Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς

Jean-Pierre Milovanoff, Terreur grande, Grasset, Paris 2013, σελ. 139

            Τό βιβλίο τοῦ γνωστοῦ στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό Jean-Pierre Milovanoff [Ἄγρια προσφορά (2000), λάμψη τῆς Ἀντωνίας (2000), Ὠρελίν (2002) καί μελαγχολία τῶν ἀθώων (2003)] ἀποτελεῖ μία συνάντηση τῆς λογοτεχνίας μέ τήν ἱστορία.
      Τό ἱστορικό πλαίσιο τοῦ ἀφηγήματος εἶναι ἡ ζοφερή ρωσσική πολιτική πραγματικότητα τῶν ἐτῶν 1936-1939 (σ. 18). Ζοφερή, διότι οἱ τότε κατέχοντες τήν ἐξουσία προέβαιναν σέ ἐκτελέσεις ὄχι μόνον μελῶν τοῦ κυρίαρχου κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς σοβιετικῆς Ρωσσίας (σ. 25), ὅπως πολλές φορές ὁμολογεῖται καί στήν χώρα μας, ἀλλά συνολικά αὐτῶν πού χαρακτηρίζονταν ὡς «ἐχθροί τοῦ σοβιετικοῦ λαοῦ» (σ. 50, σ. 65, σ. 92), ἤ ὡς «ἐχθροί τῆς σοβιετικῆς ἠθικῆς» (σ. 79). Ὑπῆρχαν μαζικές περιπτώσεις  συλλήψεων καί μάλιστα «γυναικῶν κάθε ἡλικίας … νέων πτυχιούχων, ἀρρώστων, συζύγων, ἡλικιωμένων» (σ. 26), οἱ ὁποῖοι ἀρχικά κατηγοροῦνταν λ.χ. γιά κατασκοπεία (σ. 28). Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενες πρός αὐτούς ποινές διακρίνονταν σέ δύο κατηγορίες, στήν πρώτη κατηγορία ἡ κατάληξη ἦταν ἡ ἐκτέλεση, ἐνῶ στήν δεύτερη ἡ ‘’ἀποστολή’’ στήν Σιβηρία (σ. 37). Μέ εἰρωνεία ἀλλά καί ρεαλισμό διαπιστώνει ἕνας ἀπό τούς ἥρωες τοῦ ἀφηγήματος: «Δέκα χρόνια στήν Σιβηρία ὑπό αὐστηρό καθεστώς. Μεῖον ἑξήντα βαθμοί κελσίου στόν χειμῶνα. Ἐάν ἐπιβιώσεις, θά εἶσαι ἄλλος ἄνθρωπος» (σ. 60). Ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι «ὁ φυλακισμένος δέν θά ξανάβρισκε ποτέ τήν ἐλευθερία του» (σ. 70). Ἐπιπροσθέτως καταγράφονται καί οἱ συνηθισμένες, ἀκόμα καί ἀμέσως μετά τήν Ἐπανάσταση,  περιπτώσεις ἐξαφανίσεις ἁπλῶν ἀνθρώπων κάθε ἡλικίας (σ. 70), οἱ ὁποῖοι ἐν συνεχείᾳ ἐκτελοῦνταν (σ. 31), προφανῶς χωρίς δίκη.
            Ἡ ὅλη αὐτή πραγματικότητα δέν ἦταν μέρος «μιᾶς θεατρικῆς παράστασης ἀλλά τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς» (σ. 39) στήν σοβιετική Ρωσσία τῆς δεκαετίας τοῦ ’30. Προφανῶς σέ μία τέτοια ἀτμόσφαιρα εἶχαν χαθεῖ «οἱ συζητήσεις, οἱ τρόποι, τό γοῦστο … ἡ ὀμορφιά» (σ. 40), παρά τήν «ἀνώτερη ὀργανωτικότητα» (σ. 57). Στό ἴδιο πλαίσιο προστίθεται ὅτι «τό κόμμα τῶν ἐργατῶν προσδιόριζε τό καλό καί τό κακό, τό σωστό καί τό λάθος, τό ἀληθινό καί τό φανταστικό» (σ. 118). Ὅμως, σ’ αὐτήν τήν ὕπουλη ἀτμόσφαιρα ἐπιλέγει ἄλλος ἥρωας τοῦ ἀφηγήματος τήν σιωπή: «Ἡ Ἐπανάσταση σοῦ ἔδωσε τά πάντα, ἐσύ τῆς δίνεις τά πάντα, ἀλλά ὅταν μιλᾶμε ἐλεύθερα, παραμένεις σιωπηλός» (σ. 120). Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ σιωπή σέ συνθῆκες καταπιεστικές ἦταν προτιμητέα, ἐάν μάλιστα ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καί ἡ παραμικρή ἔκφραση δυσφορίας (λ.χ. σ. 30) ἐπέσυρε κατηγορίες καί ἐνδεχομένως ἐκτέλεση ἤ ἐξορία.
            Τό ἀφήγημα τοῦ Milovanoff πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι μία ἀπεικόνιση τῆς ζωῆς στήν σοβιετική Ρωσσία τῆς δεκαετίας τοῦ ’30. Ἐλάχιστοι τότε, καί κατά κανόνα οἱ εὑρισκόμενοι σέ ἀνώτερες κυβερνητικές θέσεις, οἱ ὑμνητές τοῦ καθεστῶτος καί οἱ καταδότες, γλίτωναν τίς διώξεις, τήν ἐξορία καί τήν ἐκτέλεση.
Ἡ εἰρωνεία καί ὁ ρεαλισμός τῆς γραφῆς τοῦ συγγραφέως θυμίζει τά κείμενα τῶν Ρώσσων λογοτεχνῶν τοῦ 20οῦ αἰ., ἀπό τόν Πιλνιάκ μέχρι τόν Ἀξιόνωφ.  Παρά τήν μικρή του ἔκταση, τό βιβλίο τοῦ Milovanoff εἶναι σπουδαῖο.
           
           


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου