Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014




Δημήτρης Μπαλτᾶς

Πώλ Βέν, Ὅταν ὁ κόσμος μας ἔγινε χριστιανικός (312-394 μ.Χ.), μετ. Γ. Καράμπελας, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 2012, σελ. 201

Στό μικρό αὐτό βιβλίο ὁ γνωστός στό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό Γάλλος ἱστορικός Πώλ Βέν ( Paul Veyne) νά ἑρμηνεύσει τήν ἐμφάνιση καί κυρίως τήν ἑδραίωση τοῦ χριστιανισμοῦ κατά τον 4ο αἰ. μ.Χ., πρᾶγμα πού ὀφείλεται στην ἰδιαίτερη προσωπικότητα  τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωξε «νά κάνει τόν χριστιανισμό τή νέα θρησκεία. Θρησκεία εὐνοούμενη μέ κάθε τρόπο, σέ ἀντίθεση μέ τόν παγανισμό» (σ. 17), καί μάλιστα χωρίς «νά ἐπιβάλει μέ τή βία στούς ὑπηκόους του τή νέα πίστη» (σ. 19). Ἐπί τοῦ προκειμένου συμπεραίνει ὁ Βέν ὅτι «ἡ αὐτοκρατορία του ἦταν συγχρόνως χριστιανική και παγανιστική» (σ. 23).
Τίς αἰτίες γιά τήν διάδοση καί τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ ὁ Βέν τίς ἀναζητεῖ «στίς φιλανθρωπίες, στο κοινοτικό συναίσθημα, στήν συλλογική θέρμη τῶν ἀφιερωμένων στόν Κύριο συγκεντρώσεων» (σσ. 44-45).
Στήν ἱστορική παρουσίαση τοῦ Βέν παρουσιάζεται καί ἡ σύγκριση, καί μάλιστα ἐκτενής, μεταξύ τοῦ γερασμένου παγανισμοῦ και τοῦ πρωτοποριακοῦ χριστιανισμοῦ  (ἐνδεικτικῶς βλ. σσ. 50-51, σ. 61, σ. 82), τήν ὁποία, νομίζω, θά ἔπρεπε να δοῦν μέ προσοχή οἱ σύγχρονοί μας παγανιστές, οἱ ὁποῖοι, ἀνιστόρητα και ἄκριτα τίς περισσότερες φορές, κατακεραυνώνουν τόν χριστιανισμό καί τόν Κωνσταντίνο. Στό ἴδιο πλαίσιο, ὁ Βέν θά τονίσει ὅτι ὁ αὐτοκράτορας «οὔτε ἄλλαξε τήν κοινωνία οὔτε ἐκχριστιάνισε τό δίκαιο» (σ. 66).
Ἀρκετές σελίδες ἀφιερώνει ὁ Γάλλος ἱστορικός στήν σχέση Ἐκκλησίας καί αὐτοκρατορίας, ἀκριβέστερα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Καίσαρα, οἱ ρόλοι τῶν ὁποίων «ἦταν διακριτοί» (σ. 100). Μάλιστα ὁ Βέν ὑποστηρίζει ὅτι «ὁ χριστιανός Κωνσταντίνος δέν χρειάστηκε νά διαχωρίσει τόν Θεό καί τόν Καίσαρα, ἦταν ἤδη διαχωρισμένοι ἐξαρχῆς» (σσ. 157-158).
Το τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου ἀφορᾶ τήν σχέση τῆς σύγχρονης Εὐρώπης μέ τόν χριστιανισμό. Ἡ τοποθέτηση τοῦ Βέν ὅτι «δέν εἶναι ὁ χριστιανισμός πού βρίσκεται στίς ρίζες τῆς Εὐρώπης ἀλλά ἡ σημερινή Εὐρώπη πού ἐμπνέει τόν χριστιανισμό ἤ ὁρισμένες παραλλαγές του» (σ. 164) θα συναντήσει μᾶλλον ὁρισμένες ἐνστάσεις κυρίως ἀπό τούς θρησκευόμενους Εὐρωπαίους.  Πάντως ἡ ἄποψη τοῦ Βέν ὅτι «ἡ λ. χριστιανός παραμένει για πολλούς ὄχι μία ταυτότητα ἀλλά ἕνα εἶδος κληρονομικοῦ πατρώνυμου» (σ. 166) ἀπεικονίζει μέ μεγάλη ἀκρίβεια τήν σύγχρονη εὐρωπαϊκή πραγματικότητα.
Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι το βιβλίο εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον τόσο γιά τούς πιστούς ὅσο καί γιά τούς μή πιστούς, τόσο γιά τούς εἰδικούς ἐπιστήμονες ὅσο καί γιά τό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό. Γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ὑπάρχουν ὁρισμένα σημεῖα πού εἶναι συζητήσιμα (λ.χ. ὅτι ἡ χριστιανική θρησκεία εἶναι πολυθεϊστική [σ. 33] ἤ ὅτι ἡ «στροφή» τοῦ Κωνσταντίνου μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ ἐκείνην τῶν μπολσεβίκων [σ. 67]), ἀλλά νομίζω ὅτι δεν εἶναι οὔτε χρήσιμο οὔτε ἀναγκαῖο νά σταθεῖ κανείς σ’ αὐτά. Μεγαλύτερη σημασία ἔχει τό γεγονός ὅτι γιά τόν Βέν ὁ ὁποῖος μάλιστα αὐτοαποκαλεῖται «ἄπιστος» (σ. 36), ὁ Κωσνταντίνος ἀνέδειξε καί καθιέρωσε εἰρηνικά τόν χριστιανισμό, ἐνῶ συγχρόνως ὁ χριστιανισμός πρόσφερε κάτι διαφορετικό καί καινούργιο στόν κόσμο (σ. 37).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου