Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015






Δημήτρης Μπαλτᾶς

Μητρ. Δημητρ. & Ἁλμυροῦ Ἰγνατίου, Πίσω ἀπό τά καθημερινά. Λόγια καρδιᾶς μέ ἀφορμή τήν ἐπικαιρότητα, Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2015, σελ.  331

Τό παρόν βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα εἶναι μία συλλογή ἄρθρων, διαρθρωμένων σέ ὀκτώ θεματικές ἑνότητες (α΄. «Στό ξεκίνημα» β΄. «Θεός ἀγάπης, Θεός ἐλπίδας» γ΄. «Ἀπό τόν Σταυρό στήν Ἀνάσταση» δ΄. «Τό μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας» ε΄. «Ἐκκλησία, ἡ μέλλουσα πόλις» στ΄. «Θρησκευτικός φανατισμός καί συμφιλίωση» ζ΄. «Δι’ εὐχῶν» καί η΄. «Σάν ὄνειρο»), τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημ. & Ἁλμυροῦ Ἰγνατίου, πού ἐξέδωσαν προσφάτως σέ μία φροντισμένη ἔκδοση οἱ «Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι».
Κατ’ ἀρχάς θά παρατηρήσω ὅτι ἡ παροῦσα ἔκδοση γεννήθηκε ἀπό τήν ἀνάγκη νά ἔρθει σέ ἐπαφή ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος μέ τήν ἐπικαιρότητα. Ὅμως τήν ἐπικαιρότητα ὄχι μόνον τῶν πιστῶν, ἀλλά καί τῶν θρησκευτικῶς ἀδιάφορων συγχρόνων ἀνθρώπων πού ἀναζητοῦν τήν ἀλήθεια ἤ τουλάχιστον τήν ἐλπίδα. Ὁ συγγραφέας τονίζει ἀκριβῶς ὅτι «σέ ἐποχές διάσπασης, ἀπομόνωσης, ἀδιαφορίας καί ἀπελπισίας, οἱ Ἐνορίες ἀποτελοῦν ὀάσεις ἀνθρωπιᾶς, κοινωνικῆς δράσης, ἐλπίδας καί νοηματοδότησης τῆς ζωῆς» (σ. 187).  Αὐτό διότι «ἡ ἐποχή μας ἔδειξε γιά μία ἀκόμη φορά ὁ κόσμος στηρίχτηκε σέ ἀξίες καί νοήματα πού δέν μπόρεσαν νά γεμίσουν τήν ψυχή του» (σ. 139).  Εἶναι τραγικό ὅτι αὐτές οἱ ἀξίες δέν συσχετίζονται οὔτε μέ τήν «ρεαλιστική ἐλπίδα ἀναγέννησης τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου» (σ. 55) τήν ὁποία προσφέρει ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου οὔτε μέ τήν ἐλπίδα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ (ἀναλυτικά στίς σσ. 92-93).
Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι (ἤ πρέπει νά εἶναι) λόγος ἀγάπης καί ἀνθρωπιᾶς. Αὐτό ἀκριβῶς ἐπισημαίνει ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος, προσθέτοντας ὅτι «ὁ λόγος τῆς ἀγάπης σήμερα εἶναι ἡ πράξη τῆς ἀγάπης» καί ἀποτιμώντας ὅτι  «ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν εὐθύνη τῆς ἀλήθειας» (σ. 150).  Κατά ταῦτα μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἰδιαιτέρως τήν Ἐκκλησία τῆς ἐποχῆς μας, ἡ ἀπολυτότητα καί ὁ ἀπομονωτισμός δέν ἔχουν νά προσφέρουν κάτι θετικό στόν ἄνθρωπο. Στό πλαίσιο αὐτό ἡ ἔμπρακτη ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης συνδέεται μέ τήν δυνατότητα «νά συνδιαλέγεται (ἐνν. ὁ ἑλληνισμός) μέ τό διαφορετικό» (σ. 273) καί νά ἀπομακρύνει «τόν φανατισμό» (σσ. 267-272), ὁ ὁποῖος «ἐλλείψει  οὐσιαστικῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων» (σ. 270) καλλιεργεῖται ἀκόμη καί στίς πολιτισμένες δυτικές κοινωνίες καί ὁ ὁποῖος «τρέφεται ἀπό ἀκραία αὐτοϋποτίμηση καί παραχώρηση θεμελιωδῶν δώρων τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ ἐλευθερία καί ἡ αὐτοσυνειδησία, στίς διαθέσεις σκοτεινῶν κύκλων ἒξουσίας καί χρήματος» (σ. 271). Ἀντιθέτως πρός αὐτήν τήν καλλιεργούμενη ὑπό διαφόρων ὁμάδων ἐχθρότητα γιά τόν ξένο καί τήν διαφορετικότητά του, ὁ συγγραφέας τονίζει ἐμφαντικά ὅτι «στόν τόπο μας ὁ ξένος, ἀκόμη καί στήν ἔσχατη ἐξαθλίωση, οὔτε ὡς ὑπάνθρωπος χαρακτηρίστηκε, οὔτε πογκρόμ καί ὀργανωμένα ἐγκλήματα συντελέστηκαν στό ὄνομα τῆς διατήρησης μιᾶς φαντασιακῆς καθαρότητας αἵματος ἤ πολιτισμοῦ» (σ. 274). Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος παρακολουθεῖ καί τήν «ἐξάπλωση τοῦ ἀκραίου ἰσλαμισμοῦ» (σ. 248), διευκρινίζοντας πάντως ὅτι «ἀδικεῖται τό Ἰσλάμ, ἄν ταυτιστεῖ στό σύνολό του μέ τόν φανατισμό καί τόν ἐξτρεμισμό. Δέν εἶναι λίγες οἱ ἰσλαμικές φωνές πού καταδικάζουν καί ἀντιμάχονται τήν κτηνωδία τῶν τζιχαντιστῶν» (σ. 249).
Στό πλαίσιο τῆς ἐπικαιρότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου δέν μπορεῖ νά μήν γίνει λόγος γιά τήν κρίση πού διέρχεται σήμερα ἡ Χώρα μας καί γιά τίς συνέπειές της. Γράφει λοιπόν ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος ὅτι «μία ἀπό τίς πιό ἐπώδυνες ἐπιπτώσεις τῆς περιβόητης κρίσης εἶναι ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας μας νά διαχειριστοῦμε τά δύσκολα. Τριάντα χρόνια ἐπίπλαστης εὐμάρειας στάθηκαν ἀρκετά γιά νά πιστέψουμε πώς κάθε ἐσωτερική ἐγρήγορση, κάθε ψυχική τροφοδοσία καί κάθε πνευματική ἐργασία ἦταν ἁπλῶς περιττές ἐνασχλήσεις» (σ. 117). Ἀλλά  τίς συνέπειες τῆς κρίσης καί κυρίως ὁρισμένες «ἄκρως ἐπώδυνες ψυχικές πιέσεις, ὅπως ἡ ἀνία τοῦ στείρου καταναλωτισμοῦ, ἡ ἀπαγοήτευση ἀπό τήν ἀναξιοκρατία καί ὁ θυμός ἀπό τήν ἀπαξίωση θεσμῶν καί ἀξιωμάτων» (σ. 198), βιώνουν ἰδιαιτέρως οἱ νέοι ἄνθρωποι.
Στό σημεῖο θά πρέπει νά προστεθεῖ ὅτι ὁ συγγραφέας, ἀναφερόμενος στίς εὐθύνες τοῦ πολιτικοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, τίς ὁποῖες ὅλοι σχεδόν στόν τόπο μας ὁμολογοῦν, διακρίνει σωστά ὅτι κανείς ἀπό τούς ὑπεύθυνους δέν προβαίνει σέ μία γόνιμη αὐτοκρτική: «Καί ὅταν ψελλίζουν αὐτήν τήν λέξη, ὁ κόσμος γίνεται ἀποδέκτης ὄχι τοῦ πνεύματος τῆς συντριβῆς ἑνός Τελώνη, ἀλλά τοῦ πνεύματος τῆς ἀλαζονείας ἑνός Φαρισαίου. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτό τό πνεῦμα πού εὐθύνεται γιά τήν πλήρη ἀπαξίωση τῆς κάθε εἴδους ἡγεσίας αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀλλά καί γιά τήν πλήρη ἄρνηση ὑποστήριξης τῶν ὅποιων μέτρων καί τῶν ὅποιων πρωτοβουλιῶν λαμβάνονται ἀπό ἐκείνην ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ» (σ. 86).
Μία παράμετρος πού δέν προβάλλεται ἰδιαίτερα στίς σημερινές συζητήσεις, εἶναι τό γεγονός ὅτι «ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἴσως ἀπό τούς λιγότερο αἰφνιδιασμένους χώρους ἀπό ὅσα τραγικά συμβαίνουν γύρω μας. Διότι, ἀπό τήν φύση της ἀλλά καί ἀπό τόν τρόπο λειτουργία της, εἶχε πάντα σαφῆ εἰκόνα τόσο τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν, ἡ ὁποία ἔκρυβε μία ἐπίπλαστη εὐμάρεια, ὅσο καί μιᾶς ἀπόλυτης πνευματικῆς φτώχειας, ἀντίστοιχης τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς» (σσ. 30-31). Σέ κάθε περίπτωση, μέσα σ’ αὐτήν τήν κρίση πού ἀσφαλῶς δέν εἶναι μόνον οἰκονομική, ἡ Ἐκκλησία θά ἀνταποκριθεῖ ἐμπράκτως, ὅπως παρατηρεῖ σέ πολλά σημεῖα ὁ Σεβ. Ἰγνάτιος, καί ὅπως εἶναι πασιφανές ὅτι συμβαίνει, ἀλλά «δέν εἶναι αὐτός ὁ σκοπός της. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιδιώκει νά ἐντάξει. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιδιώκει νά μεταμορφώσει. Περισσότερο ἀπό μισθούς καί συντάξεις, ἡ κοινωνία θά διψάει γιά ἀνθρώπους καί ποιοτικές ἀνθρώπινες σχέσεις. Αὐτήν τή δίψα ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νά προσλάβει καί νά διακονήσει» (σ. 174). Ἀποτιμᾶται σχετικῶς ὅτι «μία Ἐκκλησία πού ἀρκεῖται σέ ἀνώδυνες μεταφυσικές διακηρύξεις ἤ παρηγορητικές δράσεις κάλυψης κάποιων βιοποριστικῶν ἀναγκῶν τῶν ἀναξιοπαθούντων στερεῖ τόν κόσμο ἀπό ἐλπίδα καί ὁδηγεῖ σέ δρόμους ἐπανειλημμένα χρεωκοπημένους» (σ. 131).  
Ἐπιπλέον, καί ἐπειδή ἡ αὐτοκριτική δέν ἀφορᾶ μόνο τόν πολιτικό ἤ τόν πνευματικό κόσμο, ὅπως ἀναφέρθηκε, ὁ συγγραφέας προχωρεῖ καί στήν αὐτοκριτική ἐκ μέρους τῆς θεσμικῆς Ἐκκλησίας: «Ἐξανιστάμεθα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία περιθωριοποιεῖται. Ἐμπράκτως, ὅμως, εἶναι ἡ δική μας ἀσυνέπεια ἐκείνη πού ἄφησε τήν οἰκογένεια χωρίς πρότυπα, τή δημόσια ζωή χωρίς ἐντιμότητα, τήν πολιτική χωρίς ἀρχές, τήν Παιδεία χωρίς ὅραμα καί τήν πατρίδα μας ἕρμαιο στόν κυνισμό καί τήν ἀπληστία τῶν κέντρων τοῦ χρήματος» (σσ. 115-116). Μεταξύ τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν γίνεται ἰδιαίτερη ἀναφορά στό σημερινό σχολεῖο (σσ. 23-51). Εἶναι γνωστό ὅτι «ἡ ἑλληνική παιδεία δέν ὑπῆρξε ποτέ ἐργαλεῖο ἑνός οἰκονομικοῦ συστήματος, γι’ αὐτό καί κατάάφερε νά θεμελιώσει κοινωνίες πάνω σέ ἀξίες καί ὁράματα πού οὔτε κοστολογοῦνται οὔτε χρεοκοποῦν» (σ. 24). Ἐπιμένει δέ ὁ συγγραφέας σέ πολλά σημεῖα τοῦ βιβλίου του ὅτι τό σημερινό ἑλληνικό σχολεῖο χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἔλλειψη δημιουργικότητας ἀλλά καί ἀπό τήν χαρά τῆς δημιουργίας (σ. 39, σ. 43). Ἡ θλιβερή πραγματικότητα βεβαιώνει, καί ἐδῶ, τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Ἐκτός ἀπό τίς προσεγγίσεις σέ ζητήματα ἐπικαιρότητας ἤ ἀπό τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας μέσα τήν σύγχρονη κοινωνία, ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος ἀφιερώνει σαράντα περίπου σελίδες (σσ. 281-311) τοῦ βιβλίου του σέ ὁρισμένα πρόσωπα πού κατά τήν διάρκεια τῆς παλαιότερης καί τῆς σύγχρονης ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν πρότυπα ἀγώνα, ταπείνωσης καί ἁγιότητας. Ἔτσι κάνει μία ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν ἅγιο Παντελεήμονα, στόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, στόν Ἰωάννη Καποδίστρια, στόν ἅγιο Νεκτάριο, στόν ἀείμνηστο  καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Νίκο Νησιώτη καί στόν μακαρισμό Πατριάρχη ΚΠόλεως Δημήτριο.  
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου, ἡ ἀποφυγή τοῦ γνωστοῦ σέ ὅλους πομπώδους ὕφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν λόγων, ἡ ἐπικαιρότητα τῶν ζητημάτων καί τῶν νοημάτων καί κυρίως τό πλησίασμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου μέ τήν σκληρή πολλές φορές σημερινή πραγματικότητα εἶναι τά κυριώτερα χαρακτηριστικά τῆς γραφίδος τοῦ συγγραφέως. 

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου, στήν Ἀθήνα, στό ξενοδοχεῖο Caravel, στίς 15.11.2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου