Κυριακή, 22 Μαΐου 2016






Ivan Ilyine

Φιλοσοφία καί ζωή

μετάφραση-σημειώσεις
Δημήτρης Μπαλτᾶς

1.

Ἡ φιλοσοφία εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τήν ζωή: εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς. Ἡ ζωή, ὅμως, προηγεῖται τῆς φιλοσοφίας: εἶναι ἡ πηγή καί τό ἀντικείμενό της.
Μεταξύ ἄνθρώπων πού εἶναι ξένοι καί ὡς πρός τό ἀντικείμενο καί ὡς πρός τόν σκοπό τῆς φιλοσοφίας, ὑπάρχει ἀπό παλιά μία διαδεδομένη ἀντίληψη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ φιλοσοφία δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν «πραγματική ζωή» καί ἀπό μόνη της δέν συνιστᾶ «ἐπιστήμη». Στήν καλύτερη περίπτωση, ἡ φιλοσοφία εἶναι «ὡραῖο ὄνειρο». Ἀντιθέτως, ἡ ζωή καί ἡ επιστήμη εἶναι κάτι τό νηφάλιο: νηφάλια πρακτική δραστηριότητα καί νηφάλια θεωρητική γνώση.  Ἀκριβῶς γι΄ αὐτό ἡ ζωή ἔχει ἀνάγκη τῆς ἐπιστήμης καί ὄχι τῆς φιλοσοφίας.
Πολλοί νομίζουν ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι «ὀνειροπόλα φιλοσοφικότητα» ἤ «διανοητική ὀνειροπόληση». Κάποιος ἄνθρωπος μέ ἀδύναμη βούληση ἀλλά μέ δυνατή φαντασία καί ματαιόδοξο νοῦ προσπερνᾶ τά «μεγάλα» ζητήματα τῆς ζωῆς καί δημιουργεῖ ἕνα κόσμο χιμαιρικῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν. Παρηγορεῖται μέσα σ΄αὐτόν τόν κόσμο, «πιστεύει» σ΄αὐτόν καί κλείνεται μέσα του· προσπαθεῖ νά «μαγέψει» τόν ἑαυτό του, νά ξεγελάσει καί τήν δική του νόηση καί τοῦ ἄλλου· σιγά-σιγά περιστοιχίζει τόν ἑαυτό του ἀπό ἕνα τεῖχος μεγάλων λόγων, ὁμιχλώδους διαθέσεως, ἐκλεπτυσμένων καί ἀκατανόητων ἐπινοήσεων.
Ἐδῶ δέν ὑπάρχει τό ἑνιαῖο, κοινό γιά ὅλους, ἀντικείμενο· δέν ὑπάρχει ἑνιαία καί ὥριμη ἐπιστημονική μέθοδος· ἐδῶ ὅλα εἶναι ὑποκειμενικά καί αὐθαίρετα, διότι καθένας μιλάει γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τό δικό του. Καθένας ἐπιμένει στήν δική του «χίμαιρα». Κανείς δέν καταλαβαίνει τόν ἄλλο· ὅμως, ὅλοι «διαφωνοῦν». Κανείς δέν ἀποδέχεται τήν «χίμαιρα» τοῦ ἄλλου, διότι δέν τήν χρειάζεται. Ὁ καθένας χρειάζεται τήν δική του: αὐτή καί μόνον αὐτή εἶναι ἡ «ἀλήθεια», αὐτή, ἡ δική του ἐπινόηση, ὁ προσωπικός μῦθος τοῦ καθενός, «τό δικό του παραμύθι». Μέσα ἀπό αὐτήν ξεχύθηκε, σ΄αὐτήν στερεώθηκε τό προσωπικό ὄνειρο γιά τόν καθένα, γιά τόν κόσμο καί γιά τόν Θεό· ἀπό ἐδῶ προκύπτει καί ἡ προσωπική της σημασία. Ἡ φιλοσοφία τοῦ ἄλλου εἶναι ξένη διάχυση· πόση ὑπομονή χρειάζεται, λοιπόν, γιά νά ἀκούσει κανείς ἐπί πολλήν ὥρα καί προσεκτικά τίς διαχύσεις τοῦ ἄλλου; Νά γιατί οἱ φιλόσοφοι δέν μποροῦν νά συζητήσουν ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο: μοιάζουν, στήν καλύτερη περίπτωση, μέ συγκέντρωση δερβίσιδων, ἀπό τούς ὁποίους ὁ καθένας ἐκφωνεῖ προσευχή γιά τόν ἑαυτό του, ἀκατανόητη γιά κάποιον ἄλλο, σ΄ ἕνα θεό πού δέν γνωρίζει κανείς ἄλλος.
Ποιός ὁ λόγος γιά τό ἐκλεπτυσμένο αὐτό κατασκεύασμα προσωπικῆς μυθολογίας; Καί πῶς μπορεῖ νά διδάξει κανείς τήν φιλοσοφία; Εἶναι δυνατό κάποιο ἐπιστημονικό-φιλοσοφικό ἐπίτευγμα;
Ἀναντίρρητα, ἐάν ἡ φιλοσοφία δέν γεννᾶ παρά μόνον «προσωπικές χίμαιρες», ἐξωεπιστημονικές διαχύσεις ἤ διανοητικά όνειρα, τότε εἶναι ἀδύνατη ἡ διδασκαλία της· ὅλα τά δημιουργήματά της εἶναι γεννήματα τοῦ μυαλοῦ καί τοῦ ταλέντου· ἴσως συμπεριληφθοῦν στήν τέχνη καί τότε ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας θά ἀφομοιωθεῖ ἀπό τήν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας.
Εἶναι, ὅμως, ὀρθό αὐτό; Εἶναι, ἄραγε, ὀρθό ὅτι ἡ φιλοσοφία δέν δημιουργεῖ παρά «χίμαιρες χωρίς ἀντικείμενο»; Ὅτι ὁ ἴδιος ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο δημιουργεῖ τήν κάνει ἀδιάφορη γιά τήν ἀλήθεια; Ὅτι εἶναι ἀποκομμένη ἀπό τήν ζωή καί ὅτι δέν τῆς εἶναι χρήσιμη;
Μεταξύ αὐτῶν πού ἀσχολοῦνται μέ τήν φιλοσοφία ἤ μιλᾶνε ἐκ μέρους της ὑπάρχουν καί σήμερα ἀρκετοί ὑπαίτιοι γιά τήν ἐσφαλμένη ἐκτίμηση πού ἀπέκτησε ἡ φιλοσοφία καί οἱ φιλόσοφοι. Ἔτσι ἡ γερμανική φιλοσοφία τῶν τελευταίων δεκαετιῶν δημιούργησε, ὄντως, πολλές νεκρές ἀφηρημένες ἔννοιες πού εἶναι ἄχρηστες γιά τήν πραγματική ζωή· ἀλλά καί ἡ φιλοσοφική παιδεία τῆς Ρωσσίας δέν κατόρθωσε ἀκόμα νά νικήσει μέσα της οὔτε τόν ἄνευ ἀντικειμένου ἰμπρεσιονισμό οὔτε τήν τάση νά ἀσχολεῖται μέ τήν καθαρά προσωπική σχετικοκρατική χίμαιρα. Ὅμως, οἱ ἐλλείψεις ὡς πρός τήν πραγμάτωση ἐκθέτουν, ἄραγε, τό ἴδιο τό δημιούργημα; Ἄραγε οἱ νόσοι ἀποτελοῦν τήν ἴδια τήν οὐσία τοῦ ὀργανισμοῦ; Ἀπό τό γεγονός ὅτι κάτι λείπει εἶναι δυνατό, ἄραγε, νά συμπεράνει κανείς πώς αὐτό δέν μπορεῖ ἤ δέν πρέπει νά ὑπάρχει; Ἡ ἀνικανότητα κάποιου ἀποδεικνύει κάτι ἐκτός τοῦ ὅτι ὁ ἀνίκανος δέν γνωρίζει; Ἐάν ἀρνεῖται κανείς τήν φιλοσοφία γιά τούς παραπάνω λόγους, θά πρέπει νά τελειώσει διά παντός ὄχι μόνον μέ τό φιλοσοφεῖν ἀλλά καί μέ τήν πολιτική δραστηριότητα, μέ τήν ἰατρική, μέ τήν παιδαγωγική καί γενικότερα μέ κάθε δραστηριότητα· διότι παντοῦ ὑπῆρξαν λάθη, παντοῦ ὑπάρχει ἡ ἀνικανότητα, παντοῦ θά ὑπάρχουν ἀποτυχίες.
Ἀλλά οἱ ἐχθροί τῆς φιλοσοφίας ἴσως ἰσχυρισθοῦν ὅτι αὐτή ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τήν ἄτυχη ἐξαίρεση ἀπό ὅλα τά εἴδη δραστηριοτήτων καί ἐπιστημῶν· ὅτι ἀκριβῶς στήν φιλοσοφία οἱ νόσοι ἀποτελοῦν τήν ἴδια τήν οὐσία τοῦ ὀργανισμοῦ· ὅτι ὁ ἴδιος ὁ σκοπός της ἐνέχει τήν ἐσωτερική νόσο τοῦ ἀνέφικτου· ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει τό φανταστικό πρόβλημα πού γεννᾶ μόνον παρεξηγήσεις. Ὅμως, αὐτό θά σήμαινε ὅτι ἡ φιλοσοφία δέν ἔχει καί δέν μπορεῖ νά ἔχει τό ἰδιαίτερο, αὐτόνομο ἀντικείμενο· ὅτι δέν τῆς εἶναι προσιτή ἡ συστηματική μέθοδος· ὅτι ποτέ δέν θά μπορέσει νά ἀποδείξει τίς θέσεις της· ὅτι εἶναι κενή καί νεκρή· ὅτι δέν ἔχει καί δέν μπορεῖ νά ἔχει πραγματική, δημιουργική σχέση μέ τήν ζωή.
Ἐάν ἐπιχειροῦσε νά ἀποδείξει καί ἀποδείκνυε κανείς τίς θέσεις αὐτές, θά βοηθοῦσε σέ μεγάλο βαθμό τήν ἀνθρωπότητα: θά ἔβαζε τέλος σέ ἀξιώσεις καί ἐπιβουλές τῶν φιλοσόφων· θά ὁριοθετοῦσε τήν ἀληθινή ἐπιστήμη· θά ἔδειχνε στήν φιλοσοφία τά πραγματικά της ὅρια καί θά κατηύθυνε τίς δυνάμεις τῶν νέων γενεῶν πρός τήν τέχνη καί τήν θρησκεία. Καί ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ ἐπιτεύγματος ἡ φιλοσοφία θά ἦταν πολιτιστική ἐπιβίωση καί ἐλιξήριο ζωῆς.


2.

Γιά τήν ὥρα οἱ πολέμιοι τῆς φιλοσοφίας δέν μπόρεσαν νά ἀποδείξουν τίς θέσεις αὐτές. Μερικές φορές, εἶναι ἀλήθεια, νικοῦσαν ἐκεῖ ὅπου ἀποδείκνυαν τήν ἀνεπαρκῆ μεθοδικότητα κάποιας ἀπό τίς τάσεις τῆς φιλοσοφίας· ἔχουν πάντοτε δίκηο, ὅταν ἐπισημαίνουν τίς ἀποκλίσεις καί τίς διαφωνίες μεταξύ μεμονωμένων φιλοσοφικῶν διδασκαλιῶν· θά ἔχουν πάντοτε λόγο νά ἀπορρίπτουν τίς νεκρογενεῖς ἐπινοήσεις τῶν φιλοσόφων, ὁπουδήποτε κι ἄν προκύψουν αὐτές. Ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀδύνατη καί ἀβάσιμη, ἔχουν ἐνώπιόν τους μία τέχνη τῆς ὁποίας ἡ οὐσία εἶναι κρυμμένη κι ἕνα ἀντικείμενο πού δέν γνωρίζουν πῶς νά τό ἀποδείξουν. Ἡ ἀμφιβολία τους δέν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐμπειρίας ἤ ἀναζητήσεως ἀλλά μή κατανοήσεως καί προκαταλήψεως. Ἀπορρίπτουν ἐκεῖνο πού δέν ἔχουν δεῖ· χαρακτηρίζουν ἀπραγματοποίητο ἐκεῖνο πού οἱ ἴδιοι δέν προσπάθησαν νά πραγματοποιήσουν. Οἱ σκέψεις τους δέν βασίζονται σέ ἀληθινή γνωστική ἔνταση· κρίνουν ἐξ ἀποστάσεως στερημένοι προβληματισμοῦ, ἐμπειρίας καί ἁρμοδιότητας. Γι΄ αὐτό καί οἱ ἀπόψεις τους δέν εἶναι πειστικές.
Διότι ἡ φιλοσοφία, παρά τίς ἀπόψεις τους, ἔχει τό ἐπιστημονικό ἐργαστήρι καί τά ζωτικά ἐπιτεύγματά της.
Δέν  μπορεῖ νά προσεγγίσει ὁ καθένας τό ἐργαστήρι αὐτό καί εἶναι πολλοί ἐκεῖνοι πού δέν μποροῦν νά καταφέρουν νά μποῦν μέσα. Ἀκόμα καί ἐκεῖνοι πού θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους φιλοσόφους καί ἔχουν τήν ἀνάλογη φήμη, δέν ὑπηρετοῦν ὅλοι τήν φιλοσοφία καί δέν τήν δημιουργοῦν. Ὅμως, στό ἐργαστήρι αὐτό ζοῦν καί ἐργάζονται πολλοί πού δέν γνωρίζουν καί δέν κατανοοῦν τό ἔργο τῆς ζωῆς τους. Στό ἐργαστήριο αὐτό συγκεντρώνεται καί ἑρμηνεύεται ἡ πνευματική ἐμπειρία χωρίς τήν ὁποία δέν ὑπάρχει καί δέν θά ὑπάρξει ἡ πραγματική φιλοσοφία· ἀπό αὐτό [τό ἐργαστήρι] παράγονται ὅλα τά ἀληθινά ἐπιτεύγματα, ἐπιστημονικά ὡς πρός τήν μορφή καί ἀναφερόμενα στήν ζωή ὡς πρός τό περιεχόμενο.
Δέν εἶναι δυνατό νά ἀποδειχθεῖ ἡ ἀνυπαρξία αὐτῶν τῶν ἐπιτευγμάτων, διότι εἶναι ὑπαρκτά γεγονότα μέσα στήν μεγαλειώδη ἱστορική ἀποθήκη τῆς φιλοσοφίας. Στήν διάρκεια τῆς ἱστορίας ἡ φιλοσοφία ἔχει δείξει ὅτι ἔχει πραγματική, δημιουργική σχέση μέ τήν ζωή· μέ κάθε σοβαρή πράξη της ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει ἰδιαίτερο, αὐτοτελές ἀντικείμενο γιά κάθε ἰσχυρισμό της καί ἤδη ἔχει ἀποδείξει πολλά.
Ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφία εἶναι ζωντανή ἀπόδειξη ὅτι ἡ φιλοσοφία δέν εἶναι οὔτε παραλήρημα, οὔτε κενολογία οὔτε ἄσκοπη περιπλάνηση· ἀκόμη περισσότερο, ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι ἐπιστήμη γιά τήν ζωή. Διότι, εἶναι ἀλήθεια, ἡ φιλοσοφία εἶναι συστηματική γνωστική ἀνακάλυψη ἐκείνου πού ἀποτελεῖ τήν πιό βαθιά βάση τῆς ζωῆς. Ἡ ἴδια ἡ ζωή, μέ τήν πραγματική της ἔννοια, συνιστᾶ τήν πηγή της καί εἶναι ἀντικείμενό της, ἐνῶ ἡ μορφή της, ὁ σκοπός, οἱ τρόποι, οἱ κατηγορίες, τά ἀποτελέσματά της τήν καθιστοῦν ἐπιστήμη, μέ τήν αὐστηρή καί τήν πρωταρχική σημασία. Ἡ φιλοσοφία γεννιέται μέσα στήν ζωή καί ἀπό τήν ζωή ὡς ἀπαραίτητη καί ὥριμη ἐκδήλωση· ὄχι ἀπό τήν καθημερινότητα καί τήν ὑλική ὕπαρξη ἀλλά ἀπό τήν ζωή τοῦ πνεύματος, ἀπό τήν ἄσκησή του, ἀπό τήν δίψα καί τήν ἐνόρασή του. Καί γεννημένη ἀπό τό πνεῦμα πού ἀναζητεῖ τήν γνώση, ἀνέρχεται στήν ὥριμη καί τέλεια μορφή της. Φιλοσοφία σημαίνει νά ζῆ κανείς πραγματικά καί μέ τήν σκέψη νά φωτίζει καί νά μεταμορφώνει τήν οὐσία τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Εἶναι φυσικό ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι ξένη καί ἀπρόσιτη γιά κείνους πού δέν ξέρουν καί δέν αἰσθάνονται τήν διαφορά μεταξύ τῆς καθημερινότητας καί τοῦ πνεύματος, πού ἐξαντλοῦν τήν ζωή στό περιεχόμενο τῆς καθημερινότητας ἤ τήν ἀφήνουν στήν ὑπηρεσία τῆς καθημερινότητας. Γι΄ αὐτούς τούς ἀνθρώπους δέν «ὑπάρχει» οὔτε ὁ σκοπός ἐκεῖνος πού κινεῖ τήν φιλοσοφία οὔτε ἡ διάσταση ἐκείνη μέσα στήν ὁποία αὐτή κινεῖται καί ἀποκαλύπτεται. Ἡ καθημερινότητα, τυφλή γιά τό πνεῦμα, δέν γνωρίζει τήν φιλοσοφία καί δέν τήν πράττει· ὅμως ἔχει, ἄραγε, τό δικαίωμα νά ἀρνεῖται τήν σημασία της καί τήν δυνατότητά της, μέ ἀφετηρία τήν δική της τύφλωση; Γιά νά ζῆ κανείς μέ τό περιεχόμενο τῆς φιλοσοφίας καί, πολύ περισσότερο, γιά νά τοῦ προσδίδει μορφή σκέψεως, πρέπει νά ἔχει κατά κάποιο τρόπο μία εἰδική λειτουργία· ἤ μᾶλλον ἡ ψυχή του πρέπει νά εἶναι ἀρκετά βαθιά γιά τό φιλοσοφικό ἀντικείμενο, ἀρκετά εὐαίσθητη γιά [νά δεχθεῖ] τό φιλοσοφικό περιεχόμενο, ἀρκετά ἐκλεπτυσμένη γιά τήν φιλοσοφική σκέψη καί ἀρκετά δημιουργική γιά τό ἔργο της. Καθεμία ἀπό τίς ἰδιότητες αὐτές, καθεμία ἀπό τίς ἱκανότητες αὐτές μπορεῖ νά διακρίνει τόν ἄνθρωπο σέ μικρότερο ἤ μεγαλύτερο βαθμό· καί ὁποιοσδήποτε ἄλλος συνδυασμός τῶν δυνάμεων αὐτῶν θά ἀποτελέσει διαφορετική δημιουργική μονάδα. Ἀλλά ἡ ψυχή, στερημένη τῆς πρώτης ἱκανότητας, δηλαδή ἄν δέν ζῆ στό βάθος ἐκείνου ὅπου γιά πρώτη φορά ἀποκαλύπτεται ἡ ὕπαρξη τοῦ φιλοσοφικοῦ ἀντικειμένου, θά προσβληθεῖ ἀπό φιλοσοφική τύφλωση καί γι΄ αὐτό θά εἶναι ἀναρμόδια στό ζήτημα τῆς καθημερινότητας, τῆς σημασίας καί τῆς ζωτικῆς δυνάμεως τῆς φιλοσοφίας.
Γιά νά ἀποφαίνεται κανείς γιά τήν φιλοσοφία πρέπει νά ζῆ μέ αὐτήν: καί ἐκεῖνος πού δέν μπορεῖ ἤ δέν θέλει νά ζῆ μέ τό φιλοσοφικό ἀντικείμενο εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἀποφεύγει κρίσεις τόσο γιά τήν φιλοσοφία ὅσο καί γιά τό ἀντικείμενό της.

3.

Ἡ φιλοσοφία, λοιπόν, καθ΄ ἑαυτή, ὄχι μόνον δέν εἶναι ξένη ὡς πρός τήν ζωή ἀλλά εἶναι συνδεδεμένη μαζί της ὡς πηγή καί ἀντικείμενό της.
Ὅπως κι ἄν ὁρισθεῖ ἡ φιλοσοφία, θά ἀποδεικνύεται πάντοτε ὅτι εἶναι γνώση. Ἀλλά ἡ γνώση δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει παρά μόνον μέ τήν συνάντηση ἤ τήν σύγκλιση ἤ τήν ἕνωση τοῦ ἀντικειμένου μέ τό ὑποκείμενο. Ἡ ἀπουσία ἀντικειμένου στερεῖ τήν γνώση ἀπό τό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου. Ἡ ἀπουσία ὑποκειμένου θά ἀφήσει τό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου ὑποκειμενικά-μή-βιωμένο, δηλαδή μή ἐγνωσμένο. Ἀλλά γιά νά ὑπάρξει ἡ γνώση εἶναι ἀπαραίτητο νά εἰσχωρήσει, οὕτως ἤ ἄλλως, τό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου στά ὅρια τοῦ ὑποκειμένου. Γιά νά ἔχει κανείς κάτι πρέπει νά τό λάβει· χωρίς τήν λήψη δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει οὔτε ἡ κατα-νόηση οὔτε ἡ γνώση.
Αὐτό σημαίνει ὅτι τό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου πρέπει νά ὑπάρξει, νά ἀποκαλυφθεῖ, νά προκύψει στήν ψυχή τοῦ ὑποκειμένου. Ἡ ψυχή πού γιγνώσκει πρέπει νά παραδώσει τίς δυνάμεις της καί τά μέσα της στό ἀντικείμενο· αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά δεχθεῖ τό περιεχόμενό του, γιά νά τοῦ ἐπιτρέψει νά πραγματωθεῖ μέσα της. Τό ἀντικείμενο πρέπει νά ἀκουσθεῖ, κατά κάποιο τρόπο, μέ τό περιεχόμενό του στήν ψυχή πού γιγνώσκει· νά ἐκφρασθεῖ μέσα της· νά ὑπάρξει πράγματι μέσα της οὕτως ὥστε νά ζήσει ἡ ψυχή μέ τό ἴδιο τό ἀντικείμενο. Τότε μόνον ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἔχει βιώσει τό ἀντικείμενο, ὅτι ἔχει ἀποκτήσει τήν πρώτη βάση γιά κάθε γνώση- τήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου.
Ἔξω ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου εἶναι ἀδύνατη ὁποιαδήποτε γνώση. Κάθε ἐπιστήμων ἀφιερώνει τίς δυνάμεις του ἀκριβῶς γιά νά ἀποκτήσει ἀληθινή ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου. Κάθε ἐπιστήμων μεταμορφώνει τήν ψυχή του σέ ἀποθήκη τῶν βιωμένων περιεχομένων. Ἀκριβῶς τό γεγονός ὅτι ὑπάρχουν αὐτά μέσα του τόν καθιστοῦν ἐπιστήμονα ἤ, καλύτερα, τοῦ παρέχουν τήν δυνατότητα τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκληθεῖ ἐπιστήμων μόνον ἐφ’ ὅσον ἔχει μεταμορφώσει τήν ψυχή του σέ περιβάλλον πού κατέχεται συστηματικά ἀπό τό ἀντικείμενο· διότι ἡ ἐπιστημονική διερεύνηση εἶναι, πάνω ἀπ’ ὅλα, συστηματική πρακτική τοῦ νά κατέχεται κανείς ἀπό τό ἀντικείμενο· ἡ γνώση δέν ἐξαντλεῖται ἐκεῖ, ἀλλά ἐκεῖ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀρχή της καί ἡ πραγματική της βάση. Ἔξω ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου δέν ὑπῆρχε καί δέν θά ὑπάρξει ποτέ καμμία γνώση.
Ἔτσι προκύπτει ὁ συλλογισμός: κάθε γνώση εἶναι ἐμπειρική γνώση· κάθε φιλοσοφία εἶναι γνώση· συνεπώς ὅλη ἡ φιλοσοφία εἶναι ἐμπειρική γνώση· ἡ μή ἐμπειρική φιλοσοφία εἶναι μία παρεξήγηση ἤ μύθος. Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ φιλόσοφοι εἶχαν προσπαθήσει πολλές φορές νά ἑδραιώσουν τήν γνώση τους «ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἐμπειρία»· γιά τήν a priori γνώση ἔχουν γραφεῖ πολλές μελέτες. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ὅμως, μή ἐμπειρική φιλοσοφία δέν θά ὑπάρξει ποτέ. Ἀκριβῶς ὅταν ὁ φιλόσοφος σκέπτεται ὅτι ἔχει ἀπελευθερώσει τόν ἑαυτό του ἀπό τήν ἐμπειρία, ἔχει ἀπελευθερώσει τόν ἑαυτό του ἀπό τήν γνωστή, ἰδιόμορφη συγκεκριμένη ἐμπειρία και ἔχει στραφεῖ σέ μία ἄλλη ἐμπειρία (λ.χ. ἀπό τήν αἰσθητή στήν μή αἰσθητή, ἀπό τήν «ἐξωτερική» στήν «ἐσωτερική», ἀπό τήν ἐνόραση στήν σκέψη)· ἤ ὅτι ἔχει ἀπελευθερώσει τόν ἑαυτό του ἀπό τό νά ἀντιλαμβάνεται ἕνα ἀντικείμενο· ἤ ὅτι ἔχει ἀποφύγει ἐντελῶς τήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου. Στήν πραγματικότητα ἡ ἐμπειρία μένει πάντοτε παροῦσα σέ ὅλες αὐτές τίς περιπτώσεις· διότι τό νά προλάβει κανείς τήν ἐμπειρία δέν σημαίνει καθόλου ὅτι μπορεῖ νά κάνει χωρίς αὐτήν, ἀλλά ὅτι μπορεῖ νά τήν ἀποκτήσει μέσα ἀπό μία πορεία λανθασμένη, κακή· ἡ ἰδιόμορφη ἐμπειρία δέν παύει νά εἶναι ἐμπειρία, ἐνῶ ἡ λανθασμένη ἤ ἡ χωρίς ἀντικείμενο ἐμπειρία δέν σημαίνει ὅτι ἀποκαλύπτει στήν ψυχή τήν ὑπερ-εμπειρική σφαῖρα.
Πρέπει νά τελειώνουμε διά μιᾶς μέ τήν προκατάληψη τῆς «μή ἐμπειρικῆς γνώσεως». Οἱ φιλοσοφικές θεωρίες δέν διακρίνονται σέ «ἐμπειρικές» καί σέ «ὑπερ-εμπειρικές», ἀλλά σέ ἐκεῖνες πού συνειδητά καλλιεργοῦν τήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου καί σέ ἐκεῖνες πού δέν τό κάνουν.
Ἐκεῖνο πού συνήθως ἀποκαλοῦν διαίσθηση ἤ «ἀφύπνιση» εἶναι τυχαία ἐμπειρική ἀντίληψη τοῦ ἀντικειμένου, ἐπί τοῦ ὁποίου ὁ φιλόσοφος δέν ἔχει ἐξουσία, τό ὁποίο δέν μπορεῖ οὔτε νά ἐπαναλάβει οὔτε νά ἐλέγξει οὔτε νά ὑποβάλει σέ συστηματική κάθαρση καί ἀκριβῶς γι’ αὐτό καταφεύγει σέ μυστηριώδη «διαίσθηση» εἴτε συστηματική, μεθοδικά καθοδηγούμενη ἐμπειρική ἐνόραση τοῦ ἀντικειμένου. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ ἐμπειρία εἶναι παροῦσα· ἀλλά στήν πρώτη περίπτωση, ὁ φιλόσοφος δέν τήν κατέχει, δέν τήν ὀργανώνει, δέν τήν μορφώνει σέ συστηματικά ἐφαρμοσμένη ἐμπειρία. Ἀντιθέτως, στήν δεύτερη περίπτωση ἡ ἐμπειρική ἀντίληψη καθίσταται πραγματικό, συστηματικά χρησιμοποιούμενο ἐργαλεῖο ἤ μέθοδος γνώσεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ «διαίσθηση» ὄχι μόνον δέν ἀπελευθερώνεται ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου ἀλλά καί ἡ ἴδια δέν εἶναι κάτι ἄλλο παρά πραγματοποιούμενη ἐμπειρία· ἔτσι ἔχουν τά πράγματα ὄχι μόνον στήν φιλοσοφία ἀλλά καί σέ ὁποιαδήποτε θρησκευτική ἀποκάλυψη, ἠθική ἔμπνευση καί δημιουργική φαντασία τοῦ ζωγράφου.
Ὁμοίως, ἀπό τήν ἐμπειρία δέν ἀπελευθερώνεται κανένα μεταφορικό σπεκουλάρισμα. Σέ ὁποιαδήποτε γνήσια, βαθιά φιλοσοφία τό «σπεκουλάρισμα» παραμένει συστηματική ἐνόραση τοῦ ἀντικειμένου· τρέφεται ἀπό αὐτήν τήν ἐμπειρική ἀντίληψη, ἀντλεῖ ἀπό αὐτήν τό περιεχόμενό της καί ἐλέγχει τόν ἑαυτό της ἀπό τίς ἐνδείξεις της· ὁπότε γιά τήν τέχνη τοῦ γνήσιου φιλοσόφου εἶναι πολύτιμα ὄχι τά παιχνίδια τῆς σκέψεως καί οἱ συνδυασμοί τῶν ἐννοιῶν ἀλλά ἀκριβῶς ἡ συστηματική ἐνόραση τοῦ ἀντικειμένου. Ὅμως, αὐτή ἡ ἐμπειρική ἐνόραση συμβαίνει νά διακόπτεται ἤ νά συμπληρώνεται ἀπό καθαρά ὑποθετική ἤ θρησκευτική ἔνταση· αὐτές οἱ διακοπές καί οἱ προσθῆκες δημιουργοῦν τό πλέον ὑποκειμενικό στοιχεῖο ὅλης τῆς διδασκαλίας. Ἡ ἀναλυτική ἤ συνθετική ἐπινόηση κινδυνεύει πάντοτε νά διαστρεβλώσει, νά ἀλλοιώσει τήν βάση τοῦ ἀντικειμένου τῆς θεωρίας καί ὁ κίνδυνος αὐτός ὁδηγεῖ πολύ συχνά σέ βαθιές ἀλλοιώσεις καί ζημιές.
Εἶναι μάταιο νά σκεφθεῖ κανείς πῶς εἶναι δυνατή ἡ θεωρητική γνώση ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἐμπειρικῆς προελεύσεως. Τήν ἰδέα αὐτή εἶχε πολεμήσει νικηφόρα καί ὁ Kant· καί ὅταν οἱ ἄμεσοι διάδοχοί του, ὁ Fichte, ὁ Schelling, ὁ Hegel εἶχαν ἐπιστρέψει καί πάλι στήν «μεταφυσική», στήν βάση της ὑπῆρχε ἤδη μία νέα ἐμπειρία. Οἱ μεταφυσικές ἐπινοήσεις πού δημιουργήθηκαν στήν βάση τῆς περιστασιακῆς, μή ἠλεγμένης ἤ, ἀκόμα χειρότερα, χωρίς ἀντικείμενο, ἐμπειρίας τοῦ ἄλλου, παραμένουν πάντοτε πιθανές· ἀλλά τέτοιου εἴδους οἰκοδομήματα θά μοιάζουν πάντοτε μέ χάρτινα σπιτάκια: στό πρῶτο κιόλας ἄγγιγμα τῆς πραγματικότητας τοῦ ἀντικειμένου θά γίνουν ἐρείπια.
Τέλος, ἡ παραγωγή εἶναι ἀδύνατη χωρίς τήν ἐμπειρία. Οἱ μεγάλες φιλοσοφικές θεωρίες, ὅπως τό σύστημα τοῦ Spinoza, εἶναι παραγωγικές μόνον ἀπό τόν τρόπο πού παρουσιάζονται. Γιατί ἡ κύρια ἰδέα τους συγκεντρώνει ἤδη μέσα της τό ἀποτέλεσμα τῆς μακρόχρονης καί συστηματικῆς διαισθητικά ἐμπειρικῆς πρακτικῆς· κρύβει ἤδη μέσα της ὅλο τό βιωμένο περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου καί ἀποκαλύπτει παραγωγικά ἐκεῖνο πού ἔχει βρεθεῖ ἀπό τό ἐμπειρικό βίωμα μέσα στό ἀντικείμενο. Σέ τέτοιες θεωρίες ἡ ἐμπειρία ἀποκόπτεται, σ΄ ἕνα βαθμό, ἀπό τήν ἀκόλουθη λογική διαδικασία ἀλλά καθόλου δέν ἀπουσιάζει καί δέν σιωπᾶ. Νά γιατί ὁ διανοητής πού ἐρευνᾶ τούς «ὁρισμούς», πού εἶχε διατυπώσει ὁ Spinoza στήν ἀρχή τῆς Ἠθικῆς[1] του, θά ἀφομοιώσει χωρίς κόπο ὅλα τά ἀκόλουθα «ἀξιώματα» καί δέν θά δεχθεῖ ποτέ τόν γεωμετρικό τρόπο ἐκθέσεως ἀντί τῆς γνήσιας γνωστικῆς μεθόδου τοῦ μεγάλου «ὀρθολογιστή». Ἡ πραγματική φιλοσοφία κατανοεῖται ὄχι μέ τήν ἀφηρημένη σκέψη ἀλλά μέ τήν ἐνόραση τοῦ ἀντικειμένου.
Εἶναι σαφές ὅτι χωρίς τήν ἐμπειρία δέν μποροῦν νά τά καταφέρουν καί τά καθημερινά παραγωγικά οἰκοδομήματα στήν φιλοσοφία· σ’ αὐτά, ὅμως, ἡ ἐμπειρία παραμένει τυχαία, ἀνεξακρίβωτη καί συχνά κακότεχνη καί πτωχή. Αὐτό συμβαίνει κυρίως ὅταν ἡ διάνοια πού οἰκοδομεῖ, ἐπιτρέπει ἐνσυνειδήτως στόν ἑαυτό της νά περιφρονήσει τήν ἐμπειρία καί συνδυάζει τήν παραγωγική ἕλξη μέ τό νά θέσει τό ζήτημα πάνω σέ σχετικοκρατικές βάσεις. Τότε προκύπτουν οἱ αὐθαίρετοι καί ἀνεδαφικοί συνδυασμοί, πού συγκαλύπτονται συχνά μέ παραπομπή στόν ἀδιέξοδο «ὑποκειμενισμό» τῆς κάθε φιλοσοφίας. «Ἐάν οἰκοδομηθεῖ ἔτσι», σκέπτεται αὐτός πού ἀνεδαφικά συνδυάζει τίς ἔννοιες, «τότε θα προκύψει αὐτό καί αὐτό»· «ἐάν ὅμως γίνει διαφορετικά, τότε θά προκύψει τό ἄλλο». Ἀλλά πῶς συγκεκριμένα εἶναι ἀπαραίτητο καί πῶς πρέπει νά οἰκοδομεῖ κανείς, ὑπακούοντας στό ἀντικείμενο, δέν τό γνωρίζει καί δέν μπορεῖ νά τό γνωρίζει, διότι ἡ ἐμπειρία εἶναι χωρίς ἀντικείμενο καί δέν εἶναι συστηματική. Τέτοιοι «οἰκοδόμοι» φιλοσοφικῶν θεωριῶν δέν τά καταφέρνουν καθόλου χωρίς τήν διαισθητική ἐμπειρία· ἀλλά δέν καλλιεργοῦν τήν βάση της ὡς πρός τό ἀντικείμενο καί ἀρκοῦνται στά τυχαία, περιστασιακῶς ἀποκτηθέντα στοιχεῖα. Αὐτοί δέν ἀτενίζουν ἀλλά κρυφοκοιτᾶνε· δέν βιώνουν ἀλλά ὑφαρπάζουν· καί ὑποβάλλοντας τό ἐλάχιστο ὑλικό σέ αὐθαίρετη καί ἄναρχη ἀνακατανομή, παραμορφώνουν στήν ρίζα τους τά οἰκοδομήματα πού δέν πείθουν κανένα.

4.

Φιλοσοφική γνώση εἶναι ἐμπειρική γνώση. Ὅ τι κι ἄν ἐρευνήσει, ὁ φιλόσοφος δέν ἔχει ἄλλη πηγή· καί ὡς πρός αὐτό ἡ κατάστασή του μοιάζει μέ τήν κατάσταση ὁποιουδήποτε ἐπιστήμονα. Ἡ φιλοσοφική ἐπιστήμη καθ’ ἑαυτή βασίζεται στήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου, δηλαδή στήν ἠλεγμένη, ὀρθή ἀντίληψη τοῦ ἀντικειμένου ἔρευνας ἐκ μέρους τῆς ἀναζητούσης ψυχῆς. Χωρίς αὐτήν τήν ἀντίληψη ἡ ψυχή τοῦ φιλοσόφου παραμένει γνωστικά ἀνίσχυρη καί ἀναρμόδια. Ἔτσι ἡ συνείδηση πού δέν ἀντιλαμβάνεται τήν καθαρή ἔννοια δέν εἶναι σε θέση να διατυπώσει νόμους τῆς λογικῆς· ἡ ψυχή πού ἀποστρέφεται τίς ἐνδείξεις τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀδύνατο νά ἔχει κρίση γιά τό καλό καί τό κακό· ὁποιαδήποτε ἄποψη γιά τήν ὀμορφιά καί τήν τέχνη εἶναι χωρίς ἀντικείμενο και κενή, ἐάν τό ὄργανο τῆς αἰσθητικῆς ἀντιλήψεως εἶναι σέ ἀκινησία καί ἐξασθένιση. Ἡ πλέον συνηθισμένη, ἀφηρημένη σκέψη, παρά τήν «τυπικότητά» της, εἶναι ἕνα εἶδος ἐμπειρίας καί ἡ ἐμπειρία αὐτή ἔχει ἀνάγκη ἀπό πολιτισμό· ἀκριβῶς γι’ αὐτό εἶναι ἀποτελεσματική ἡ συζήτηση μ’ ἕνα ἀκαλλιέργητο ἄνθρωπο πού δέν ἔχει συνηθίσει νά βιώνει τήν ἀπαράλλαχτη ταυτότητα τῆς ἔννοιας καί τήν ἐπιβεβλημένη ἀναγκαιότητα τοῦ ὀρθοῦ συλλογισμοῦ. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, τό μή βιωμένο περιεχόμενο δέν εἶναι ἐγνωσμένο· τό ἀδύνατο νά βιωθεῖ περιεχόμενο εἶναι ἀδύνατο νά γνωσθεῖ. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο ἀξίωμα τῆς φιλοσοφικῆς μεθοδολογίας.
Ὅμως, αὐτό δέν σημαίνει διόλου ὅτι κάθε ἐμπειρία εἶναι αἰσθητή ἐμπειρία, δηλαδή ὅτι συνίσταται στήν ἀντίληψη τοῦ πράγματος μέ τίς σωματικές «αἰσθήσεις». Ἀναμφιβόλως κάθε αἰσθητική ἐμπειρία εἶναι μία ἐμπειρία· ἀλλά κάθε ἐμπειρία δέν εἶναι ἐμπειρία αἰσθητή. Ἔτσι ἡ φιλοσοφία συντελεῖται μόνον ἀπό μή αἰσθητή ἐμπειρία· αὐτό εἶναι τό δεύτερο ἀξίωμα τῆς φιλοσοφικῆς μεθοδολογίας.
Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά βιώνει καί οὐσιαστικά βιώνει πολλά μή αἰσθητά. Πράγματι, ἡ συνήθης συνείδηση εἶναι ἀπασχολημένη περισσότερο μέ αἰσθητά ἀντικείμενα. Αὐτή εἴτε ζῆ ἄμεσα στούς ἤχους πού ἔρχονται ἔξωθεν, στά χρώματα, στίς μορφές [πού ἐκτείνονται] στόν χῶρο καί στίς αἰσθήσεις τοῦ σώματός της, προσανατολιζόμενη μέσῳ αὐτῶν στόν κόσμο τῶν πραγμάτων, καί οἰκοδομώντας σύμφωνα μέ αὐτές τήν ζωή της· εἴτε εἶναι ἀπασχολημένη μέ τό νά φαντάζεται τούς ξεθωριασμένους ἴσκιους τῶν προσεγγιζομένων πραγμάτων, ἀνασύροντάς τα ἀπό τό παρελθόν καί ὧρες-ὧρες πυροδοτώντας περισσότερο τήν λαμπρότητά τους. Ἀκόμη κι ὅταν ἔχει νά κάνει μέ τά μή αἰσθητά ἀντικείμενα, τά ἀντιλαμβάνεται στήν αἰσθητή ἐνσάρκωσή τους τοποθετώντας στήν θέση τοῦ συνόλου- τό μερικό ἀντί τῆς ἰδέας- τήν ὁμώνυμη μορφή, πραγματοποιώντας τήν παρόρμηση τῆς βουλήσεως μέ τήν κίνηση τοῦ σώματος, ἐκφράζοντας τά ἔντονα συναισθήματα μέ γέλιο, μέ ὀδυρμό, μέ οὐρλιαχτό. Ἀκόμη καί ἡ «ἀφηρημένη» σκέψη τῆς συνηθισμένης συνειδήσεως περιπλανᾶται πάνω σέ αἰσθητές μορφές καί σχήματα· καί προχωρώντας στό δάσος τῶν ἐννοιῶν στηρίζεται σέ αἰσθητές πατερίτσες καί σκοντάφτει σέ αἰσθητές μορφές.
Παρά ταῦτα, καί αὐτή ἔχει νά κάνει μέ τό μή αἰσθητό περιεχόμενο. Βεβαίως οἱ αἰσθητές μορφές διεισδύουν βαθιά στό ἀσυνείδητο τοῦ ἀνθρώπου· τό ὑπηρετοῦν σάν ἐλαφρύ, εὐλύγιστο ἐργαλεῖο, εἴτε χαροποιώντας τό πνεῦμα μέ τήν δημιουργημένη τελειότητα εἴτε καταπιέζοντας τήν ψυχή μέ τούς μυστηριώδεις νυχτερινούς φόβους. Ἀλλά, τήν ἴδια στιγμή, ἀποδυναμώνονται εὔκολα καί ἐξαφανίζονται μέσα στήν ἀοριστία. Καί ἀκριβώς ὅταν γίνουν ἐντελῶς ἀκαθόριστες καί ἀσύλληπτες, μπορεῖ νά παρατηρήσει κανείς ὅτι τό πνεῦμα ἐξακολουθεῖ νά ζῆ μέ μία ἔνταση πού δέν ἀντιστοιχεῖ στήν κενότητα τῆς αἰσθητῆς πράξεως. Τό ζήτημα δέν ἐξαντλεῖται στό γεγονός ὅτι ἡ ψυχή «ἐξακολουθεῖ νά ἀνησυχεῖ» ὑπό τήν ἐπίδραση τῶν ξεχασμένων ἀπό αὐτήν, δηλαδή τῶν εὑρισκομένων στό ἀσυνείδητο, αἰσθητῶν περιεχομένων. Ἐδῶ μπορεῖ νά παραβλέψει κανείς τό ἐρώτημα ἄν τό αἰσθητό περιεχόμενο διατηρεῖ τήν αἰσθητή φύση του, ἐφ’ ὅσον ἡ πράξη τοῦ ἐκτοπίζοντος λήθαργου τό ἀποκόπτει ἀπό τίς αἰσθητικές δυνάμεις, ἀκόμη καί [αὐτές] τῆς φαντασίας, διαφυλάσσοντας τά ἴχνη του καί τήν τραυματική ἐπίδρασή του σέ ὅλη τήν δομή τῆς ψυχῆς. Ὑποθετικῶς μπορεῖ νά δεχθεῖ κανείς ὅτι κάθε ψυχική διεργασία ἀπαιτεῖ τήν αἰσθητή διέγερση ἤ ἀντίληψη. Ἀλλά ἀκόμη καί αὐτή ἡ ὑποθετική παραδοχή δέν προδικάζει τό ἐρώτημα ἄν ἐξαντλεῖται ὅλη ἡ ψυχή σέ αἰσθητά περιεχόμενα; Ἀκόμη κι ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ἡ ψυχή ξυπνάει ἀπό τήν αἰσθητή παρόρμηση καί ἐπίδραση, εἶναι δυνατό νά ξυπνάει ἡ παρόρμηση αὐτή τίς μή αἰσθητές πράξεις καί συνεπῶς τά μή αἰσθητά περιεχόμενα. Ἡ ἀφορμή δέν προκαθορίζει τίς ἰδιότητες τοῦ ἀποτελέσματος· ἡ ἐγείρουσα δύναμη μπορεῖ νά εἶναι ξένη πρός τόν προκαλοῦντα τήν διέγερση. Ἀκριβῶς σ’ αὐτήν τήν εὔλογη ἄνοδο ἀπό τήν αἰσθητή ἀντίληψη στήν μή αἰσθητή ζωή ἦταν ἀφιερωμένο κατά τά ἀρχαῖα χρόνια τό πάθος τοῦ Πλάτωνος.
Στήν πραγματικότητα, οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς μπορεῖ νά περιλαμβάνουν μή αἰσθητά περιεχόμενα, δηλαδή ἐκεῖνα πού στεροῦνται ὄχι μόνον τοῦ ἔγχρονου- ὑλικοῦ ἀλλά καί τοῦ περιγραφικοῦ χαρακτήρα, καί δέν ἔχουν καμμία ὄχι μόνον «ἀνάλογη» ἀλλά καί παρόμοια, αἰσθητή σχέση.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἡ ἴδια ἡ δομή τῶν περιεχομένων πού ἀποκαλύπτονται στήν λογικά ὥριμη σκέψη, ἔχει μή αἰσθητή φύση καί ἀποτελεῖ θέαμα ὁρατό γιά τόν ὀφθαλμό τῆς μή αἰσθητῆς σκέψεως ἀλλά ἀόρατο γιά τόν ὀφθαλμό πού κοιτάζει τά πράγματα. Ἡ σύγχρονη λογική στό πρόσωπο τοῦ Husserl, πού ἀκολουθεῖ τόν Bolzano[2], ἔδειξε πειστικά ὅτι γιά τόν ἄνθρωπο πού διαθέτει μία ἐσωτερική κουλτούρα εἶναι ἐφικτή ἡ ἄμορφη σκέψη καί ὅτι ἀποκλειστικῶς καί μόνον σ’ αὐτήν τήν σκέψη ἀποκαλύπτεται, σέ ὅλην τήν καθαρότητα καί τελειότητά της, ἡ δομή τῶν ἐννοιῶν. Ἡ ἔννοια καί τό πρᾶγμα, τό νόημα καί ἡ μορφή εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀντικείμενα διαφορετικῶν διαστάσεων. Τό αἰσθητό πρᾶγμα ἔχει τήν ἰδιότητα νά ἀλλάζει συνεχῶς· ἡ διαφορά τῶν αἰσθητῶν περιεχομένων καί πραγμάτων φθάνει μόνον μέχρι τήν ἀντίθεση· ἡ διαφορά τῶν ἐννοιῶν στηρίζεται πάντοτε στήν ὀξύτητα τῆς ἀντιθέσεως. Μόνον τό μή αἰσθητό περιεχόμενο καί τό μή αἰσθητό ἀντικείμενο μποροῦν νά ἔχουν λογικό «ὄγκο» καί λογικό «περιεχόμενο»· μόνον αὐτά θυμίζουν τήν σχέση γένους-εἴδους· ἀκριβῶς αὐτά συνθέτουν τίς λογικές «κρίσεις-θέσεις»· μόνον μέ τήν βοήθειά τους μπορεῖ νά σχηματίζει κανείς συλλογισμούς, νά ἀποδεικνύει, νά γνωρίζει καί νά συζητεῖ. Ἀναμειγνυόμενες μ’ αὐτήν τήν δομή οἱ αἰσθητές μορφές ἐν μέρει ὑποτάσσονται σ’ αὐτήν, ἀλλά δέν συμπίπτουν καθόλου μέ αὐτήν καί δέν ταυτίζουν τούς νόμους τους μέ τούς νόμους της. Ἡ ὥριμη σκέψη βλέπει τήν ἰδιαιτερότητα αὐτῶν τῶν δομῶν· ἡ ἀνώριμη ψυχή περιπλανᾶται καί μπερδεύεται. Καί ὅμως, κάθε ἄνθρωπος, ἀφοῦ συζητεῖ ἤ συμπεραίνει, ἀσχολεῖται μέ τά μή αἰσθητά, λογικά περιεχόμενα, ὅσο ἀδύναμα καί ἄτακτα κι ἄν τά προσεγγίζει. Ἀκριβῶς μέ αὐτήν τήν μή αἰσθητή μορφή ὁ διανοητής γνωρίζει τήν ἀλήθεια, διότι ἡ ἀλήθεια σημαίνει πάντοτε τό ἀληθινό νόημα πού ὑπόκειται στόν νόμο τῆς ταυτότητας καί τῆς ἐσωτερικῆς μή ἀντιφάσεως. Ἑπομένως ἡ ἀλήθεια ἔχει μή αἰσθητή μορφή καί ἡ ὁδός πρός αὐτήν διέρχεται ἀπό τήν ἀντίληψη τῶν μή αἰσθητῶν περιεχομένων.
Ἀλλά καί γιά τήν βούληση εἶναι προσιτά τά μή αἰσθητά περιεχόμενα. Ἀπευθυνόμενη καί ἀποδεχόμενη κάποιο ἀπό τά περιεχόμενα, τό καθιστᾶ σκοπό, δηλαδή ἀντικείμενο πού προλαμβάνει τίς δημιουργικές ἐντάσεις. Ἡ πρόληψη καί ἡ δημιουργία αὐτή ἀφορᾶ, ἴσως, στό ὑλικό- αἰσθητό φαινόμενο ἀλλά μπορεῖ νά ἀνυψώνει τήν ψυχή καί στήν μή αἰσθητή σφαῖρα. Λ.χ. τέτοια εἶναι ἡ βούληση τῆς ἀλήθειας. Ἀλλά ἀκόμη πιό προσιτή γιά μία συνηθισμένη συνείδηση εἶναι ἡ βούληση γιά τό καλό ἡ ὁποία, καί αὐτή, ἀνυψώνει τήν ψυχή σέ ἰδιαίτερα μή αἰσθητά περιεχόμενα. Ὅταν τό καλό εἶναι ὁ σκοπός, τότε ἡ ψυχή ἔχει ἐνώπιόν της τό πρόβλημα τῆς ἀντικειμενικῆς ἀξίας τοῦ σκοποῦ της καί καθορίζει τήν ἀποδοχή τοῦ σκοποῦ ἀπό τήν ἀντικειμενική ἀξία του· θέτει ἐρωτήματα γιά τό ἠθικά καλύτερο καί τό τέλειο καί ἑστιάζει σ’ αὐτό τήν βούλησή της. Αὐτό τοποθετεῖ τήν βούληση σέ μία ἰδιαίτερη, μή αἰσθητή ἰδιότητα πού ἀποκαλεῖται ἠθική τελειότητα. Ἡ ἠθική τελειότητα ἀποκτᾶται ἀπό ἕνα ἰδιαίτερο μή αἰσθητό ὄργανο τῆς ψυχῆς πού λέγεται συνείδηση[3] καί δέν ὑπόκειται σέ καμμία μή αἰσθητή ἀντίληψη. Ἡ πράξη τῆς συνειδήσεως πού ἔχει σύνθετη, γνωστική ἀλλά κυρίως βουλητική φύση, ἀναγκάζει τόν ἄνθρωπο νά θεωρήσει τήν ἠθική τελειότητα ὡς ξένη [πρός αὐτό] ὑπερβατική δύναμη, πρῶτα μέσα σ’ αὐτόν τόν ἴδιο καί ἔπειτα καί σέ ἄλλους ἀνθρώπους· καί ἔτσι ἡ ψυχή εἰσέρχεται σέ ἰδιαίτερη, μή αἰσθητή ἐνόραση τοῦ κόσμου καί συνηθίζει νά κινεῖται ἀνάμεσα σ’ ἐκεῖνα τά περιεχόμενα τῶν ὁποίων ἡ μή αἰσθητή μορφή μπορεῖ νά εἶναι προσανατολισμένη σέ αἰσθητά φαινόμενα καί μορφές ἀλλά δέν ταυτίζεται μέ αὐτά ὡς πρός τήν δομή της καί τίς κατηγορίες της. Ἔτσι ἔχουν τά πράγματα λ.χ. μέ τήν ἠθική ἀλήθεια πού ἐπικρατεῖ στήν ζωή παρά τήν ἀδυναμία της μέσα στήν καθημερινότητα. Οἱ μεγάλοι ἠθικοί φιλόσοφοι ἰσχυρίζονταν ἀνέκαθεν ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς συνειδήσεως εἰσάγει τήν ψυχή σέ νέα τάξη πραγμάτων, ἀκόμη κι ἄν ἡ δομή αὐτή χαρακτηρισθεῖ ὡς «δαιμόνιο» (Σωκράτης) ἤ «ἠθική τάξη τοῦ σύμπαντος» (Fichte) ἤ «σφαῖρα τῆς κοινῆς βουλήσεως» (Hegel) ἤ «Βασιλεία του Θεοῦ» (Χριστός).
Τό καλό εἶναι μή αἰσθητό ἀντικείμενο· ἡ συνείδηση εἶναι ζωτικό ὄργανο πού ὁδηγεῖ πρός αὐτό. Γι’ αὐτό κάθε ἄνθρωπος, ἐφ’ ὅσον εἶναι σέ θέση νά βλέπει τό ἠθικά καλύτερο ἀσχολεῖται μέ μή αἰσθητά, ἠθικά περιεχόμενα, ὅσο ἀδύναμος κι ἄν εἶναι ὁ τρόπος πού τά προσεγγίζει.
Ὁμοίως εἶναι προσιτές στόν ἄνθρωπο κάποιες δυνατές συγκινήσεις ἀφιερωμένες σέ μή αἰσθητά περιεχόμενα. Ἀκόμη κι ἄν τό πάθος τοῦ ἀνθρώπου προσκολλᾶται στήν ἐξωτερική εἰκόνα, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν τήν κατευθύνει πρός αὐτό ἡ συγκεχυμένη ἀναζήτηση τῆς ὑπεραισθητῆς οὐσίας. Ἡ τέχνη ἀποκαλύπτει αὐτήν τήν ἀναζήτηση μέ δύναμη· διότι ὅσα πραγματώνει ἕνας καλλιτέχνης εἶναι πάντοτε μία σφαῖρα πού δέν περιορίζεται στήν αἰσθητή εἰκόνα τοῦ δημιουργήματός του. Ἡ καλλιτεχνική συγκίνηση πού κινεῖ τήν δημιουργική φαντασία εἶναι πάντοτε βαθύτερη ἀπό τήν αἰσθητή ἀφορμή της· κατά συνέπεια, τό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ἠθικοῦ δημιουργήματος δέν ἐξαντλεῖται ποτέ στήν ὕλη του, ἡ ὁποία εἶναι ἀντιληπτή διά τῶν αἰσθήσεων. Ἕνας γνήσιος ζωγράφος δέν ἀναζητεῖ οὔτε τήν «ἐπιτυχημένη» ἔκφραση οὔτε τόν «ὄμορφο» συνδυασμό ἀλλά τήν ὀμορφιά· ἐπιδιώκει νά φανερώσει τό ὑπεραισθητό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου τῆς δυνατῆς συγκινήσεώς του ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἀνάλογης μεμονωμένης μορφῆς, τῆς ὁποίας τό «ὄμορφο» καί τό «ἐπιτυχές» μπορεῖ νά εἶναι ἁπλῶς γέννημα τοῦ ὑπεραισθητοῦ ἀντικειμένου, ἀποτυπωμένου σέ ἀνάλογη μέ αὐτό ἐμπειρία. Αὐτή εἶναι ἡ φύση τοῦ κάθε τι καλλιτεχνικοῦ.
Ἡ προσευχή, ἡ κατάνυξη, ἡ μετάνοια, ἡ θλίψη, ἡ ἀμφιβολία εἶναι οἱ καταστάσεις τῆς ψυχῆς πού εἶναι οἰκεῖες σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί στίς ὁποῖες ἡ αἴσθηση[4] κυριαρχεῖται ἀπό τό ὑπεραισθητό περιεχόμενο. Στήν ἱστορία τοῦ πνευματικοῦ βίου μπορεῖ νά δεῖ κανείς τήν ἔκσταση τοῦ βραχμάνου, τόν ἐμπνευσμένο ἔρωτα τοῦ Σωκράτους, τήν διανοητική ἀγάπη γιά τόν Θεό[5], γιά τήν ὁποία εἶχε μιλήσει ὁ Spinoza καί τήν προσκύνηση ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ, τήν ὁποία εἶχε διδάξει ὁ Χριστός.
Τέλος, ἡ φαντασία μπορεῖ νά ἀναφέρεται στά μή αἰσθητά περιεχόμενα στήν καθημερινή ζωή, ἐφ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος φαντάζεται τίς ψυχικές καταστάσεις τῶν συνανθρώπων του, στήν τέχνη, διότι ἀπεικονίζει τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, καί στήν θρησκεία, διότι ἡ ψυχή ἀνυψώνεται στήν ἐνόραση τῆς θεότητας, ἐφ’ ὅσον ἡ φαντασία ὑπακούει στίς ὑποδείξεις τῆς ἄμορφης σκέψεως ἤ τῆς ὑπεραισθητῆς ἐντάσεως τῆς βουλήσεως.
Ὅλα αὐτά σημαίνουν ὅτι ἡ παλαιότερη κλασσική διατύπωση nihil est in intellectu, quod non fuerit ante in sensu[6] εἶναι ἐσφαλμένη· ὄχι μόνον διότι δέχεται τήν ἀφορμή τῶν συναισθημάτων γιά τό ἴδιο τό περιεχόμενο τῆς πράξεως ἀλλά καί διότι τό αἰσθητό δέν εἶναι στοιχεῖο πού προσιδιάζει σέ ὅλα τά περιεχόμενα τῆς ψυχῆς καί τοῦ πνεύματος. Ἐδῶ δέν ἀρκεῖ οὔτε νά ἐκφράσει κανείς τήν ἐπιφύλαξη nisi intellectus ipse[7]· γιατί τό ζήτημα δέν συνίσταται στό γεγονός ὅτι ἡ ἴδια ἡ γιγνώσκουσα διάνοια εἶναι μή αἰσθητῆς φύσεως, ἀλλά στό ὅτι τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ καί πρέπει νά ἀσχολεῖται μέ τά μή αἰσθητά περιεχόμενα καί ἄρα μέ τά ὑπεραισθητά περιεχόμενα.
Ἡ δέ πνευματική ἐμπειρία εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς φανερή.

5.

Ἡ σπουδαιότητα αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας καθορίζεται ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τῶν ἀντικειμένων. Ἡ φιλοσοφία ἀναζητεῖ τήν ἴδια τήν ἀλήθεια, τό ἀγαθόν καί τό ὡραῖον· ἀναζητεῖ τήν οὐσία τῆς ὑπάρξεως καί τῆς ζωῆς, θέτοντας τό ἐρώτημα γιά τήν θεμελιώδη ὑπεραισθητή ἀρχή τους· ἐρευνᾶ τό ἴδιο τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου καί τήν φύση τῶν βασικῶν πράξεών του. Ἐρευνᾶ, λοιπόν, τό θεϊκό στοιχεῖο πού ἐνυπάρχει σέ ὅλα τά ἀντικείμενα καί, τέλος, ἀνέρχεται στήν γνώση τῆς ἴδιας τῆς θεότητας ὡς ἑνιαίας πηγῆς ὅλων αὐτῶν.
Ἡ φιλοσοφία ὁρίζει ὅλα αὐτά τά ἀντικείμενα ὡς ὑπεραισθητά καί συνάμα ὡς ἀντικειμενικῶς ὑπάρχοντα· μάλιστα τό γεγονός ὅτι δέν εἶναι προσιτά δέν μετριάζει καθόλου τήν ἀντικειμενική τους ὑπόσταση. Τό ὑπεραισθητό ἀντικείμενο εἶναι ἀντικειμενικό· αὐτό σημαίνει, πρῶτον, ὅτι διατηρεῖ τόν ἰδιαίτερο τρόπο τῆς ὑπάρξεώς του, πού διαφέρει ἀπό ἐκεῖνον τόν τρόπο πού προσιδιάζει στήν ἀντανάκλασή του στήν ἀνθρώπινη ψυχή (οἱ κατηγορίες τοῦ ἀντικειμένου δέν συμπίπτουν μέ τίς κατηγορίες τοῦ «περιεχομένου τῆς συνειδήσεως»)· σημαίνει, δεύτερον, ὅτι διατηρεῖ τά ἐγγενή χαρακτηριστικά καί τίς ἰδιότητες, ἀντιθέτως πρός ἐκεῖνα πού ὁ ἄνθρωπος τοῦ προσάπτει ἀπό ἄγνοια (τό περιεχόμενο τῆς γνώσεως δέν συμπίπτει κατ’ ἀνάγκην μέ τό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου)· σημαίνει, τρίτον, ὅτι διατηρεῖ τήν ἑνότητά του, παρά τό πλῆθος τῶν ὑποκειμενικῶν πράξεων, πού κατευθύνονται πρός τήν ἀντίληψή του, ἀλλά καί ἐκείνων τῶν περιεχομένων τῆς συνειδήσεως στά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος δίνει τό ὄνομά του. Λ.χ. στό δίκαιο δέν ταιριάζει τό χαρακτηριστικό τοῦ καταναγκασμοῦ, ἄν καί οἱ νομικοί πολλές φορές τοῦ ἔχουν προσδώσει αὐτό τό χαρακτηριστικό· ἴδιον τοῦ θείου εἶναι ἡ ἀντικειμενική ἑνότητα, παρά τό πλῆθος τῶν θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων καί συλλήψεων. Τό καλόν εἶναι ἑνιαῖο, ἄν καί στήν ἱστορία ὑπάρχουν πολλές «αἰσθητικές θεωρίες»· τό ὡραῖον εἶναι ἀντικειμενικό, ἄν καί οἱ ζωγράφοι τό βλέπουν «ὑποκειμενικά» καί τό πραγματώνουν μέ τόν τρόπο τους· ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἔχει τραγικό χαρακτήρα, παρά τίς προσπάθειες νά παρουσιασθεῖ σάν εἰδύλλιο.
Εἶναι σαφές ὅτι δέν μποροῦν ὅλοι νά προσεγγίσουν τήν ἀντικειμενικότητα τοῦ ὑπεραισθητοῦ ἀντικειμένου καί λίγοι εἶναι αὐτοί πού τήν κατανοοῦν. Ἡ διερεύνησή του ἀπαιτεῖ εἰδική ἀντίληψη, εἰδική κουλτούρα βουλήσεως καί προσοχῆς· ἡ προσέγγισή του εἶναι δυνατή μόνον ὑπό τίς συνθῆκες μιᾶς ἰδιαίτερης ψυχικῆς-πνευματικῆς ἐμπειρίας. Ἐρευνώντας τό ἀντικείμενό της ἡ φιλοσοφία ξεκινᾶ ἀπό τήν γνήσια και ρεαλιστική ἐμπειρία· σταματᾶ ἀρχικά στήν συγκεκριμένη ἀντίληψη καί ἐπιζητεῖ νά προσεγγίσει τό ἀντικείμενο, ὅπως εἶναι στήν πραγματικότητα καί ὅπως γίνεται, ὀρθῶς καί εὔστοχα, ἀντιληπτό ἀπό ὅλους· κατά κάποιον τρόπο μεταφέρει τό περιεχόμενο τοῦ ἀντικειμένου στήν σφαῖρα τῆς ψυχῆς πού βιώνει καί ἔπειτα ἑστιάζει τήν προσοχή στήν προσέγγιση τῆς οὐσίας τοῦ βιωμένου περιεχομένου ὥστε νά τήν κατανοήσει μέ τήν σκέψη καί νά τήν ἐκφράσει μέ τόν λόγο.
Ἀσφαλῶς ὅλα αὐτά δέν κατορθώνονται ἀμέσως, πάντοτε καί ὑπό ὅλες τίς συνθῆκες· ἀπαιτεῖται μεγάλη ἔνταση ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς. Ἐδῶ εἶναι ἀναγκαῖος καί ὁ ἰδιάζων ἐπαγωγικός-πειραματικός ἔλεγχος τῆς ἐσωτερικῆς ἐμπειρίας, τῆς διάνοιας ἤ τῆς αὐτοπαρατηρήσεως, τῆς αὐτοαναλύσεως καί τῆς humor sui ἤ τῆς λήθης τοῦ ἑαυτοῦ καί τῆς βυθίσεως στό ἄμεσο βίωμα τοῦ ἀντικειμένου.
Ἀλλά οὔτε αὐτό εἶναι ἀρκετό. Ὁ φιλόσοφος, περισσότερο ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο ἐπιστήμονα, πρέπει νά ἐλέγξει τίς δυνάμεις τοῦ ἀσυνειδήτου, νά τίς καθαρίσει, νά προσδώσει σ’ αὐτές εὐκαμψία καί ὑπακοή καί νά τίς καταστήσει τέλειο ἐργαλεῖο γιά τήν ἀντίληψη τοῦ ἀντικειμένου.
Στήν ἀρχαία φιλοσοφία, ἤ καί νωρίτερα, στίς ἀρχαῖες θρησκεῖες, εἶχε κυοφορηθεῖ ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού ἀναζητεῖ νά γνωρίσει τήν ἀληθινή φύση τῶν ἀνωτέρων ἀντικειμένων καί ἀξιῶν, εἶναι ἀναγκαῖο νά πραγματοποιεῖ ἐσωτερικά μία ἰδιαίτερη κάθαρση τῆς διανοίας καί τῆς ψυχῆς. Ἡ ἀνθρωπότητα ἀναζητοῦσε ἐπί πολύν καιρό καί βασανιστικά τήν σωστή ὁδό γι’ αὐτήν τήν κάθαρση. Ἡ ἱστορία αὐτῆς τῆς ἀναζητήσεως εἶναι μεγάλης σπουδαιότητας. Ξεκινώντας ἀπό τήν ἄσκηση τῶν Ἰνδῶν γιόγκι πού ἀναζητοῦσαν τήν πνευματική καθαρότητα διά τῆς ἑκούσιας ὑποταγῆς τοῦ σώματος, ἡ ἀνθρωπότητα φθάνει στά ἑλληνικά μυστήρια μέ τίς προσφορές, τήν μετάνοια καί τήν συμβολική ἀνύψωση ἀπό τό σκότος στό φῶς. Οἱ ἀρχαῖοι λαοί γνώριζαν τίς καθιερωμένες συνήθειες στήν πόλη τους, οἱ ὁποῖες τελοῦνταν γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀτόμου πού ἀναζητοῦσε στήν ζωή τήν ἀντικειμενική κάθαρση. Ὁ χριστιανισμός, πού προκάλεσε τήν προσοχή τῆς ἀνθρωπότητας λόγῳ τῆς ἐσωτερικότητας τῆς ζωῆς, ὅρισε τήν νηστεία, τήν ἐξομολόγηση καί τά μυστήρια γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς. Καί ὅταν ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη, μέ τόν S. N. Troubezkoy, συνδέει τήν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας μέ τήν ἱστορία τῆς θρησκείας, τότε ἀκολουθεῖ τήν σωστή ὁδό· διότι ἡ φιλοσοφία δέχθηκε ἐξ ἀρχῆς μέσα της ἐκεῖνο τό ἀντικείμενο στό ἀνορθολογικό βίωμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε ἡ θρησκεία. Ἡ φιλοσοφία εἶναι, κατά τον Hegel[8], καλλιέργεια θρησκευτικοῦ περιεχομένου, ἀλλά ὑπό τήν μορφή τῆς συστηματικῆς ἐμπειρίας καί τῆς σκεπτόμενης συνειδήσεως.
Ἔτσι οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι κληρονόμησαν ἀπό τήν θρησκεία, ἐκτός ἀπό τό ἀντικείμενό της, τήν ἰδέα τῆς καθάρσεως τῆς ψυχῆς· καί ἡ ἱστορία ἔχει μεταμορφώσει τήν ἰδέα αὐτήν σέ μεγάλη παράδοση. Ἀρκεῖ νά θυμηθεῖ κανείς τά μυστήρια τῶν Πυθαγορείων καί τήν διάκριση τῶν μαθητῶν του σέ «ἀκουσματικούς» καί σέ «μαθηματικούς»[9]· ἤ τήν θεωρία τοῦ Ἡρακλείτου ὅτι ἡ γνώση τοῦ θεϊκοῦ πυρός εἶναι ἐφικτή μόνον γιά τήν ψυχή πού διαθέτει τήν «σπίθα ἀπό ἀστρική οὐσία»[10]· ἤ τήν ἀπαίτηση τοῦ Παρμενίδη σχετικά μέ τήν ἄρνηση τῆς ἀντιλήψεως τοῦ αἰσθητοῦ καί τόν ἔλεγχο τῆς φαντασίας ἀπό τήν σκέψη. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ὁ Σωκράτης ἕνωνε τήν γνώση τοῦ καλοῦ μέ τήν ἄνοδο τῆς ψυχῆς πρός τό καλό καί ξεκινοῦσε ἀπό τό «γνῶθι σαυτόν»· δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ὁ Πλάτων δίδασκε ὅτι ὁ φιλόσοφος πεθαίνει ἐν ζωῇ γιά τόν ἐπίγειο κόσμο· τέλος, δέν εἶναι τυχαῖο το γεγονός ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης ἀπαιτοῦσε ἀπό τόν φιλόσοφο τήν διανοητική ἀρετή. Ἀφοῦ πρῶτα θυμηθεῖ κανείς τήν διαλεκτική τοῦ Σωκράτους ἤ τήν βαθυστόχαστη πραγματεία τοῦ Spinoza  γιά τήν «κάθαρση τῆς διανοίας», θά δεῖ ὅτι ἡ ἀναζήτηση αὐτή ὑπάρχει καί στήν νεώτερη φιλοσοφία. Ὁ Fichte ἐκφράζει ἄμεσα τήν σχέση τῆς γνώσεως τοῦ φιλοσόφου καί τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας του: ὁ ἄνθρωπος προσφέρει στήν φιλοσοφία μόνον αὐτά πού πράττει ὁ ἴδιος μέ τό πνεῦμα καί τήν ζωή του. Ἀλλά καί ὁ Hegel παραθέτει πολλές ὑποδείξεις στόν ἄνθρωπο πού ἀναζητεῖ τήν ἀληθινή φιλοσοφική ἐνόραση. Τέλος, ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη τῆς ψυχαναλύσεως, μέ τόν προσεκτικό καί διορατικό S. Freud, ἀνακάλυψε τήν ψυχανάλυση σάν μέθοδο, μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ὄχι μόνον νά θεραπεύσει καί νά καθαρίσει τό ἀσυνείδητό του ἀλλά καί νά προσδώσει στό πνεῦμα του ὀργανική ἑνότητα, εὐαισθησία καί εὐκαμψία.
Στήν ζωή τοῦ φιλοσόφου ἡ ψυχή εἶναι ἐργαλεῖο γιά τήν θεογνωσία. Εἶναι φυσική καί ἀναγκαία ἡ φροντίδα τῆς ὑγείας καί τῆς καθαρότητας τοῦ ἐργαλείου αὐτοῦ γιά τήν ἐλευθερία του. Νά βιώσει κανείς ἐν συνόλῳ τό ὑπεραισθητό ἀντικείμενο σημαίνει νά πράττει ἔτσι ὥστε ἡ ψυχή του νά κατέχεται ἀπό αὐτό. Ἀλλά γιά νά γίνει αὐτό, θά πρέπει νά εἶναι ἱκανή ἡ ψυχή γιά τήν ἐλεύθερη ἑστίαση τῆς προσοχῆς, γιά τήν ἀμερόληπτη προσέγγιση, γιά τήν συνολική ἀφοσίωση στό ἀντικείμενο ἀλλά καί γιά τήν ὑπακοή στίς κλήσεις καί στίς ἀποκαλύψεις του· θά πρέπει νά ἐλέγξει τίς θύελλες τῶν παθῶν της, τίς προκαταλήψεις καί τίς ὑποχρεώσεις τῆς ζωῆς της. Ὁ φιλόσοφος θά πρέπει νά σφυρηλατήσει ἐλευθερία γιά τόν ἑαυτό του, γιά νά τήν ἐμπλουτίσει μέ τήν δύναμη καί τήν δόξα τοῦ Ἀντικειμένου του ἀλλά καί γιά νά ἑδραιώσει σ’ αὐτήν τήν δύναμη καί τήν ἐνέργεια τῆς γνώσεως καί τῆς ζωῆς του.
Στήν ἀνθρωπότητα ὑπῆρχε ἐπί αἰῶνες ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι γνώση τῆς οὐσίας τῶν πιό πολύτιμων ἀντικειμένων· ὅτι ἡ γνώση ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερη ἐσωτερική μή αἰσθητή ἐμπειρία· καί ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο νά ἐπιδιώκει κανείς τόν στόχο της μέσῳ ἰδιαίτερης ἐσωτερικῆς διαδικασίας καί καθάρσεως. Καί ἡ ἀνθρωπότητα δέν ἔσφαλλε ὡς πρός αὐτό. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι διαφορετικοί καί ἰδιάζοντες· κάθε ἄνθρωπος αἰσθάνεται, ἐπιθυμεῖ, φαντάζεται καί σκέπτεται μέ τόν δικό του τρόπο· καί ἡ κάθε ἐπιθυμία καί αἴσθηση καθοδηγοῦν τήν φαντασία καί παρέχουν στήν σκέψη τήν ἐμπειρία καί τά περιεχόμενα.
Αὐτές εἶναι οἱ ἀρχές τῆς φιλοσοφίας γιά τίς ὁποῖες ἔχουν μιλήσει οἱ Πυθαγόρειοι καί ὁ Ἡράκλειτος, πού τίς ἔχουν κυοφορήσει ὁ Σωκράτης καί ὁ Πλάτων καί τίς ὁποῖες ἔχουν ἐπαναφέρει στήν συζήτηση ὁ Spinoza, ὁ Fichte καί ὁ Hegel. Μέσῳ τῆς ἀποδοχῆς καί τῆς τηρήσεώς τους εἶναι δυνατή καί ἡ φιλοσοφία καί ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας.
Ἡ φιλοσοφία ὡς ἐπιστήμη εἶναι δυνατή μόνον τότε, ὅταν εἶναι δυνατή ἡ συζήτηση γιά τό ἀντικείμενό της· καί ἡ συζήτηση γιά τό ἀντικείμενο εἶναι ἀγώνας γιά τήν ἀλήθεια, ὅταν ἐξ ἀρχῆς γίνεται δεκτό ὅτι τό ἀντικείμενο εἶναι κοινό γιά τά δύο ὑποκείμενα, ὅτι μποροῦν νά τό προσεγγίσουν κατά τόν ἴδιο τρόπο καί νά δώσουν τήν ἴδια σημασία στό ἀντικειμενικό περιεχόμενό του.
Ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας ἔχει νόημα μόνον τότε, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πού τούς χωρίζει ἡ ψυχή, ἡ ἐποχή, ὁ πολιτισμός, ἡ γλώσσα, ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος, ἀσχολοῦνται μέ ἕνα ἑνιαῖο, κοινό ἀντικείμενο καί μποροῦν νά τό βιώσουν κατά τόν ἴδιο τρόπο, νά προσεγγίσουν τό ὅραμα τῶν προγενεστέρων, νά τό ἀφομοιώσουν καί χάρη σ’ αὐτό νά δοῦν περισσότερα ἀπ’ ὅσα ἦσαν σέ θέση νά δοῦν νωρίτερα· καί ἔτσι νά συγκεντρώσουν τόν πλοῦτο τῆς πραγματικῆς γνώσεως.
Ἡ φιλοσοφία καί ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας βασίζονται στό ζωντανό βίωμα τῶν ὑπεραισθητῶν ἀντικειμένων καί μάλιστα τῶν πιό σημαντικῶν στήν ζωή τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτή εἶναι ἡ κύρια φύση τῶν δύο ἐπιστημῶν· ἀπό ἐδῶ προκύπτει καί ἡ δυνατότητα τῆς διδασκαλίας τους.

6.

Ὅλα αὐτά φανερώνουν μέ τόν πλέον ἔκδηλο τρόπο ὅτι ἡ φιλοσοφία ὡς ἐπιστήμη, βασιζόμενη στήν ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου, ὄχι μόνον δέν εἶναι ξένη πρός τήν ζωή ἀλλά συνδέεται μέ αὐτήν καί μάλιστα μέ βαθύτατη καί πολύτιμη σχέση. Ἡ πραγματική, ἡ μεγάλη φιλοσοφία, πού εἶναι ἄξια τοῦ ὀνόματός της καί πού ὁδηγεῖ στήν πραγματική σοφία, συνίσταται στό βίωμα τοῦ ἀντικειμένου καί στήν κατάκτηση διά τῆς γνώσεως ἐκείνων τῶν ἀξιῶν μέσῳ τῶν ὁποίων ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη ζωή ἀποκτᾶ τό νόημα καί τήν σημασία της· ἀναζητεῖ ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἀξίζει νά ζῆ στήν γῆ· καί ἡ ἀναζήτηση αὐτή ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἀναζητοῦντα [νά προσδώσει] τήν ἀληθινή ζωή στό ἀντικείμενο.
Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἐκείνη πού καθιστᾶ τήν φιλοσοφία ἐπιστήμη καί τήν εἰσάγει στήν ζωή. Διότι ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἀδύνατη ἔξω ἀπό τήν ἐμπειρία· τρέφεται ἀπό τό ἐμπειρικό βίωμα τοῦ ἀντικειμένου, τήν συστηματική ἀντίληψη καί ἐνόρασή του. Ἀλλά ὁ φιλόσοφος διά τῆς πρακτικῆς αὐτῆς εἰσάγεται ἀκριβῶς σέ ἐκεῖνα τά περιεχόμενα τῶν ἀντικειμένων μέσῳ τῶν ὁποίων ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι παιχνίδι φυσικῶν δυνάμεων καί ἀγώνας γιά ὕπαρξη ἀλλά δημιουργική διαδικασία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν συμμετοχή θεϊκῶν δυνάμεων πού ἐνυπάρχουν στόν ἄνθρωπο. Τό νά ζῆ κανείς σημαίνει νά συνδυάζει, νά ἑνώνει τήν ἀληθινή αξία μέ τήν ἀληθινή δύναμη· νά προσδίδει στό ἀντικειμενικῶς πολύτιμο τόν χαρακτήρα τῆς δυνάμεως καί νά δίδει στήν δύναμη τήν ἔννοια τῆς ἀντικειμενικῆς ἀξίας καί τοῦ δικαίου· μέ ἄλλα λόγια, νά πραγματώνει τήν ἀξία ὡς δύναμη πού νικᾶ καί νά πραγματώνει την δύναμη ὡς πνευματική ἀξία. Ἀλλά αὐτή εἶναι καί ἡ ἀποστολή τοῦ φιλοσόφου πού ἐρευνᾶ τά πάντα στόν βαθμό τῆς θεϊκότητάς τους καί ἔτσι ἐμφυτεύει στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων θεϊκά περιεχόμενα. Ἔτσι ἀποτελεῖ πραγματική πηγή τῶν μεγάλων ἰδεῶν τῆς ζωῆς χωρίς τίς ὁποῖες δέν ὑπάρχει καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀληθινή ζωή. Διότι δέν μπορεῖ νά διαμορφώνει κανείς ἄποψη κατόπιν ἐντολῆς· δέν ἀξίζει νά διαμορφώνει κανείς ἄποψη ἀπό δεισιδαιμονία ἤ ἀπό φόβο· μπορεῖ νά διαμορφώνει κανείς ἄποψη μόνον ἀπό προσωπικά βιωμένη ἐνόραση. Ἔτσι ἡ φιλοσοφία, ἀποδεχόμενη τό ἀντικείμενο τῆς θρησκείας[11], ἔχει σκοπό νά ἀποκαλύψει στόν καθένα τήν προσέγγιση τοῦ προσωπικοῦ βιώματος τῆς ἐνοράσεως. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τηρεῖ μέν τήν αὐτονομία τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου· ἀλλά δέχεται καί τό ἀντικείμενο τῆς θρησκείας, ὑπερβαίνοντας κάθε ἄρνηση καί σχετικοκρατία. Γι’ αὐτό ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου τῆς φιλοσοφίας εἶναι ἡ ὁδός ἡ ἄξια τόσο τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ὅσο καί τοῦ θεϊκοῦ ἀντικειμένου του.
Ἑπομένως, ἡ βάση τῆς φιλοσοφίας ἔγκειται στήν συστηματική πρακτική τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας. Ἐν τούτοις, ἡ ἐμπειρία αὐτή, πού ὁδηγεῖ τήν φιλοσοφία, δέν ἀποτελεῖ κατάκτηση κλειστοῦ συμβουλίου ἐπιστημόνων. Ἀντιθέτως, ἡ φιλοσοφία, πού ἀφιερώνεται κυρίως σ’ αὐτήν τήν ἐμπειρία, ἀναδεικνύεται στόν λαό στόν ὁποῖο ἔχει ὡριμάσει ἡ πνευματική ἐμπειρία.
Τό νά εἶναι κανείς ἐπιστήμων ἤ φιλόσοφος εἶναι βεβαίως προσωπικό ζήτημα ἀλλά νά ἔχει κανείς φιλοσοφία, θρησκεία, τέχνη, ἠθική, πολιτισμό, κράτος εἶναι ζήτημα πού χαρακτηρίζει τό σύνολο τοῦ κόσμου. Ὁ πνευματικός πολιτισμός δέν εἶναι κατάκτηση προσωπική ἤ συλλογική ἤ ταξική· στήν περίπτωση τῶν πραγματικῶν ἐπιτευγμάτων εἶναι ζήτημα ὑπερεθνικό. Ἀλλά, ὅσον ἀφορᾶ στήν πηγή τῆς ἐμπειρίας, στόν δημιουργικό ρυθμό της καί στήν ἰδιομορφία της εἶναι ζήτημα ἐθνικό καί στόν βαθμό τοῦ συνόλου τοῦ ἔθνους εἶναι ζήτημα λαϊκό. Ὁ πνευματικός πολιτισμός τοῦ ἔθνους καθορίζεται ἀπό τό ἄν ζῆ ἤ ὄχι τήν πνευματική ἐμπειρία· ἄν ζῆ μέ τήν πλειοψηφία ἤ μέ τήν μειοψηφία· καί μάλιστα, ἄν ἡ ζωή αὐτή ἔχει ἔνταση καί βρίσκεται μέσα στό ἀντικείμενο. Αὐτό τό ζήτημα τῆς λαϊκῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας καθορίζει καί τό πεπρωμένο τῆς ἐθνικῆς φιλοσοφίας.
Ἔτσι ὁ λαός πού ἔχει χάσει ἤ ἐκφυλίσει τήν ἀληθινή και καθαρή θρησκευτική του ἐμπειρία θά ζῆ, ἀντί τῆς θρησκείας, μέ κενές προκαταλήψεις ἤ νεκρά ἔθιμα· ἀδύναμος στήν προσευχή, ἀνίσχυρος στήν δοκιμασία τοῦ Θεοῦ θά εἶναι ἀδύναμος καί στήν θεογνωσία· ἡ φιλοσοφία του θά ἔχει ἐλάχιστη ὑπεραισθητική ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί ἡ φιλοσοφία τῆς θρησκείας του θά χαρακτηρίζεται ἀπό κενές καί νεκρές ἐπινοήσεις. Ὁμοίως, ὁ λαός ὁ ἀνίσχυρος στήν ἐνόραση τῆς ὀμορφιᾶς, μέ ἀνώριμο, ἄρρωστο καί κακό γοῦστο, θά ἔχει πτωχή, κακή καί ἄμορφη τέχνη· στερημένος τῆς λειτουργίας τοῦ ὡραίου, ἀνίσχυρος στήν καλλιτεχνική δημιουργία, δέν θά εἶναι σέ θέση οὔτε νά κατανοήσει τήν αἰσθητική λειτουργία τῆς ψυχῆς οὔτε νά φωτίσει μέ τήν σκέψη τό βάθος τοῦ αἰσθητικοῦ ἀντικειμένου. Ὁ λαός, πού δέν ἔχει κυοφορήσει ὥριμη ἀντίληψη περί τοῦ δικαίου, δέν ἔχει δημιουργήσει γνήσια καί ἐν τῷ ἀντικειμένῳ φιλοσοφία τοῦ δικαίου. Ἐκεῖ ὅπου κυριαρχεῖ ἡ βαρβαρότητα, ὅπου σιωπᾶ ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλία, ὅπου βασιλεύει τό συμφέρον καί ἡ ἀναρχία δέν θά ἀναπτυχθεῖ ἡ διδασκαλία περί τοῦ καλοῦ· διότι ἡ γνώση ἦταν πάντοτε καί θά εἶναι ἡ ὥριμη κατάληξη τῆς ἐμπειρίας, ἐνῶ ἡ ἠθική ἐμπειρία ἔχει ἐθνικό χαρακτήρα καί ἀναπτύσσεται μόνον μέσα στόν λαό.
Ὁμοίως μέ τόν ποιητή, τόν ζωγράφο καί τόν ἐπιστήμονα, μέ τόν πολιτικό καί τόν προφήτη, ὁ φιλόσοφος τρέφεται συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, volens aut nolens, ἀπό τήν πνευματική ἐμπειρία τοῦ λαοῦ του. Ἔχει πατρίδα, δηλαδή ἐθνικό πνευματικό πολιτισμό, μέσα στόν ὁποῖο ἔχει διαμορφωθεῖ τό ἀτομικό του πνεῦμα μέ τά ἀγαπημένα ἀντικείμενα καί περιεχόμενα, μέ τήν πράξη τῆς δημιουργίας καί τίς ἀντιλήψεις του γιά τήν ζωή· καί ἀπό αὐτόν τόν πνευματικό πολιτισμό τρέφεται, θετικά ἤ ἀρνητικά, ἡ προσωπική του ἐμπειρία καί ἡ προσωπική γνωστική δημιουργία του. Ἡ προσωπική πνευματική ἐμπειρία τοῦ φιλοσόφου κατά βάθος συνδέεται μέ τήν προέλευση καί τήν ἀλληλεπίδραση τῆς ἐμπειρίας τοῦ λαοῦ· ὅσο πιό ὑψηλή καί ὥριμη εἶναι ἡ πνευματική ἐμπειρία τοῦ λαοῦ τόσο πιό εὔκολα καί γόνιμα ἐπιτυγχάνει νά καλλιεργήσει, νά πραγματώσει καί νά κατανοήσει αὐτήν τήν ἐμπειρία. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὑπάρχουν λαοί πού δέν ἔχουν ἀκόμη ἤ δέν ἔχουν πλέον ἐθνική φιλοσοφία. Ἡ διδασκαλία περί τοῦ καλοῦ ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό νά καλλιεργήσει ἡ ἠθική τοῦ λαοῦ ἕνα σταθερό ἐπίπεδο ὄχι μόνον ἐλαττωμάτων ἀλλά καί ἀρετῶν· καί ἄν τό ἐπίπεδο αὐτό εἶναι τόσο χαμηλό, ὥστε καί ἡ συνείδηση, τό ὄργανο δηλαδή τοῦ ἐλέγχου τοῦ καλοῦ, βρίσκεται σέ ἀπονέκρωση καί ἀπραξία, ἀκόμη καί ἡ ἠθικά σωστή φύση δέν θά μπορέσει νά ἀνέλθει στήν ἐνόραση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ὁμοίως καί ἡ φιλοσοφική θεωρία περί τῆς ἀλήθειας ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό νά κατακτήσει ἡ ἐπιστημονική γνώση καί ἄλλες σφαῖρες ὑψηλοῦ ἐπιπέδου· διότι αὐτή ἡ θεωρία τῆς γνώσεως ἀναπτύσσεται μόνον ἐκεῖ ὅπου ἔχει συσσωρευθεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς ἀλήθειας καί ἡ ἐμπειρία αὐτή δέν κυοφορεῖται μόνον ἀπό τόν φιλόσοφο ἀλλά ἀπό ὅλους τούς ἐπιστήμονες καί τούς διανοητές τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Ἔτσι τό θησαυροφυλάκιο τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας εἶναι ἐθνικό καί ὁ φιλόσοφος, λόγῳ τῆς ἀποστολῆς του, εἶναι ὁ φύλακάς του, ὁ ἐμβαθύνων σ’ αὐτήν καί ὁ ἑρμηνευτής της.
Ἀναλόγως συμβαίνει καί σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς πνευματικῆς ζωῆς· ὁ λαός δημιουργεῖ μέ τήν πνευματική ἐμπειρία του ἐκεῖνον τόν πλοῦτο τοῦ περιεχομένου καί ἐκείνην τήν πνευματική σφαῖρα, ὅπου ὡριμάζει καί δημιουργεῖ τό ἀτομικό πνεῦμα τοῦ ἥρωα, τοῦ ζωγράφου καί τοῦ προφήτη· ὁ λαός μεταδίδει στούς φιλοσόφους του τήν ἴδια τήν προσέγγιση τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας καί ὁ φιλόσοφος δίδει στόν λαό του ἐμβάθυνση, κάθαρση καί κατανόηση τῆς πνευματικῆς πράξεως. Ἡ ζωή τοῦ λαοῦ ἀποτελεῖ ἐκεῖνο τό πνευματικό ἐργαστήριο, ὅπου ἀργότερα ὁ ἡγέτης του δημιουργεῖ, μέ τό συναίσθημα, τήν βούληση, τήν φαντασία, τίς σκέψεις καί τίς πράξεις του. Ἡ ἀπουσία τῶν πνευματικῶν ἡγετῶν δηλώνει τήν προσωρινή πνευματική πτώχευση τοῦ ἔθνους καί ἀντιστρόφως· διότι ἡ πνευματική ζωή τοῦ λαοῦ καί τῶν ἡγετῶν του σχηματίζει ἕνα ἀδιάρρηκτο ἐν ἀντικειμένῳ σύνολο. Τά δεινά τοῦ λαοῦ τρέφουν τήν σοφία τοῦ ἡγέτη· τά κατορθώματα τοῦ ἡγέτη φωτίζουν καί καθαρίζουν τήν πνευματική ἐμπειρία τοῦ λαοῦ.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο λύεται τό ζήτημα τῆς σχέσεως μεταξύ τῆς φιλοσοφίας καί τοῦ λαοῦ. Διότι ἡ ζωή εἶναι τά δεινά πού ὁδηγοῦν στήν σοφία καί ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ σοφία, πού ἔχει γεννηθεῖ ἀπό τά δεινά. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ζωή, μέ τήν πραγματική, βαθιά σημασία της, εἶναι κυοφορία καί πραγμάτωση τῆς φιλοσοφικῆς ἐμπειρίας, δηλαδή τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀφιερωμένης στό θεῖον. Ἡ φιλοσοφία στό ἀρχικό, ἐμπειρικό της στάδιο, εἶναι διάχυτη στήν ψυχή τοῦ λαοῦ. Κάθε ἄνθρωπος, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν μόρφωση καί τά προσωπικά του χαρίσματα, γίνεται μέτοχος τοῦ ἐθνικοῦ φιλοσοφικοῦ καί μεταφυσικοῦ ἔργου, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀναζητεῖ στήν ζωή του τήν ἀληθινή γνώση, ἀπολαμβάνει τήν καλλιτεχνική ὀμορφιά, κυοφορεῖ τήν ψυχική καλοσύνη, ζῆ μέ ἀνιδιοτέλεια καί αὐταπάρνηση, προσεύχεται στόν Θεό, καλλιεργεῖ στόν ἑαυτό του ἤ στούς ἄλλους τήν γνώση τοῦ δικαίου ἤ ἁπλῶς ἀγωνίζεται μέ τίς ἀδυναμίες του πού ταπεινώνουν τό πνεῦμα. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἴσως δέν εἶναι ἀκόμη ἐνσυνείδητα φιλόσοφος ἀλλά ἡ πνευματική του ἐμπειρία τόν καθιστᾶ ἤδη φιλόσοφο. Στό συλλογικό πνευματικό ἔργο καμμία προσπάθεια καί κανένα ἐπίτευγμα δέν πᾶνε χαμένα· διότι ἡ ὁποιαδήποτε τελειοποίηση, ὁ ὁποιοσδήποτε φωτισμός στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται ἀνεπαίσθητα, μεταδίδεται καί δέν ἐξαφανίζεται ποτέ χωρίς νά ἀφήσει ἴχνη. Ἐδῶ εἶναι πολύτιμη κάθε προσωπική κατάσταση. Διότι ὅλα καταλήγουν στό ἑνιαῖο ἐθνικό θησαυροφυλάκιο τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας. Γι’ αὐτό μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι ἡ πνευματική ἀκμή ἑνός λαοῦ εἶναι ἀκμή τῆς φιλοσοφίας. Ἀλλά καί ἀντιστρόφως, ὅπου ἀνθίζει ἡ πραγματική φιλοσοφία, ἐκεῖ ὁ λαός ἤδη ζῆ μία σταθερή πνευματική ἐμπειρία καί συνεχίζει νά ἀναπτύσσεται πνευματικά, ἐκεῖ ἡ ζωή του ἔχει φθάσει σ’ ἕνα ἀξιόλογο ὕψος καί αὐτό τό ὕψος διακρίνεται στήν φιλοσοφία του. 
Ἡ φιλοσοφία γεννιέται στήν ψυχή τοῦ πνεύματος καί ἀπό τήν πνευματική ζωή. Γι’ αὐτό καί ἐκεῖνος πού ἐπιθυμεῖ νά ζῆ πνευματικά πρέπει νά ξεκινήσει νά ζῆ τήν ζωή τοῦ πνεύματος· πρέπει νά εἶναι πνευματικός.  Ἀλλά ἡ πνευματική ὕπαρξη εἶναι μία κατάσταση, στήν ὁποία ἡ ψυχή ἀγαπᾶ τά πνευματικά ἀντικείμενα, χαίρεται μέ αὐτά καί ζῆ μέ αὐτά. Γι’ αὐτό ὁ φιλόσοφος πρέπει νά εἶναι πνεῦμα καί νά ἐνεργεῖ ἐν πνεύματι· καί μόνον αὐτό μπορεῖ νά τοῦ προσδώσει πνευματική ἐμπειρία τοῦ ἀντικειμένου, ἐνέργεια σκέψεως καί δικαίωμα στήν γνώση.
Γιατί ἡ φιλοσοφία εἶναι περισσότερο ἀπό ζωή: εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς. Καί ἡ ζωή προηγεῖται τῆς φιλοσοφίας: εἶναι ἡ πηγή καί τό ἀντικείμενό της.

(σημ. μετ.: Τό ἄρθρο τοῦ I. Ilyine εἶχε περιληφθεῖ στόν τόμο Προβλήματα πνευματικοῦ πολιτισμοῦ καί θρησκευτικῆς φιλοσοφίας, τ. Ι, Βερολῖνο, 1922, σσ. 63-81, ρωσσ.) 


[1] Spinoza, Éthique, trad. et  not. Ch. Appuhn, Paris 1965, σσ. 21-22 (σ.τ.μ.)
[2]B. Bolzano (1781-1848) ἦταν Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας τῆς θρησκείας στό Πανεπιστήμιο τῆς Πράγας. Ὡς μαθηματικός ἀσχολήθηκε μέ τό ζήτημα τῆς πραγματικῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀπείρου (σ.τ.μ.)
[3] Ὑπενθυμίζεται ὅτι στήν κλασσική της διατύπωση ἡ συνείδηση εἶναι τό κέντρο τῶν ψυχικῶν ἐνεργειῶν (ἀντιλήψεων, σκέψεων, ἐπιθυμιῶν) τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπομακρύνεται ἀπό τήν θεώρηση αὐτή ὁ E. Husserl δεχόμενος ὅτι τά συνειδησιακά φαινόμενα δέν εἶναι ψυχολογικά. Στήν σημερινή ἐποχή βεβαιώνεται ἀπό τούς νευροβιολόγους καί γίνεται ἀποδεκτό ἀπό ὁρισμένους διανοητές ὅτι ἡ ἐνσυνείδητη ζωή συνδέεται μέ τόν ἐγκέφαλο καί συγκεκριμένα μέ φυσικοχημικές μεταβολές τῶν κυττάρων τοῦ ἐγκεφάλου. Βλ. καί Δ. Β. Μπαλτᾶς, «Νοῦς, ἐγκέφαλος καί συνείδηση στήν φιλοσοφία τῆς νοήσεως» Φιλοσοφικά Ἀνάλεκτα, τ. 2, 2005-2006, σσ. 21-33 (σ.τ.μ.)
[4] Ἡ ρωσσική λέξη εἶναι affect. Ὑπενθυμίζεται ὅτι γιά τόν Spinoza ὁ ὅρος σημαίνει τήν πράξη ἤ τό πάθος. Βλ. Spinoza, Éthique, trad. εt not. Ch. Appuhn, Paris 1965, σ. 135 (σ.τ.μ.).  
[5] ἔκφραση ἔχει ὡς ἑξῆς: «amor Dei intellectualis» (σ.τ.μ.)
[6] Οἱ ρίζες τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς θά πρέπει νά ἀναζητηθοῦν στήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία. Ὡστόσο ἡ διατύπωση ἔγινε πολύ γνωστή μέ τόν John Locke (σ.τ.μ.)
[7] Ἡ συμπλήρωση τῆς προηγούμενης προτάσεως ἀνήκει στόν Leibniz (σ.τ.μ.)
[8] Βλ. ἐνδεικτικῶς G. W. Hegel, Leçons sur la philosophie de le religion, Première Partie, trad. P. Garniron, Presses Universitaires de France, Paris 1996, σ. 60 (σ.τ.μ.)
[9] Βλ. Ἰαμβλίχου Περί τῆς κοινῆς μαθηματικῆς ἐπιστήμης, σ. 76, 16-17 (σ.τ.μ.)
[10] Βλ. Macrobius Commentarium Scipionis 14, 19 (σ.τ.μ.)
[11] Πβ. G. W. Hegel, Leçons sur la philosophie de le religion, Première Partie, trad. P. Garniron, Presses Universitaires de France, Paris 1996, σ. 31 (σ.τ.μ.)   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου