Σάββατο, 2 Μαΐου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Φιόντορ Σαλιάπιν, Ἡ μάσκα καί ἡ ψυχή, μετ. Ἑλ. Κατσιώλη, Ἐκδόσεις Λέμβος, Ἀθήνα 2014, σελ. 493

Τήν αὐτοβιογραφία τοῦ σημαίνοντος Ρώσσου τραγουδιστῆ τῆς ὄπερας Φιόντορ Σαλιάπιν (1873-1938) παρουσιάζω σήμερα. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τό βιβλίο δέν περιέχει μόνον ὄψεις τῆς προσωπικῆς καί τῆς καλλιτεχνικῆς πορείας τοῦ Ρώσσου καλλιτέχνη στήν Ρωσσία καί στήν Εὐρώπη, ἀλλά καί γενικότερες προσεγγίσεις τῆς ἀξίας τῆς θεατρικῆς τέχνης, ὅπως καί κριτική τῆς πολιτικῆς μετάβασης ἀπό τόν τσαρισμό στόν μπολσεβικισμό. 
Ἀφιερώνει ἀρκετές σελίδες ὁ Σαλιάπιν γιά νά σκιαγραφήσει τά χαρακτηριστικά τῆς ρωσσικῆς ψυχῆς, τήν «μελαγχολία» (σ. 32), τήν «ἀνυπομονησία, τόν φθόνο, τήν κακία, τήν σκληρότητα» (σ. 38), ἀλλά καί τήν «τρυφερότητα καί συμπόνια», τήν «ρωσική ἰδιοφυία» (σ. 39). Τονίζει δέ ὅτι «σέ τίποτε, οὔτε στό καλό, οὔτε στό κακό, δέν ἔχει μέτρο ὁ Ρῶσος» (σ. 38).
Ἕνα ζήτημα πού θίγει ἐξαρχῆς καί μέχρι τό τέλος (βλ. σσ. 463-466) τοῦ βιβλίου του ὁ Σαλιάπιν εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς θρησκευτικότητάς του. Ὅμως, αὐτή ἡ θρησκευτικότητα εἶναι παροῦσα καί ἰδιαίτερη: «Προσωπικά, παρ’ ὅλο πού δέν εἶμαι θρησκευόμενος, ὅπως συνηθίζεται νά τό ἀντιλαμβάνεται κανείς, φθάνοντας στήν ἐκκλησία καί ἔχοντας ἀκούσει τό ‘’Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν’’, αἰσθάνομαι ἐξυψωμένος» (σ. 57). Εἶναι δέ γνωστό ὅτι κατά τά τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του στό Παρίσι ὁ Σαλιάπιν εἶχε πνευματικό τόν π. Γεώργιο Σπάσκι (1877-1934).
Σταθμοί στήν ζωή τοῦ Σαλιάπιν ὑπῆρξαν, κατά τήν ὁμολογία τοῦ ἰδίου, οἱ συναντήσεις του μέ σπουδαίους Ρώσσους τῆς ἐποχῆς του, μέ τόν Ρίμσκι-Κόρσακοφ (σ. 90), τόν Σεργκέϊ Ραχμάνινοφ (σ. 223), τόν Λ. Τολστόϊ (σσ. 225-227), καί τόν Μαξίμ Γκόρκι (σ. 267, καί passim).  Ἐκφράζει πάντως τήν πικρία του πού δέν πρόλαβε νά γνωρίσει τόν περίφημο Μουσόργκσκι (σ. 240).  
Μεταξύ τῶν ἐνδιαφερόντων θεμάτων τοῦ βιβλίου ὁ ἀναγνώστης θα διακρίνει τήν σχέση τῆς ζωῆς μέ τήν τέχνη. Γράφει ὁ Σαλιάπιν ὅτι «στήν ζωή ὅπως καί στήν τέχνη, ἡ δημιουργική φαντασία καί ἡ καλλιτεχνική θέληση πᾶνε μαζί» (σ. 46). Παράλληλα, ὅμως, τονίζει ὅτι «ἡ ἐλευθερία στήν τέχνη, όπως καί στήν ζωή, εἶναι καλή, μόνο τότε, ὅταν εἶναι προστατευμένη καί καθορισμένη ἀπό ἐσωτερική πειθαρχία» (σ. 175).
Ὅσον ἀφορᾶ τήν σχέση του μέ τήν πολιτική ζωή, ὁ Σαλιάπιν διέκρινε σαφῶς ὁ τήν ἄδικη πολιτική συμπεριφορά τοῦ τσαρικοῦ καθεστῶτος, ὅπως διέκρινε καί τήν «ἐπιδίωξη γιά μία πραγματική ἀνασυγκρότηση τῆς ζωῆς μέ περισσότερη δικαιοσύνη» τοῦ Λένιν (σ. 407).   Αναγνωρίζει ὅμως ὁ Ρῶσσος καλλιτέχνης: «Ἄν ἕνα πολιτικό σύστημα καταστέλλει τήν ἐλευθερία μου, μοῦ ἐπιβάλλει διά τῆς βίας εἴδωλα τά ὁποῖα εἶμαι ὑποχρεωμένος νά προσκυνήσω, τότε σ’ αὐτό σύστημα ἀντιτίθεμαι, ὄχι γιατί ὀνομάζονται μπολσεβίκοι ἤ κάτι ἄλλο, ἀλλά γιατί εἶναι ἐνάντια στήν ψυχή μου» (σ. 259). Γι’ αὐτό καί πρός τό τέλος τοῦ βιβλίου του ὁ Σαλιάπιν διακηρύσσει: «Ἐγώ, λόγῳ τοῦ ἀτίθασου χαρακτήρα μου, ἀγαπῶ πολύ τήν ἐλευθερία καί δέν ἀντέχω ὁποιεσδήποτε ἐντολές, οὔτε τίς τσαρικές οὔτε τῶν κομισαρίων» (σ. 475).
Ὁπωσδήποτε τό βιβλίο τοῦ Σαλιάπιν μπορεῖ νά ἀναγνωσθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους τοῦ θεάτρου, τούς ἠθοποιούς καί τούς τραγουδιστές. Σέ πολλά σημεῖα ἀσκεῖ κριτική στήν ἀντίληψη ἐκ μέρους τῆς τσαρικῆς καί τῆς μπολσεβικικῆς ἐξουσίας περί τῶν θεατρικῶν πραγμάτων. Ἀναγνωρίζει τήν μεγάλη κληρονομιά τοῦ εὐρωπαϊκοῦ θεάτρου (σ. 485), ἀλλά καί τήν ἀξία τῆς ρωσσικῆς μουσικῆς παράδοσης (σ. 481). Παραδέχεται, ὡστόσο, ὅτι «οἱ σημερινοί καλλιτέχνες τῆς ὄπερας πού ἔχω δεῖ στό ἐξωτερικό  εἶναι τόσο λίγοι, ὅσο καί στήν Ρωσσία. Ὑπάρχουν καλοί ἀκόμα καί θαυμάσιοι τραγουδιστές, ἀλλά καλλιτέχνες τῆς φωνῆς, ὀπερατικοί καλλιτέχνες μέ τήν πλήρη ἔννοια τῆς λέξης, δέν ὑπάρχουν» (σ. 488).
Αὐτά καί ἄλλα ἐνδιαφέροντα πράγματα περί θεάτρου, ρωσσικῆς ζωῆς, ἱστορίας καί πολιτικῆς, θά ἀναγνώσει κανείς στό ἔργο τοῦ Φιόντορ Σαλιάπιν. Πρόκειται γιά ἕνα βιβλίο γραμμένο ἀπό ἕναν καλλιτέχνη τῆς φωνῆς πού ἀποδεικνύεται συνάμα καί καλλιτέχνης τοῦ λόγου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου