Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ἡ δῆθεν κουλτούρα τῆς ἀντίστασης

Ἐξ ἀρχῆς θέλω νά δείξω τήν θέση μου: τό ἀντιστασιακό πνεῦμα, πού χαρακτήρισε τόν ἑλληνισμό ἐπί αῖῶνες, ἔχει ἐξελιχθεῖ κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες σέ μία καρικατούρα «ἀντίστασης». Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἀντίσταση στήν Χώρα μας ἀπό ἀξιακό γεγονός ἐκφυλίστηκε σ’ ἕναν κουραστικό ἀρνητισμό καί σέ μία ἀναποτελεσματική διαμαρτυρία. Ἀναλυτικότερα καί μέ παραδείγματα.  
Ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης ἔχει ἁπλωθεῖ σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς καθημερινότητας τῶν Ἑλλήνων, ἀπό τό σπίτι καί τό σχολεῖο μέχρι τήν ἐργασία καί τίς περισσότερες ἐκφράσεις τοῦ συλλογικοῦ βίου. Τό παιδί «ἀντιστέκεται» στό πατερναλιστικό ἐκπαιδευτικό σύστημα, τό ὁποῖο συνήθως ἀγνοεῖ παντελῶς, ὁ φοιτητής «ἀντιστέκεται» στό πανεπιστημιακό κατεστημένο, τό ὁποῖο τόν ἐκμεταλλεύεται ἐν ἀγνοίᾳ του, ὁ ἐργαζόμενος «ἀντιστέκεται» στόν ἐργοδότη του «ὁ ὁποῖος τοῦ πίνει τό αἷμα» (ναί, ἀλλά χωρίς τήν παρουσία τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα ὁ ἴδιος ὁ ἐξεγειρόμενος δέν θά εἶχε ἐργασία),  διάφορες «Κινήσεις Πολιτῶν ἀντιστέκονται» στίς πρόσφατες ἐπενδύσεις γιά τήν ἐγκατάσταση ἀνεμογεννητριῶν στήν Κρήτη, «δημοτικά συμβούλια «ἀντιστέκονται» ἐπιλεκτικῶς σέ συγκεκριμένα συμφέροντα, ἀλλά βεβαίως ὄχι σέ ὅλα. Ἀκόμη καί ἐκπρόσωποι τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου «ἀντιστέκονται», ἄλλοι ἐκτοξεύοντας βέλη κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ ρόλου του καί ἄλλοι ἀναμειγνυόμενοι σέ συμβαίνοντα σέ ἄλλες ἐνορίες, μητροπόλεις κ.ἄ.  Ἐπλήθυναν δέ τά τελευταῖα χρόνια στήν χώρα μας καί «Κινήσεις Πολιτῶν» καί «Ἐπιτροπές» οἱ ὁποῖες δείχνουν δυναμικά τό «ἀντιστασιακό τους πνεῦμα» ἐναντίον τοῦ συγχρόνου φασισμοῦ καί τοῦ καπιταλισμοῦ. Ἐδῶ θά μποροῦσε νά διερωτηθεῖ κανείς πῶς εἶναι δυνατόν στήν χώρα πού ἄλλοτε πολέμησε τόν φασισμό νά ὑπάρχουν τόσο πολλοί φασίστες, ἐναντίον τῶν ὁποίων εἶναι ἐπιβεβλημένο νά διοργανώνονται ἐκδηλώσεις, πορεῖες κ.ἄ. Μάλιστα θά ἦταν χρήσιμο νά γνωρίσει ἐπιτέλους καί ὁ ἁπλός πολίτης τίς πηγές χρηματοδοτήσεως αὐτῶν τῶν «Κινήσεων».
Ἡ σημερινή ἀναφορά διαθέτει καί ἕνα ἄλλο πρόσφατο παράδειγμα: στό περίφημο «δημοψήφισμα» τοῦ 2015 καταγράφηκε ἕνα μεγάλο ποσοστό «ἀντιστασιακῶν» συμπατριωτῶν μας, ἄν καί παραμένει ἀδιευκρίνιστο σέ τί ὁ καθένας ἀτομικά ἔκανε τήν ἀντίστασή του (στό κράτος, στήν Εὐρώπη, στό εὐρώ, στόν καπιταλισμό;). Ἐάν γινόταν μία σχετική κοινωνιολογική μελέτη τῶν ψηφισάντων, θά διεπίστωνε κανείς ὅτι «ἀντιστέκονταν» σέ κάτι (;) οἱ πάντες, «ἀριστεροί» καί «δεξιοί», «συντηρητικοί» καί «προοδευτικοί», «παλαιοημερολογίτες» καί «νεοημερολογίτες» κ.ἄ.
Δέν μπορεῖ νά μήν γίνει ἀναφορά καί στήν μουσική ἐπένδυση πού συνοδεύει τίς ἐπιμέρους ἐκφράσεις τοῦ ἀντιστασιακοῦ πνεύματος. Κατά κανόνα, σέ σχετικές ἐκδηλώσεις ἀκούγονται σχεδόν ἀποκλειστικῶς τραγούδια τοῦ Θεοδωράκη καί τοῦ Σαββόπουλου, ἐνίοτε δέ καί ἐλασσόνων συνθετῶν μας. Σπανίως ἐπιλέγονται σχετικά ἄσματα ἐκ τῆς Ἑσπερίας. Προτιμᾶται δέ καί ἡ αἰσθητική ἔκφραση νέων «ἀντιστασιακῶν» καλλιτεχνῶν, πού χρησιμοποιοῦν τήν ἀφίσα, τό γκράφιτι κ.ἄ. 
Ἔχει ἐνδιαφέρον νά δοθεῖ ἁδρομερῶς καί μία εἰκόνα τῆς ταξικῆς ἀφετηρίας τῶν ἀναφερθέντων ἀλλά καί ἄλλων «ἀντιστασιακῶν», πολλοί ἐκ τῶν ὁποίων ἔχουν ἀστική ἤ μεγαλοαστική  καταγωγή, ἄλλοτε εἶναι συνδικαλιστές πού οὐδέποτε ἔχουν ἐργαστεῖ σέ κάποια θέση ἐργασίας καί ἄλλοτε, κατά ἕνα περίεργο τρόπο, ἔχουν καταφέρει νά ζοῦν καπιταλιστικά καί παραλλήλως νά μιλοῦν περί τῆς Ἀριστερᾶς καί τῆς προσφορᾶς της στόν τόπο μας. Στό σημεῖο αὐτό ἔρχεται στό νοῦ μου ἡ διατύπωση τοῦ μεγάλου Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ὁ ὁποῖος στό Ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέα ἔγραφε: «Οἱ γαιοκτήμονές μας πουλοῦσαν τούς δουλοπαροίκους τους καί πήγαιναν στό Παρίσι γιά νά ἐκδώσουν σοσιαλιστικές ἐφημερίδες» (μετ. Μ. Ζωγράφου, Ἐκδόσεις Δαρεμᾶ, Ἀθῆναι, ἄ.ἔ., σ. 242).
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης, μέ τήν ὁποία διαποτίστηκαν γενιές καί γενιές τῆς Μεταπολίτευσης εἶναι μία καρικατούρα τοῦ ἀντιστασιακοῦ πνεύματος. Ἡ κουλτούρα αὐτή ἐξυπηρέτησε, καί δυστυχῶς ἀκόμη ἐξυπηρετεῖ, ἕνα πνεῦμα ξένο πρός τήν ἴδια τήν ἀντίσταση καί τίς δημιουργικές δυνάμεις πού τήν χαρακτηρίζουν. Διότι, ἐνῶ ἡ ἀντίσταση μπορεῖ νά ὁδηγήσει γενικά σέ κάτι νέο, δημιουργικό καί ἐλπιδοφόρο, ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης δέν ὁδήγησε παρά σέ μία μόνιμη παρακμή τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, μία ὄψη τῆς ὁποίας εἶναι καί ἡ λεγόμενη σημερινή «οἰκονομική κρίση». Σέ τελική ἀνάλυση, ἡ κουλτούρα τῆς ἀντίστασης προσέφερε ἕναν ἀρνητισμό γιά τόν ἀρνητισμό, ἕναν μηδενισμό γιά τόν μηδενισμό, μία κουλτούρα γιά τήν ὑποκουλτούρα καί ἐν τέλει τήν παρακμή. Καί ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων ἡ ἐποχή μας, ἐποχή καί τῆς κουλτούρας τῆς ἀντίστασης, μπορεῖ νά προσλάβει τόν χαρακτηρισμό «θλιβερή καί δίχως συνείδηση ἐποχή», ἔκφραση πού εἶχε χρησιμοποιήσει γιά τήν ἐποχή του ὁ Μ. Μπακούνιν στό περίφημο ἄρθρο του «Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία» (μετ. Ν. Κούρκουλος, Ἐλεύθερος Τύπος, Ἀθήνα 1987, σ. 17).






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου