Τρίτη, 21 Απριλίου 2015




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Πιότρ Ἀλεξέγιεβιτς Κροπότκιν, Ἡ Μεγάλη Γαλλική Ἐπανάσταση, 1789-1793, μετ. Γ. Καστανάρας, Ἐκδόσεις Κουκκίδα, Ἀθήνα 2015, σελ. 687

 Ἕνα μνημειῶδες ἔργο τοῦ γνωστοῦ Ρώσσου ἐπαναστάτη Πιότρ Κροπότκιν (1842-1921) εἶδε τό φῶς τῆς δημοσιότητας σέ μία καλαίσθητη ἔκδοση πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες. Πρόκειται γιά τήν ἱστορία τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, τῆς «Μεγάλης Ἐπανάστασης», ὅπως τήν χαρακτηρίζει ὁ ἴδιος.
Τό ἔργο ἀνήκει ἴσως στά λιγότερο γνωστά στό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό, περισσότερο γνωστό πάντως ἀπό τίς γεωμορφολογικές μελέτες τοῦ συγγραφέως (Résumé dorographie de la Sibérie, 1867) καί τήν ἱστορία τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας του (Russian Literature, McClure, Phillips & Co, New York, MCMV [1905]).
Ἡ «Εἰσαγωγή» πού προηγεῖται τοῦ ἔργου, εἶναι τοῦ G. Woodcock καί εἶναι ἀρκετά κατατοπιστική τόσο γιά τον εἰδικό ὅσο καί γιά τόν μή εἰδικό ἀναγνώστη. Ἐπισημαίνει ὁ Woodcock ὅτι ὁ Κροπότκιν «ἔγραψε ἀπολύτως συνειδητά γιά τόν ἁπλό ἀναγνώστη, ἐπιδιώκοντας νά ἀγγίξει τόν ἐργάτη ἀλλά καί νά πείσει τόν διανοούμενο δίνοντας ἰδιαίτερη σημασία στή διαύγεια τῆς παρουσίασης» (σ. 24). Τονίζεται δέ στήν «Εἰσαγωγή» ὅτι «ἡ Μεγάλη Ἐπανάσταση δέν εἶναι ἀνοιχτά ἕνα μανιφέστο τοῦ ἀναρχισμοῦ», ἄν καί ὁ Κροπότκιν «ἀναζητᾶ νά βρεῖ στή Μεγάλη Ἐπανάσταση τίς ρίζες τοῦ κινήματος στό ὁποῖο ἀνῆκε» (σ. 33). Πρός τοῦτο θά σημειώσω ὅτι ὁ Κροπότκιν ἀναγνωρίζει πώς «οἱ ἀρχές τοῦ ἀναρχισμοῦ κατάγονταν … ἀπό τά πεπραγμένα τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης» (σ. 245. Πβ. σ. 677). 
Στόν «Πρόλογο» τοῦ ἕργου του ὁ Ρῶσσος συγγραφέας παραδέχεται ὅτι «ὅλοι ὅσοι γνωρίζουν τήν ἱστορία τῆς Ἐπανάστασης θά καταλάβουν πόσο δύσκολο εἶναι νά ἀποφεύγει κανείς σφάλματα σέ γεγονότα ὅταν προσπαθεῖ νά ἀνιχνεύσει τήν ἐξέλιξη τῶν παθιασμένων συγκρούσεών της» (σ. 40).
Τά ρεύματα πού προετοίμασαν τήν Ἐπανάσταση, ἦταν, κατά τόν Κροπότκιν, δύο: «τό ρεῦμα τῶν ἰδεῶν ἀναφορικά μέ τήν πολιτική ἀναδιοργάνωση τοῦ κράτους [ἀπό τίς μεσαῖες τάξεις] καί τό ρεῦμα τῆς δράσης [ἀπό τόν λαό, τούς χωρικούς καί τούς ἐργάτες]» (σ. 45. Πβ. σσ. 47-48, σσ. 57-58, σ. 110).
Τίς αἰτίες τῆς Ἐπανάστασης ἐντοπίζει ὁ Ρῶσσος ἐπαναστάτης στήν ἔλλειψη τοῦ ψωμιοῦ (σ. 46, σ. 210, σ. 423, σ. 431) καί στούς φεουδαρχικούς φόρους (σ. 46). Σέ πολλές περιπτώσεις, ὁ Κροπότκιν προβαίνει σέ συγκρίσεις μεταξύ τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν πού ἐπικρατοῦσαν στήν Γαλλία κατά τήν ἐποχή τῆς Ἐπανάστασης καί στήν Ρωσσία τῆς ἐποχῆς του (σ. 102, σ. 278, σ. 312, σ. 509, σ. 515, σ. 670). 
Δέν μπορεῖ παρά νά καταδικάσει ὁ Κροπότκιν τήν διαρκῶς διαφαινόμενη καί αὐξανόμενη γραφειοκρατία τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στίς διοικητικές λειτουργίες κ.ἄ. καί ἡ ὁποία ἐγκαινιάζεται κατά τήν ἐποχή τῆς «Τρομοκρατίας», ἤτοι μετά τό 1793 (σ. 623). Τότε προσδιορίζει χρονικά καί τό «τέλος τῆς Ἐπανάστασης» (σ. 642, σ. 665).
Στήν ἱστορική ἀφήγηση ὁ Κροπότκιν παραπέμπει σέ ἀπόψεις καί ἑρμηνευτικές Γάλλων κυρίως ἱστορικῶν, ἀπορρίπτει τούς «ἀντιδραστικούς ἱστορικούς», ὁμολογεῖ ὅτι γνωρίζει ἤ ἀγνοεῖ ἀρχειακές πηγές (πού ἐνδεχομένως σήμερα εἶναι προσιτές στούς ἱστορικούς), παραθέτει λεπτομέρειες γεγονότων καί προχωρεῖ σέ χαρακτηρισμούς προσώπων, καί ὅλα αὐτά μέ ἕναν τρόπο ἁπλό καί κατανοητό. Πέραν ἀπό τίς ἐπιφυλάξεις πού μπορεῖ νά ἔχει κανείς γιά ὁρισμένες προσεγγίσεις του, εἶναι, νομίζω, ἀρνητικό τό γεγονός ὅτι ἡ ἀκαδημαϊκή κοινότητα προσπέρασε μᾶλλον ἀδιάφορα τό σπουδαῖο ἔργο πού παρουσιάζω σήμερα.
Τά συμπεράσματα τοῦ ἔργου (σσ. 669-678) ἀναφέρονται κυρίως στήν «νέα Γαλλία» πού γεννήθηκε μετά τό 1789. Μάλιστα ὁ Κροπότκιν θεωρεῖ καί ἐλπίζει ὅτι ἡ ἑπόμενη μεγάλη ἐπανάσταση θά συμβεῖ στήν Ρωσσία «ὅπου ἡ ἐλέῳ Θεοῦ βασιλική ἐξουσία πνέει τά λοίσθια» (σ. 675, προσδίδοντας ἕνα προφητικό στοιχεῖο στήν ἀποτίμησή του.



  

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015





Δημήτρης Μπαλτᾶς


Tatiana Victoroff, Anna Akhmatova. Requiem pour l’ Europe, Éditions CH-Gollion, 2010, σελ. 224

Το βιβλίο τῆς T. Victoroff γιά τήν Ἄννα Ἀχμάτοβα (1889-1966), μία ἀπό τίς σπουδαιότερες φυσιογνωμίες τῆς  ρωσσικῆς λογοτεχνίας τοῦ 20οῦ αἰ., εἶναι μία σημαντική ἐργασία στόν χῶρο τῆς συγκριτικῆς λογοτεχνίας.
ἀναγνώστης ἔχει τήν δυνατότητα νά δεῖ ὄχι ἁπλῶς μία «δυνατότητα βιογραφίας» τῆς Ἀχμάτοβα μέσα ἀπό τούς στίχους της (ἐνδεικτικῶς βλ. σ. 20, σσ. 92-93, σ. 187), ἀλλά καί μία σειρά προσεγγίσεων στά ποιήματά της, μέ ἔμφαση τόσο  στά μοτίβα (σ. 39: «τό ἐπικό μοτίβο») καί τίς εἰκόνες (σ. 19: «τό βασίλειο τῶν σκιῶν», σ. 114: «τό ὕδωρ», σ. 200: « καθρέφτης»), ὅσο καί στό περιεχόμενό τους (σ. 53: « νοσταλγία τῆς ἐρωτικῆς πίστης», σ. 67: «τό λυρικό ἐγώ», σ. 67: «τό ποίημα καί « ποιητής», σ. 73: « ποίηση τοῦ διαλόγου», σ. 108: « ὑπέρβαση τοῦ θανάτου», σ. 147: «ἀπό τό τραγικό στό παράλογο», σ. 166: « ποιητικός λόγος ὡς προσευχή», σ. 185: «τό παράλογο τοῦ θανάτου»).
Διερευνᾶ, ἐπίσης διαξοδικά, Victoroff τίς ἐπιδράσεις τῶν μεγάλων Ρώσσων λογοτεχνῶν τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ  αἰ. στό συνολικό ἔργο τῆς Ἀχμάτοβα, ὅπως τοῦ Πούσκιν (σ. 26), τοῦ Ντοστογιέφσκι (σ. 45, σ. 59), τοῦ Παστερνάκ (σ. 79, σ. 107), τοῦ Μαντελστάμ (σ. 101) καί τοῦ Πιλνιάκ (σ. 132).  
Μεταξύ τῶν ζητημάτων πού ἀπασχόλησαν τήν Ἀχμάτοβα καί εἶναι εἶναι κυρίαρχα στό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι δύο ἰδιαίτερες σχέσεις, κατ’ ἀρχάς ἡ σχέση τοῦ ποιήματος μέ  τόν ποιητή (σ. 67) καί ἐν συνεχείᾳ ἡ σχέση τοῦ ποιήματος μέ   τόν ἀναγνώστη. Γράφει σχετικῶς ἡ Ἀχμάτοβα ὅτι «δέν εἶναι ἡ ποίηση πού ἀλλάζει, εἶναι ὁ ἀναγνώστης πού δέν καταφέρνει νά παρακολουθήσει τόν ποιητή» (σ. 77). Παρά ταῦτα, ἡ Ἀχμάτοβα θεωρεῖ τόν ἀναγνώστη ὡς εἶδος «συνδημιουργοῦ» (σ. 171).
Μεταξύ τῶν ἀποτιμήσεων τῆς Victoroff μπορεῖ νά κρατήσει κανείς τήν ἐπισήμανση ὅτι «ἡ Ἀχμάτοβα ἐνσαρκώνει τόν ποιητῆ πού πολεμᾶ ἐναντίον τοῦ χάους γιά νά δώσει μορφή στούς στίχους του καί νά τούς ὁδηγήσει στήν ὕπαρξη» (σ. 211). Ἔτσι ἡ ποίηση τῆς Ἀχμάτοβα κατανοεῖται ὡς ἕνας καθολικός ἀγώνας, διά τῆς τέχνης καί τῆς δημιουργικότητας, ἐναντίον τῆς βαρβαρότητας καί τοῦ χάους.
Τό βιβλίο τῆς Victoroff μπορεῖ νά ἐνδιαφέρει τόν ἀσχολούμενο μέ τήν ἑρμηνευτική τῆς ποίησης καί γενικῶς τόν ποιητή, καί βεβαίως τόν εἰδικό μελετητή τῆς ποίησης τῆς Ἀχμάτοβα. Ἔχει σημασία νά προσθέσω ὅτι τά ποιήματα τῆς Ἀχμάτοβα πού προσεγγίζονται στήν ἐργασία τῆς Victoroff, παρατίθενται καί στό ρωσσικό πρωτότυπο καί στήν γαλλική μετάφρασή τους. Ἡ βιβλιογραφία, στό τέλος τῆς μελέτης, εἶναι πολύ εἰδική ἀλλά ὄχι ἐξαντλητική (σσ. 221-224).