Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἡ Εὐρώπη στήν ρωσσική σκέψη
τοῦ 19ου  καί τοῦ 20οῦ αἰ.

Ἡ ἀναφορά στήν παρουσία τῆς Εὐρώπης καί τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ στήν σκέψη τῶν Ρώσσων διανοητῶν τοῦ 19ου  καί τοῦ 20οῦ αἰ. εἶναι χαρακτηριστική τῶν ἀναζητήσεών τους ἀλλά κυρίως ἀφετηριακή τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ταυτότητας τοῦ ρωσσικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία εἶχε κλονισθεῖ ἀπό τήν πολιτική τοῦ Μ. Πέτρου, καθ' ὅσον ὁ τελευταῖος εἶχε προχωρήσει σέ μεταρρυθμίσεις πρός μία δυτικοποίηση τῆς ρωσσικῆς ζωῆς. 
Ἐξεταζόμενης τῆς παρουσίας τῆς Ρωσσίας στήν Εὐρώπη κατά τον 19ο αἰ., ἐτίθετο ἕνα καίριο ἐρώτημα: Εἶναι ἡ Ρωσσία χώρα τῆς Εὐρώπης ἤ γέφυρα ἀνάμεσα στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀσία;
Ἡ γνωστή ἀναμέτρηση μεταξύ τῶν Σλαβόφιλων, τῶν ὁποίων ἡ σκέψη ἦταν προσανατολισμένη στήν θεμελίωση τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας, καί τῶν Δυτικόφιλων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν, μεταξύ ἄλλων, ὅτι τό μέλλον τῆς Ρωσσίας συσχετίζεται μέ τήν εὐρωπαϊκή ἀνάπτυξη, ὑπῆρξε σημαντική ἀπό ἀπόψεως ἱστορικῆς, δεδομένου ὅτι δίδει μία εἰκόνα τῆς ρωσσικῆς κοινωνίας καί κυρίως τῆς ρωσσικῆς σκέψεως τοῦ 19ο αἰ. Ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι γεγονός ὅτι στούς Δυτικόφιλους, καί κυρίως στόν Μ. Μπακούνιν (1814-1876) καί στόν Ἀ. Χέρτσεν (1812-1870), ὑπάρχει μία προσέγγιση τῶν ἰδεῶν τῶν Σλαβόφιλων. Μάλιστα ἀκόμη καί οἱ Δυτικόφιλοι ἔβλεπαν μέ ἐπιφύλαξη τά ἐπιτεύγματα τῆς Δύσεως, τήν ὁποία μάλιστα ὁ Ἀλεξάντρ Χέρτζεν ἀποκαλεῖ «ἑτοιμοθάνατο κόσμο»[1]. Σέ κάθε περίπτωση ἡ ἀντιπαράθεση αὐτή προκάλεσε ἐνδιαφέρουσες καί γόνιμες συζητήσεις μεταξύ τῶν Ρώσσων διανοητῶν καί τοῦ κ' αἰ[2].
Ἀργότερα, ὁ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881), σέ ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα τοῦ Ἡμερολογίου ἑνός συγγραφέα,  παραδέχεται ὅτι «ὅλοι στήν Εὐρώπη μᾶς κοροϊδεύουν [ἐνν. τούς Ρώσσους] … Οἱ Εὐρωπαῖοι δέν θέλησαν νά μᾶς θεωρήσουν δικούς τους, γιά τίποτα στόν κόσμο, σέ καμιά περίπτωση … Σ’ αὐτούς γίναμε παροιμία. Καί ὅσο περισσότερο περιφρονήσαμε τήν ἐθνικότητά μας γιά νά τούς ἀρέσουμε, τόσο μᾶς περιφρόνησαν ἐκεῖνοι περισσότερο. Μασκαρευτήκαμε μπροστά τους, τούς ἐξομολογηθήκαμε δουλικά τήν νοοτροπία μας καί τίς ‘’εὐρωπαϊκές’’ πεποιθήσεις μας … Ὡστόσο, δέν μποροῦμε νά κάνωμε χωρίς τήν Εὐρώπη. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ἡ δεύτερη πατρίδα μας –πρῶτος ἐγώ τό ἀναγνωρίζω, καί πάντα τό ἀναγνώριζα. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ὅμοια ἀγαπητή σέ ὅλους μας, ὅσο καί ἡ Ρωσσία»[3]. Στό ἀναφερθέν παράθεμα μπορεῖ νά διακρίνει εὔκολα ὁ Ἕλληνας ἀναγνώστης ὄχι μόνον τήν σχέση Ρωσσίας-Εὐρώπης ἀλλά καί τήν σχέση Ἑλλάδας-Εὐρώπης.
Εἶναι σαφές ἀπό τά ἀναφερθέντα ὅτι οἱ Ρῶσσοι τηροῦν ἄλλοτε θετική καί ἄλλοτε ἀρνητική στάση ἀπέναντι στήν εὐρωπαϊκή ἰδέα. Ἀλλά στήν συζήτηση περί τῆς σχέσης Ρωσσίας καί Εὐρώπης ἔχει, νομίζω, ἐνδιαφέρον νά σημειωθεῖ ἐδῶ μία τοποθέτηση τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ φιλοσόφου G. Hegel (1770-1831). Γιά τόν Χέγκελ, ἡ Εὐρώπη «ἔγινε κιόλας ἕνα εἶδος κλουβιοῦ, μέσα στό ὁποῖο φαίνονται νά κινοῦνται ἐλεύθερα μόνο δύο εἴδη ἀνθρώπων: ἐκεῖνοι πού ἀνήκουν σ' ὅσους κλείδωσαν τό κλουβί, κι ἐκεῖνοι πού ἀναζήτησαν γιά τόν ἑαυτό τους μία θέση μέσα σ’ αὐτό τό κλουβί ... Σ' αὐτό τό εὐρωπαϊκό κλουβί ἀντιπαραθέτει ὁ Hegel τό μέλλον τῆς Ρωσσίας. Τά ἄλλα, νεότερα κράτη ἔχουν, ὅπως φαίνεται, φθάσει στόν σκοπό τῆς ἐξέλιξής τους καί ἴσως ὑπερβῆ κιόλας τό σημείο κορύφωσης, ἡ κατάστασή τους ἔγινε στατική· ἀντίθετα ἡ Ρωσσία φέρει στούς κόλπους της μία τρομερή δυνατότητα ἐξέλιξης τῆς ἔντονης φύσης της»[4].
Ἀπό τούς τελευταίους διανοητές τῆς προεπαναστατικῆς ἐποχῆς ὁ Βασίλι Ροζάνωφ (1856-1919) θά ὑποστηρίξει ὅτι «οἱ Ρῶσσοι βεβαιώνουν πάντοτε ὅτι εἶναι συνάμα ἕνας λαός ἀνατολικός καί δυτικός, χωρίς νά ἀντιλαμβάνονται ὅτι στήν πραγματικότητα δέν εἶναι οὔτε λαός δυτικός οὔτε λαός ἀνατολικός»[5].
Προϊόντος λοιπόν τοῦ 20οῦ αἰ., τό θέμα «Ρωσσία-Εὐρώπη» παρουσιάζεται στήν σκέψη τῶν Ρώσσων διανοητῶν ὑπό τήν μορφή «Ἀνατολή-Δύση». Γιά παράδειγμα, ὁ γνωστός Ρῶσσος φιλόσοφος Νικόλαος Μπερντιάγιεφ (1874-1948), στό ἄρθρο μέ τίτλο «Vostok i Zapad» («Ἀνατολή καί Δύση»)[6], ὑποστηρίζει, μεταξύ ἄλλων, ὅτι ἡ «Ἀνατολή» καί «Δύση» δέν εἶναι ἱστορικοί ἤ γεωγραφικοί ὅροι, ἀλλά πολιτιστικά μεγέθη. Ἡ δέ Ρωσσία μετέχει, στόν ἕνα ἤ ἄλλο βαθμό, καί τῆς «Ἀνατολῆς» καί τῆς «Δύσης».
Ἀλλά κατά τόν 20ό  αἰ. θά διατυπωθοῦν καί οἱ λεγόμενες εὐρασιατικές θεωρίες μέ κύριους εἰσηγητές τόν Nικ. Τρουμπετσκόϊ (1890-1938), τόν Π. Σαβίτσκυ (1895-1965) καί τόν Ν. Ἀλεξέγιεφ (1879-1964). Οἱ διανοητές αὐτοί θεωρεῖται ὅτι ἀκολουθοῦν τίς ἰδέες τῶν Σλαβόφιλων, ἐφ’ ὅσον καί αὐτοί «ζητοῦν διαζύγιο ἀπό τήν διεφθαρμένη Εὐρώπη»[7].
Ἀπό τίς ἐνδεικτικές ἀναφορές στίς θεωρήσεις Ρώσσων διανοητῶν τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ. εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ ρωσσική σκέψη ἀντιμετωπίζει κριτικά τήν σχέση τῆς Ρωσσίας μέ τήν Εὐρώπη. Ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἰδιαιτερότητας τῆς χώρας τους θεωροῦν ὅτι ἡ Ρωσσία βρίσκεται στό σταυροδρόμι τῶν δρόμων τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσης, χωρίς νά εἶναι οὔτε ἀποκλειστικῶς «Ἀνατολή» οὔτε ἀποκλειστικῶς «Δύση». Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι αὐτές οἱ προσεγγίσεις θά μποροῦσαν νά βροῦν ἐφαρμογή καί τήν περίπτωση τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας, ἡ ὁποία δέν κατάφερε οὔτε νά γίνει «Δύση» οὔτε νά διατηρηθεῖ ὡς «Ἀνατολή».   

(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Πειραϊκή Ἐκκλησία, τ. 297, 2016, σσ. 47-48) 

           


[1] Χέρτσεν, Ἀνάλεκτα, μετ. Λ. Γεωργίου-Μ. Κορωναίου, Ἐκδόσεις Καλβος, Ἀθήνα, 1970,  σ. 291. 
[2] Βλ. γενικά Δημ. Μπαλτᾶς, Σταθμοί τῆς ρωσσικῆς φιλσοοφίας, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα, 2007, σσ. 21-36.
[3] Φ. Ντοστογιέφσκι, Τό ἡμερολόγιο τοῦ συγγραφέα, ὅπ.π., σ. 243.
[4] Ἡ ἄποψη τοῦ Hegel παρατίθεται ἀπό τόν K. Löwith (Ἀπό τόν Hegel στόν Nietzsche. Τό επαναστατικό ρήγμα στή σκέψη τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰ..., τ. Α΄, σ. 79.
[5]  V. Rozanov, L’ apocalypse de notre temps, trad. J. Michaut, L’ Age d’ Homme, Lausanne 1976, σ. 102.
[6] Ν. Μπερντιάγιεφ, «Vostok i Zapad», Put, τ. 23, 1930, σσ. 97-109. Ὁ γράφων ἔχει ἑτοιμάσει τήν μετάφραση τοῦ κειμένου στήν ἑλληνική.
[7] Θρ. Ν. Μαρκέτου, Ἡ γεωπολιτική πρακτική τῆς Ρωσσίας στή μετασοβιετική κεντρική Ἀσία, ἐκδ. Σύλλογος πρός διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθῆναι 2008, σ. 37.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου