Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015





Βασίλι Ροζάνωφ


Λόγος στόν Ντοστογιέφσκι

μετάφραση Δημήτρης Μπαλτᾶς


Λένε ὅτι ὁ Πλάτων καί ὁ Χέγκελ εἶχαν δημιουργήσει τήν διαλεκτική· ὅμως, πολύ νωρίτερα ἀπό αὐτούς, ὁ χαμαιλέων πού ἀλλάζει τά χρώματά του καί πού δέν ἔχει κανένα συγκεκριμένο, μόνιμο χρῶμα, ἔδωσε τό παράδειγμα αὐτοῦ πού λέγεται ὀργανική διαλεκτική. Τί εἶναι διαλεκτική; Εἶναι τό «ναί» καί τό «ὄχι», πού μεταβαίνει τό ἕνα στό ἄλλο, πού βοηθεῖ τό ἕνα τό ἄλλο, ἀκόμα κι ἄν μανιωδῶς διαφωνοῦν.
Εἶναι, ἄραγε, ἔντιμη ἡ διαλεκτική; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἐκπληκτικό πρᾶγμα. Ἡ ἀνεμοδούρα εἶναι, ἐπίσης, ἔντιμη, ἐνῶ τό ξύλο τοῦ δέντρου πού βρίσκεται στό ἔδαφος εἶναι παράδειγμα «ἔντιμης ἀπομάκρυνσης ἀπό τό νά ἑλίσσεται κανείς». Τό ξύλο τοῦ δέντρου, ὅπως καί ὁ Ἀδάμ πρίν ἀπό τό ἁμάρτημα, εἶναι ἀθῶο, ἔντιμο, θετικό. Ἡ Εὔα βαρέθηκε τόν «παράδεισο τῆς τρυφῆς» πολύ γρήγορα, καί ὁ ὄφις-διαλεκτικός τήν ἔβγαλε, χωρίς ἰδιαίτερη δυσκολία, ἀπό κεῖ στήν θλιβερή ἀλλά καί ἐνδιαφέρουσα ἐπίγεια ὕπαρξη, κι ἔτσι ξεκίνησε ἡ κάθε εἴδους διαλεκτική…
Τά μυαλά καί οἱ ψυχές, οἱ ἀναγνῶστες καί οἱ συγγραφεῖς, τυγχάνουν νά εἶναι, ἐπίσης, διαλεκτικοί, οἱ μέν σάν τό ξύλο τοῦ δέντρου, οἱ δέ σάν τήν βέργα τῆς ἰτιᾶς. Ἄς ἀφήσουμε κατά μέρος τούς θετικούς καί ἄς στραφοῦμε πρός τούς διαλεκτικούς. Παράδειγμα μεγίστου διαλεκτικοῦ συγγραφέα σ’ ἐμᾶς, καί ἴσως στήν παγκόσμια λογοτεχνία, εἶναι ὁ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Αὐτός πιά κι ἄν εἶναι εὐλύγιστος … Ὁ ἴδιος ὑπέφερε ἀπό τήν εὐλυγισία: διότι αὐτό εἶναι κάτι τό καταχθόνιο, ἀφοῦ δέν μπορεῖ κανείς νά σταματήσει κάπου, νά κρατηθεῖ ἀπό ἕνα ἐπιχείρημα, μπορεῖ νά πέσει καί νά καταλήξει σ’ ἕνα ἐπιχείρημα ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπό τό προηγούμενο. Κι ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον μέ τό μυαλό ἀλλά καί μέ τήν καρδιά, τό πάθος, τόν ἐνθουσιασμό, τήν συγκίνηση. Τί εἶναι ἐπανάσταση; Ἀπαντᾶ σ’ αὐτό ὁ Πέτρος Βερχοβένσκι στούς «Δαιμονισμένους». Τρώει κρύο κοτόπουλο, περιμένοντας τήν αὐτοκτονία τοῦ Κυρίλλωφ. Καί ὅμως (κάθε διαλεκτική ξεκινάει ἀπό τό «καί ὅμως»), ἀκόμα τί εἶναι ἐπανάσταση; Εἶναι καί ὁ Ρασκόλνικωφ. Διότι, ἀναμφίβολα, δέν εἶναι ἕνας καθημερινός ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος ὁρισμένης δομῆς τῆς ζωῆς ἀλλά ἕνας ἐπαναστάτης, ἔστω στήν πρώτη φάση τῆς ἐξέγερσής του. Ἄρα καί ὁ Βερχοβένσκι καί ὁ Ρασκόλνικωφ, ἰδού τί εἶναι ἐπανάσταση. Θά συμφωνήσετε πώς ἐδῶ δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς οὔτε τό «ναί» οὔτε τό «ὄχι»· θά συμφωνήσετε πώς ἐδῶ τό «ναί» καί τό «ὄχι» ἔχουν συμπλεχθεῖ σ’ ἕνα τερατῶδες σύνολο. Εἶναι, ἄραγε, ἁγνή αὐτή ἡ ἱεροδουλεία; Ὁλόκληρο τό σύμπαν δέν εἶχε ἐπ’ αὐτοῦ δύο ἀπαντήσεις· ὅμως, ὁ Ντοστογιέφσκι, στό «Ἔγκλημα καί τιμωρία», μᾶς ἔδειξε τήν Σόνια Μαρμελάντοβα καί μέ αὐτό τό χριστιανικό παράδειγμα διέλυσε τό «οὐ μοιχεύσεις» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης· «ἁγία πόρνη» ἔχει γίνει ἔκφραση χαρακτηριστική στήν γλῶσσα μας. Ὑπάρχει, ἄραγε, κάτι τό θετικό στό μεθύσι; Ὅμως, μέσα ἀπό τήν ἀφήγηση τοῦ Μαρμελάντωφ, ὁ Ντοστογιέφσκι ἀνάγκασε ὁλόκληρη τήν Ρωσσία, καί ὁλόκληρο τόν κόσμο, νά ἀκούσει τήν ἐξομολόγηση τοῦ μέθυσου, νά ἀκούσει, νά μήν μπορεῖ νά ἀναπνεύσει καί νά κλάψει μέ τήν ἐξομολόγηση αὐτή. Στούς «Δαιμονισμένους» καί σέ μερικές σελίδες τοῦ «Σπιτιοῦ τῶν πεθαμένων» μᾶς συμφιλιώνει καί μέ τούς δολοφόνους, τούς ὁποίους θά εἶχαν θανατώσει, ἐνῶ ἐμεῖς αὐτούς τούς ἰδεολογικά σοφούς μας ἄθελά μας τούς λυπούμαστε καί συζητοῦμε νοερά μαζί τους. Ὁ Ντοστογιέφσκι διεύρυνε τρομερά καί διευκρίνισε τρομερά τό Εὐαγγέλιο. Ἀπό παλαιά, τόν ἀποκαλοῦν «μεγάλο χριστιανό συγγραφέα» καί αὐτό ἔχει ἰδιαίτερο καί ὀξύ νόημα: εἶναι ὁ πρῶτος πού καλλιτεχνικά, μέσα ἀπό μορφές, μέσα ἀπό ζωγραφική, καί μέσα ἀπό τόσο ρεαλιστική ζωγραφική, μᾶς ἔδειξε τήν ἀτιμωρησία τοῦ ἐλαττώματος, τήν ἀθωότητα τοῦ ἐγκλήματος, ἔδειξε καί ἀπέδειξε τό εὐαγγελικό «ἄφες» … Ἐπειδή, ὅμως, εἶναι διαλεκτικός, δίπλα σ’ αὐτό τό «ἄφες τά πάντα», προκάλεσε, μέ εὐλύγιστη ζωγραφική, καί τέτοια ὀργή, τέτοιο θυμό σέ πολλούς ἀνθρώπους, πρᾶγμα πού, καί αὐτό, δέν εἶχε κατορθώσει κανείς: ἐντελῶς εὐαγγελικά, στήν κατακλεῖδα τοῦ «ἄφες» δεικνύει τό ἐπέκεινα τοῦ κόσμου φῶς, τό αἰώνιον, τό ἀνέσπερον, ὅπου καίγονται καί δέν θά καοῦν «οἱ μέθυσοι καί οἱ μοιχοί»…
Ἐάν διαβάσει κανείς Ντοστογιέφσκι, πιάνεται ἀπό τό κεφάλι του. «Τίποτε δέν βλέπω», «ἀπόλυτο σκότος», «δέν ξεχωρίζω τήν μέρα ἀπό τήν νύχτα». Ἕνα πρᾶγμα ἔκανε: τό «ὀρθό», τό θετικό ξύλο τοῦ δέντρου, πού βρισκόταν ἐγκάρσια στόν δικό μας, τόν ρωσσικό, ἀλλά καί στόν εὐρωπαϊκό δρόμο, ταρακούνησε τόσο πολύ, ὥστε οὐδέποτε πρόκειται νά ἐπανέλθει αὐτός στήν προτέρα ἤρεμη καί εὐτυχισμένη κατάσταση. Ἡ διάνοια τοῦ Ντοστογιέφσκι ἔβαλε τέλος στό εὐθύγραμμο τῆς σκέψης καί τῆς καρδιᾶς· κατά τρόπο ἀπίθανο ἐμβάθυνε ἀλλά καί κλόνισε τήν ρωσσική γνώση…

(Τό παρόν ἀπόσπασμα εἶχε δημοσιευθεῖ στό περιοδικό Εὐθύνη, τ. 440, 2008, σσ. 390-391)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου