Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013




Simon Frank

Φιλοσοφία καί θρησκεία

μετάφραση-σημειώσεις
Dimitris Baltas

 
Τό ζήτημα τῆς σχέσεως τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θρησκείας[1], γιά τήν δυνατότητα ἑνώσεως καί συμφωνίας μεταξύ τους ἤ γιά τό ἀναπόφευκτο τῶν διαφορῶν καί τῆς ἀμοιβαίας πάλης, τό ὁποῖο ἀνήκει στήν ὁμάδα τυπικῶν «αἰωνίων ζητημάτων» τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, στέκει μέ ἰδιαίτερη ὀξύτητα ἀπέναντι στήν συνείδηση, στίς ἐποχές τῶν ριζικῶν ἀλλαγῶν τῆς κοσμοαντιλήψεως, στίς ἐποχές τῆς πνευματικῆς ἀνασφάλειας καί τῶν ἀναζητήσεων τῆς χαμένης ὁλότητας τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Τήν ὥρα πού ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει νοσταλγήσει τήν ἀληθινή, γνήσια, θρησκευτική πίστη, ἐπειδή δέν μπορεῖ νά ἀρκεστεῖ στίς ἐπιστημονικές-φιλοσοφικές ἤ κοινωνικές-πολιτικές ἀπομιμήσεις της, τό εὐφάνταστο τῶν ὁποίων ἔχει πλήρως ἀποκαλυφθεῖ μέ τήν συντριβή τους κατά τίς στιγμές τῶν τραγικῶν δοκιμασιῶν, καί τήν ὥρα πού ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει στερηθεῖ τῆς ἀθώας φρεσκάδας καί τῆς τόλμης τῆς θρησκευτικῆς δημιουργίας καί δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ τόν σκεπτικισμό, τήν ἀνάγκη τοῦ ὀρθολογικοῦ ἐλέγχου καί τῆς τεκμηριώσεως τῆς κοσμοθεωρίας της, τό ζήτημα τῆς συμφωνίας τῆς φιλοσοφίας μέ τήν θρησκεία, δηλαδή τῆς αὐστηρῆς ὀρθολογικῆς γνώσεως μέ τήν ἄμεση, ζωντανή ὁλότητα τῆς πίστεως, γίνεται γιά τήν ἀνθρωπότητα καί γιά κάθε ἄνθρωπο ζήτημα «ζωῆς ἤ θανάτου». Ὅποιος ἀναζητεῖ τήν πραγματική ἀλήθεια[2] και τήν πραγματικότητα τῆς ὑπάρξεώς της[3], χωρίς νά ἀφήνεται στίς αὐταπάτες, οὔτε ἀκόμα καί στίς στιγμές τῆς ἀπογνώσεώς του, ἀλλά διατηρώντας τήν διανοητική ἐντιμότητα καταλαβαίνει ὅτι τό ζήτημα αὐτό δέν εἶναι ἕνα ἀκαδημαϊκό πρόβλημα, ἡ ἐπίλυση τοῦ ὁποίου εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν «ὁλοκλήρωση τῆς κοσμοθεωρίας», ἀλλά εἶναι ζήτημα γιά τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας[4], γιά τήν ὑπερνίκηση τοῦ ἀβάστακτου κατακερματισμοῦ τοῦ πνεύματος καί τῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας πού αὐτό συνεπάγεται.
Ἀπό μόνο του τό ζήτημα εἶναι ἕνα κύριο ζήτημα τῆς ἀνθρώπινης κοσμοαντιλήψεως. Δέν μπορεῖ νά τό ἐπιλύσει κανείς ἐντελῶς, χωρίς νά κατανοήσει τί εἶναι φιλοσοφία καί τί θρησκεία: ἡ κατανόησή του, μέ ἀπόλυτη, σαφήνεια, τήν ὁποία παρέχει ἡ εἰς βάθος διείσδυση, εἶναι ἐφικτή ὄχι ἄν δώσει κανείς κάποιους ὁρισμούς ἀλλά μόνον ἄν βιώσει καί κατανοήσει ὅλην τήν πληρότητα ἐκείνης τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν οὐσία τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θρησκείας. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῆς σχέσεως τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θρησκείας εἶναι, κατά κύριο λόγο, ὄχι προϋπόθεση ἀλλά ὁλοκλήρωση τῆς θρησκευτικῆς-φιλοσοφικῆς γνώσεως.

Τό δοκίμιο δέν φιλοδοξεῖ νά λύσει μέ αὐτήν τήν ἔννοια τό συγκεκριμένο ζήτημα. Ἔχει πολύ πιό σεμνό, προπαιδευτικό σκοπό: ν’ ἀποκαλύψει τό ἀβάσιμο κάποιων προκαταλήψεων πού κυκλοφοροῦν, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν τήν συνείδηση σέ ἀδιέξοδο, καί νά χαράξει κάποια πιό οὐσιώδη ὁρόσημα, τά ὁποῖα, ἄν λάβει κανείς ὑπ’ ὄψιν του, θά εἶναι πιό εὔκολο νά μήν χάσει τόν δρόμο του μέσα στίς ἀναζητήσεις αὐτές. Σ’ αὐτό τό σύνθετο ζήτημα, ὅπου, ὑπό κάποια ἔννοια, περιπλέκεται ὅλος ὁ προβληματισμός τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, τό κυριότερο εἶναι νά ὁριοθετήσει κανείς τά πραγματικά περάσματα[5] αὐτοῦ τοῦ κόμβου.

***

Οἱ ἐπικρατέστερες, οἱ πλέον διαδεδομένες στούς κύκλους ἰδέες γιά τήν φιλοσοφία καί τήν θρησκεία πού προέρχονται ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ἐν μέρει ἀπό τόν ὀρθολογισμό τοῦ ιζ΄ αἰ., παρουσιάζονται ἔτσι ὥστε ἀνάμεσα στήν φιλοσοφία καί τήν θρησκεία ὄχι μόνον νά εἶναι δυνατό ἀλλά καί ἀναπόφευκτο νά ὑπάρχει μία ἐν γένει διάσταση στήν βάση τους. Ἡ θρησκεία νοεῖται ἐδῶ ὡς ἕνα εἶδος τυφλῆς[6] πίστεως, ὡς μία δεύτερη γνώμη, ὡς ἄποψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους τήν ὁποία δέχεται κανείς χωρίς ἔλεγχο, χωρίς τήν ἀνεξάρτητη κρίση τῆς προσωπικῆς συνειδήσεως, βασιζόμενος ἀποκλειστικῶς καί μόνον στήν παιδιάστικη εὐπιστία καί εὐπείθεια τῆς σκέψεως· παρεμπιπτόντως, τό περιεχόμενο[7] αὐτῆς τῆς πίστεως ἤ θά εἶναι (στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων) τέτοιο πού εἶναι ἀδύνατο νά κατέχει κανείς τήν ἀληθινή γνώση ἤ θά εἶναι εὐθέως ἀντίστροφο πρός τά συμπεράσματα τῆς γνώσεως. Ἀντιθέτως ἡ φιλοσοφία εἶναι μία ἐλεύθερη, ξένη στίς ὁποιεσδήποτε συναισθηματικές τάσεις, αὐστηρή γνώση, πού βασίζεται στίς ἀποδείξεις, στούς συλλογισμούς τῆς λογικῆς. Ἀνάμεσα στήν μία καί στήν ἄλλη ἡ ἄβυσσος εἶναι ἀναπόφευκτη. Ὄντως, γιά τήν φιλοσοφική δικαίωση τῆς πίστεως, προκειμένου νά συμπέσει ἡ φιλοσοφία μέ τήν θρησκεία, θά ἀπαιτεῖτο ἕνα ὑπερβατικό περιεχόμενο, κατ’ οὐσίαν μή δυνάμενο νά αἰτιολογηθεῖ, διότι κατά τήν παράδοση τό περιεχόμενο τῆς θρησκευτικῆς πίστεως εἶναι συνάμα καί λογικά τεκμηριωμένο, σάν νά μπορεῖ νά συναγάγει κανείς μαθηματικά μέ τήν ἀφηρημένη σκέψη. Ὁποιαδήποτε σοβαρή ἀπόπειρα σ’ αὐτήν τήν κατεύθυνση μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀρνητικά ἀποτελέσματα. Ἕνας ἔντιμος, γνήσιος φιλόσοφος εἶναι ἀναπόφευκτα ἄν ὄχι πεπεισμένος ἀθεϊστής τουλάχιστον ἕνας «ἐλεύθερα σκεπτόμενος», ἕνας «σκεπτικιστής». Καί φαίνονται ἐπίπλαστες, ἐσωτερικά ἄκαρπες ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη, οἱ προσπάθειες νά συμφιλιώσει κανείς καί νά συμβιβάσει τά ἀποτελέσματα τῶν τόσο ἀνομοιογενῶν πνευματικῶν κατευθύνσεων καί ἐπιδιώξεων. Μόνον ἄν ὁ φιλόσοφος ἀρνεῖται δειλά τήν ἐλευθερία καί τήν ἀμεροληψία τῆς σκέψεως καί προσαρμόζει βίαια τήν ἐπιχειρηματολογία στίς θέσεις πού εἶχε πιστέψει, προκειμένου νά τίς ἀποδείξει, ἴσως προκύψει μία φαινομενική ὁμόνοια στήν σχέση τῆς φιλοσοφίας μέ τήν θρησκεία.
Στήν διαδεδομένη αὐτή ἀντίληψη θά πρέπει, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, νά ἀντιτάξει κανείς τήν πιό παλαιά, καθολική, ἐσωτερική παράδοση τῆς οὐσίας τῆς φιλοσοφίας[8]. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση αὐτήν, τό ἀντικείμενο τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θρησκείας συμπίπτουν διότι τό μοναδικό ἀντικείμενο τῆς φιλοσοφίας εἶναι ὁ Θεός[9]. Ἡ φιλοσοφία, στήν οὐσία της, λόγῳ τῆς καθολικότητας τοῦ σκοποῦ της, δέν εἶναι λογική, δέν εἶναι θεωρία γνώσεως οὔτε κατανόηση τοῦ κόσμου, ἀλλά θεογνωσία[10]. Αὐτή εἶναι ἡ ἐπικρατέστερη θεώρηση τῆς φιλοσοφίας στήν ἀρχαία σκέψη, ἡ ὁποία περνᾶ, ἀρχίζοντας ἀπό τόν Ἡράκλειτο, ὡς τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη, τούς Στωϊκούς καί τόν Νεοπλατωνισμό· παρόμοια εἶναι ἡ ἔννοια τῆς φιλοσοφίας καί στόν μεσαίωνα. Ἀκόμα καί στήν λεγόμενη «νεώτερη φιλοσοφία», τήν γεμάτη ὀρθολογισμό καί ἀθεΐα, οἱ μεγαλύτεροι στοχαστές πού εἶχαν διαποτισθεῖ ἀπό τίς πανανθρώπινες παραδόσεις ἀσπάζονται τήν ἴδια ἑρμηνεία καί δημιουργοῦν μιά ἀδιάλειπτη διαδοχικότητα ἀνάμεσα στήν σύγχρονη σκέψη καί στίς ἀρχαῖες καί στίς χριστιανικές καταβολές της. Ἀρκεῖ νά θυμίσουμε τά ὀνόματα τοῦ Malebranche, τοῦ Spinoza, τοῦ Leibnitz, τοῦ Fichte, τοῦ Schelling, τοῦ Hegel. Μποροῦμε, μέ λίγα λόγια, νά διατυπώσουμε ἐδῶ τήν ἐσωτερική, ἀντικειμενική τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἔννοιας. Σύμφωνα μέ τόν γενικώτερα ἀποδεκτό, τόν τυπικό, ὁρισμό τοῦ σκοποῦ τῆς φιλοσοφίας, ἡ φιλοσοφία, ἐν ἀντιθέσει μέ τίς ἐπί μέρους ἐπιστῆμες, εἶναι ἡ διδασκαλία γιά τό καθολικόν ὅλον, γιά τό εἶναι ὡς ὅλον. Ὅμως, ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως διδάσκει ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα νά βρεῖ κανείς τήν ἑνότητα καί τήν καθολικότητα τοῦ εἶναι ἤ νά ἀποδώσει τό σύστημα τοῦ εἶναι χωρίς νά ἐξέρχεται ἀπό τά ὅρια τοῦ συνόλου τῶν μεμονωμένων, δεδομένων ἐμπειρικά πραγμάτων, νά δημιουργήσει ἕνα σύστημα τοῦ εἶναι ὡς σύστημα φύσεως[11], εἶναι καταδικασμένη σέ ἀποτυχία. Γιά νά κατανοήσει κανείς αὐτό- μία λεπτομερής λογική τεκμηρίωση εἶναι ἀδύνατη ἐδῶ λόγῳ ἐλλείψεως χώρου- ἄς αναφερθοῦμε τουλάχιστον στά κοινῶς ἀποδεκτά καί ἀναμφισβήτητα συμπεράσματα τῆς φιλοσοφίας τοῦ Kant. Ἡ βασικότερη συμβολή της, πού εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητη ἀπό τήν ἰδιόμορφη ἰδέα τοῦ ἴδιου τοῦ συστήματός της, συνίσταται στό ἀξίωμα ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε διαπίστωση, ἡ ὁποιαδήποτε συστηματοποίηση τῶν συσχετισμῶν ἀνάμεσα στά φαινόμενα τῆς φύσεως ἀπαιτεῖ νά περάσει κανείς ἀπό τήν ἔννοια τῆς ὑλικῆς στήν ἔννοια τῆς πνευματικῆς φύσεως. Στήν βάση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου ἔγκεινται ἀρχές, ὅπως διάσταση, χρόνος, αἰτιότητα, νομοτέλεια, οἱ ὁποῖες, ἄν καί εἶναι προϋποθέσεις τοῦ εἶναι τῆς φύσεως, οἱ ἴδιες εἶναι πλέον «μή φυσικές», δέν ἀνήκουν στό βασίλειο τῆς φύσεως[12]. Καμμία φιλοσοφία δέν μπορεῖ νά προσπεράσει αὐτήν τήν θεμελιώδη ἀλήθεια· στήν ἀπουσία κατανοήσεώς της ἤ στήν μάταιη προσπάθεια νά τήν ἀρνηθεῖ κανείς βασίζεται ὅλο τό ψεῦδος τόσο τοῦ ὑλισμοῦ ὅσο καί τοῦ θετικισμοῦ. Ὁ ὑλισμός, πού ἐπιχειρεῖ νά δώσει μία ὁλοκληρωμένη εἰκόνα τοῦ εἶναι, ὄχι μόνον ἀρνεῖται τυφλά ὅλην τήν σφαῖρα τῶν πνευματικῶν φαινομένων ἀλλά ἀδυνατεῖ νά ἑρμηνεύσει τόν ἴδιο τόν φυσικό κόσμο, διότι εἶναι ἀναγκασμένος νά ἀποδέχεται εὐπειθῶς, χωρίς ἐξηγήσεις, τίς ὕψιστες προϋποθέσεις του, τό διάστημα, τόν χρόνο, τήν ἀλλαγή, τήν νομοτέλεια. Ὁ θετικισμός, ἑρμηνεύοντας τό εἶναι, ἀρνεῖται νά βγεῖ ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς αἰσθητικῶς [= διά τῶν αἰσθήσεων] δεδομένης εἰκόνας τοῦ κόσμου, ἀδυνατεῖ νά δώσει γενικώτερα μία ὁποιαδήποτε ἑρμηνεία καί, ὅπως βεβαιώνει ἡ λογική σκέψη τοῦ πλέον διορατικοῦ θετικιστή, τοῦ Hume, εἶναι καταδικασμένος νά φθάσει στόν ἀπόλυτο σκεπτικισμό. Οἱ προσπάθειες αὐτές νά ἑρμηνεύσει κανείς τό εἶναι, χωρίς νά ὑπερβῆ τά ὅρια τοῦ φυσικοῦ ἤ τοῦ αἰσθητικοῦ κόσμου, ἀναπόφευκτα ἐμπεριέχουν τήν ἀπόρριψη τῆς αὐτοτελοῦς σημασίας τῆς φιλοσοφίας, διότι ὁ μέν ὑλισμός ἀπορρίπτει τήν φιλοσοφία, προσπαθώντας νά τήν ἀντικαταστήσει μέ τήν φυσιογνωσία, ἐνῶ ὁ θετικισμός ἀπορρίπτει τήν φιλοσοφία, ἐλπίζοντας νά πραγματώσει τόν σκοπό της μέσα στό σύστημα τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, οἱ κατευθύνσεις τῶν θεωρήσεων πού ὁδηγοῦν στήν ἀπόρριψη τῆς φιλοσοφίας ὡς αὐτοτελοῦς γνώσεως, τίθενται οἱ ἴδιες ἐκτός φιλοσοφίας καί ἔτσι ἐπικυρώνουν ἔμμεσα τήν ταύτιση τῆς φιλοσοφίας μέ ἐκείνην τήν κοσμοθεωρία στήν ὁποία ἀντιτίθενται οἱ ἴδιες. Ἤ θεωροῦμε δυνατό νά ἀποδώσουμε ἕνα σύστημα τοῦ εἶναι, νά δώσουμε μία ὁλοκληρωμένη ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τοῦ κόσμου χωρίς νά ὑπερβαίνουμε τά ὅρια τοῦ αἰσθητικοῦ-φυσικοῦ εἶναι- τότε πρέπει νά ἀπορρίψουμε τήν φιλοσοφία λόγῳ ἐλλείψεως τοῦ αὐτοτελοῦς ἀντικειμένου τῆς ἐπιστήμης τῆς φιλοσοφικῆς γνώσεως- ἤ ἀποδεχόμαστε παράλληλα μέ τίς θετικές ἐπιστῆμες τόν εἰδικό σκοπό τῆς φιλοσοφίας- καί τότε ἀντικείμενό της δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι μόνον ἐκεῖνο τό ἀληθινό, γνήσιο εἶναι, τό ὁποῖο εἶναι συνάμα καί πνευματικό καί ἐν σχέσει μέ τό ὁποῖο ὁ αἰσθητικός-φυσικός κόσμος εἶναι κάτι τό δευτερογενές, τό παράγωγο. Μόνον ἄν σκεφθεῖ κανείς αὐτήν τήν λογικά ἀναπόφευκτη ἀκολουθία τῶν σκέψεων, ἐπίσης ἄν καθορίσει τήν κάπως ἀόριστη ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ καί κατανοήσει τήν δομή του καί τήν ὁλότητα τοῦ ἀπολύτου, θά εἶναι σαφές ὅτι ἡ φιλοσοφία κατανοεῖ τό εἶναι ἀπό τήν ἀπόλυτη θεμελιώδη ἀρχή της, ὅτι δηλαδή, ὅπως λέγει ὁ Hegel[13], τό μοναδικό ἀντικείμενο τῆς φιλοσοφίας εἶναι ὁ Θεός[14].
Ἀποσαφηνίζοντας ἔτσι τό ἀντικείμενο τῆς φιλοσοφίας ἀποσαφηνίζει κανείς καί τήν φύση ἤ τήν δομή τῆς φιλοσοφικῆς γνώσεως. Ἡ φιλοσοφία, ὅπως καί ὁποιαδήποτε ἄλλη γνώση, δέν ἀποτελεῖ ἕνα σύστημα ἀφηρημένων ἐννοιῶν πού συστηματοποιοῦνται βάσει τῶν «συλλογισμῶν», μέ μία ἀλυσίδα ἀπό ξεχωριστούς κρίκους τῆς λογικῆς ἐπιχειρηματολογίας. Κατ’ οὐσίαν, ἡ φιλοσοφία εἶναι ἐνόραση[15], διάκριση, ἀρχική σύλληψη τοῦ ἀπολύτου καί διατύπωσή του σ’ ἕνα σύστημα ἐννοιῶν πού σημαίνει τήν λογική ἀναπαράσταση τῆς ἄμεσα ἀντιληπτῆς ἀλληλεξαρτήσεως κάποιων μερῶν τοῦ καθολικοῦ ὅλου. Φιλοσοφία, μέ λίγα λόγια, εἶναι μία ἐφικτή περιγραφή, στήν γλῶσσα τῶν ὅρων τῆς λογικῆς, τῆς ἀντιληπτῆς εἰκόνας τοῦ εἶναι. Γι’ αὐτό, πρέπει νά ἔχει κανείς στραμμένη τήν προσοχή του σ’ ἐκείνην τήν θεμελιώδη ἀρχή τοῦ εἶναι, ἡ ὁποία δέν γίνεται ἀντιληπτή μέ τήν συνήθη συνείδηση. Γιά νά πετύχει κανείς τήν προσήλωση σ’ αὐτήν τήν ὀφθαλμοφανή ἀλλά μή δεδομένη αἰσθητικῶς [= διά τῶν αἰσθήσεων] ἀρχή, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ δύναμη τῆς βουλήσεως[16], ἡ ἀκούραστη ἕλξη[17] πρός τήν πνευματική ἐνόραση, χωρίς τίς ὁποῖες τό πρωταρχικό, ἐκεῖνο πού ἐμπεριέχει τά πάντα, ξεφεύγει ἀπό τήν ἀντίληψή μας, διότι ἐπισκιάζεται ἀπό τήν ποικιλομορφία τοῦ μεμονωμένου καί τοῦ μερικοῦ. Μπορεῖ, καλύτερα ἤ χειρότερα, νά βλέπει κανείς αὐτήν τήν ὀρθή καί ἐμπερικλείουσα τό ὅλον βάση· ὅμως, χωρίς νά τήν βλέπει, καί πολύ περισσότερο χωρίς νά τήν αἰσθάνεται, χωρίς ν’ ἀναπνέει κανείς κατά κάποιον τρόπο αὐτήν τήν ἀόρατη ἀτμόσφαιρα, δέν μπορεῖ νά κάνει φιλοσοφία, μπορεῖ μόνον νά προσφέρει τά ἀνώφελα φιλοσοφικά λόγια ἤ νά κάνει ἕνα σύνολο ἀπό ἄδειες, ἀπραγματοποίητες, ἐσωτερικά ἀκατανόητες, καί ἄχρηστες, δῆθεν φιλοσοφικές, καθαρά λεκτικές «σκέψεις». Ἐάν δέν στραφεῖ κανείς πρός τό ἀπόλυτο, ἐάν δέν ἀνυψωθεῖ μέ ὅλο του τό εἶναι πρός αὐτό, δέν μπορεῖ νά κάνει φιλοσοφία, νά ἔχει[18] φιλοσοφία· μπορεῖ μόνον νά παριστάνει τόν φιλόσοφο, νά «ἀσχολεῖται» μέ τήν φιλοσοφία, δηλαδή νά φορτώνει τό κεφάλι του μέ ὅρους ἀπό φιλοσοφικά βιβλία. Γιά νά διακρίνει κανείς τό ἀντικείμενο τῆς φιλοσοφίας πρέπει ἑπομένως, ὅπως ἔλεγε ὁ Πλάτων[19], «νά στρέψει τά μάτια τῆς ψυχῆς», νά πραγματοποιήσει ὁλοκληρωτική πνευματική στροφή, χάρις στήν ὁποία ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀρχική διαύγεια ὅλου τοῦ πνεύματος καί ἀπό τήν πνευματική ἐνόραση πέφτει ὁ μανδύας πού τήν ἐπισκιάζει. Ἔτσι ἡ τέχνη τῆς φιλοσοφίας προϋποθέτει τήν θρησκευτική προδιάθεση καί τήν θρησκευτική ἑστίαση τοῦ πνεύματος· στήν βάση τῆς ὁποιασδήποτε θρησκευτικῆς γνώσεως ἔγκειται ἡ θρησκευτική ἐνόραση[20].
Ἐάν, ὅμως, εἶναι ἀνόητη καί ψευδής ἡ διαδεδομένη ἀντίληψη γιά τήν φιλοσοφία ὡς ἕνα εἶδος ἀπαθοῦς δεξιότητας, προκειμένου νά ἀποδώσει κανείς ἕνα σύστημα ἀφηρημένων ἐννοιῶν πού νά ἱκανοποιεῖ τήν ἀνάγκη μόνον τῆς τακτοποιήσεως καί τῆς λογικῆς ἀλληλουχίας τῶν σκέψεων, δέν εἶναι λιγότερο ψευδής καί διαδεδομένη ἡ προερχόμενη ἀπό τήν ἔλλειψη πίστεως ἀντίληψη γιά τήν θρησκεία ὡς τυφλή ἀποδοχή τῆς ἀκατανόητης καί μή ἐλέγξιμης παραδοσιακῆς διδασκαλίας περί τῆς θεότητας. Κατ’ οὐσίαν, τό γεγονός τῆς ὑπάρξεως τῆς θρησκείας, ἡ ἁπλή, ἀμερόληπτη, φαινομενολογική ἀνάλυση τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἀποδεικνύει ὅτι, παρά τήν ποικιλομορφία τῆς θρησκευτικότητας, ἡ ὁποιαδήποτε θρησκευτική πίστη βασίζεται τελικά στήν στιγμή τῆς ἄμεσης αἰσθήσεως[21] τῆς θεότητας, τῆς ζωντανῆς προσεγγίσεως[22] τοῦ θεϊκοῦ, τῆς αἰσθήσεως τῆς ἀληθινῆς παρουσίας καί τῆς προσεγγίσεως τῆς θεότητας. Στό σημεῖο αὐτό δέν μποροῦμε νά ἐμβαθύνουμε στήν διερεύνηση τῆς συνθέσεως καί τοῦ ἐμπλουτισμοῦ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως πού ἔχουν δοθεῖ στά δόγματα τῶν «θετικῶν θρησκειῶν»[23] καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς θρησκευτικότητας. Ἕνα εἶναι σαφές γιά ὁποιονδήποτε ἀντιλαμβάνεται γενικώτερα τήν φύση τῆς θρησκευτικῆς πράξεως: τά δόγματα αὐτά δέν ἐξαλείφουν ἀλλά κάνουν πιό σύνθετη καί προσδίδουν ἕνα ἰδιαίτερο περιεχόμενο στήν στιγμή τῆς λογικῆς καί ἐντελῶς ἐλεύθερης καί ἐσωτερικά ἀτομικῆς ἀντιλήψεως καί αἰσθήσεως τῆς θεότητας, ἔξω ἀπό τήν ὁποία δέν ὑπάρχει θρησκευτικότητα.
Ἔτσι ἡ φιλοσοφία καί ἡ θρησκεία δέν εἶναι τόσο ξένες μεταξύ τους καί ἀνομοιογενεῖς κατευθύνσεις, ὅπως τίς θεωρεῖ ὁ διαφωτισμός πού ἔχει χάσει τήν σαφῆ ἰδέα τοῦ χαρακτήρα τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης. Ἀντιθέτως, εἶναι τόσο συγγενικές ἡ μία πρός τήν ἄλλη πού εὔκολα μπορεῖ νά προκύψει κίνδυνος συγχύσεώς τους, καί τουλάχιστον φαντάζει ἀρκετά δύσκολο νά τίς διακρίνει κανείς ἀπό λογικῆς πλευρᾶς. Ἄς πάρουμε τά λιγοστά παραδείγματα. Ὁ λόγος τοῦ Ἡρακλείτου, ἐκεῖνο τό «ἑνιαῖο σοφό» τό ὁποῖο «διοικεῖ τά πάντα»[24], μέ τήν κοινωνία τοῦ ὁποίου ἀποκτᾶ διαύγεια ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, τί εἶναι; Θρησκευτική ἐνόραση ἤ θρησκευτική ἔννοια; Καί ἡ πεμπτουσία τοῦ πλατωνικοῦ κόσμου τῶν Ἰδεῶν, τό καθ’ ἑαυτό καλόν, πού ὑψώνεται πάνω ἀπό τήν οὐσία καί τήν νόηση, ἡ πηγή τοῦ εἶναι καί τῆς σκέψεως[25], μπροστά στήν ἀνείπωτη ὀμορφιά τοῦ ὁποίου τρέμει καί γεμίζει μέ δυνατή ἀγάπη ἡ καρδιά τοῦ φιλοσόφου, εἶναι ἀντικείμενο θρησκευτικοῦ αἰσθήματος ἤ ὁλοκληρωμένη φιλοσοφική ἔννοια; Ποῦ νά θεωρήσουμε ὅτι ἀπευθύνεται ὁ ἐνθουσιώδης Ὕμνος τοῦ στωϊκοῦ Κλεάνθη πρός τόν Δία- Λόγο; Πρός τήν θρησκεία ἤ πρός τήν φιλοσοφία;[26] Ποῦ νά τοποθετήσουμε τό ἐκστατικό ὅραμα τοῦ «Ἑνός» τοῦ Πλάτωνος ἤ τήν διδασκαλία τοῦ Αὐγουστίνου γιά τόν Θεό ὡς ζῶσα ἀλήθεια, πιό ἀξιόπιστη ἀπό τό γεγονός τῆς ἀτομικῆς ὑπάρξεως τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως; Καί ἀνάλογα ζητήματα θά μποροῦσε νά θέσει κανείς σέ συσχετισμό μέ τίς κύριες ἀπόψεις τῶν μεγαλυτέρων φιλοσόφων τῆς νεώτερης ἐποχῆς, ἀρκεῖ νά θυμηθεῖ κανείς τό «amor intellectualis»[27] τοῦ Spinoza, τήν «θέαση ὅλων τῶν πραγμάτων μέσα στόν Θεό»[28] τοῦ Malebranche, τούς θρησκευτικούς-φιλοσοφικούς ἀγῶνες τοῦ γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ ἤ τά ἔργα τῶν μεγάλων μυστικῶν, τοῦ M. Eckhart, J. Böehme[29] καί ἄλλων. Ἐδῶ ἡ φιλοσοφία καί ἡ θρησκεία περιπλέκονται ἀνεπαίσθητα ἡ μία μέ τήν ἄλλη καί εἶναι ἀδύνατον νά θέσει κανείς σαφή ὅρια ἀνάμεσά τους. Βεβαίως ἐξ αὐτοῦ δέν προκύπτει ὅτι ἡ φιλοσοφία καί ἡ θρησκεία εἶναι ταυτόσημες. Ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός θά ἦταν μία τεράστια πλάνη, βασισμένη στήν ἀλλοίωση εἴτε τῆς φιλοσοφίας εἴτε τῆς θρησκείας. Στήν βάση του ἔγκειται συνήθως ἡ πιό χονδροειδής ἀντίληψη γιά τήν θρησκεία ὡς μία δημοφιλή καί ὑποκειμενικά αἰτιολογημένη μεταφυσική. Στήν πραγματικότητα, ἡ φιλοσοφία καί ἡ θρησκεία ἔχουν ἐντελῶς διαφορετικούς σκοπούς καί κατά κύριο λόγο εἶναι διαφορετικές[30] μορφές πνευματικῆς δραστηριότητας. Θρησκεία εἶναι ζωή σέ κοινωνία μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία ἔχει σκοπό τήν ἱκανοποίηση τῆς προσωπικῆς ἀνάγκης τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς γιά τήν σωτηρία[31], καί τήν εὕρεση τῆς ἀκλόνητης πνευματικῆς γαλήνης καί χαρᾶς. Φιλοσοφία, κατ’ οὐσίαν, εἶναι μία ἐντελῶς ἀνεξάρτητη ἀπό ὁποιαδήποτε προσωπικά συμφέροντα, ὕψιστη, καταλυτική ἑρμηνεία τοῦ εἶναι καί τῆς ζωῆς[32] μέσῳ τῆς ἐνοράσεως τῆς ἀπόλυτης θεμελιώδους ἀρχῆς. Ὅμως, αὐτές οἱ οὐσιαστικά ἀνομοιογενεῖς μορφές πνευματικῆς ζωῆς συμπίπτουν ὡς πρός τό ὅτι καί οἱ δύο εἶναι πραγματοποιήσιμες μόνον μέσῳ τῆς ἑστιάσεως τῆς συνειδήσεως στό ἴδιο ἀντικείμενο, τόν Θεό[33], ἀκριβέστερα μέσῳ τῆς ζωντανῆς, ἐμπειρικῆς ἐνοράσεως τοῦ Θεοῦ. Βεβαίως, κάνοντας κανείς ἀφηρημένες σκέψεις, εἶναι δυνατό νά φαντασθεῖ καί τόν ἀντίστροφο συσχετισμό, ἀκριβῶς τήν ἀπόλυτη ἀπόκλιση τοῦ τρόπου ὑλοποιήσεως τῶν δύο σκοπῶν. Ὅπου, ὅμως, λ.χ. στόν βουδισμό, βρίσκει κανείς τήν ἀτομική σωτηρία ὄχι στόν δρόμο τῆς ἐπαφῆς μέ τόν Θεό καί ὅπου ἡ συνείδηση ματαιοπονεῖ νά ἑρμηνεύσει τήν ζωή καί τόν κόσμο, [ξεκινώντας] ὄχι ἀπό τήν αἰώνια καί ἀπόλυτη βάση του, ἀνάμεσα στήν θρησκεία καί στήν φιλοσοφία δέν ὑπάρχει τίποτε τό κοινό. Ὁ λόγος δέν εἶναι ὅτι ἀντιφάσκουν ἡ μία πρός τήν ἄλλη, [ἀλλά ὅτι] στήν συγκεκριμένη περίπτωση δέν συγκλίνουν ὅπως, ἄς ποῦμε, δέν συγκλίνουν ἡ μουσική μέ μία χημική ἀντίδραση. Ὅμως, ὅλη ἡ ὑπόθεση συνίσταται στό γεγονός ὅτι τέτοιοι δρόμοι μέ διαφορετικές κατευθύνσεις εἶναι κατ’ οὐσίαν, τόσο γιά τήν θρησκεία ὅσο καί γιά τήν φιλοσοφία, δρόμοι ἐπίπλαστοι, δέν ὁδηγοῦν στόν σκοπό. Ἀντιθέτως, ἡ πραγματική ὑλοποίηση τοῦ σκοποῦ τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης εἶναι δυνατή μόνον μέσα ἀπό τούς δρόμους πού ὁδηγοῦν στόν ἕνα καί στόν μοναδικό σκοπό, στόν Θεό. Ὡς πρός τήν θρησκεία, ὁ ἰσχυρισμός αὐτός δέν ἀπαιτεῖ, βεβαίως, εἰδική τεκμηρίωση· ὡς πρός τήν φιλοσοφία, αὐτό ἀποτελεῖ μία θέση πού ἀπαιτεῖ τήν τελική διασαφήνιση καί τεκμηρίωση, ἡ ὁποία δέν ἔχει ἐξαντληθεῖ ἀπό τούς προηγούμενους γενικούς συλλογισμούς.


* * *


Γιά τήν σύγχρονη συνείδηση, ἀκόμα κι ἄν συλλογίζεται βάσει τῶν ἐννοιῶν πού ἀναφέρθηκαν παραπάνω, φαντάζει σχεδόν ἀπίθανο ἤ ἐντελῶς ἀδύνατο τό ἀπόλυτο, τό ὁποῖο στήν φιλοσοφία εἶναι ἀνώτατη λογική κατηγορία πού ἑνώνει καί συστηματοποιεῖ τήν θεωρητική ἑρμηνεία τοῦ εἶναι, νά ταυτίζεται μέ τόν ζωντανό Θεό, τόν ὁποῖο χρειάζεται καί μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά ἱκανοποιηθεῖ ἡ θρησκευτική πίστη. 
Ἐδῶ προκύπτουν δύο ἀμφιβολίες, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν, στήν οὐσία, τήν ἴδια δυσκολία. Ἀπό τήν μία πλευρά, ἡ θρησκευτική ἰδέα τοῦ θεοῦ ἔρχεται, ὅπως φαίνεται, σέ ἀντίθεση μέ τόν σκοπό τῆς φιλοσοφίας ὡς πρός τό ὅτι προϋποθέτει στήν φύση τοῦ θεοῦ καί ἄρα στήν ζωντανή σχέση μέ τόν θεό, τό γεγονός τοῦ μυστηρίου, τοῦ ἀκαταλήπτου[34], τήν ἀναντιστοιχία μέ τόν ἀνθρώπινο νοῦ. Ἀντιθέτως, ὁ σκοπός τῆς φιλοσοφίας συνίσταται ἀκριβῶς στήν κατανόηση καί στήν ἑρμηνεία[35], τῆς βάσεως τοῦ εἶναι. Ὅσα ἔχουν ἀποδειχθεῖ λογικά, ὅσα ἔχουν γίνει κατανοητά, στεροῦνται τῆς θρησκευτικῆς βαρύτητάς τους. Ἀκόμα κι ἄν ἡ φιλοσοφία εἶχε γνωρίσει πράγματι τόν Θεό, ἄν εἶχε ἀποδείξει τήν ὕπαρξή Του, ἄν εἶχε ἀποσαφηνίσει τίς ἰδιότητές Του, θά Τοῦ εἶχε στερήσει μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν βαρύτητα πού εἶχε γιά τήν θρησκεία, δηλαδή θά εἶχε σκοτώσει τό πιό πολύτιμο πού ὑπάρχει στήν ζωντανή θρησκευτική πίστη. Αὐτή εἶναι ἡ ἀμφιβολία πολλῶν θρησκευτικῶν ἰδιοσυγκρασιῶν, στίς ὁποῖες συχνά φαίνεται ὅτι ὅσο περισσότερο θρησκευτική εἶναι ἡ φιλοσοφία λόγῳ τοῦ ἀντικειμένου της, δηλαδή ὅσο περισσότερο ἐπιμένει νά ἀσχολεῖται μέ τήν λογική ἑρμηνεία τοῦ Θεοῦ, τόσο πιό ἐπικίνδυνη εἶναι γιά τόν σκοπό τῆς θρησκείας, γιά τήν ζωντανή, γεμάτη πίστη κατοχή τῆς ἀνεξιχνίαστης καί ἀνείπωτης πηγῆς τῆς σωτηρίας. Ἡ ἴδια ἀκολουθία σκέψεων ὁδηγεῖ μερικές φορές τήν φιλοσοφία στήν πεποίθηση ὅτι ὁ πραγματικός σκοπός της εἶναι νά κατανοήσει τόν Θεό, ἀπορρίπτοντας ἔτσι ἐκεῖνο τό αὐθόρμητο καί μυστηριῶδες πού προσδίδουν στήν θρησκεία τόν χαρακτήρα τῆς οἰκείας πίστεως, τοῦ προσωπικοῦ βιώματος τῆς πίστεως. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἡ φιλοσοφία εἶναι, ὅπως στόν Hegel, ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἀνεξέλεγκτης, ἐνστικτώδους πίστεως ἀπό τήν σαφῆ γνώση, ὑπέρβαση τῆς πίστεως ἀπό τήν γνώση[36]. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά βιώσει κανείς τήν ἀγάπη πρός ἕνα ἄνθρωπο καί ταυτόχρονα νά θεωρεῖ τόν ἴδιο ἄνθρωπο ἀντικείμενο ψυχρῆς ἐπιστημονικῆς ἀναλύσεως, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νά τόν κατανοεῖ λογικά[37].
Ἀπό μία ἄλλη ἄποψη, ἡ ἴδια δυσκολία λαμβάνει τήν μορφή τῆς ἀτομικῆς ἀμφιβολίας. Ὁ Θεός τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, ἡ πηγή τῆς ἀτομικῆς σωτηρίας εἶναι ἀπαραιτήτως μία ζωντανή προσωπικότητα. Ἀπ’ ὅ τι φαίνεται, ὅμως, μέσα ἀπό ὅλες τίς κατηγορηματικές μορφές μέ τίς ὁποῖες μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ κύρια φιλοσοφική ἔννοια τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ εἶναι, ἡ λιγότερο ἁρμόζουσα εἶναι ἡ μορφή τῆς ζωντανῆς προσωπικότητας[38]. Ὁ Θεός τῆς φιλοσοφίας, νοούμενος εἴτε ὡς οὐσία τοῦ κόσμου καί ὡς τό πρωταρχικό αἴτιό του, εἴτε ὡς μία καθολική αἰωνιότητα καί δημιουργική δύναμη τῆς ἐξελίξεως, εἴτε ὡς κοσμική συνείδηση καί ζωή, εἶναι, ἄν μή τί ἄλλο, κάτι τό ἀπρόσωπο, μία ἀρχή, ὅπου ἡ φιλοσοφία, χωρίς ν’ ἀλλάζει τόν σκοπό τῆς κατανοήσεως καί τῆς λογικῆς ἑρμηνείας τοῦ εἶναι καί χωρίς νά προσαρμόζεται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος, δέν μπορεῖ νά διακρίνει τά ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά τῆς ζωντανῆς προσωπικότητας πού ἀγαπᾶ καί τιμωρεῖ, τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά μία θρησκευτική σχέση μέ τόν Θεό. Ἀναπόφευκτα, λοιπόν, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου ἑνός μεμονωμένου φιλοσοφικοῦ συστήματος, ὁ θεός τῆς φιλοσοφίας[39] φέρει πάνω του τήν σφραγῖδα τῆς ἐξαρτήσεώς του ἀπό τήν ἀφηρημένη σκέψη καί γι’ αὐτό δέν εἶναι θρησκευτικό αἴσθημα ἀλλά ἕνα ἀπατηλό ὑποκατάστατο τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ· νεκρή πέτρα ἀντί ἄρτου πού χορταίνει τήν πείνα τῆς θρησκευτικῆς ψυχῆς ἤ, στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων, μία σκιά ἐκείνου τοῦ πράγματι ἀληθινοῦ πού κατέχει ἤδη σέ ὅλην τήν πληρότητα καί ζωτικότητα τῆς ἀλήθειας Του ἡ πηγαία θρησκευτική πίστη.
Στήν βάση καί τῶν δύο ἀμφιβολιῶν ἔγκειται, σέ τελική ἀνάλυση, μία δυσκολία- καί πρέπει νά παραδεχθεῖ κανείς ὅτι αὐτή εἶναι πράγματι σοβαρή δυσκολία- ἡ ὁποία συνοψίζεται στό ἑξῆς: μπορεῖ ἡ φιλοσοφία, ἡ ὁποία ἔχει κατανοήσει τό εἶναι μέσα ἀπό τήν λογική μορφή τῆς γνώσεως νά μήν εἶναι ὀρθολογισμός[40]; Ἄξιο προσοχῆς εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀκριβῶς αὐτό τό ζήτημα εἶναι τό πλέον καθοριστικό ὄχι μόνον γιά νά ἔλθουν σέ συμφωνία ἡ φιλοσοφία καί ἡ θρησκεία ἀλλά καί γιά τήν δυνατότητα τῆς ἴδιας τῆς φιλοσοφίας[41]. Ὄντως, ἀπό τήν μία πλευρά, ἡ φιλοσοφία εἶναι ἑρμηνεία τοῦ εἶναι μέσα ἀπό ἕνα σύστημα ἐννοιῶν[42] καί, ἀπό τήν ἄλλη, ἀποτελεῖ τήν ἑρμηνεία του βάσει τῆς ἀπόλυτης καί τῆς καθολικῆς θεμελιώδους ἀρχῆς του. Ἡ γνώση, ὅμως, εἶναι πάντοτε κάτι τό σχετικό καί τό περιορισμένο· πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐκφράζει κανείς τό ἀπόλυτο μέσα ἀπό τίς μορφές τοῦ σχετικοῦ; Πῶς γίνεται, μέ ἄλλα λόγια, νά κατανοήσει κανείς τό ἀκατάληπτο; Θά μποροῦσε νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι στεκόμαστε μπροστά σέ ἕνα μοιραῖο δίλημμα· εἴτε ἀναζητοῦμε τό ἴδιο τό Ἀπόλυτο, τό ὁποῖο εἶναι πέραν τῶν ὁρίων τοῦ πεπερασμένου καί ἄρα δυναμένου νά διατυπωθεῖ λογικά- καί τότε μποροῦμε νά τό κατανοήσουμε καί νά τό διατυπώσουμε λογικά, εἴτε ἀναζητοῦμε τό λογικό σύστημα τῶν ἐννοιῶν- καί τότε παραμένουμε γιά πάντα στήν σφαῖρα τοῦ σχετικοῦ, τοῦ μερικοῦ, χωρίς νά φθάνουμε στήν ἀληθινή θεμελιώδη ἀρχή καί τήν ἑνιαία καθολικότητα τοῦ εἶναι. Καί στίς δύο περιπτώσεις ὁ σκοπός τῆς φιλοσοφίας παραμένει ἀπραγματοποίητος.
Εἶναι ἀρκετά τά φιλοσοφικά συστήματα πού ἀπέτυχαν λόγῳ αὐτῆς τῆς δυσκολίας[43] . Ὅμως, στήν κυριώτερη κατεύθυνσή της ἡ φιλοσοφία, ἐδῶ καί καιρό, ἔχει ἀναμετρηθεῖ μέ τήν δυσκολία αὐτή καί τήν ἔχει ξεπεράσει θεμελιωδῶς. Στήν διδασκαλία τοῦ Ἡρακλείτου γιά τήν ἀμοιβαία σχέση καί τήν ζωντανή ἁρμονία τῶν ἀντιθέτων[44], στούς βαθύτερους ἐκείνους διαλόγους πού ἔχουν ξεπεράσει τόν πρώϊμο ὀρθολογισμό, στούς ὥριμους διαλόγους τοῦ Πλάτωνος, στήν διδασκαλία τοῦ Φίλωνος τοῦ Ἀλεξανδρέως, σέ ὅλες τίς κατευθύνσεις τῆς λεγομένης «ἀποφατικῆς θεολογίας», στόν νεοπλατωνισμό καί στόν μυστικισμό τοῦ χριστιανισμοῦ, στήν διδασκαλία τοῦ N. Cusanus γιά τήν docta igmorantia[45], στίς πιό βαθυστόχαστες καί ἀκριβεῖς διατυπώσεις τῆς λεγομένης «ὀντολογικῆς ἀποδείξεως» περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, στήν θεωρία τοῦ Spinoza περί τῆς ὀντολογικῆς ἑνότητας τῶν ἀνομοιογενῶν ἰδιοτήτων [= κατηγορημάτων], στήν θεωρία τοῦ Leibniz περί τοῦ συνεχοῦς εἶναι, στήν φιλοσοφία τῆς ταυτότητας τοῦ Schelling, στήν διαλεκτική ὀντολογία τοῦ Hegel, ἔχουμε διάφορες καί διαφορετικές, ὅσον ἀφορᾶ στό βάθος καί στήν ἀντιστοιχία, ἀλλά κατ’ οὐσίαν ταυτόσημες καί ἀπολύτως ἐπιτυχεῖς λύσεις τῆς δυσκολίας αὐτῆς. Τό γενικώτερο νόημα τῆς ὑπερβάσεως τῆς δυσκολίας αὐτῆς συνίσταται στήν διάκριση τῆς ὑπέρλογης, ἐνορατικῆς βάσεως τῆς λογικῆς σκέψεως. Ἡ φιλοσοφία ἑρμηνεύει καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐκφράζει λογικά καί εὐκρινῶς τό ἀπόλυτο μέσῳ τῆς ἄμεσης διακρίσεως καί τῆς λογικῆς διαπιστώσεως τῆς ἐνσυνείδητης[46] μορφῆς. Δέν μποροῦμε νά παραθέσουμε ἐδῶ μία λεπτομερή λογική ἑρμηνεία τοῦ βαθύτατου καί συνάμα ἀξιωματικῶς σαφοῦς συσχετισμοῦ· μποροῦμε μόνον νά ὁδηγήσουμε μέ δύο λόγια τήν σκέψη τοῦ ἀναγνώστη στήν σχέση πού ἀναπτύσσεται στό σημεῖο αὐτό. Ἡ διάκριση τῆς ἀπόλυτης, ἐμπεριέχουσας τά πάντα φύσεως τοῦ εἶναι, πού ὑπερβαίνει τά ὅρια τοῦ περιορισμένου καί τοῦ σχετικοῦ τῶν λογικά διαπιστωμένων, εἶναι ἀκριβῶς ἡ λογικά ἀντίστοιχη διάκρισή της[47]. Μέ ἄλλα λόγια, ἀκριβῶς αὐτή ἡ λογικά ὥριμη σκέψη πού ἔχει φθάσει στήν ἀπόλυτη σαφήνεια, διακρίνοντας τό ἀνεξάντλητο καί τό ἄπειρο τοῦ ἀπολύτου, τήν θεμελιωμένη διαφορά του ἀπό τό καθετί πού μπορεῖ νά διατυπωθεῖ λογικά, ἄρα ἀποδεχόμενη ταπεινά τό περιεχόμενο τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς νοήσεως μπροστά στό ἀληθινό εἶναι, μόνον μέσα ἀπό τήν ἀνοιχτή καί σαφῆ συνειδητοποίηση τοῦ συσχετισμοῦ αὐτοῦ καί μόνον μέσα ἀπό αὐτόν[48] ὑπερβαίνει τό περιορισμένο τῆς νοήσεως καί κατακτᾶ τό ἀντικείμενο πού ξεπερνᾶ τίς δυνατότητές του. Ὅπως τό ἐκφράζει ὁ N. Cusanus, «τό ἀκατάληπτο κατακτᾶται μόνον χάρις στό ὅτι δέν μπορεῖ νά τό φθάσει κανείς». Γι’ αὐτό ἡ πραγματική φιλοσοφία ὄχι μόνον δέν ἀρνεῖται τήν συνείδηση τοῦ μυστηρίου, τό ἀνεξάντλητο βάθος καί τήν ἄπειρη πληρότητα τοῦ εἶναι, ἀλλά στηρίζεται ἐξ ὁλοκλήρου στήν συνείδηση αὐτή καί προέρχεται ἀπό αὐτήν ὡς πρωταρχική βάση τοῦ εἶναι. Μέσα στήν συνείδηση αὐτή συγκροτεῖται γενικώτερα ἡ δομή τῆς ὁποιασδήποτε ἀληθινῆς γνώσεως, ἐν ἀντιθέσει μέ τήν ψευδῆ γνώση πού ἔχει ἀξιώσεις γιά τήν παντογνωσία. Ὅπου ὁ ἄνθρωπος παραδεχόμενος τήν ὑπεροχή τῆς γνώσεως, φαντάζεται ὅτι μέ αὐτήν ἔχει ἐξαντλήσει τό ἀντικείμενο, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει ἡ πρώτη συνθήκη τῆς γνώσεως, ἡ σαφής ἀντίληψη τοῦ ἀντικειμένου της. Διότι, ὅπου ὑπάρχει ἡ γνώση, ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ σαφής διάκριση τῆς μερικῆς πληρότητας καί τοῦ ἀτελοῦς τῆς γνώσεως. Ἡ πράγματι διακριτή γνώση συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τήν αἴσθηση τήν ὁποία εἶχε ἐκφράσει ὁ Newton, ὁ ἰδιοφυής δημιουργός τοῦ μαθηματικοῦ συστήματος τοῦ σύμπαντος, λέγοντας ὅτι φαντάζεται τόν ἑαυτό του σάν παιδί πού μαζεύει τά διάφορα κοχύλια στίς ἀκτές τοῦ ἀπείρου καί ἀνεξερεύνητου ὠκεανοῦ. Καί ἀντιθέτως, ἡ ἀνόητη ἐκείνη ματαιοδοξία, στήν ὁποία τό εἶναι φαίνεται περιορισμένη καί ἐπίπεδη εἰκόνα, ὄχι μόνον ἐμπεριέχει τήν ὑπερβολή τῆς σημασίας ὁποιασδήποτε γνώσεως ἔχει κατακτήσει κανείς, ἀλλά ἀποτελεῖ ἁπλῶς τήν ἀπόλυτη τύφλωση, ὅπου δέν μπορεῖ νά γίνει οὔτε τό πρῶτο βήμα τῆς γνώσεως.
Μέ τήν ἀποσαφήνιση τῆς δυνατότητας τῆς ἴδιας τῆς φιλοσοφίας ἐξαλείφεται εὐθύς ἀμέσως ἡ πρώτη ἀπό τίς δύο ἀναφερθεῖσες ἀμφιβολίες ἀνάμεσα στήν σχέση τῆς φιλοσοφίας, τῆς θεογνωσίας καί τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Μέ ὁποιεσδήποτε ἔννοιες κι ἄν ἡ ἀφηρημένη φιλοσοφική σκέψη ἐκφράζει τήν δική της γνώση τοῦ Θεοῦ, ἡ κύρια ἐνόραση καί ἄρα ἡ ἀνώτερη καί ὕψιστη ἔννοιά της παραμένει ἡ καθαρῶς θρησκευτική ἰδέα τοῦ ἀπείρου, ἀνεξάντλητου βάθους τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Καί κατ’ οὐσίαν, ὅλο τό ὑπόλοιπο σύστημα ἐννοιῶν ἔχει ὡς τελικό σκοπό του νά φέρει πιό κοντά τήν σκέψη πρός τήν σύλληψη τῆς ὑπερβατικῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ. Σ’ αυτό τό σημεῖο, ἡ συνήθης πλάνη στήν κατανόηση τῆς σχέσεως ἀνάμεσα στήν φιλοσοφία καί στήν θρησκεία συνίσταται στό ὅτι ἡ αἴσθηση τοῦ μυστηρίου φαντάζει σάν συνθήκη πού ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στήν γνωστική διείσδυση καί, ἀντιθέτως, τό πάθος γιά τήν γνώση [φαντάζει] σάν γνώση πού καταστρέφει τήν ταπεινή αἴσθηση τοῦ μυστηρίου καί γι’ αὐτό εὐνοεῖ τήν ματαιοδοξία τοῦ ἀθεϊσμοῦ. Ἀντιθέτως, στήν πραγματικότητα ἡ θρησκευτική αἴσθηση τοῦ μυστηρίου καί τοῦ βάθους του εἶναι ἡ πρώτη καί ἀναγκαία συνθήκη τῆς ἐξελίξεως, ἐνῶ ἡ ματαιοδοξία τοῦ ἀθεϊσμοῦ σκοτώνει τό φιλοσοφεῖν καί ἀποτελεῖ ἄρνηση τῆς φιλοσοφίας ὡς θρησκείας.
Οὔτε ὁ θεός τῆς θρησκείας οὔτε ὁ θεός τῆς φιλοσοφίας ἔχουν ἐκεῖνο τό ἁπλό καί κατηγορηματικό περιεχόμενο, ἀκριβῶς ἐπειδή Αὐτός εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τό ἀνεξερεύνητο βάθος καί ὁ ἀνεξάντλητος πλοῦτος. Εἶναι ἡ πληρότητα ὅλων[49] τῶν ὁρισμῶν, διότι στέκει πιό ὑψηλά ἀπό τόν καθένα ἀπό αὐτούς. Καί γι’ αὐτό ὁ ἕνας ὁρισμός δέν ἀντιφάσκει πρός τόν ἄλλον- ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ὁ κάθε ὁρισμός λαμβάνεται κατά κύριο λόγο ὄχι ὡς ἡ πλήρως ἀντίστοιχη γνώση τῆς ἴδιας τῆς οὐσίας Αὐτοῦ[50] ἀλλά ὡς ἡ κατανόηση μιᾶς ἀπό τίς πλευρές Του, ἡ ὁποία χάρις στήν ἑνότητα τῆς οὐσίας Του δέν ἔχει παρά μόνον συμβολική σημασία γιά τόν προσδιορισμό τοῦ ὅλου. [Εἶναι γεγονός ὅτι] καί ὁ θεός τῆς θρησκευτικῆς πίστεως ἐμπεριέχει- μέ τήν πρώτη ἀπόπειρα κάποιου μονομεροῦς ὁρισμοῦ Του- πλῆθος ἀντιφάσεων, οἱ ὁποῖες κατ’ οὐσίαν δέν εἶναι ἀντιφάσεις ἀλλά ἀντινομίες πού συμφωνοῦν στήν ἀνώτερη ὑπερβατική ἑνότητα. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ φιλοσοφική θεογνωσία συνδέεται, μόνον κατά ἕνα φανταστικό τρόπο, μέ τήν ἀπρόσωπη καί κάπως ἄμορφη ἔννοια τοῦ θεοῦ. Τό φαινομενικῶς ἀναπόφευκτο αὐτῆς τῆς τάσεως προκύπτει ἀπό τόν μονομερῆ περιορισμό τοῦ σκοποῦ τῆς φιλοσοφίας ἀπό τήν θρησκευτική ἑρμηνεία τοῦ κόσμου. Ἐάν θεωρήσουμε ὅτι ὁ σκοπός τῆς φιλοσοφίας δέν ἐξαντλεῖται ἔτσι ἀλλά ἀπαιτεῖ μία ἑνιαία ἑρμηνεία τοῦ εἶναι μέσα σέ ὅλην τήν ζωντανή πληρότητα καί τό βάθος του[51] πού ἐμπεριέχει τήν πραγματικότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς μέ ὅλα τά ἠθικά καί θρησκευτικά ζητήματα καί προβλήματά της· ἐπίσης, ἐάν θυμηθοῦμε τήν ἀναγκαιότητα τέτοιων φιλοσοφικῶν προβλημάτων, ὅπως τό πρόβλημα τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, τῆς θεότητας, τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στό ἠθικό ἰδεῶδες καί στήν πραγματικότητα, τήν ἐλευθερία καί τήν ἀναγκαιότητα, τήν νόηση τῶν φυσικῶν δυνάμεων, θά καταλάβουμε ὅτι ἡ ὕψιστη ἑνότητα, τήν ὁποία ἐπιζητεῖ ἡ φιλοσοφία, δέν εἶναι μόνον ἡ ἀπρόσωπη ἑνότητα πού συστηματοποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ ἀντικειμενικοῦ κοσμικοῦ εἶναι, ἀλλά ἡ πραγματική, ὁλοκληρωμένη, καθολική ἑνότητα τῆς ζωῆς, μέ τήν πιό βαθιά καί πλήρη ἔννοια τοῦ ὅρου. Ὅλη ἡ ὑπόθεση ἔγκειται στό ὅτι ἡ πραγματική φιλοσοφία, αὐτή πού μπορεῖ νά ἐκπληρώσει τόν προορισμό της, πρέπει νά προέρχεται ἀπό τήν πραγματική, δηλαδή τήν ἀπόλυτα πλήρη καί συγκεκριμένη καθολική ἑνότητα, καί ὄχι ἀπό τήν φαινομενική, κατ’ οὐσίαν μερική καί ἀφηρημένη ἑνότητα τοῦ συστήματος τοῦ ἀντικειμενικοῦ εἶναι. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ τελευταία πηγή καί τό κριτήριο τῆς φιλοσοφικῆς γνώσεως δέν εἶναι μόνον ἡ ἀπαθής, ἐνορατική διαίσθηση τοῦ ἀντικειμενικοῦ εἶναι, ἀλλά ἡ ἑνιαία καί ζῶσα πνευματική ἐμπειρία[52] πού ἑρμηνεύει τό βίωμα τοῦ ἀπόλυτου βάθους τῆς ζωῆς. Ἡ παραδοσιακή λογική ἑρμηνεία τῆς φιλοσοφίας, ἐφ’ ὅσον δέχεται τήν φιλοσοφία ὡς μεταφυσική καί ὀντολογία, διαβλέπει στήν τελευταία τό περιεχόμενο τῆς «θεωρητικῆς φιλοσοφίας»[53] καί διακρίνεται ἀπό αὐτήν μέ τήν ἰδιότητα τῶν εἰδικῶν, συμπληρωματικῶν καί συνάμα δευτερευόντων τομέων τῆς φιλοσοφικῆς γνώσεως, τήν «ἠθική φιλοσοφία» ἤ τήν «πρακτική φιλοσοφία», τήν «αἰσθητική» ἤ τήν «φιλοσοφία τῆς θρησκείας», τήν «φιλοσοφία τῆς «ἱστορίας» κ. ἄ. Πρακτικά καί προπαιδευτικά ἕνας τέτοιος ἤ ἀνάλογος πρός αὐτόν καταμερισμός τῆς φιλοσοφίας εἶναι, βεβαίως, ἀναπόφευκτος λόγῳ τῆς πολυμορφίας τῶν φιλοσοφικῶν ἐνδιαφερόντων καί τῆς ἀδυναμίας νά ἐκθέσει κανείς ἄμεσα τό ἀντικείμενο τῆς φιλοσοφίας. Ἀπό τήν μία πλευρά, ἡ ὁποιαδήποτε[54] φιλοσοφία εἶναι ὀντολογία ἤ «θεωρητική φιλοσοφία» (ἀνόητος πλεονασμός, ἀφοῦ ἡ φιλοσοφία εἶναι πάντοτε γνώση, δηλαδή θεωρία!), διότι ἡ φιλοσοφία παντοῦ καί πάντοτε κατανοεῖ τό οὐσιῶδες. Καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ἀληθινή ὀντολογία δέν εἶναι ἀμερόληπτη μελέτη, ξένη πρός τό πνεῦμα καί τήν εἰκόνα τοῦ εἶναι πού μόνον ἐξωτερικῶς τοῦ παρουσιάζεται (διότι ἕνα τέτοιο εἶναι δέν ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τό καθολικό εἶναι ἤ τήν ἀληθινή καθολικότητα ὅλων) ἀλλά κατανόηση τοῦ ἀπόλυτου εἶναι, πού ἐμπεριέχει καί ὅλην τήν πνευματική ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ ὑποκειμένου τῆς γνώσεως, τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας. Ὅμως, ἡ γνωστική κατεύθυνση πρός τό ἀπόλυτο μέ αὐτήν τήν ἀποκλειστικά ἀληθινή ἔννοια προϋποθέτει τήν πνευματική ἐμπειρία ὄχι ὡς ἐσωτερική ἐνόραση ἀλλά ὡς κατανόηση τῆς οὐσίας καί τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς βασισμένη στό ἀληθινό ἐσωτερικό βίωμα[55]. Μέ λίγα λόγια, ἡ ἀληθινή καί ὄχι ἡ σχολική καί προπαιδευτική ὀντολογία πρέπει νά στηρίζεται στήν ζωντανή θρησκευτική ἐμπειρία[56]  καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ ἐξ ἀρχῆς νά ἀντιφάσκει πρός αὐτήν. Ὅλο τό σύνολο τῶν βασανιστικῶν ἀμφιβολιῶν, ἀναζητήσεων καί ἐπιτευγμάτων τῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας, πού συνοψίζεται στό ζήτημα περί «τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς» - τό πρόβλημα τῆς ἐνοχῆς, τῆς τιμωρίας καί τῆς συγχωρήσεως, τῆς προσωπικῆς εὐθύνης καί τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, τοῦ πεπρωμένου καί τῆς ἐλευθερίας, τῆς ὑπάρξεως τοῦ κακοῦ καί τῆς μακαριότητας τοῦ Ἀληθινοῦ, τοῦ φθαρτοῦ τῆς ἐμπειρικῆς ὑπάρξεως καί τοῦ ἀθανάτου τῆς προσωπικότητας- εἰσάγεται ὡς νόμιμο καί ἀπαραίτητο θέμα στό σύνολο τῆς ὀντολογίας καί ἔτσι δικαιοῦται τήν ὀνομασία της ὡς λόγου περί τοῦ εἶναι[57].
Ἀρκεῖ νά ἀναφερθεῖ κανείς μόνον σ’ αὐτό τό πρωταρχικό καί κύριο εἶναι, νά ἐπικεντρωθεῖ σ’ αὐτό καί νά δεῖ μέσα σ’ αὐτό τό τελευταῖο κριτήριο τῆς γνώσεως, γιά νά γίνει ὅλος ὁ συσχετισμός πού ἀρχικά φαίνεται συγκεχυμένος καί σχεδόν δυσεπίλυτος, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στίς ἀρχές του. Δέν ὑπάρχουν δύο ἀλήθειες ἀλλά μόνον μία καί αὐτή εἶναι ὅπου ὑπάρχει ἡ μεγαλύτερη πληρότητα. Ὅσο κι ἄν διαφέρει ἡ προσωπική σχέση[58] μέ τόν Θεό στήν θρησκεία ἀπό τήν γνωστική σχέση μέ Αὐτόν στήν φιλοσοφία, ὅποιες διαφορές κι ἄν βροῦμε ἀνάμεσα στό θρησκευτικό καί στό φιλοσοφικό ἐνδιαφέρον, ὅλες οἱ σχέσεις καθορίζονται στό πλαίσιο μιᾶς καί μόνης ἔσχατης πραγματικότητας, ἡ ὁποία ξεδιπλώνεται μπροστά στό πνευματικό βλέμμα τῆς προσωπικότητας καί παραμένει ἡ ἴδια, ἀσχέτως ἄν ἐκφράζεται μέσα ἀπό τό ἄμεσο θρησκευτικό βίωμα ἤ ἀπό τό ἔμμεσο σύστημα λογικῶν ὅρων. Σημαντικό εἶναι νά ἔχει κανείς τήν ζωντανή ἐμπειρία τῆς ἴδιας τῆς πραγματικότητας. Ὅπου ἡ θρησκεία ἀντιλαμβάνεται τά δόγματα τῆς πίστεως ὄχι ὡς συμβολικές καί μυστηριώδεις τῆς θείας φύσεως ἀλλά ὡς ὁλοκληρωμένες καί πλήρεις, ἀντίστοιχες πρός Αὐτόν, ἀποκαλύψεις, ἤ ὅπου ἡ φιλοσοφία φαντάζεται ὅτι μπορεῖ μέσα ἀπό ἕνα ἀφηρημένο σύστημα ἑτοίμων διατυπώσεων νά προσδιορίσει μέχρι τέλους τά ἔσχατα βάθη, ἐκεῖ εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχουν, καί μάλιστα εἶναι ἀναπόφευκτες, συγκρούσεις ἀνάμεσα στήν φιλοσοφία καί στήν θρησκεία. Ἡ ἐσωτερική σχέση καί ἡ οἰκεία συγγένεια τῆς φιλοσοφίας μέ τήν θρησκεία εἶχαν περισσότερο ἐπισκιασθεῖ ἀπό τίς ἀφελῶς αὐθάδεις προσπάθειες τῆς ὀρθολογικοποιήσεως τῶν δογμάτων τῆς πίστεως πού ἐκθέτουν τόσο τήν φιλοσοφία ὅσο καί τήν θρησκεία. Οἱ μυστηριώδεις καί οἱ πολυσήμαντες θρησκευτικές ἐνοράσεις, καρπός τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας καί τῆς καθολικῆς θρησκευτικῆς γνώσεως, σχεδόν ἀπρόσιτες στήν ἀθώα ἐμπειρία ἑνός μέσου ἀνθρώπου, ἑρμηνεύονται μερικές φορές, τόσο ὅταν τίς βεβαιώνει κανείς ὅσο καί ὅταν τίς διαψεύδει, ὡς ἁπλές ἀλήθειες, τήν σημασία τῶν ὁποίων μπορεῖ νά ἀντιληφθεῖ ἡ ὑγιής νόηση καί ἡ ὁποία μπορεῖ νά καθορισθεῖ μέ τήν πλέον ἁπλή λογική ἀνάλυση. Εἶναι ἀξιολύπητη ἡ σοφία ἐκείνη πού μέσα στήν ματαιοδοξία της ἀπορρίπτει τό δόγμα τῆς ἁγ. Τριάδος μόνο καί μόνο ἐπειδή τό ἕνα δέν ἰσοδυναμεῖ μέ τό τρία· εἶναι ἐλάχιστη, ὅμως, καί ἡ φιλοσοφική γνώση στήν προσπάθεια, χωρίς νά βιώσει κανείς ἐμπειρικά τό μυστήριο αὐτό, νά τό «ἀποδείξει» λογικά, διά τῆς ὁδοῦ τῆς ἀφηρημένης ἀναλύσεως τῆς κενῆς περιεχομένου καί τῆς ἄμορφης γενικῆς ἰδέας τῆς θεότητας. Ἀντιθέτως, ὅσο πιό βαθιά καί ἀληθινή εἶναι ἡ φιλοσοφική γνώση τόσο περισσότερο τείνει πρός τήν ταπείνωση, τήν ἀποδοχή τῆς θέσεως τοῦ Σωκράτους ὅτι ἡ πηγή τῆς γνώσεως εἶναι ἡ συνείδηση τῆς ἄγνοιας τοῦ ἀτόμου.
Ἡ φιλοσοφική γνώση ὑστερεῖ, κατ’ ἀνάγκην, ἔναντι τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς ἄμεσης θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ὑπάρχουν γι’ αὐτό βάσιμοι λόγοι στήν ἴδια τήν φύση τῶν δύο πνευματικῶν δραστηριοτήτων. Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, γιά τήν ἐπίτευξη τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, ἡ ὁποία εἶναι ζωντανή, ἄμεση αἴσθηση καί βίωση θεότητας, δέν χρειάζεται το δύσκολο διανοητικό ἔργο τῆς ὀρθολογιστικῆς ἀποσαφηνίσεως καί τεκμηριώσεως τῶν ἀληθειῶν της. Ἐκτός αὐτοῦ, ἄν καί ἡ θρησκεία περιέχει, κατ’ ἀνάγκην, ὡς βάση της τήν στιγμή τῆς ἄμεσης προσωπικῆς διακρίσεως τῆς γνησιότητας, δέν χρειάζεται καθόλου τήν ἐξάπλωση τῆς διακρίσεως αὐτῆς σέ ὅλο τό περιεχόμενο τῆς θρησκευτικῆς πίστεως. Ἀντιθέτως, εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι αὐτή ἡ στιγμή τῆς δημοσιότητας χαρακτηρίζει τήν γνησιότητα τῆς πηγῆς τῆς ἀποκαλύψεως[59]- εἴτε αὐτό εἶναι ἡ ἴδια ἡ θεότητα εἴτε εἶναι διαμεσολάβηση ἀνάμεσα στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο- ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τό περιεχόμενο τῆς ἀποκαλύψεως ἀποκτᾶ τήν ἀξιοπιστία τῆς ἀλήθειας πού μεταδίδεται μέσῳ κάποιου ἀξιόπιστου μάρτυρα. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀπόκτηση τῆς προσωπικῆς[60] πίστεως μπορεῖ νά εἶναι, καί μάλιστα τυγχάνει νά εἶναι, τό περιεχόμενο τῆς καθολικῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας. Ἔτσι ἐπιτυγχάνεται ἡ δυνατότητα τῆς πληρότητας, τοῦ πλούτου καί τοῦ βάθους τῆς θρησκευτικῆς ἀποκαλύψεως πού εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατα γιά τήν φιλοσοφική γνώση. Ἄν καί γιά τήν φιλοσοφική γνώση δέν παρουσιάζονται στό σημεῖο αὐτό θεμελιώδη ἐμπόδια[61] καί ὑπάρχει ἡ δυνατότητα πολλῶν ἐπιτευγμάτων, ἡ λογική ἑνότητα[62] τοῦ περιεχομένου πού ἀπαιτεῖται ἀπό τήν φύση τῆς φιλοσοφικῆς γνώσεως καθιστᾶ σχεδόν ἀδύνατη τήν χρήση ὅλης τῆς πληρότητας τῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ πληρότητα καί ἡ πολυμορφία ὅλων[63] τῶν φιλοσοφικῶν ἐπιτευγμάτων τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ λογικά μόνον ὡς πνευματική- ἱστορική ἐνόραση, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθεῖ ἐξ ἴσου σ’ ἕνα ἑνιαῖο σύστημα. Τό φιλοσοφικό σύστημα πού προσπαθεῖ νά ἐκφράσει καί νά διατυπώσει λογικά ὅλη[64] τήν θρησκευτική ἐμπειρία τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι μία σκέψη ἀνάλογη μέ τήν προσπάθεια νά σχεδιάσει κανείς ἕνα γεωγραφικό χάρτη, ὅπου θά ἔχει ἀποτυπώσει ὅλην τήν πολυμορφία τῆς γεωγραφικῆς πραγματικότητας. Καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐπιβεβαιώνεται ἐδῶ ὅτι ὁ ὀρθός συσχετισμός ἀνάμεσα στήν θρησκεία καί στήν φιλοσοφία εἶναι δυνατός μόνον πάνω στό ἔδαφος ἐκείνης τῆς ἐπιγνώσεως τῆς ἄγνοιας (docta ignorantia) ἡ ὁποία εἶναι ὁ πιό ὥριμος καρπός τοῦ ἀληθινοῦ διαφωτισμοῦ. Ἡ ἀληθινή φιλοσοφική κοσμοθεωρία συμπίπτει μέ τήν θρησκευτική κοσμοθεωρία· καί στίς δύο, παρά τήν ἐπιφανειακή ἄποψη ὅτι κάτι τέτοιο φαντάζει ἀδύνατο, ἡ ταπεινοφροσύνη συνδυάζεται μέ τήν τόλμη τῆς δημιουργικότητας, ὄχι συγκρατώντας καί περιορίζοντας ἀλλά τρέφοντας καί ὑποστηρίζοντας ἡ μία τήν ἄλλη.


***


Ἐάν, ὅμως, κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, μέ τήν προσέγγιση αὐτήν τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θρησκείας, πρέπει νά ὑπάρχει μεταξύ τους ἐσωτερική συμφωνία πού νά μήν προκύπτει ἀπό ἐπίπλαστη προσαρμογή ἀλλά ἀπό ἐλεύθερη ἀνακάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ αἰσθήματος τῆς μιᾶς γιά τήν ἄλλη, ὑπάρχει μία ἄλλη ἀμφιβολία πού δέν ἔχει πλέον τήν ὀξύτητα ἐκείνη, ἡ ὁποία προσιδιάζει στήν ἀμφιβολία γιά τήν σχέση τῶν δύο αὐτῶν πνευματικῶν δραστηριότητων. Δέν θά μείνουμε στήν ἰδέα τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς θρησκείας ἀπό τήν φιλοσοφία. Ἕνα ἄλλο ἀξίωμα, τῆς μή χρησιμότητας τῆς φιλοσοφίας παράλληλα μέ τήν θρησκεία, ἀξίζει μία ἰδιαίτερη, ἄν καί σύντομη, διερεύνηση. Ἐάν ἡ φιλοσοφική γνώση ἔχει ὡς τελευταία πηγή τήν ἑνιαία θρησκευτική ἐμπειρία, τότε ἰσχύει ἕνα ἀπό τά δύο: ἤ ἔχουμε ἤδη μία τέτοια ἐμπειρία, καί τότε ἡ φιλοσοφία δέν μπορεῖ νά μᾶς δώσει τίποτε τό νέο, ἀφοῦ ὅλη ἡ γνώση της ἀντλεῖται ἀπό αὐτήν, ἤ δέν ἔχουμε μία τέτοια ἐμπειρία, καί τότε δέν μποροῦμε νά κατέχουμε καί τήν φιλοσοφική γνώση, ἀφοῦ δέν ἔχουμε ἀπό ποῦ νά τήν ἀντλήσουμε.
Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ἀκόμα κι ἄν τό συμπέρασμα τοῦ συλλογισμοῦ ἦταν ἐντελῶς ἀναμφισβήτητο, δέν θά ἐμπεριεῖχε παρά τόν ἰσχυρισμό τῆς θρησκευτικῆς ἀχρηστίας τῆς φιλοσοφίας[65] ἀλλά δέν θά ἀπέρριπτε τό ἴδιο τό δικαίωμα τῆς ὑπάρξεως τῆς φιλοσοφίας. Διότι ἡ φιλοσοφία ἔχει, ἄν μή τί ἄλλο, αὐτονόητη ἀξία μέ τήν ἔννοια τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς ἀνεξάντλητης ἀνάγκης τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος γιά τήν γνώση, γιά τήν λογική διατύπωση τοῦ εἶναι πού παρουσιάζεται στήν πνευματική ἐνόραση. Στήν οὐσία τό ζήτημα εἶναι κάπως πιό σύνθετο.
Ὅτι ἡ θρησκευτική ζωή, ἡ ζωντανή ἐπαφή μέ τόν Θεό, ἡ ἀναζήτηση καί ἡ εὕρεση τῆς σωτηρίας, δέν χρειάζεται καμμία φιλοσοφία, γενικώτερα καμμία διανοητική ἔνταση, ἀλλά ἀξίζει ἀπό μόνη της καί δίδεται στήν προσωπικότητα εἴτε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πνευματικῆς προσπάθειας εἴτε ἁπλῶς ὡς δῶρο τῆς χάριτος, εἶναι ἀναμφισβήτητο. Ὅμως, σ’ αὐτό δέν ἀντιφάσκει καί ἡ ἀναμφισβήτητη θρησκευτική ἀξία τῆς φιλοσοφίας.
Εἶναι ἐντελῶς σαφής ἡ παιδαγωγική καί ἡ προπαιδευτική ἀξία τῆς φιλοσοφίας στήν θρησκευτική διαπαιδαγώγηση. Καί στήν ζωή μερικῶν ἀτόμων καί στήν μοῖρα τῶν ἐθνῶν ὑπάρχουν περιπτώσεις, ὅπου ἡ φιλοσοφική ἐμβάθυνση καί ὁ διαφωτισμός εἴτε ἀφυπνίζουν γιά πρώτη φορά τήν θρησκευτική ἐνόραση εἴτε τήν καλλιεργοῦν καί τήν ὀξύνουν. Ἡ ἐποχή μας εἶναι γεμάτη ἀπό περιπτώσεις ὅπου ὁ φιλοσοφικός διαφωτισμός, ἀπελευθερώνοντας τήν συνείδηση ἀπό μία σειρά προκαταλήψεων, εἶχε ἀνοίξει γιά πρώτη φορά τό πεδίο δράσεως τοῦ θρησκευτικοῦ ἐνστίκτου ἤ ἔδιδε τήν δυνατότητα τῆς πραγματικῆς ἱκανοποιήσεώς του πού εἶχε παραμερισθεῖ ἀπό τίς διανοητικές ἀμφιβολίες, τό ψευδές τῶν ὁποίων στηλιτεύεται ἀκριβῶς ἀπό τήν φιλοσοφία. Σ’ ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο, ἡ παιδαγωγική σημασία τῆς φιλοσοφίας γιά τήν θρησκευτική ἐξέλιξη ἀποκαλύπτεται στήν ἱστορία τῆς ἀρχαίας πνευματικῆς ζωῆς· ὅπως εἶναι γνωστό καί ὅπως ἐδῶ καί καιρό ἔχει σημειωθεῖ ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑλληνική φιλοσοφία προετοίμασε στόν ἀρχαῖο κόσμο τό πνευματικό ἔδαφος προκειμένου νά ἔρθει ὁ χριστιανισμός.
Ἡ ἴδια ἡ δυνατότητα αὐτῆς τῆς παιδευτικῆς σημασίας τῆς θρησκείας ἀπαιτεῖ, βεβαίως, μέ τήν σειρά της, κάποια ἐξήγηση. Χωρίς νά ἐμβαθύνουμε ἰδιαίτερα στό πρόβλημα αὐτό, ἄς χαράξουμε μέ λίγα λόγια τόν δρόμο τῆς ἐπιλύσεώς του. Ἄν καί στήν θρησκευτική ζωή ἐμπεριέχεται, κατ’ ἀνάγκην, τό γεγονός τῆς γνωστικῆς διαισθήσεως τῆς ἄμεσης ἐνοράσεως, τό κέντρο βάρους τοῦ θρησκευτικοῦ ἐνδιαφέροντος βρίσκεται ὄχι σ’ αὐτήν ἀλλά στό γεγονός τῆς ζωντανῆς ἐπαφῆς μέ τό ἀντικείμενο τῆς θρησκευτικῆς πίστεως[66]. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἄν καί ἡ φιλοσοφική διαίσθηση συμπίπτει, κατ’ ἀνάγκην, ὡς πρός τήν πληρότητα καί τό βάθος της, μέ τήν καθολική καί ζωντανή πνευματική ἐμπειρία, δηλαδή ἐμπεριέχει τό γεγονός τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς, τό κέντρο βάρους τοῦ ἐνδιαφέροντος κατευθύνεται ἀκριβῶς σ’ αὐτήν τήν γνωστική ἀποκάλυψη[67] τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐνοράσεως. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, χωρίς νά ἐμπλουτίζει τήν θρησκευτική ζωή, ἡ φιλοσοφική διαίσθηση ἐμπλουτίζει τήν πνευματική ζωή στό σύνολό της, τήν γενικώτερη σχέση τῆς πνευματικῆς προσωπικότητας μέ τήν θεότητα. Τέτοιου εἴδους πνευματικός ἐμπλουτισμός μπορεῖ νά εἶναι πρός ὄφελος τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἡ προσέγγιση τοῦ Θεοῦ καί διά τῶν δύο αὐτῶν ὁδῶν, τῆς θρησκευτικῆς καί τῆς φιλοσοφικῆς, χαρίζει κάτι παραπάνω στήν πνευματική ζωή, σέ σύγκριση μέ τήν προσέγγισή Του διά τῆς μιᾶς ὁδοῦ. Ἐάν ἡ φιλοσοφία εἶναι κατανόηση τοῦ Θεοῦ, εἶναι καί κατανόηση τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς διά τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτό συνίσταται ἡ εἰδική ἀποστολή τῆς φιλοσοφίας, [δηλαδή] στό ὅτι εἰσάγει τό ὁλοκληρωμένο καί τό καθολικό στήν κοσμοθεωρία μας μέσῳ τῶν πολύμορφων γνώσεών μας. Λόγῳ αὐτοῦ, ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ ἀναγκαία σχέση ἀνάμεσα στήν γνώση τοῦ ὑψίστου καί τοῦ κατωτέρου, τοῦ οὐρανίου καί τοῦ ἐπιγείου, ἀνάμεσα στήν ἐνόραση τῆς θεότητας καί τῆς ὀρθολογιστικῆς γνώσεως τῆς πραγματικότητας. Πέραν τῆς κατοχῆς τῆς θεότητας, πέραν τῆς διαισθήσεως τῶν ἀοράτων νημάτων πού συνδέουν τήν ἐπίγεια ζωή μας μέ τήν ὕψιστη ἀρχή, ἰδιαίτερη σημασία ἔχει νά χαράσσει κανείς μονοπάτια καί δρόμους πού μᾶς ὁδηγοῦν ἀπό τό σκότος τῆς ἐμπειρικῆς ζωῆς στό φῶς πού μᾶς ἀποκαλύπτουν τά οὐράνια πεδία. Τόν σκοπό αὐτόν, νά εἶναι μεσολαβητής ἀνάμεσα στήν ἐπιστημονική καί καθημερινή ζωή καί στήν θρησκευτική ἐνόραση, νά φθάσει στήν συμφωνία τους καί νά εἰσαγάγει στήν πνευματική ζωή τήν ὕψιστη ἑνότητα, μπορεῖ νά ἐκπληρώσει μόνον ἡ φιλοσοφία. Καί σ’ αὐτό συνίσταται ἡ τελική ἀποστολή της. Δέν χρειάζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, στό πλαίσιο τῆς προσωπικῆς θρησκευτικῆς ἱκανοποιήσεώς τους, τήν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὅμως, ὑπάρχουν καί οἱ ἄνθρωποι- αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή τοῦ φιλοσόφου- οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦν νά βροῦν γαλήνη χωρίς νά πραγματοποιήσουν αὐτόν τόν σκοπό.
Σέ τελική ἀνάλυση, ἡ ἄποψη γιά τήν θρησκευτική σημασία τῆς φιλοσοφίας ἔγκειται στήν μεταφυσική πεποίθηση ὅτι ἡ νόηση, ἐκείνη ἡ ἀρχή τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος πού φωτίζει ὅλο τό σύμπαν μέ τό φῶς τῆς γνώσεως, καί τό ἔργο τῆς φιλοσοφίας, χάρις στό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος κατακτᾶ γνωστικά τό εἶναι καί κοινωνεῖ τοῦ Λόγου, εἶναι πραγμάτωση τῆς θείας ἀρχῆς στόν ἄνθρωπο. Βεβαίως ἡ φιλοσοφία δέν εἶναι ἡ «θεραπαινίς τῆς θεολογίας», ὅπως εἶχε προσδιορίσει ἡ ἀτυχής διατύπωση τῆς μεσαιωνικής σκέψεως, διότι τό νά συνδέεται ἐξ ἀρχῆς μέ κάποια φιλοσοφική θέση σημαίνει γιά τήν φιλοσοφία νά ἀρνηθεῖ τήν οὐσία της, πού εἶναι ἐλεύθερη ἑρμηνεία ὅλων τῶν ἀληθειῶν. Ὅμως, ἡ φιλοσοφία, ἀκριβῶς μέσα στήν αὐστηρή ἀλήθειά της, εἶναι ὑπάκουη καί ταπεινή προσφορά στήν ὑπηρεσία τῆς Ἴδιας τῆς Ἀλήθειας, προσφορά ὅπου ἐκπληρώνεται ἡ βούληση τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ καί τήν ὁποία ἔχει χαρίσει ὁ Ἴδιος στήν ἀνθρωπότητα.

(σημ. μετ.: Τό ἄρθρο τοῦ Frank εἶχε περιληφθεῖ στόν τόμο Προβλήματα πνευματικοῦ πολιτισμοῦ καί θρησκευτικῆς φιλοσοφίας, τ. Ι, Βερολῖνο 1922, σσ. 5-22, ρωσσ.) 


[1] Περί τοῦ ζητήματος βλ. ἐπίσης N. Berdiaeff, Ἡ φιλοσοφία τῆς ἐλευθερίας, Μόσχα 1922, σσ. 13-36 (ρωσσ.) P. Florensky, La colonne et le fondement de la verité, trad. C. Andronikof, L’ Age d’ Homme, Lausanne 1994. S. Boulgakov, La lumiere sans declin, trad. C. Andronikof, L’ Age d’ Homme, Lausanne 1990, σσ. 82-99 (σ.τ.μ.)
[2] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[3] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[4] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank. 
[5] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[6] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[7] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.  
[8] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank. 
[9] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[10] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[11] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank. 
[12] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[13] Βλ. G. W. Hegel, Leçons sur la philosophie de le religion, Première Partie, trad. P. Garniron, Presses Universitaires de France, Paris 1996, σ. 31 (σ.τ.μ.) 
[14] ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[15] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.  Σημειωτέον ὅτι  ἡ ρωσσική λέξη σημαίνει ἐπίσης παρατήρηση, ἐνατένιση. Γιά τόν Frank ἡ ενόραση ἀναπαριστᾶ τήν «πρώτη γνώση» (σ.τ.μ.)
[16] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[17] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.  
[18] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[19] Πλάτωνος Πολιτεία 498a- 500c (σ.τ.μ.)
[20] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank. 
[21] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank. 
[22] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[23] Στίς «θετικές θρησκεῖες», δηλαδή αὐτές πού διαθέτουν ἕνα δογματικό σύστημα, ἀλλά καί εἶναι νομικά κατοχυρωμένες, συγκαταλέγεται βεβαίως καί ὁ χριστιανισμός (σ.τ.μ.)
[24] Πβ. Ἡρακλείτου ἀπ. 41 ἕν τό σοφόν· ἐπίστασθαι γνώμην, ὅκη κυβερνᾶται πάντα διά πάντων (σ.τ.μ.)
[25] Πλάτωνος Πολιτεία 509b (σ.τ.μ.)
[26] Εἶναι, νομίζω, δικαιολογημένη ἡ ἀπορία τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου, ἀφοῦ τά ὅρια μεταξύ φιλοσοφίας καί θρησκείας στόν Ὕμνον εἰς τόν Δία τοῦ Κλεάνθους δέν εἶναι εὐδιάκριτα (σ.τ.μ.)
[27] Ἡ πλήρης ἔκφραση εἶναι «amor Dei intellectualis» (σ.τ.μ.)
[28] Ὁ γαλλικός ὅρος εἶναι «vision en Dieu» (σ.τ.μ.)
[29] Ἔχει παρατηρηθεῖ (N. O. Losski, Histoire de la philosophie russe des origines à 1950, Paris 1954, σ. 288) ὅτι ὁ Frank εἶχε ὑπ’ ὄψιν του τήν ἔννοια τοῦ Ungrund τοῦ J. Boehme (σ.τ.μ.)
[30] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[31] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[32] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[33] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[34] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[35] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[36] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[37] Ἡ τοποθέτηση του Frank εἶναι σύμφωνη μέ τήν βυζαντινή φιλοσοφική παράδοση, ἡ ὁποία ἔχει διαμορφωθεῖ ἀπό τούς Καππαδόκες Πατέρες μέχρι τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ (σ.τ.μ.) 
[38] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[39] Βλ. ἐνδεικτικῶς G. W. Hegel, Leçons sur la philosophie de le religion, Première Partie, trad. P. Garniron, Presses Universitaires de France, Paris 1996, σ. 205, σ. 236. Εἶναι προφανές ὅτι ἕνας θεός ὡς ἕνα Ἀπόλυτο κλεισμένο στόν ἑαυτό του, ὡς μία ἀφηρημένη ἀπρόσωπη ἀρχή (λ.χ. τό ἀγαθόν τοῦ Πλάτωνος, τό κινοῦν ἀκίνητον τοῦ Αριστοτέλους, τό ἀπροσδιόριστο Υπεραισθητό τοῦ Hegel, τό ὑπέρτατο Ὅν τοῦ Kant) δέν θά εἶχε κανένα νόημα γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο (σ.τ.μ.)
[40] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[41] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[42] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[43] Σημείωση τοῦ Frank: Πρέπει νά δώσουμε ἰδιαίτερη προσοχή στό γεγονός ὅτι μία συγκεκριμένη περίπτωση τῆς δυσκολίας αὐτῆς εἶναι ὅλο τό γνωσιολογικό πρόβλημα, τό ὁποῖο ἔχει βρεθεῖ τόν τελευταῖο καιρό στό ἐπίκεντρο τοῦ φιλοσοφικοῦ ἐνδιαφέροντος. Διότι τό πρόβλημα αὐτό ἀνάγεται ἐξ ὁλοκλήρου στό ζήτημα: πῶς μπορεῖ νά συλλάβει καί νά ἐκφράσει κανείς μέ τήν ἔννοια ἐκεῖνο πού ἐκ φύσεως εἶναι ἀντίθετο πρός τήν ἔννοια, δηλαδή τήν ἀντικειμενική πραγματικότητα. Βλ. τό βιβλίο μου Τό ἀντικείμενο τῆς γνώσεως. Γιά τίς βάσεις καί τά ὅρια τῆς ἀφηρημένης γνώσεως, 1915.
[44] Πβ. Ἡρακλείτου ἀπ. 10 συλλάψιες ὅλα καί οὐχ ὅλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνᾷδον διᾷδον· ἐκ πάντων ἕν καί ἐξ ἑνός πάντα (σ.τ.μ.)
[45] «Ἐπίγνωση τῆς ἄγνοιας», «γιγνώσκουσα ἄγνοια», «πεπαιδευμένη ἄγνοια» εἶναι μερικές ἀπόπειρες ἀποδόσεως τοῦ ὅρου στήν ἑλληνική. Ὁ Ν. Κουζανός (1401-1464) ἔχει γράψει, μεταξύ ἄλλων, Περί πεπαιδευμένης ἄγνοιας (1440) καί Περί τῆς ἐνοράσεως τοῦ Θεοῦ (1443). Στό Περί τοῦ Ἀκαταλήπτου παραδέχεται ὁ Frank ὅτι ὁ Νικόλαος Κουζανός εἶναι ὁ μόνος διδάσκαλός του στήν φιλοσοφία (σ.τ.μ.)
[46] Ἡ ρωσσική λέξη θά πρέπει νά ἀντιστοιχεῖ μέ τόν ὅρο immanent πού σημαίνει τό ἐνσυνείδητο ἤ τό ἐνδοκόσμιο (σ.τ.μ.)
[47] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[48] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[49] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[50] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[51] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[52] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[53] Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ διάκριση μεταξύ θεωρητικῆς καί πρακτικῆς φιλοσοφίας υἱοθετεῖται ὄχι μόνον στήν ἀρχαία καί στήν βυζαντινή φιλοσοφική παράδοση ἀλλά καί στήν νεώτερη φιλοσοφία (σ.τ.μ.)  
[54] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[55] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[56] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank. Νά σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι S. BoulgakoffDe la revelation», trad. Μ. Davidenkoff, στόν τόμο La pensée orthodoxe, LAge dHomme, Lausanne 1983, σ. 37) διαφοροποιεῖται κάπως ἀπό τόν Frank ἰσχυριζόμενος ὅτι «δέν μπορεῖ νά ἐξισώσει κανείς τήν φιλοσοφία μέ μία ἐμπειρία καθαρῶς θρησκευτική ... ἑλληνική φιλοσοφία, μέ τήν συνεισφορά της στήν χριστιανική θεολογία, τό μαρτυρεῖ αὐτό ἐπαρκῶς» (σ.τ.μ.)
[57] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[58] Πβ. G. W. Hegel, Leçons sur la philosophie de le religion, Première Partie, trad. P. Garniron, Presses Universitaires de France, Paris 1996, σ. 81, σ. 317.
[59] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[60] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[61] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[62] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[63] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[64] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[65] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.
[66] Προφανῶς ἐδῶ δέν γίνεται δεκτή ἡ «θρησκευτική ἐνόραση», περί τῆς ὁποίας ἔχει μιλήσει ὁ Fr. Schleiermacher (1768-1834). Βλ. σχετικῶς Δ. Β. Μπαλτᾶς, Ἡ κριτική τοῦ γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ στήν ρωσσική θρησκευτική φιλοσοφία, Ἐν Ἀθήναις 2000, σσ. 54-55 (σ.τ.μ.)
[67] Ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ Frank.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου