονίντ Οὐσπένσκυ (1902-1987), ὁ Βλαντίμιρ Λόσσκυ (1903-1958), ὁ π. Γεώργιος Φλορόφσκυ (1893-1979), ὁ π. Σωφρόνιος Σάχαροφ (1896-1993), ὁ π. Ἰωάννης Μέγιεντορφ (1926-1992), μέ τούς ὁποίους ὁ ἴδιος εἶχε ἐκτενεῖς συζητήσεις καί γόνιμους προβληματισμούς. Ἐπισημαίνει δέ ὀρθότατα ὁ συγγραφέας ὅτι «οἱ Ρῶσοι διανοούμενοι τῆς διασπορᾶς εἶχαν περάσει πολύ νωρίτερα ἀπό τόν δρόμο τόν ὁποῖο εἶχε ἀρχίσει νά παίρνει ἡ Ἑλλάδα, δηλαδή τῆς ἀμφισβήτησης ἤ καί ὁλοκληρωτικῆς ἄρνησης τῶν παραδοσιακῶν, πνευματικῶν καί θρησκευτικῶν στοιχείων, καί εἶχαν συνειδητοποιήσει πιά τήν ἀπόσταση πού τούς χώριζε ἀπό τίς πνευματικές θρησκευτικές καί ἰδεολογικές θέσεις τοῦ Δυτικοῦ κόσμου» (σσ. 165-166). 
Ἄν καί στόν  «Ἅγιο Σέργιο» ὑπῆρχε «μία μοναστηριακή ἀτμόσφαιρα καί μία πνευματική ζωή πού δημιουργοῦσε προοπτικές» (σ. 77), ἐντούτοις ὁ συγγραφέας ἀναφέρεται στήν ἐπισήμανση τοῦ  π. Ἰωάννου Μέγιεντροφ ὅτι «ἡ ρωσική Θεολογία στό Παρίσι, ἄν συνέχιζε τήν ἴδια πορεία, σέ κάποια στιγμή θά περνοῦσε στήν παρακμή» (σ. 157). Μέ ἀφορμή αὐτήν τήν διάγνωση, καί ἀναφερόμενος γενικότερα στήν προσωπικότητα τοῦ Μέγιεντορφ, ὁ καθηγητής Ταχιάος θεωρεῖ ὅτι «δέν ἦταν ἕνας ἐπιπόλαιος νεωτεριστής, ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πού ἔβλεπε πολύ μακριά…» (σ. 157).
Ἐάν οἱ ἀναφερθέντες διανοητές εἶναι γνωστοί στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό, κυρίως λόγῳ τῶν μεταφράσεων τῶν ἔργων τους, καταγράφονται ἐπίσης στό βιβλίο ὀνόματα διανουμένων οἱ ὁποῖοι, νομίζω, εἶναι μᾶλλον ἄγνωστοι ἤ λησμονημένοι, ἰδίως στίς νεότερες γενιές τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά ἐξίσου ἀξιόλογοι, ὅπως ἡ «εὐγενική ψυχή» τοῦ π. Ἀλεξίου Μπουτκέβιτς, ὁ Νικόλαος Καρμίρης (1930-1977), ὁ «ἀλησμόνητος Ρῶσσος ψυχίατρος» Ἰγκόρ Καροῦζο (1914-1981), ὁ ἀρχιεπ. Γιαροσλάβ καί Ροστόβ Νικόδημος, ἡ «ἀμφιλεγόμενη προσωπικότητα» τοῦ π. Βασιλείου Κριβοσέιν (1900-1985), ὁ «δραστήριος καί μαχητικός» Ἱππόλυτος Γκόφστετερ (1862-1950) καί «ὁ μέγας ἄνθρωπος καί ἐπιστήμονας» Ντμίτρι Λιχατσόβ (1906-1999), ἡ γνωριμία μέ τούς ὁποίους ὑπῆρξε ἰδιαιτέρως εὐεργετική γιά τόν συγγραφέα τοῦ παρόντος βιβλίου.
Ἄν καί τό ὕφος τοῦ βιβλίου δέν παύει νά ἔχει ἕναν χαρακτήρα ἱστορικῆς καταγραφῆς, ἡ παραστατικότητα στήν ἀφήγηση ὅπως καί ἡ παρουσίαση ὁρισμένων στοιχείων ἐντελῶς ἄγνωστων στό εὐρύ κοινό, δίνουν στό βιββλίο καί ἕνα συναρπαστικό τόνο, γεγονός πού κρατᾶ ἀμείωτο τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη. Ἐδῶ νά προσθέσω ὅτι τό βιβλίο κοσμεῖται μέ πλούσιο ἀσπρόμαυρο φωτογραφικό ὑλικό.
Μέ τό βιβλίο τοῦ καθηγητῆ Ταχιάου, τό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό ἔχει, λοιπόν, τήν εὐκαιρία νά γνωρίσει μία σειρά ἀπό σπουδαῖες προσωπικότητες τῆς Ρωσσικῆς Διασπορᾶς μέ τίς ὁποῖες ὁ ἴδιος συνδέθηκε παλαιότερα. Ἐπειδή δέ αὐτή ἡ ἐποχή ἔχει περάσει ἀνεπιστρεπτί, τό ἀναγνωστικό κοινό μπορεῖ νά θεωρήσει τό βιβλίο ὡς μία γέφυρα μέ ἐκείνη τήν ἐποχή καί τούς σπουδαίους διανοουμένους της.

            (Στέπα τ. 3, 2016, σσ. 366-367)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου