Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015




                       Δημήτρης Μπαλτᾶς

Ταυτότητα καί συλλογικός βίος
τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας

Στό πλαίσιο τῶν δέκα συνεδρίων τά ὁποῖα, μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀφιερωμένα στά 200 χρόνια ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, παρουσιάζω σήμερα τόν τόμο τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ Β΄ ἐξ αὐτῶν συνεδρίων, τό ὁποῖο ἔλαβε χώρα τήν 22η καί τήν 23η Νοεμβρίου 2013 στήν Ἱερά Μονή Πεντέλης. Τήν ἔκδοση τοῦ παρόντος τόμου τῶν 375 σελίδων ἀνέλαβαν καί ἔφεραν εἰς πέρας οἱ «Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι». Μἐ τήν εὐκαιρία νά ὑπενθυμίσω ὅτι ἔχουν ἤδη ἐκδοθεῖ οἱ Εἰσηγήσεις τοῦ Α΄ Συνεδρίου (Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2013, σελ. 255).
Ὁ Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνάτιος, στήν προσφώνησή του, πού προηγεῖται τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ Β΄ τόμου, τονίζει ὅτι μέ τά συνέδρια αὐτά «ἡ Έκκλησία θέλει νά ἀποτίσει τόν ὀφειλόμενο φόρο τιμῆς σέ ὅλους ὅσοι ἀγωνίσθηκαν καί ἔπεσαν ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος. Θέλει νά ὑπογραμμίσει ὅτι διαφωνεῖ μέ τήν ὑποβάθμιση τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων, μέ τόν χλευασμό τῆς μνήμης μαρτύρων καί ἡρώων καί μέ τήν ἰδεολογικά φορτισμένη διαστρέβλωση τῶν γεγονότων» (σ. 19).  
Ἡ πρώτη παρατήρησή μου ἀφορᾶ τόν χαρακτήρα τῶν Εἰσηγήσεων, οἱ ὁποῖες μποροῦν νά κατηγοριοποιηθοῦν ὡς ἀκολούθως.
α΄ Ὑπάρχουν ἀνακοινώσεις (τῶν πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν Ἀθανασίου Καραθανάση, Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Χάρη Μελετιάδη, Βλασίου Φειδᾶ) πού ἔχουν ἕνα γενικό περί τήν συλλογική συνείδηση τῶν Ἑλλήνων κατά τήν τουρκοκρατία χαρακτήρα.
β΄ Ἄλλες ἀνακοινώσεις, καί μάλιστα ἀρκετές, ἔχουν ἕνα εἰδικότερο ἐρευνητικό περιεχόμενο (λ.χ. αὐτές πού ἀναφέρονται σέ προσωπικότητες τῶν 15ου-18ου αἰ.: στόν Κύριλλο Λούκαρι [τοῦ συγγραφέα Γιώργου Καραμπελιᾶ], τόν Ἀθανάσιο τόν Πάριο [τοῦ δρ νεώτερης ἱστορίας κ. Χαράλαμπου Μηνάογλου], τόν Θεοδόσιο Ζυγομαλᾶ [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγ. κ. Σταῦρο Περεντίδη] καί τόν Εὐγένιο Βούλγαρη [τοῦ Πολιτικοῦ Ἐπιστήμονα κ. Ἀλφρέδου Σταϊνχάουερ], ἀλλά καί αὐτές πού ἀφοροῦν πολύ συγκεκριμένα ζητήματα: στίς δυνατότητες θεολογικοῦ διαλόγου μέ τό ἰσλάμ βάσει τῆς ἑλληνικῆς ἀντιισλαμικῆς γραμματείας [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγ. Ἀστέριου Ἀργυρίου], στό παιδομάζωμα καί τούς ἐξισλαμισμούς [τῆς πανεπιστημιακοῦ Βασιλικῆς Παπούλια], στήν παιδεία τοῦ γένους [τῆς πανεπιστημιακοῦ κ. Ἑλένης Ἀγγελομάτη-Τσουγκαράκη], στήν ἑλληνική κοινότητα τῆς Βενετίας [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγητῆ Γεωργίου Πλουμίδη], στίς οἰκονομικές καί κοινωνικές νοοτροπίες κατά τίς παραμονές τῆς ἐπανάστασης [τοῦ δρ ἱστορίας κ. Ἀπόστολου Διαμαντῆ], στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία τῆς Μασσαλίας [τῆς δρ ἱστορίας κας Ἐρατώς Πάρη], στήν μοναστική ζωή στήν Σάμο τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου [τοῦ καθηγητῆ Ἐμμανουήλ Βαρβούνη], στήν ναυτιλία τῶν Ἑλλήνων κατά τίς παραμονές τῆς ἐπανάστασης [τῆς μεταδιδακτορικῆς ἐρευνήτριας τοῦ Ἰονίου Παν/μίου κ. Κατερίνας Γαλάνη], στούς Ἕλληνες ἐμπόρους κατά τήν περίοδο τῆς ὄψιμης τουρκοκρατίας [τῆς πανεπιστημακοῦ Κατερίνας Κορρέ]) καί τέλος στήν κοινωνιολογική διερεύνηση τῆς κοινοτικῆς ζωῆς τοῦ ἑλληνισμοῦ [τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγ. Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου] .  
Σύμφωνα μέ τίς Εἰσηγήσεις τῶν ἐγκρίτων ἐπιστημόνων, στήν διαμόρφωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας καί τοῦ συλλογικοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας παίζει καθοριστικό ρόλο ἡ «ἁγιοπατερική παράδοση καί ἡ ἑλληνικότητα (σ. 137). Μάλιστα στό πλαίσιο αὐτό ὑποστηρίζεται «ἡ ἄμεση συνέχεια τῶν Ρωημῶν τοῦ 16ου αἰ. μέ τήν κλασσική ἀρχαιότητα καί μέ τόν βυζαντινό κόσμο» (σ. 194). Περιττό νά τονίσω τήν σημασία τῆς ἰδέας τῆς συνέχειας πού ἀφορᾶ τήν ἱστορικό βίο τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους (στήν ἀρχαία, τήν βυζαντινή καί τήν νέωτερη ἐκδοχή του) τόσο κατά τόν 19ο αἰ., ὅσο καί στίς ἡμέρες μας. Μία δεύτερη ἐπιβίωση τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου στήν τουρκοκρατία ἀφορᾶ «τήν δικαϊκή παράδοση» (σ. 25). Ἐπίσης βυζαντινή ἐπιβίωση ἰδιαιτέρως κρίσιμη, ἀλλά καί καθοριστική, τῆς διαμόρφωσης τοῦ συλλογικοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας εἶναι ὁ θεσμός τῶν κοινοτήτων ὁ ὁποῖος «ἐκφράζει τήν ἀντίσταση τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ στή δύναμη τοῦ Κράτους καί στήν οἰκονομική καί ἐθνικοθρησκευτική καταπίεση τοῦ κατακτητῆ» (σ. 366). Ἐκτός τῶν βυζαντινῶν ἐπιβιώσεων πού ἀναφέρθηκαν, γίνεται λόγος καί γιά τήν ἐπιβίωση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πραγματικότητας, ὑπέρ τῆς ὁποίας συνηγοροῦν τά ἐνδεικτικά παραδείγματα τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου, τοῦ Ἠλία Μηνιάτη καί τοῦ Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ,  οἱ ὁποῖοι «ζοῦσαν καί ἐκινοῦντο συνειδησιακά, ἀλλά καί πρακτικά, σ’ ὅλη τήν ἱστορική διάρκεια τοῦ Ἔθνους» (σ. 56). Πέραν αὐτῶν τῶν ἐπισημάνσεων εἶναι εὐνόητο ὅτι στήν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἔπαιξε σημαντικό ρόλο καί ἡ διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τόσο ὑπό τήν λόγια, ὅσο καί ὑπό τήν δημώδη μορφή της.  Στό σημεῖο αὐτό ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παρατηρήσω ὅτι μεταξύ τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ παρόντος τόμου, ἐκτός ἀπό ὁρισμένες σποραδικές ἀναφορές, δέν ἀφιερώθηκε καμμία εἰσήγηση στό ζήτημα τῆς γλώσσας ὡς συνεκτικοῦ παράγοντα τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας.
Σέ πολλές ἀνακοινώσεις ἐξαίρεται ἰδιαιτέρως ἡ παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ὁ ὁποῖος «διατηροῦνταν ὡς υπέρτατη πνευματική κεφαλή, ἀλλά καί ἀναγορευόταν σέ ἀνώτατη πολιτική ἀρχή τῶν ὑποτελῶν Χριστιανῶν» (σ. 30). Ἐπιπλέον προστίθεται ὅτι «ἀντικαθιστᾶ τόν αὐτοκράτορα στά ἰδεολογικά καί πνευματικά ζητήματα» (σ. 197). Γιά τούς ὑπόδουλους εἶχε σημασία τό γεγονός ὅτι «ἡ ἐφαρμογή τοῦ ἀναφερόμενου στόν δημόσιο καί ἰδιωτικό βίο τῶν ὀρθοδόξων προνομιακοῦ καθεστῶτος εἶχε ὡς ἀνώτατο ὑπεύθυνο ἐγγυητή ἔναντι τῆς Ὑψηλῆς Πύλης τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη» (σ. 146). Ἀσφαλῶς ἡ οἰκουμενικότητα πού ἐκφράζει τό πρόσωπο τοῦ Πατριάρχη, δέν συνάδει μέ τόν καλλιεργούμενο ἐθνοφυλετισμό τῆς βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας τόν ὁποῖο, ὡς γνωστόν, κατεδίκασε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κατά τό 1872 (σ. 201).
Παράλληλα, προβάλλεται ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἐθνική ταυτότητα τῶν ὑποδούλων «ἐκφράζει τήν διαφορετικότητα τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς ἀπό τήν Δύση» (σ. 23). Αὐτό ἔχει ἰδιαίτερη σημασία διότι μέσα στήν «διαμόρφωση ἑνός ἑλληνικοῦ δρόμου στή νεωτερικότητα» ὑπάρχει ὁ ἀγώνας «ἐνάντια στήν τουρκική κατοχή καί τήν λατινική ἀλλοτρίωση» (σ. 122). Ἀλλά ἀπέναντι στήν τουρκική κατοχή καί τήν λατινική ἀλλοτρίωση καθίσταται προφανῶς ἀναγκαία ἡ παιδεία τῶν Ἑλλήνων (πβ. σ. 221), ἡ ὁποία «συνάπτεται συχνά μέ τήν μόρφωση ἤ τήν ἀγωγή» (σ. 216) καί ὄχι μέ τήν «ἐκπαιδευτική διαδικασία» (σ. 225), ἐνῶ δέν παρουσιάζει κάποια συγκεκριμένη πολιτική διάσταση (σ. 226). Ἐδῶ ἐπισημαίνεται ὅτι «μπορεῖ νά μή διαθέτουμε ποσοτικά στοιχεῖα γιά τήν ἔκταση τῆς ἐπίδρασης τῆς νεωτερικότητας στόν ἑλληνικό πληθυσμό, ἀλλά εὔλογα εἰκάζεται ὅτι ἡ ἐπίδραση αὐτή ἦταν περιορισμένη σέ μία ἐλίτ λογίων καί σπουδαστῶν, ἐμπόρων τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τῆς Διασπορᾶς. Τό βέβαιο εἶναι πώς οἱ ἰδέες αὐτές ἐπηρέασαν σημαντικά καί ἄμεσα ἐκείνους πού οὐσιαστικά προετοίμασαν τήν Ἐπανάσταση» (σ. 255).  Πάντως ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά διατηρήσω ὁρισμένες ἐπιφυλάξεις ὡς πρός τόν βαθμό τῆς ἐπίδρασης τῶν ἰδεῶν τοῦ Διαφωτισμοῦ στόν Λαό καί στήν Ἐκκλησία.
Ἐξ ἄλλου, παρά τίς ἐκπληκτικές προσπάθειες τῶν ἑλλήνων λογίων στό ζήτημα τῆς παιδείας τοῦ τουρκοκρατούμενου ἑλληνισμοῦ, κυρίως τούς δύο τελευταίους αἰῶνες τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει κανείς τήν ἄποψη ξένου περιηγητοῦ τῆς ἐποχῆς ὅτι «ἡ πολιτισμική ὑστέρηση τῶν Ἑλλήνων συνδέεται μέ τό καθεστώς τῆς ὑποδούλωσης καί τῆς ἀπαξίωσης ἐντός τῆς κοινωνικῆς ζωῆς πού ἐπέβαλαν οἱ Τοῦρκοι» (σ. 60).
Αὐτά καί ἄλλα ἐνδιαφέροντα ζήτηματα θά ἀναγνώσει κανείς στόν παρουσιαζόμενο σήμερα τόμο. Θά κλείσω τήν παρουσίαση τοῦ τόμου μέ ὁρισμένες γενικότερες παρατηρήσεις.
Οἱ προβαλλόμενες τοποθετήσεις τῶν Εἰσηγητῶν εἶναι πλήρως τεκμηριωμένες. Μάλιστα γιά τήν καλύτερη τεκμηρίωση ἔχει ἐπιστρατευθεῖ ἕνας μεγάλος ἀριθμός παραθεμάτων ἀπό ἔργα τῶν λογίων τῶν χρόνων τῆς τουρκοκρατίας, ἀλλά καί παλαιότερα, πού ὑπάρχουν σέ ὅλες σχεδόν τίς ἀνακοινώσεις. Εἶναι εὐνόητο ὅτι γίνεται χρήση ὑπό τῶν Εἰσηγητῶν καί τῆς πλούσιας, τουλάχιστον σέ ὁρισμένα ζητήματα, δευτερογενοῦς βιβλιογραφίας.
Εἶναι προφανής ἡ πολυφωνία στίς προσεγγίσεις ἐκ μέρους τῶν Εἰσηγητῶν ὁρισμένων ζητημάτων, καθ’ ὅσον μάλιστα, πάντοτε σύμφωνα μέ τήν προσφώνηση τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνατίου, ἡ Ἐκκλησία μας «ἐπιθυμεῖ νά δώσει τό βῆμα σέ κάθε ἀξιόλογο ἐπιστήμονα καί σοβαρό ἐρευνητή, ὁ ὁποῖος καλεῖται νά καταθέσει τεκμήρια καί μαρτυρίες γιά τά γεγονότα, ἔστω κι ἄν ἀκουσθοῦν διαφορετικές ἀπόψεις γιά τό ἴδιο θέμα» (σ. 19).
Τέλος, θά ἀναγνωρίσει κανείς καί τήν πρωτοτυπία ὁρισμένων θεμάτων καί προσεγγίσεων. Οἱ Εἰσηγητές ἐπέλεξαν, σέ πολλές περιπτώσεις, πρόσωπα καί ἀνέδειξαν ζητήματα λιγότερο γνωστά στό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό.
Σέ μία συνολική ἀποτίμηση, θά τονίσω ὅτι πρόκειται γιά μία σημαντική ἔκδοση, χρήσιμη τόσο στόν εἰδικό μελετητή τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας, ὅσο καί στόν ἀναγνώστη μέ σχετικούς προβληματισμούς καί ἱστορικά ἐνδιαφέροντα. Ἰδιαιτέρως ἡ ἀναδειξη τοῦ ζητήματος τῆς διατήρησης τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ἑλλήνων στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας παρουσιάζει μία ἐπικαιρότητα, ἐάν μάλιστα ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι στά ἐπιστημονικά πράγματα κυριαρχεῖ σήμερα ἡ ἄποψη ὅτι τό ἑλληνικό ἔθνος εἶναι μία «κατασκευή» τοῦ 19ου αἰ., ἡ ὁποία συμπίπτει μέ τήν συγκρότηση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.

(Ὁμιλία τοῦ γράφοντος στήν ἐπετειακή ἐκδήλωση στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, τήν 21η Μαρτίου 2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου