Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014



Δημήτρης Μπαλτᾶς


Κώστας Παπαϊωάννου, Ἡ κληρονομιά τοῦ Ἀλεξάνδρου, μετ. Χρ. Σταματοπούλου, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2013, σελ. 111

Τό παρόν βιβλίο τοῦ γνωστοῦ φιλοσόφου Κώστα Παπαϊωάννου (1925-1981) εἶναι τό τρίτο κατά σειρά ἔργο του (ὕστερα ἀπό τά ἔργα Τέχνη καί πολιτισμός στήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί Βυζαντινή καί ρωσική ζωγραφική) πού ἀφορᾶ τήν ἑλληνική τέχνη.
Στήν σύντομη «Εἰσαγωγή» (σσ. 11-16) ὁ Παπαϊωάννου ἀναφέρεται ἁδρομερῶς στήν συγκρότηση καί τήν ἐξέλιξη τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ἐπισημαίνοντας, μεταξύ ἄλλων, ὅτι ἡ «Αὐτοκρατορία δέν θεμελιώθηκε στήν ἐθνικότητα, ἀλλά στήν ὀρθοδοξία μετά τόν 5ο αἰ. καί στήν ἑλληνική γλῶσσα κατά τόν 7ο αἰ.» (σσ. 14-15).
Γιά τό πρῶτο κεφάλαιο τό ἐπιγραφόμενο «Ἡ κληρονομιά τοῦ Ἀλεξάνδρου», ἀπ’ ὅπου καί ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου, ὁ συγγραφέας ἔχει ὡς ἀφετηρία τό «Μυθιστόρημα τοῦ Ἀλεξάνδρου» τοῦ Καλλισθένη (σ. 17). Γιά τόν Παπαϊωάννου, ὁ κόσμος πού δημιούργησε ὁ Ἀλέξανδρος «ἐκπροσωπεῖ τή μεγαλύτερη διεθνῆ κοινότητα πού γνώρισε ποτέ ὁ πλανήτης» (σ.20). Ὁ πλοῦτος πού «μεταφυτεύτηκε στήν κεντρική Ἀσία ἀπό τούς διαδόχους τοῦ Ἀλεξάνδρου» (σ. 23) εἶναι ἐμφανής σέ πλῆθος ἔργων τέχνης καί στήν θρησκευτικότητα τῆς Ἀνατολῆς (σσ. 28-32).
Στό κεφ. ΙΙ ὁ Παπαϊωάννου τονίζει μιά βασική διαφορά τῆς κλασσικῆς καί τῆς ἑλληνιστικῆς-ρωμαϊκῆς ἐποχῆς ἡ ὁποία συνίσταται στό γεγονός ὅτι «τό ἄτομο διαδέχεται τόν πολίτη» (σ. 35).
Τά κεφ. ΙΙΙ καί V (σσ. 45-55 καί 81-92, ἀντιστοίχως) ἀναφέρονται κυρίως στίς ἐπιρροές τῆς δυναστείας τῶν Σελευκιδῶν στήν Ἀνατολή, ἰδιαιτέρως δέ στό Ἰράν, ἐνῶ παρατίθενται παραδείγματα τοῦ λεγομένου «ἰρανικοῦ φιλελληνισμοῦ» (σ. 53).
Στό κεφ. IV γίνεται μιά παράλληλη ἀναφορά στήν βυζαντινή αὐτοκρατορία καί στήν αὐτοκρατορία τῶν Σασσανιδῶν (σ. 61 ἑξ.). Ἐπισημαίνει ὁ Παπαϊωάννου ὅτι «ἡ ἱεροποίηση τῆς ἐξουσίας στό Ἰράν σήμανε τό τέλος τοῦ ἑλληνικοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Μιά καινούργια τέχνη θά ἐκφράζει τήν ἀγάπη πρός τόν ὑπεράνθρωπο καί θά δοξάζει τούς νέους κυρίαρχους τοῦ κόσμου: τόν Ρωμαῖο dominus καί τόν Βυζαντινό βασιλέα» (σ. 64).
Ἐνδιαφέρον εἶναι καί τό τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν μνημειακή γλυπτική τῆς Γεωργίας καί τῆς Ἀρμενίας ἡ ὁποία ἦταν «ἀνύπαρκτη στή Δύση καί ἐξαφανισμένη στό Βυζάντιο (σ. 104).
Τό βιβλίο κοσμεῖται μέ «Παράρτημα εἰκόνων» (σσ. 65-80).
Σέ μία γενική ἀποτίμηση, θά παρατηρήσω ὅτι τό βιβλίο μπορεῖ νά ἐνδιαφέρει τούς ἱστορικούς πού ἀσχολοῦνται μέ τήν ὑπό ἐξέταση περίοδο, ὁπωσδήποτε τούς ἐκπαιδευτικούς καί τούς μαθητές, βεβαίως ἐκείνους πού πιστεύουν στόν πλοῦτο τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ καί ἀσφαλῶς τό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό.

Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά πῶ ὅτι τό παρόν βιβλίο εἶναι ἕνα μικρό ἀριστούργημα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου