Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς


L. Graham, J.-M. Kantor, Ὀνοματίζοντας τό ἄπειρο, μετ. Τ. Μιχαηλίδης, Ἐκδόσεις Ἀλεξάνδρεια, Ἀθήνα 2013, σελ. 231.

Ἕνα πολύ ἐνδιαφέρον βιβλίο, γραμμένο ἀπό δύο σημαντικούς Ἱστορικούς τῆς ἐπιστήμης, τόν  Loren Graham καί τόν Jean-Michel Kantor, μέ θεολογική ἀφετηρία, ἱστορικές ἀναφορές, μαθηματική θεωρία καί φιλοσοφικές προεκτάσεις, θά παρουσιάσω σήμερα.
Θά ξεκινήσω τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου «Ὀνοματίζοντας τό ἄπειρο» μέ δύο παρατηρήσεις. Πρῶτον, ὅτι πρίν ἀπό τήν δημοσίευση τοῦ συγκεκριμένου βιβλίου πού ἐκδόθηκε ἀπό τό Harvard University Press τό 2009, οἱ δύο συγγραφεῖς εἶχαν δημοσιεύσει δύο ἄρθρα γιά τήν θρησκεία καί τά μαθηματικά στήν Ρωσσία, τό 2005 καί τό 2007, τό ἕνα μέ τίτλο «Ρωσσικός θρησκευτικός μυστικισμός καί γαλλικός ὀρθολογισμός» καί τό ἄλλο μέ τίτλο «Θρησκευτική αἵρεση καί μαθηματική δημιουργικότητα στήν Ρωσσία». Ἡ δεύτερη παρατήρησή μου ἀφορᾶ τό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου γιά τό ὁποῖο σωστά, νομίζω, ἐπελέγη, τόσο στήν ἀγγλική ὅσο καί στήν ἑλληνική ἔκδοση, ὁ πίνακας τοῦ Ρώσσου ζωγράφου Μιχαήλ Νεστέροφ, μέ τίτλο Οἱ Φιλόσοφοι (1917) πού βρίσκεται στήν Πινακοθήκη Τετριάκωφ τῆς Μόσχας. Ὁ πίνακας ἀπεικονίζει τούς γνωστούς Ρώσσους διανοητές Παῦλο Φλωρένσκυ (φιλόσοφο, μαθηματικό καί θεολόγο) καί Σέργιο Μπουλγκάκωφ (καθηγητή τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας στήν Μόσχα καί ἀργότερα τῆς Ὀρθόδοξης Δογματικῆς στό Παρίσι). 
Τό βιβλίο μέ τίτλο «Ὀνοματίζοντας τό ἄπειρο» ἀρχίζει μέ τήν συναρπαστική ἀφήγηση τῶν γεγονότων πού συνέβησαν στήν Μονή Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους τό 1913, ὅταν στρατιῶτες τοῦ τσαρικοῦ στρατοῦ εἰσέβαλαν, κατόπιν προτροπῆς τῆς τότε ἡγεσίας τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας καί συνέλαβαν τούς μοναχούς πού ὑποστήριζαν «τήν λατρεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ» (σ. 19). Ἄν καί ἄλλοι  Ρῶσσοι μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους διέβλεπαν στήν διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν ὁρισμένη πανθεϊστική ἀντίληψη, στόν βαθμό πού ταυτίζεται ἡ θεία πραγματικότητα μέ τήν κτιστή πραγματικότητα (βλ. σχετικῶς Teresa Obolevitch, La philosophie religieuse russe, Cerf, Paris, 2014, σ. 216), εἶναι γεγονός ὅτι ἡ Ρωσσική Ἐκκλησία τηροῦσε μία στάση περιέργως ἀνεκτική ἀπέναντι στούς Ὀνοματολάτρες, χωρίς νά καταδικάζει εὐθέως  τήν διδασκαλία τους ὡς «αἱρετική» (σ. 26). Ἡ τελευταία παρατήρηση τῶν συγγραφέων εἶναι σωστή, διότι ἡ Ρωσσική Ἐκκλησία βαθμιαία ἄρχισε νά βλέπει μέ ἠπιότερη διάθεση τήν διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν (βλ. ἀναλυτικά Κωνσταντῖνος Παπουλίδης, Οἱ Ρῶσοι ὀνοματολάτρτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου, Θεσ/νίκη 1977, σ. 51, σσ. 58-59), λαμβάνοντας μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τό γεγονός ὅτι ὁρισμένοι ἐξ αὐτῶν ἐξέφραζαν προοδευτικές πολιτικές ἀπόψεις.
Ἡ σχετική διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν, ὅπως αὐτή διατυπώθηκε κατ’ ἀρχάς ἀπό τόν ἱερόμοναχο Ἱλαρίωνα καί ἀργότερα ἀπό τόν π. Ἀντώνιο Μπουλάτοβιτς, ἐρείδεται ἐπί τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἡ ὁποία κατ’ αὐτούς θεωρεῖται ὅτι «σώζει τόν ἄνθρωπο, καθ’ ὅσον ὁ Θεός ἐνυπάρχει στό ὄνομά Του» (Κ. Παπουλίδης, ὅπ.π., σ. 17). Ἐπί τοῦ προκειμένου θά θυμίσω τήν διευκρίνιση τοῦ Μητρ. Κάλλιστος Ware ὅτι «τό Ὄνομα εἶναι δύναμη, ἀλλά μία μηχανική ἐπανάληψη δέν πετυχαίνει τίποτα ἀπό μόνη της. Ἡ Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι ἕνα μαγικό φυλακτό. Ὅπως σέ ὅλες τίς μυστηριακές ἀκολουθίες, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά συνεργήσει μέ τόν Θεό διαμέσου τῆς ζωντανῆς του» (Ἡ δύναμη τοῦ ὀνόματος, ἐκδ. Πορφύρα, Ἀθήνα 2015, σ. 39).
Ἡ διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν βρῆκε ὑπεραπιστές τούς σημαίνοντες Ρώσσους θρησκευτικούς φιλοσόφους τοῦ 20οῦ αἰ., κυρίως τόν Μιχαήλ Νοβοσέλοφ 1864-1938), τόν Π. Φλωρένσκυ (1882-1938), τόν Νικόλαο Μπερντιάγιεφ (1874-1948) καί τόν Σέργιο Μπουλγκάκωφ (1871-1943). 
Σύμφωνα μέ τόν Σέργιο Μπουλγκάκωφ, ἡ γλῶσσα δέν εἶναι κάτι τό συμβατικό, ἀλλά τό πραγματικό. Τό ὄνομα ἐκφράζει τό ὑποκείμενο ὡς λεκτική εἰκόνα μιᾶς συγκεκριμένης ὑποστάσεως. Ἐάν ἡ ἀναφορά ἑστιασθεῖ στά ὀνόματα πού ἀναφέρονται  στόν Θεό, αὐτά, κατά τόν Μπουλγκάκωφ, εἶναι «λεκτικές εἰκόνες τῆς θεότητας, ἐνσαρκώσεις τῶν θείων ἐνεργειῶν» (Ἡ φιλοσοφία τοῦ ὀνόματος, σ. 178). Καί, πάντοτε κατά τόν Μπουλγκάκωφ, στήν διατύπωση «τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεός» τό ‘’εἶναι’’ δέν σημαίνει μία ταύτιση τοῦ ὀνόματος καί τοῦ Θεοῦ ἀλλά τήν πραγματική παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ὀνόματί Του (Ἡ φιλοσοφία τοῦ ὀνόματος, σ. 205).
Παρά τήν ἐνδιαφέρουσα ἀνάλυση τοῦ Μπουλγκάκωφ, θά πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι τό ὄνομα δέν ἔχει σχέση «κατ’ οὐσίαν» μέ τό ὑποκείμενο πού τό φέρει, ἀλλά ἔχει δοθεῖ «συμβατικά». Γιά παράδειγμα, τό ὄνομα «Φώτιος» δέν φανερώνει κάποιον πού ἐκπέμπει φῶς, τό ὄνομα «Γεώργιος» δέν φανερώνει κάποιον πού εἶναι γεωργός κ.ἄ.
Αὐτός πού κυρίως ὑποστήριξε τήν διδασκαλία τῶν Ὀνοματολατρῶν εἶναι ὁ σπουδαῖος Ρῶσσος φιλόσοφος καί μαθηματικός Παῦλος Φλωρένσκυ στήν περίφημη διατριβή του Στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας (1912), βασιζόμενος στήν ἑρμηνεία τοῦ γνωστοῦ εὐαγγελικοῦ χωρίου Οὗ γάρ εἰσιν δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μἐσῳ αὐτῶν (Ματθ. 18, 19-20). Βεβαίως τό χωρίο ἔχει κατ’ ἀρχάς συμβολικό περιεχόμενο. Μάλιστα ἄς ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι γιά τόν Φλωρένσκυ τό σύμβολο «εἶναι τό μόνο μέσο θρησκευτικῆς γνώσεως» (βλ. προσφάτως Teresa Obolevitch, La philosophie religieuse russe, Cerf, Paris, 2014, σ. 164). Ἀλλά στό ἀναφερθέν χωρίο τό ‘’ὄνομα’’ δέν εἶναι ἁπλῶς μία ὁποιαδήποτε λέξη, ἀντιστοιχεῖ στήν πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ. Μέ τούς λόγους τοῦ Κάλλιστου Ware, «τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι nymen praesens, ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν, Ἐμμανουήλ (Ἡ δύναμη τοῦ ὀνόματος, ὅπ.π., σ. 36). Ἔτσι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος «ἔχει μυστηριακό χαρακτήρα λειτουργώντας σαν ἕνα σημεῖο τῆς ἀθέατης παρουσίας Του» (Ἡ δύναμη τοῦ ὀνόματος, ὅπ.π., σ. 38).
Ἐπιπλέον, ἡ θεώρηση κατά τήν ὁποία οἱ Ρῶσσοι Ὀνοματολάτρες ταύτιζαν τόν Θεό ἤ τόν Ἰησοῦ μέ τά ὀνόματά τους, ὑπῆρξε ἡ ἀφετηρία γιά τόν Φλωρέσνκυ ὥστε νά συνδέσει γενικότερα τήν λατρεία τοῦ ὀνόματος καί τά μαθηματικά, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος «ἔβλεπε μιά σχέση ἀνάμεσα στήν ὀνομασία τοῦ Θεοῦ καί τήν ὀνομασία τῶν συνόλων στήν συνολοθεωρία: τόσο ὁ Θεός, ὅσο καί τά σύνολα ἀποκτοῦν ὑπόσταση μέσῳ τῆς ὀνομασίας τους» (σ. 26).
Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφέρον σημεῖο τῆς διατριβῆς τοῦ Φλωρένσκυ εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας της «ἐπαινοῦσε τήν μαθηματική ἀσυνέχεια ὡς μία μέθοδο διαφυγῆς ἀπό τόν ντετερμινισμό» (σ. 83), γεγονός πού προκάλεσε ἰδιαίτερη ἐντύπωση στόν μεγάλο Ρῶσσο μαθηματικό Ντμίτρι Ἐγκόροφ (1869-1931). Παράλληλα ὁ Φλωρένσκυ ἄσκησε ἐπιρροή καί σ’ ἕνα ἄλλο Ρῶσσο σπουδαῖο μαθηματικό, τόν Νικολάι Λούζιν (1883-1950).
Σύμφωνα μέ τούς συγγραφεῖς, τό βιβλίο τῶν ὁποίων παρουσιάζεται σήμερα, ἡ κοινή προσέγγιση τῶν τριῶν μαθηματικῶν ἐντοπίζεται στό ὅτι ὅπως «οἱ ὀνοματολάτρες ἔδωσαν ὑπόσταση στόν Θεό λατρεύοντας τό ὄνομά του, οἱ μαθηματικοί ἔδωσαν ὑπόσταση στά σύνολα ὀνοματίζοντά τα» (σσ. 105-106).
Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ παραπάνω συσχετισμοί τοῦ Φλωρένσκυ παρουσιάζουν μία ὁρισμένη πρωτοτυπία. Οἱ δύο συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου συμπεραίνουν, πάντως, ὅτι ἐνῶ ἡ σύνδεση τῶν μαθηματικῶν καί τῆς μεταφυσικῆς ἔγινε εὐμενῶς δεκτή στούς Ρώσσους, οἱ Γάλλοι μαθηματικοί (βλ. κεφ. 3) «προσπαθοῦσαν νά τήν ἀποφύγουν» (σ. 72). 
Ἀλλά τό γεγονός ὅτι ὁ Ἐγκόροφ καί ὁ Λούζιν «ἦταν βαθιά θρησκευόμενοι» (σ. 117) ἀποτελοῦσε γιά τίς σοβιετικές ἀρχές πρόβλημα πιό σημαντικό ἀπό τήν ἐνασχόλησή τους μέ τά ἀνώτερα μαθηματικά. Ἔτσι στήν δεκαετία τοῦ ‘20 καί τοῦ ’30 κατέστη ἀδύνατο γιά τούς δύο μαθηματικούς νά ὑποστηρίζουν δημοσίως ὅτι «ἡ θρησκεία καί τά μαθηματικά ἦταν ἄρρηκτα συνδεδεμένα» (σ. 120). Παρά ταῦτα, ὁ Ἐγκόροφ διατήρησε τήν «θρησκευτική του πίστη» (σ. 141), ἀκόμα κι ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό Πανεπιστήμιο καί ἐξορίστηκε στό  Καζάν.
Ἀπό τούς Ρώσσους διανοητές πού ἀνέφερα, ὁ Π. Φλωρένσκυ συνελήφθη, ὑπεβλήθη σέ βασανιστήρια, ἐξορίστηκε στά νησιά Σολοφκί καί τελικά ἐκτελέστηκε, κατά πᾶσα πιθανότητα τό 1938 (σ. 150). Ἀλλά παραμένει ζητούμενο μέχρι σήμερα, γιά τούς συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου, γιά ποιό λόγο δέν συνελήφθη ὁ Ν. Λούζιν καί δέν τοῦ ὑπεβλήθη κάποια ποινή (σ. 148, σσ. 162-164). Μάλιστα ὀ Λούζιν συνέχισε νά πηγαίνει στήν Ἐκκλησία μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του.  
Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι οἱ συγγραφεῖς αὐτῆς τῆς μελέτης ἀσχολοῦνται μέ ἕνα ζήτημα πού ἔχει καί θρησκευτικό περιεχόμενο, ἔστω κι ἄν ἀμφότεροι δηλώνουν «μή θρησκευτικῶν πεποιθήσεων» (σ. 193). Πάντως οἱ ἴδιοι θεωροῦν ὅτι «ἡ θρησκευτική πίστη εἶναι σέ θέση, σέ μερικές περιπτώσεις τουλάχιστον, νά ἐνισχύσει τήν ἐπιστημονική δημιουργικότητα» (σ. 199. Πβ. σ. 202).  
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, θά σημειώσω ὅτι πρόκειται γιά μία σημαντική ἔκδοση πού ἀπευθύνεται σέ ἕνα εὐρύτατο κοινό, μέ ἐνδιαφέροντα ἱστορικά, μαθηματικά καί θεολογικά. Τό βιβλίο εἶναι γραμμένο μέ ἕναν τρόπο συναρπαστικό καί ἀκριβῆ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου