Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Τζώρτζ Στάϊνερ, Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι. Δοκίμιο παλαιᾶς κριτικῆς, μετ. Κώστας Σπαθαράκης, Ἀντίποδες, Ἀθήνα 2015, σελ. 492

Ἕνα ἔργο-σταθμός στήν λογοτεχνική κριτική, πρωτοδημοσιευμένο τό 1959, μεταφράστηκε προσφάτως στήν ἑλληνική. Πρόκειται γιά τό Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι τοῦ Τζ. Στάϊνερ πού ἐκδόθηκε ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἀντίποδες.
Στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου του ὁ Στάϊνερ γράφει χαρακτηριστικά ὅτι «σέ ἀντίθεση τόσο πρός τόν βιβλιοκριτικό ὅσο καί πρός τόν ἱστορικό τῆς λογοτεχνίας, ὁ κριτικός τῆς λογοτεχνίας πρέπει νά ἀσχολεῖται μόνο μέ τά ἀριστουργήματα» (σ. 24). Ἀλλά, μέ ὁρισμένη διαφοροποίηση πρός αὐτήν τήν διατύπωση, θά παρατηρήσω ὅτι καί ὁ βιβλιοκριτικός πρέπει νά ἀσχολεῖται μόνο μέ ἀριστουργήματα. Καί ἕνα ἀριστούργημα στό ὁποῖο θά ἀναφερθῶ σήμερα, εἶναι ἀκριβῶς τό Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι.
Ὁ Στάϊνερ οἰκοδομεῖ τό δοκίμιό του πάνω σέ ὁρισμένες γενικές ἀρχές πού ἀφοροῦν τούς δύο γίγαντες τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας, τόν Λ. Τολστόϊ (1828-1910) καί τόν Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Κωδικοποιώντας λοιπόν αὐτές τίς ἀρχές θά ἐπισημάνω τά ἑξῆς 1ο Γιά τόν Στάϊνερ ὁ Τολστόϊ εἶναι «ἐπικός, καθώς κλείνει συνειδητά πρός τόν Ὅμηρο. Μετά τόν Σαίξπηρ, ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι ὁ σημαντικότερος δραματουργός» (σ. 15). 2ο Τό δοκίμιο Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι «προσπάθησε νά καταδείξει ὅτι τό κύρος τῶν δύο συγγραφέων δέν μπορεῖ νά διαχωριστεῖ ἀπό τή θεολογική τους στράτευση» (σ. 19). 3ο Ὁ Στάϊνερ διακηρύσσει ὅτι «ὁ Τολστόϊ καί ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι οἱ πρῶτοι μεταξύ τῶν μυθιστοριογράφων. Ὑπερέχουν στήν εὐρύτητα τῆς ὀπτικῆς καί τή δύναμη τῆς ἐκτέλεσης» (σ. 29). 4ο  Στό πρόσωπο τοῦ Τολστόϊ καί τοῦ Ντοστογιέφσκι ὁ Στάϊνερ ἐπιδιώκει νά διαχωρίσει «τόν ἐπικό ποιητή ἀπό τόν δραματικό, τόν ὀρθολογιστή ἀπό τόν ὁραματιστή, τόν χριστιανό ἀπό τόν παγανιστή» (σ. 34). 5ο Ὁ Στάϊνερ ἰσχυρίζεται ὅτι «οἱ μεγάλοι Εὐρωπαῖοι, καί σέ αὐτό τό σημεῖο καί οἱ Ἀμερικανοί, δέν μπόρεσαν νά προσεγγίσουν οὔτε τήν κυριαρχική καί περιεκτική ὁμολογία πίστεως στήν ὁποία ἔφτασε ὁ Ντοστογιέφσκι, οὔτε τόν μοναχικό, αὐτοαναφορικό καί παρ’ ὅλα αὐτά ὀρθολογικό παγανισμό τοῦ Τολστόϊ» (σ. 435). 6ο Γιά τόν Στάϊνερ «ἡ μαρξιστική κριτική μελέτησε γόνιμα, ἄν καί ἐπιλεκτικά, τήν ἰδιοφυΐα τοῦ Τολστόϊ. Τόν ὀγκόλιθο τοῦ Ντοστογιέφσκι εἴτε τόν καταδίκασε εἴτε τόν ἀγνόησε» (σ. 467).     
Σέ πολλά σημεῖα τοῦ δοκιμίου τοῦ Στάϊνερ ἐπισημαίνεται ὅτι  ὁ Τολστόϊ «ἐπιδίωκε νά συγκρίνονται τά ἔργα του μέ ἐκεῖνα τοῦ Ὁμήρου» (σ. 30. Πβ. σχετικά σ. 79, σ. 111, σσ. 122-123, σ. 179, σσ. 181-182), κυρίως τά ἔργα του Οἱ Κοζάκοι, Τά παιδικά χρόνια, ἐφηβικά χρόνια, Πόλεμος καί Εἰρήνη, Ἄννα Καρένινα. Ἀντιθέτως ὁ Ντοστογιέφσκι, μέ ἀφορμή κυρίως τά ἔργα του Ἔγκλημα καί τιμωρία, Ἀδελφοί Καραμάζωφ, καί Ἠλίθιος,  ἀναγνωρίζεται ὅτι «εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγάλους τραγικούς ποιητές» (σ. 31. Πβ. σχετικά σσ. 200-202, σ. 209. σ. 240, σ. 261), ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔχει ἀποκληθεῖ ὑπό τοῦ Β. Ἰβάνοφ ὡς «ὁ Ρῶσος Σαίξπηρ» (σ. 191).
Γιά τό θέμα πού πραγματεύεται στό παρόν δοκίμιό του ὁ Στάϊνερ ἔχει ἐνδιαφέρον ἡ ἀναφορά του (σσ. 169-179) σ’ ἕνα ἀντίστοιχο δοκίμιο πού εἶχε γράψει ὁ Τολστόϊ μέ τίτλο «Ὁ Σαίξπηρ καί τό δρᾶμα». Ἐπισημαίνει λοιπόν ὁ Στάϊνερ ὅτι «γιά τόν Τολστόϊ τά ἔργα τοῦ Σαίξπηρ εἶναι παράλογα καί ἀνήθικα … Ὁ Τολστόϊ ὑποπίπτει προφανῶς σέ αὐτό πού ὁρισμένοι σύγχρονοι κριτικοί ὀνομάζουν ‘’προθεσιακή πλάνη’’. Ἀρνεῖται νά διαχωρίσει τόν καλλιτέχνη ἀπό τό δημιούργημά του, καί τό δημιούργημα ἀπό τήν πρόθεση τοῦ καλλιτέχνη. Ὁ Τολστόϊ καταδικάζει τά θεατρικά ἔργα τοῦ Σαίξπηρ γιατί ἐντοπίζει σέ αὐτά ἕνα ἰδιοφυές πνεῦμα πού εἶναι ἠθικά οὐδέτερο» (σσ. 177-178). Γιά τόν ἐνδιαφερόμενο ἀναγνώστη θά προσθέσω ὅτι τό περίφημο δοκίμιο τοῦ Τολστόϊ εἶχε μεταφρασθεῖ παλαιότερα στήν ἑλληνική (Ὁ Σαίξπηρ καί ἡ δραματική τέχνη, μετ. Π. Ἀντωνοπούλου,  Ὁ Κεραμεύς, Ἀθῆναι, ἄ.ἔ.). 
Ἐπίσης, ὡς πρός τήν ἑλληνική ἔκδοση, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παρατηρήσω ὅτι, ἐνῶ σέ κάποια χωρία μεταφρασμένων στήν ἑλληνική ἔργων δίδεται ἡ ἀντίστοιχη σελίδα τῆς ἑλληνικῆς ἔκδοσης, σέ ἄλλα παραλείπεται ἡ ἀναφορά σέ συγκεκριμένη σελίδα τῆς ἴδιας ἔκδοσης (ἐνδεικτικῶς σ. 303, σ. 340, σ. 345, σ. 391, γιά τό ἔργο «Ντοστογιέφσκι» τοῦ Μπερντιάγιεφ, ἤ γενικότερα παραλείπεται ἡ ἀναφορά σέ ὑπάρχουσα ἑλληνική μετάφραση (ἐνδεικτικῶς λ.χ. σ. 165, γιά τό ἔργο τοῦ D.S. Mirsky «Ἱστορία τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας», σ. 169 γιά τό ἄρθρο τοῦ Ὄργουελ «Ὁ Τολστόϊ, ὁ βασιλιάς Λήρ καί ὁ τρελός», σ. 196 γιά τήν τραγωδία «Δημήτριος» τοῦ Σίλλερ, σ. 242, γιά τό ἔργο «Ντοστογιέφσκι» τοῦ Ἀνρύ Τρουαγιά, σ. 395, γιά τόν Μπακούνιν).  Ἐπίσης θά ἦταν χρήσιμο γιά τόν μή εἰδικό ἀναγνώστη νά παρέχεται ἡ ἐπεξήγηση ὁρισμένων τεχνικῶν ὅρων (λ.χ. ἡ σάγκα (σ. 155) πού σημαίνει τήν ἐκτενή ἀφήγηση μιᾶς φανταστικῆς ἤ ρεαλιστικῆς ἱστορίας, ἡ coda (σ. 158) πού σημαίνει τήν σύντομη προσθήκη πού προαναγγέλει τήν κατακλείδα μιᾶς μουσικῆς σύνθεσης κ.ἄ.  Ἀλλά αὐτά δέν ἔχουν ἴσως τόση σημασία μπροστά στήν ἔκδοση ἑνός ἀριστουργηματικοῦ ἔργου λογοτεχνικῆς κριτικῆς πού παρουσιάζω σήμερα.
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά ἐπισημάνω ὅτι τό ἔργο Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι διατηρεῖ μία ὁρισμένη ἐπικαιρότητα ὄχι μόνον γιά τούς μελετητές τῶν δύο μεγάλων τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας ἀλλά καί γιά τό εὐρύτερο κοινό μέ λογοτεχνικά καί φιλοσοφικά ἐνδιαφέροντα. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι στό Τολστόϊ ἤ Ντοστογιέφσκι δίδεται συνάμα, κατά κάποιο τρόπο, μία πανοραμική ἄποψη τῆς εὐρωπαϊκῆς καί τῆς ἀμερικανικῆς λογοτεχνίας μέ τήν ὁποία βρίσκονται σέ ἐγγύτητα οἱ δύο Ρῶσσοι συγγραφεῖς.
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου